Aegean University

Aegean University

Τρίτη, 17 Μαϊος 2016 19:23

Ο χρόνος ο παλιός

Αποδιοπομπαίος τράγος ο χρόνος ο παλιός φορτώνεται τα κρίματα της ανθρωπότητας, τις καταστροφές τις φυσικές, τα δυστυχήματα, τους νεκρούς του και τις απώλειες, τις ελπίδες που διαψεύστηκαν, τις ενοχές και τα τιμήματά τους, τα λόγια τα άστοχα ή τα πικρά και αποχωρεί γηρασμένος, λησμονημένος, απόκληρος. Χαρά από όλους για τη δύναμη της κάθαρσης, τραγούδια για την ενδυναμωμένη ορμή, λες και θα ζούμε ες αεί την επανάληψη της άφεσης.

Ο εξιλασμός έχει επιτευχθεί, με κόστος ασήμαντο - ένας αριθμός που πέρασε, μια ευκαιρία ακόμα γεννιέται.

Το άσπιλο του καινούριου επανασυνδέει με όσα δεν τολμήσαμε, με όσα ποθούμε, με τον ανθρωπισμό μας. Όπως και στις αρχαίες εποχές, τελετουργικά, δεήσεις, ευχές συνοδεύουν το ξεκίνημα ή την επίφασή του.
Μέχρι ο πρόωρος απολογισμός να αποδείξει πως στους αιώνες αυτούς οι εξορκισμοί έχουν χάσει τη λυτρωτική τους αξία.

Νέος έτος και η σειρά των σβησμένων μας κεριών μακραίνει. Κι ας προσποιούμαστε πως τα μπροστινά μας είναι πιο λαμπερά και πως με ζωηρό φως θα μας περιλούζουν..

Ευστράτιος Παπάνης

Τρίτη, 17 Μαϊος 2016 19:21

Εγκληματολογία

Αν και η τρομοκρατία αποδίδεται κυρίως σε πολιτικούς, θρησκευτικούς και εθνικιστικούς λόγους, οι κοινωνικοί επιστήμονες από καιρό έχουν διαπιστώσει ότι η ιδεολογία δεν αποτελεί το μοναδικό κίνητρο της αποτρόπαιας πράξης και σίγουρα δεν είναι το σπουδαιότερο.

Θα λέγαμε ότι περισσότερο δρα ως απενοχοποιητικό στοιχείο, ως μια πρόφαση για να εξιδανικευτούν τα προσωπικά κίνητρα, που κρύβονται πίσω από όλα αυτά.

Η φτώχεια και η κοινωνική ανισότητα, το ιστορικό βίας σε μια κοινωνία, η αποτυχία των ειρηνευτικών προσπαθειών ή η έλλειψη κοινωνικού διαλόγου, ο ταξικός και φυλετικός διαχωρισμός, τα θρησκευτικά πάθη δεν μπορούν αποκομμένα να ερμηνεύσουν το προφίλ του τρομοκράτη και τις δυνάμεις που τον οδηγούν στο να δράσει περιθωριακά και ενάντια προς μια κοινωνική πραγματικότητα. Κάθε ιδεολόγημα θα μπορούσε να αποτελέσει αφορμή για μια τρομοκρατική πράξη: το περιβάλλον, τα δικαιώματα των ζώων, ο πόλεμος για το νερό ή τους πόρους, η προάσπιση των μεταναστών. Οι αφορμές μυριάδες και δεν εξηγούν γιατί όλοι οι πολίτες δεν καταφεύγουν στην τρομοκρατία, για να διαδηλώσουν τα αιτήματά τους απέναντι σε ένα ανάλγητο κράτος.
Τα μέλη των τρομοκρατικών οργανώσεων αισθάνονται πως ανήκουν σε μια πολιτική, θρησκευτική ή εθνική ελίτ, ότι είναι οι εκλεκτοί που επιλέχθηκαν για να προτάξουν την ιδεολογία τους ως αντίβαρο στην κοινωνική αδικία. Κανείς δε γεννιέται βομβιστής, αλλά σε ένα κρίσιμο αναπτυξιακό στάδιο, κατά το οποίο υπερισχύει η ηθική του καλού ή του κακού, του άσπρου ή μαύρου οι μελλοντικοί τρομοκράτες εγκαθιδρύουν μια περίεργη και επικίνδυνη συλλογιστική: υπάρχει μόνο μια σωστή θεώρηση και πρέπει να την προασπίσουν με κάθε τρόπο, βγάζοντας πολλές φορές την οργή τους για κάθε προσωπική ματαίωση, απώλεια ή απογοήτευση που έζησαν. Ο σκοπός καθαγιάζει τα μέσα. Αν πρέπει κάποιοι αθώοι να χάσουν τη ζωή τους για το γενικό καλό, τότε οι παράπλευρες απώλειες δικαιολογούνται.
Οι τρομοκράτες υποσυνείδητα αποκόπτονται από τις υπόλοιπες κοινωνικές ομάδες στις οποίες ανήκουν. Η οικογένεια, το επάγγελμα χάνουν τη σημασία τους και οι σύντροφοι μετατρέπονται σε δεύτερο σπίτι, σε αδέλφια, σε γείτονες, για τα οποία θα έδιναν και τη ζωή τους. Αποκτούν νέο ρόλο και προσωπική ταυτότητα με τη συμμετοχή τους σε μια τέτοια οργάνωση. Η αγάπη για την εσω-ομάδα μετατρέπεται σε μίσος για όσους δεν ανήκουν σε αυτήν, όπως ακριβώς ο τρομοκράτης για ένα πολιτικό σύστημα είναι ο μαχητής της ελευθερίας για ένα άλλο. Ο εαυτός νοηματοδοτείται μέσα από τις αξίες και τις δυναμικές της ομάδας, τις ιεροτελεστίες και την ιεραρχία της, τον ιδιότυπο γλωσσικό κώδικα, τα κοινά μυστικά που μοιράζονται, τη γνώση ότι κάτω από το μανδύα της καθημερινότητας κρύβουν έναν ήρωα που μπορεί να επηρεάσει την κοινωνική πορεία, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους πολίτες, που υπακούουν στις προσταγές της εξουσίας.
Οι τρομοκράτες είναι η κορυφή μιας πυραμίδας, που αποτελείται από όσους κατά κάποιο τρόπο συμφωνούν με την ιδεολογία τους. Εξάλλου να θυμάστε ότι οι πεποιθήσεις των τρομοκρατών συμπίπτουν πολλές φορές με αυτές του πολύ κόσμου, μόνο που είναι πιο ακραίες ως προς την εφαρμογή τους. Όταν οι πολίτες απογοητευθούν από τις αδυναμίες μιας δημοκρατίας, μπορεί θεωρητικά να δουν τους τρομοκράτες ως μια εναλλακτική, ως ένα μηχανισμό εξισορρόπησης της κρατικής εξουσίας. Το μέλος μιας οργάνωσης που είναι ο εκτελεστής εκτονώνει την προσωπική του οργή. Αυτός όμως που σχεδιάζει τη βίαιη πράξη επιδιώκει να προκαλέσει πολύ μεγαλύτερη ζημιά, να διασπείρει το φόβο, την αμφιβολία, την αβεβαιότητα, τη δυσπιστία στον πολίτη πως το κράτος μπορεί να εγγυηθεί για την ασφάλεια και τη ζωή του. Οι τρομοκράτες επιβάλλουν έναν δυσβάσταχτο και πολυετή φόρο στην κοινωνία, το κόστος των μέτρων περιφρούρησης, τα οποία φροντίζουν με θεαματικά χτυπήματα να διακωμωδούν, διασύροντας ακόμα περισσότερο την νόμιμα εκλεγμένη εξουσία.
Το χειρότερο όμως είναι πως οι μηχανισμοί που αναπτύσσονται στα πλαίσια μιας τρομοκρατικής ενέργειας είναι παρόμοια με αυτά μιας πολεμικής μάχης: Ο τρομοκράτης αποξενώνεται συναισθηματικά από τα αποτελέσματα των πράξεών του, δεν κατανοεί τον πόνο που προκαλεί, αποκόπτεται από την οδύνη των θυμάτων του. Μοιάζει με τον πιλότο ενός βομβαρδιστικού, που απασχολημένος με τη ρύθμιση των παραμέτρων της ρίψης μιας βόμβας, αγνοεί τον όλεθρο που επιφέρει. Όσο πιο δυναμικά αντιδράσει το σύστημα, τόσο μεγαλύτερη η επιτυχία του τρομοκράτη: Η στοχοποίηση πολιτών, το αστυνομικό κράτος, τα στερεότυπα, οι παρακολουθήσεις, η ένταση της κρατικής βίας αποτελούν την καλύτερη ένδειξη ότι πετυχαίνουν τους σκοπούς τους, ότι γίνονται υπολογίσιμη δύναμη και θεματοφύλακες της κοινωνικής δικαιοσύνης. Το αυταρχικό κράτος τρομοκρατεί και παράγει τρομοκράτες. Οι χειρότεροι αντίπαλοι των τρομοκρατών δεν είναι όσοι βρίσκονται στην αντίπερα όχθη, μα αυτοί που ιδεολογικά ανήκουν στην ίδια μεριά, αλλά επιλέγουν μη βίαιους τρόπους αντίδρασης και πάλης.
Ο πιο αποτελεσματικός εχθρός τους είναι μια πολυσυλλεκτική και ανοιχτή στη διαφορετικότητα δημοκρατία. Οι έφηβοι που αντιμετώπισαν την αστυνομική βία σε μια διαδήλωση συναισθηματικά εμπλέκονται σε μια διαδικασία, που το επίσημο κράτος γίνεται αντιπαθές και οι πολέμιοί του συμπαθείς. Μερικοί από αυτούς τους μαθητές θα προσεγγιστούν από μέλη ακτιβιστικών-αντιεξουσιαστικών οργανώσεων, στις παρυφές των οποίων μπορεί οι τρομοκράτες να στρατολογούν υποψήφια μέλη. Ο προσηλυτισμός μπορεί να γίνει και από έναν ερωτικό σύντροφο ή φίλο. Μετά από μια περίοδο δοκιμασίας κάποιοι από αυτούς θα ενταχθούν επίσημα στην τρομοκρατική οργάνωση και θα αποτελέσουν τους μελλοντικούς πυρήνες. Γι’ αυτό πολλοί ψυχολόγοι υποστηρίζουν ότι τα κίνητρα που εξωθούν κάποιο νέο εκτός κοινωνίας, κάλλιστα μπορούν να τον οδηγήσουν στο να γίνει αναχωρητής ή τρομοκράτης.
Δεν υπάρχει μέχρι στιγμής μια εμπεριστατωμένη θεωρία για την προσωπικότητα του τρομοκράτη. Ίσως γιατί η τρομοκρατία ανά ιστορική περίοδο ήταν διαφορετική. Όσες μελέτες διεξήχθησαν δεν βρήκαν κανένα στοιχείο που να διαφοροποιεί την προσωπικότητα του τρομοκράτη από αυτήν των υπολοίπων ανθρώπων. Παλαιότερα, στα πλαίσια της ψυχαναλυτικής θεώρησης πίστευαν ότι ο τρομοκράτης είναι ένας πληγωμένος ναρκισσιστής, ένας μεγαλομανιακός τύπος με επισφαλή αυτοεκτίμηση, με απορριπτικούς ή αυστηρούς, συντηρητικούς γονείς, που αρνείται κάθε κοινωνική πραγματικότητα, η οποία μπορεί να απειλήσει την αυτοεικόνα του. Μέσα του λανθάνει ένα διαχωρισμένο εγώ: από τη μια ένας ανίκανος, αποτυχημένος εαυτός (στο σχολείο, στην εργασία, στις ερωτικές σχέσεις) και από την άλλη ένας εξοργισμένος και απελπισμένος εαυτός, που πραγματώνεται μέσα από την συμμετοχή σε τρομοκρατικές ομάδες. Σε γενικές γραμμές, οι τρομοκράτες πολεμούν είτε για να καταστρέψουν τον κόσμο των γονιών τους είτε για να τον εκδικηθούν για όσες αδικίες οι αγαπημένοι τους υπέστησαν.
Υπάρχει ο μύθος ότι οι τρομοκράτες προέρχονται πάντοτε από ευάλωτα στρώματα, που έχουν βιώσει την κοινωνική αδικία. Κι όμως πληθαίνουν οι διαπιστώσεις ότι πολλοί από αυτούς είναι άνθρωποι κοινωνικά προσαρμοσμένοι ή ακόμα και ευκατάστατοι και με φυσιολογική οικογενειακή, επαγγελματική και συναισθηματική ζωή. Άνθρωποι της διπλανής πόρτας, που η συγκυρία πυροδότησε την αντικοινωνική συμπεριφορά. Το σίγουρο είναι ότι η ψυχολογία των μελών μιας οργάνωσης είναι διαφορετική από του ηγέτη της. Τα αίτια της ένταξης πολλά: Άλλοτε τα μέλη δεν έχουν καμιά άλλη κοινωνική διέξοδο. Η ανεργία, η χαμηλή μόρφωση, η πενία κάνουν τη βία μονόδρομο. Άλλοτε πάλι οι τρομοκράτες ως έφηβοι συστηματικά καλλιεργούσαν μια αντιεξουσιαστική κουλτούρα, εμπλέκονταν σε τροχαία αδικήματα, ανήκαν σε συμμορίες, φλέρταραν με τα ναρκωτικά, αλλά πάντοτε εμπνέονταν από την πατρική φιγούρα ενός ηγέτη - καθοδηγητή. Μερικοί από αυτούς ήταν υπερβολικά ντροπαλοί, χωρίς διεκδικητικότητα και κάποιοι άλλοι είχαν μεγάλες τεχνικές δεξιότητες, που αργότερα εκμεταλλεύτηκαν στην κατασκευή βομβών.
Ο τρομοκράτης σπάνια δρα μόνος του. Όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο, όπως σε αρκετές περιπτώσεις αεροπειρατών, συνήθως πρόκειται για ψυχιατρικές περιπτώσεις με βίαιους, αλκοολικούς γονείς, θρησκόληπτες μητέρες και τραυματική παιδική ηλικία. Συνήθως η άρνηση της κοινωνίας είναι αποτέλεσμα μιας υπέρμετρης ευαισθησίας, ο θυμός αποκύημα κοινωνικής προσβολής ή πόνου. Και σε κάθε περίπτωση αποδέκτης αυτού του θυμού είναι μια κοινωνία-θεατής παρά τα ίδια τα θύματα.

Ευστράτιος Παπάνης

Ο Bourdieu (1986) μελέτησε γενικά την έννοια του κεφαλαίου και διέκρινε τέσσερις διαφορετικές μορφές: το οικονομικό, το πολιτισμικό, το συμβολικό και το κοινωνικό.

Όλες οι μορφές κεφαλαίου προκύπτουν από το οικονομικό κεφάλαιο μέσω μετασχηματιστικών διαδικασιών, που δεν είναι αυτοματοποιημένες, αλλά απαιτούν μακρόχρονη προσπάθεια προς αποκόμιση μακροπρόθεσμων ωφελειών. Τα οφέλη που προκύπτουν από κάποιο είδος κεφαλαίου αποτελούν κόστος για κάποιο άλλο είδος κεφαλαίου.

Πιο συγκεκριμένα, ο Bourdieu1 όρισε το κοινωνικό κεφάλαιο ως «το σύνολο των πραγματικών ή συμβολικών πόρων οι οποίοι συνδέονται με πολλαπλά δίκτυα, που διατηρούνται στο χρόνο και συσχετίζονται με εν πολλοίς θεσμοθετημένες σχέσεις αμοιβαίας αποδοχής και αναγνώρισης» (1985, σελ.248). Με άλλα λόγια, το κοινωνικό κεφάλαιο αντιπροσωπεύει το άθροισμα των πλεονεκτημάτων που αποκομίζουν όσα άτομα ανήκουν σε κοινά δίκτυα ή σε ομάδες. Ο όγκος του κοινωνικού κεφαλαίου των φορέων εξαρτάται από το μέγεθος του δικτύου διασυνδέσεων που μπορεί να κινητοποιήσει επιτυχώς, καθώς και από τον όγκο του κεφαλαίου (οικονομικού, πολιτισμικού ή συμβολικού) που διαθέτει ο καθένας από εκείνους με τους οποίους συνδέεται. Σύμφωνα με τον Bourdieu, οι κοινωνικές διασυνδέσεις έχουν ευεργετικά αποτελέσματα σε θεμελιώδεις τομείς της ατομικής ζωής, δεδομένου ότι πολλαπλασιάζουν τις ευκαιρίες γνώσης και την πρόσβαση σε αυτήν μέσω της συναναστροφής με άτομα διαφόρων ειδικοτήτων και της οικειοποίησης του πολιτισμικού τους κεφαλαίου. Παράλληλα, τα κοινωνικά δίκτυα αυξάνουν τις οικονομικές δυνατότητες και αυτός είναι ο κυριότερος λόγος για την ένταξή τους σε αυτά. Κατά τον Bourdieu, τα αποτελέσματα του κεφαλαίου απορρέουν από την άνιση κατανομή του. Το κοινωνικό κεφάλαιο το διαθέτουν συνήθως οι κοινωνικά ισχυροί και αυτό εντείνει τις πρακτικές ανισότητας και κοινωνικού αποκλεισμού.

Ο Coleman (1988) θεώρησε ότι το κοινωνικό κεφάλαιο είναι έννοια σύμφυτη με την κοινωνική δομή, διευκολύνει την ατομική δράση και τη νοηματοδοτεί στο κοινωνικό πλαίσιο. Κατά τον ίδιο μελετητή, το κοινωνικό κεφάλαιο απαρτίζεται από επικαλυπτόμενα κοινωνικά δίκτυα, τα οποία διαθέτουν κοινές αξίες, εμπιστοσύνη και κοινά κριτήρια αποφάσεων. Σε δίκτυα με υψηλό επίπεδο κοινωνικού κεφαλαίου επικρατεί η αρχή της αμοιβαιότητας που συμβάλλει στην ατομική ευημερία, δεδομένου ότι οι συμμετέχοντες έχουν ευχερέστερη πρόσβαση στην πληροφορία ή άλλους πόρους, οι οποίοι αυξάνουν τις ευκαιρίες ατομικής ολοκλήρωσης. Ο Coleman διέκρινε τρεις παραμέτρους του κοινωνικού κεφαλαίου: της εμπιστοσύνης που οικοδομείται μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα και διασφαλίζει ότι οι υποχρεώσεις και τα καθήκοντα των μελών θα διεκπεραιωθούν ομαλά, της πληροφορίας που διοχετεύεται μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα και των κανονιστικών ρυθμίσεων και κυρώσεων που επιβάλλονται στα μέλη των δικτύων, υπαγορεύοντάς τους συγκεκριμένες συμπεριφορές.

Επιπλέον, διαχώρισε το κοινωνικό κεφάλαιο που διαμορφώνεται στα πλαίσια της οικογένειας από αυτό που σχηματίζεται σε επίπεδο κοινότητας. Η συμμετοχή στο τελευταίο έχει τις ρίζες της σε συγκεκριμένες δεξιότητες που επιτρέπουν τη δημόσια δράση και την ανάπτυξη κοινωνικών δικτύων, συνδέοντας κατ’ αυτό τον τρόπο το άτομο με την ομάδα και διαμορφώνοντας την αυτοαντίληψή του. Σύμφωνα με τον ορισμό του Coleman για το κοινωνικό κεφάλαιο, οι δεξιότητες αυτές αποτελούν μία μορφή κεφαλαίου, με δική του αξία ως κοινωνικού πόρου.

Ο όρος κοινωνικό κεφάλαιο χρησιμοποιείται ολοένα και περισσότερο ως έννοια αλληλένδετη με την κοινότητα, αλλά δεν περιορίζεται σε αυτήν, εφόσον περιλαμβάνει τόσο τα τυπικά, όσο και τα άτυπα δίκτυα και τις κοινές αξίες. Ο ορισμός του Woolcock (1998) ότι το κοινωνικό κεφάλαιο περιλαμβάνει όλες τις αξίες και δίκτυα που διευκολύνουν την ομαδική δράση βασίζεται σε αυτή του τη σχέση με την κοινωνία των πολιτών.

Οι συμβατικές μέθοδοι ανάλυσης των αιτίων της συμμετοχής ή όχι στα κοινά επικεντρώνονται συνήθως στα δημογραφικά χαρακτηριστικά των μελών μιας ομάδας (φύλο, εκπαίδευση, κλπ.), παραγνωρίζοντας ορισμένες φορές τον κοινό συνδετικό κρίκο που ενοποιεί τους κοινωνικο-οικονομικούς αυτούς παράγοντες (Pattie et al., 2002). To κοινωνικό κεφάλαιο κατά τον Coleman (1988) περιγράφει όλους εκείνους τους μηχανισμούς και διαδικασίες συνεργασίας των πολιτών, που μετριάζουν τα διλήμματα της ομαδικής δράσης. Κατά τον Verba et al. (1995), το κοινωνικό κεφάλαιο αυξάνει την αίσθηση αυτοαποτελεσματικότητας των πολιτών και αποτελεί το αναγκαίο υπόστρωμα της κοινωνικοποίησής τους.

Από κοινωνιολογικής απόψεως, οι διαστάσεις του κοινωνικού κεφαλαίου αποτελούν συγκριτικό πλεονέκτημα για την ατομική και ομαδική δράση, αλλά αυτό δεν μπορεί να αναχθεί σε κανόνα. Αν και μία ομάδα που χαρακτηρίζεται από υψηλή εμπιστοσύνη δύναται να κατορθώσει περισσότερα από ό,τι μία αντίστοιχη ομάδα που στερείται αυτού του χαρακτηριστικού, μια άλλη μορφή κοινωνικού κεφαλαίου μπορεί να είναι ακατάλληλη ή επιβλαβής για ορισμένες δράσεις.

Κατά τον Putnam (2000), το κοινωνικό κεφάλαιο είναι ίδιον των κοινωνικών μορφωμάτων και αναφέρεται στα κοινωνικά δίκτυα, στις κανονιστικές ρυθμίσεις και στην αμοιβαιότητα και εμπιστοσύνη που διευκολύνει τη δράση και τη συνεργασία για την κοινή ωφέλεια (Putnam, 2000). Ο Putnam πραγματεύεται επίσης τον τρόπο με τον οποίο οι εν λόγω κανονιστικές ρυθμίσεις και τα κοινωνικά δίκτυα εξελίσσονται, επισημαίνοντας ότι οι θετικές επιδράσεις του κοινωνικού κεφαλαίου αυξάνονται με τη χρήση τους και μειώνονται αντίστοιχα όταν παραμένουν σε αδράνεια. Οι κοινωνικές σχέσεις εξασθενούν, εάν δεν ανατροφοδοτούνται, και οι κανονιστικές ρυθμίσεις βασίζονται στη συχνή και ποιοτική επικοινωνία μεταξύ ατόμων και ομάδων.

Η ενίσχυση του κοινωνικού κεφαλαίου συσχετίζεται άμεσα με τη συμμετοχή στα κοινά. Όσο πιο ετερόκλητες είναι οι ομάδες στις οποίες συμμετέχει ένα άτομο, τόσο μεγαλύτερος είναι ο συγκερασμός απόψεων, στάσεων και συμπεριφορών και τόσο περισσότερο αναπτύσσεται η ευελιξία (Putnam, 1993).

Ο Putnam έγινε γνωστός κυρίως για τις απόψεις του σχετικά με την έκπτωση του κοινωνικού κεφαλαίου στην Αμερικανική κοινωνία (Bowling Alone, 2000). Συγκριτικά με τη δεκαετία του ’50, παρατηρήθηκε στροφή του μέσου Αμερικανού προς τον ατομοκεντρισμό, γεγονός που επέδρασε σε πολλές παραμέτρους της αμερικανικής ζωής. Οι ορισμοί που έδωσε ο Putnam, αν και ορθοί, δεν λαμβάνουν υπόψη την εξέλιξη της κοινωνικής πραγματικότητας και των ιστορικών συνθηκών που τη διαμορφώνουν. Ενδεχομένως, το κοινωνικό κεφάλαιο δεν μειώθηκε, αλλά διοχετεύτηκε σε άλλες μορφές συλλογικής δράσης.

Κάνοντας μία σύγκριση της θεωρίας του Bourdieu με αυτές των Coleman και Putnam, προκύπτει ότι ο Bourdieu είναι πιο ακριβής στην περιγραφή της κοινωνικής διάστασης του κεφαλαίου, ενώ οι υπόλοιποι ορισμοί είναι υπερβολικά γενικοί και περιλαμβάνουν κάθε είδους αλληλεπίδραση. Επίσης, ο Bourdieu δίνει έμφαση στην κοινωνική διαστρωμάτωση, στην κάστα, στην ιεραρχία και στην ανισότητα. Αντίθετα, ο Putnam αντιλαμβάνεται την έννοια του κοινωνικού κεφαλαίου μέσω οριζοντίων δικτύων. Έμφαση δίνεται στην πρόσβαση στα κοινωνικά δίκτυα, ενώ ο αποκλεισμός από αυτά αποτελεί την αρνητική διάσταση του κοινωνικού κεφαλαίου. Να τονιστεί ότι το κοινωνικό κεφάλαιο έχει έναν ιδιαίτερα συμβολικό χαρακτήρα, είναι ένα εν δυνάμει όφελος και όχι μόνο κάτι πραγματικό. Ο Bourdieu θεωρεί ως ωφέλιμη την μακρόχρονη επένδυση σε ανθεκτικά δίκτυα και όχι στις χαλαρές συνδέσεις, ενώ η προσέγγισή του έχει περισσότερο μακρο-κοινωνιολογικό παρά μικρο-κοινωνιολογικό χαρακτήρα.

Κοινός τόπος σε όλους τους ορισμούς του κοινωνικού κεφαλαίου (Loury, 1992; Bourdieu και Wacquant, 1992) είναι ότι εμφανίζεται ως δομικό χαρακτηριστικό της κοινωνίας και δεν εξαρτάται από την ατομική δράση, σε αντίθεση με τις έννοιες των κοινωνικών δικτύων και της κοινωνικής υποστήριξης, που αναφέρονται και σε πράξεις ατόμων. Τα αποτελέσματά του ενισχύουν την κοινωνική συνοχή (αλλά και έλεγχο), τη μεταβίβαση των αξιακών συστημάτων και την κοινωνική ενσωμάτωση πέρα από το οικογενειακό πλαίσιο.

Η Παγκόσμια Τράπεζα ορίζει το κοινωνικό κεφάλαιο ως μία έννοια που περιλαμβάνει όλο το πλέγμα σχέσεων, θεσμών και κανόνων που διαμορφώνουν την ποιότητα όλων των κοινωνικών αλληλοσυσχετίσεων. Ο ορισμός της επικεντρώνεται στη διάχυση των ωφελειών που απορρέουν από το κοινωνικό κεφάλαιο.

Ο Ο.Ο.Σ.Α. (2001) αναφέρεται στα δίκτυα, τις κοινές πεποιθήσεις και την αλληλοκατανόηση που διέπουν τη συνεργασία ανάμεσα σε ομάδες ή στα υπο-συστήματα μιας κοινής ομάδας.

Οι Kawachi et al. (1997) θεωρούν ότι το κοινωνικό κεφάλαιο είναι κοινό χαρακτηριστικό κοινωνικών μορφωμάτων και θεσμών και εμπεριέχει έννοιες, όπως η αμοιβαιότητα, η συμμετοχικότητα, η εμπιστοσύνη. Στοχεύει δε στο γενικό καλό και στην προαγωγή της κοινωνίας.

Ο Gillivray (2002) επίσης αναφέρεται στο κοινωνικό κεφάλαιο ως χαρακτηριστικό της κοινότητας, που διευκολύνει τη λειτουργία της.

Ο Randall Collins (1981) τόνισε ότι οι κανονιστικές ρυθμίσεις και τα δίκτυα έχουν κεντρικό ρόλο σε κάθε κοινωνική συνδιαλλαγή. Θεώρησε ότι βασίζονται σε ρουτίνες αλληλεπίδρασης μεταξύ των ατόμων, οι οποίες με την επανάληψη αποκτούν σταθερότερη κοινωνική υφή, μετατρέπονται σε κανόνες, ελαττώνουν την ανάγκη διαρκούς διαπραγμάτευσης και καθορίζουν το πλαίσιο της κοινωνικής ζωής. Μόλις σταθεροποιηθούν, διευκολύνουν τις διατομικές και δι-ομαδικές συναλλαγές με πολλά αντισταθμιστικά οφέλη για τα μέλη της κοινότητας, όπως αυξημένο πολιτισμικό κεφάλαιο, πρόσβαση σε πληροφορίες κλπ. Παρά τα εμφανή οφέλη, η σοβαρότητα των κοινωνικών δικτύων μπορεί να οδηγήσει σε φαινόμενα κοινωνικού εξοστρακισμού και απομόνωσης. Σε κάθε περίπτωση, τα κοινωνικά δίκτυα και το κοινωνικό κεφάλαιο αποτελούν συνδετικό κρίκο ανάμεσα στο τοπικό και το γενικό, την άτυπη διακυβέρνηση και την κρατική εξουσία.

Η δύναμη του κοινωνικού κεφαλαίου κατά τον Collins (1981) συσχετίζεται με το μέγεθος των ωφελειών που θα προκύψουν από αυτά και το βαθμό κινδύνου που προτίθεται να αναλάβει το άτομο ή η ομάδα. Σημαντικός παράγοντας στις κοινωνικές συνδιαλλαγές είναι η εμπιστοσύνη, δεδομένου του άτυπου – τις περισσότερες φορές – χαρακτήρα τους και της πιθανότητας τα μέλη μιας ομάδας να μην είναι συνεπή στις υποχρεώσεις τους (Portes, 1998). H δύναμη των κοινωνικών δικτύων εξασφαλίζει την υπακοή των μελών για το φόβο κυρώσεων ή περιθωριοποίησης (Putnam, 1993). Αντίθετα, οι Brehm και Rahn (1997) θεωρούν ότι ο φόβος της απόρριψης δεν αρκεί για να στηρίξει τη συμφωνία των μελών μιας ομάδας. Είναι η εσωτερίκευση των αξιών της ομάδας που εξασφαλίζει τη συνοχή της.

Το κοινωνικό κεφάλαιο περικλείει θεωρητικές και πρακτικές δυσκολίες στον προσδιορισμό του, επειδή δεν αποτελεί συμπαγή και ευρύτερα αποδεκτή έννοια σε επιστημολογικό και πρακτικό επίπεδο. Ο Bourdieu προσέδωσε σε αυτό μαρξιστική διάσταση θεωρώντας το ταξικό χαρακτηριστικό, ο Coleman εστίασε στον ατομικό παράγοντα, ενώ ο Putnam εισήγαγε την σκοπιά της οικονομίας στην διαπραγμάτευσή του. Κατά τους Fafchamps & Minten (1998), ο όρος αναφέρεται στο συναισθηματικό απόθεμα που είναι υπεύθυνο για την υπαγωγή του ατόμου στα διάφορα κοινωνικά μορφώματα. Κοινά σημεία όλων των ορισμών, που έχουν κατά καιρούς δοθεί είναι:

Η εμπιστοσύνη, προϋπόθεση απαραίτητη για την κοινωνική συνδιαλλαγή
Οι κανονιστικές ρυθμίσεις και ο αξιακός χαρακτήρας του κοινωνικού κεφαλαίου
Η σχέση του με τα κοινωνικά δίκτυα
Ο Collier (1998) τόνισε ότι το κοινωνικό κεφάλαιο περιλαμβάνει όλους τους μη οικονομικούς όρους και διαδικασίες, οι οποίοι επηρεάζουν την οικονομική πρόοδο.

Οι Bazan και Schmitz (1997) άσκησαν κριτική στις απόψεις του Putnam, επειδή δεν κατάφερε να διευκρινίσει τη σχέση μεταξύ των κοινωνικών πόρων και των προσδοκώμενων αποτελεσμάτων από αυτούς.

Ο Coleman (1988) υποστηρίζει ότι το κοινωνικό κεφάλαιο δεν αποτελεί μία ενιαία έννοια, αλλά ένα άθροισμα κοινών στοιχείων, τα οποία αποτελούν πλευρές των κοινωνικών δομών και παράλληλα διευκολύνουν ορισμένες ατομικές ή συλλογικές δράσεις. Προχωρά μάλιστα στη διάκριση φυσικού, ανθρώπινου και κοινωνικού κεφαλαίου. Το πρώτο αναφέρεται στον υλικό κόσμο, το δεύτερο στις δεξιότητες και γνώσεις των ατόμων και το τρίτο στις διαπροσωπικές σχέσεις.

Ο Mahieu (1998) ορίζει το κοινωνικό κεφάλαιο ως προσδοκία αποκόμισης κερδών που προκύπτουν από τις κοινωνικές συνθήκες που επηρεάζουν την παραγωγή.

Ο ορισμός του Dubois (1998) δίνει έμφαση στη γνωστική διάσταση του κοινωνικού κεφαλαίου και υπό την έννοια αυτή εισάγει τη γνώση των κανόνων που αναγκαστικά περιέχεται σε αυτό.

Ο Schiff (1998) ορίζει το κοινωνικό κεφάλαιο ως το σύνολο των στοιχείων της κοινωνικής δομής που επηρεάζουν τις σχέσεις των ατόμων και τα οποία καθορίζουν το βαθμό χρησιμότητας ή ανταποδοτικότητας της παραγωγής.

Μία παράμετρος του κοινωνικού κεφαλαίου είναι η «συνδεσιμότητα», που αναφέρεται στους δεσμούς του τοπικού κοινωνικού κεφαλαίου με ευρύτερες κρατικές, γεωγραφικές οικονομικές και πολιτικές δομές (κάθετη συνδεσιμότητα) και στην ενοποίηση του εκάστοτε περιφερειακού δυναμικού και υποσυστημάτων (οριζόντια συνδεσιμότητα) για την απρόσκοπτη διαχείριση των πόρων (Granovetter, 1973; Warner et al., 1997, 1999). Σε ατομικό επίπεδο η επέκταση αυτή των προσωπικών δικτύων ενισχύεται από την αλληλεπίδραση μέσω της εργασίας του σχολείου και της εργασίας, ενώ σε επίπεδο κοινότητας τονώνεται μέσω πολιτικών και πολιτισμικών δραστηριοτήτων


5.2. Κοινωνικά δίκτυα

Συναφής προς τον όρο κοινωνικό κεφάλαιο είναι η έννοια των κοινωνικών δικτύων. Ως κοινωνικά δίκτυα μπορούν να οριστούν τα «πολυδιάστατα συστήματα επικοινωνίας και διαμόρφωσης της ανθρώπινης πρακτικής και της κοινωνικής ταυτότητας» (Χτούρης 2004). Οι Walker, MacBride, and Vachon (1977), όρισαν ως κοινωνικό δίκτυο το άθροισμα των προσωπικών επαφών μέσω των οποίων το άτομο διατηρεί την κοινωνική του ταυτότητα, λαμβάνει συναισθηματική υποστήριξη, υλική ενίσχυση και συμμετοχή στις υπηρεσίες, έχει πρόσβαση στις πληροφορίες και δημιουργεί νέες κοινωνικές επαφές. Τα κοινωνικά δίκτυα συνήθως αποτελούνται από τα μέλη της οικογένειας, τους φίλους και τους γνωστούς και περιλαμβάνουν τρεις κρίσιμες έννοιες: α) το μέγεθος ή το εύρος, το οποίο αναφέρεται στον αριθμό των ατόμων που συμμετέχουν στο δίκτυο, β) στη σύνθεση που αφορά το ποσοστό συμμετοχής στο δίκτυο μελών της ευρύτερης οικογένειας ή φίλων, γ) η συχνότητα που δηλώνει το πόσο συχνά τα μέλη ενός κοινωνικού δικτύου αλληλεπιδρούν (Χτούρης, 2004 ; Χτούρης, Παπάνης, Ρόντος, 2004).

Τα κοινωνικά δίκτυα ορίζονται ως οι κοινωνικές σχέσεις που περιβάλλουν ένα άτομο, τα χαρακτηριστικά τους και ο τρόπος με τον οποίο τα άτομα αντιλαμβάνονται και αξιολογούν τις εν λόγω σχέσεις. Τα κοινωνικά δίκτυα χαρακτηρίζονται από το μέγεθός τους, την πυκνότητα (συνδετικότητα μεταξύ των μελών), το δέσιμο, την ομοιογένεια, τη συχνότητα επαφής μεταξύ των μελών, τη διάρκεια και την αμοιβαιότητα (Berkman και Glass, 2000). Η συναισθηματική, ψυχολογική ή οικονομική στήριξη που μπορούν να αντλήσουν τα άτομα μέσω των κοινωνικών τους δικτύων είναι η κοινωνική στήριξη. Η έλλειψη κοινωνικής στήριξης και ο αποκλεισμός από τα δίκτυα θεωρείται ότι μειώνει τις δυνατότητες των ατόμων να αντιμετωπίσουν το άγχος, να αποκτήσουν κοινωνική ταυτότητα, να λάβουν συναισθηματική στήριξη ή υλική βοήθεια και να αποκτήσουν πρόσβαση σε υπηρεσίες και πληροφορίες (Walter et al., 1997). Από την άλλη πλευρά, η ύπαρξη κοινωνικής στήριξης έχει συνδεθεί με παράγοντες που επηρεάζουν την ποιότητα ζωής, όπως η ικανοποίηση από τη ζωή και η αίσθηση ευημερίας (Breeze et al., 2001).

Κατά την ανασκόπηση των ερευνών που διεξήχθη από το εργαστήριο Κοινωνικής και Πολιτισμικής Ψηφιακής Τεκμηρίωσης του Πανεπιστημίου Αιγαίου, οι μελέτες για τα κοινωνικά δίκτυα έχουν χρησιμοποιήσει διάφορες μεταβλητές, οι οποίες κατηγοριοποιούνται ως εξής: Καταγραφή των ατόμων στα οποία θα μπορούσε κάποιος να απευθυνθεί σε περίπτωση που ανακύψει κάποιο πρόβλημα. Τα άτομα αυτά μπορούν να σταθούν αρωγοί σε τυχόν οικονομικά και επαγγελματικά θέματα. Το εύρος των κοινωνικών δικτύων διαφαίνεται επίσης από τον αριθμό των ατόμων τα οποία γνωρίζει ο ερωτώμενος που έχουν αντιμετωπίσει παρεμφερές οικονομικό ή οικογενειακό πρόβλημα. Οι έρευνες επικεντρώνονται στην επιτυχή ή ανεπιτυχή έκβαση των παρόμοιων αυτών προβλημάτων, αλλά παράλληλα συσχετίζουν τα κοινωνικά δίκτυα με την αυτονομία, την υπευθυνότητα, την οικονομική άνεση, την ηλικία, το μορφωτικό επίπεδο κτλ.

Σύμφωνα με έρευνες των MacLanahan, Wedemeyer & Adelberg (1981), τα κοινωνικά δίκτυα παρέχουν συναισθηματική υποστήριξη, η οποία παίρνει τη μορφή κάλυψης απέναντι στα αρνητικά αποτελέσματα των αγχογόνων καταστάσεων. Παράλληλα, τα κοινωνικά δίκτυα βοηθούν στην εξεύρεση εργασίας, αλλά παράλληλα υποδεικνύουν στους εργοδότες τους κατάλληλους υποψήφιους. Κατά τον Bewley (1999), ο συνηθέστερος τρόπος εξεύρεσης εργασίας σε αγγλοσαξονικές χώρες είναι μέσω γνωστών και φίλων, οι οποίοι μπορούν να παρέχουν τις καταλληλότερες συστάσεις για τους υποψήφιους εργαζομένους.

Ο Granovetter (1973) θεώρησε ότι είναι οι αδύναμοι δεσμοί των κοινωνικών δικτύων που εξασφαλίζουν περισσότερες ευκαιρίες απασχόλησης συγκριτικά με τους στενούς φίλου και συγγενείς, δεδομένου ότι παρέχουν μεγαλύτερη πληθώρα πληροφοριών και διαθέτουν μεγαλύτερη διασπορά και ποικιλία στις ευκαιρίες απασχόλησης. Με την άποψη αυτήν συμφωνεί και ο Montgomery (1991).

Έχει παρατηρηθεί ότι η κοινωνική δικτύωση συσχετίζεται όχι μόνο με οικονομικούς και κοινωνικούς εξισορροπητικούς για την αγορά εργασίας παράγοντες, αλλά και με υψηλότερα ποσοστά εργασιακής ικανοποίησης (Granovetter 1985), χαμηλότερα ποσοστά παραιτήσεων (Datcher 1983) και υψηλότερους μισθούς (Granovetter 1985). Μάλιστα ο Ludwig (2000) και Topa (2001) παρατήρησαν ότι τα υψηλότερα ποσοστά εργασιακής ικανοποίησης σε δουλειές που επετεύχθησαν μέσω κοινωνικών δικτύων οφείλεται όχι στους υψηλότερους μισθούς αλλά στο ποιοτικότερο κοινωνικο- συναισθηματικό κλίμα που δημιουργείται σε μια επιχείρηση λόγω του γεγονότος ότι εργάζονται σε αυτό φίλοι.

Ο Brain V. Krauth (2001) θεωρεί ότι κρίσιμος παράγοντας για τα κοινωνικά δίκτυα είναι η σταθερότητα τους. Οι πιο πολλές κοινωνιολογικές θεωρίες λαμβάνουν τα κοινωνικά δίκτυα ως στατικά μορφώματα τα οποία αντιστέκονται στην αλλαγή, γεγονός που δεν επαληθεύεται από την πραγματικότητα. Αντιθέτως είναι η ευκαμψία των κοινωνικών δικτύων που εξασφαλίζει μεγαλύτερη πρόσβαση στην αγορά εργασίας.

Πολλές φορές ο ρόλος των κοινωνικών δικτύων όσον αφορά τα κοινωνικά, οικονομικά, επαγγελματικά και οικογενειακά προβλήματα των γυναικών είναι καθοριστικός, δεδομένου ότι παρέχει εναλλακτικές λύσεις σε θέματα όπως απασχόληση, οικονομική ανεξαρτησία μετά από διαζύγιο, φροντίδα παιδιών, διαχείριση άγχους, αυτοαπασχόληση και επαγγελματική συμβουλευτική.

Οι εμπειρικές έρευνες επιβεβαιώνουν ότι όσο μεγαλύτερο είναι ένα δίκτυο και όσο συχνότερη η επαφή των μελών του τόσο πιο αποτελεσματική είναι η βοήθεια που προσφέρουν κυρίως στις εργαζόμενες γυναίκες. Όσον αφορά τη σύνθεση του δικτύου βρέθηκε ότι για υλική βοήθεια τα μέλη της οικογένειας είναι τα καταλληλότερα πρόσωπα προς τα οποία καταφεύγουν οι γυναίκες με προβλήματα ανεργίας, ενώ για συναισθηματική υποστήριξη περισσότερο αποτελεσματικά είναι τα δίκτυα των φίλων.

Τα ευρήματα των περισσοτέρων εμπειρικών μελετών μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:

Τα κοινωνικά δίκτυα μεταφέρουν σημαντικές πληροφορίες τόσο στους εργαζόμενους όσο και στις επιχειρήσεις αυξάνοντας την παραγωγικότητα.
Η μακροπρόθεσμη απασχόληση είναι άμεση συνάρτηση του αριθμού των συνδέσμων του κοινωνικού κεφαλαίου, του ποσοστού αυτών των συνδέσμων που είναι ασθενείς και των ατομικών χαρακτηριστικών αυτών των εργαζομένων.
Η σχέση των κοινωνικών δικτύων με την απασχόληση είναι μη γραμμική.
Τα στενά κοινωνικά δίκτυα μπορούν να έχουν το αντίθετο αποτέλεσμα όσον αφορά την αποτελεσματικότητα τους για την εξεύρεση εργασίας, δεδομένου ότι έχουν επικαλυπτόμενες αντιλήψεις, στάσεις και πληροφορίες.
Σε μειονεκτικότερη θέση βρίσκονται οι υποψήφιοι εργαζόμενοι που δεν έχουν κοινωνικά δίκτυα.
Σημαντική επίδραση στην εξεύρεση εργασίας παίζει το κοινωνικό κεφάλαιο μιας περιοχής εφόσον αλληλεπιδρά με τα κοινωνικά δίκτυα. Έρευνες στο εξωτερικό έχουν δείξει ότι απλή συμμετοχή σε συλλόγους και σωματεία, αυξάνουν σημαντικά τον αριθμό των συνδέσμων των κοινωνικών δικτύων και κατά συνέπεια τις πιθανότητες απασχόλησης.
Η μελέτη των κοινωνικών δικτύων στον Ελλαδικό χώρο έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή έχει συνδεθεί με την επαγγελματική αποκατάσταση των νέων (Ζαννή Τελιοπούλου, ΕΚΕΠ 1999), τον κοινωνικό αποκλεισμό ειδικά σε οικογένειες με μικρά παιδιά (Home-Start International 2001) και έχει εξεταστεί ως διαμεσολαβητικός άτυπος θεσμός και προνομιακός μηχανισμός για την μετάβαση στην απασχόληση.

Σε όλες τις προαναφερθείσες έρευνες η συμβολή τους κρίνεται ως καθοριστική, ειδικά ως πηγή άντλησης πληροφοριών, δεδομένου ότι οι νέοι δεν έχουν διαμορφώσει μια σαφή στρατηγική σχετικά με την επαγγελματική τους αποκατάσταση. Ειδικά τα οικογενειακά δίκτυα ενδυναμώνουν τα άτομα και τους συγγενικούς δεσμούς , την άσκηση ελέγχου στα γεγονότα της ζωής και έχουν ύψιστη σημασία ως προληπτική στρατηγική για οικογένειες που ζουν σε αγχογόνα περιβάλλοντα. Τα κοινωνικά δίκτυα συσχετίζονται με την καταναλωτική ισχύ και τους πόρους, το είδος της παραγωγής, την προσβασιμότητα των κρατικών υπηρεσιών, την κοινωνική δραστηριότητα και τις υποκειμενικές αντιλήψεις κοινωνικής ενσωμάτωσης.

Το κοινωνικό κράτος, τα πολιτικά κόμματα, τα νέα κοινωνικοπολιτικά κινήματα, οι αντιλήψεις για αυτοδιαχείριση και η εντεινόμενη διαδικασία παγκοσμιοποίησης έχουν αποδυναμώσει το σύστημα κοινωνικής προστασίας στην Ελλάδα, γεγονός που αναδεικνύει το κοινωνικό κεφάλαιο και τα δίκτυα σε μείζονος σημασίας αντισταθμιστικά μορφώματα, που στηρίζουν την κοινωνική συνοχή.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την έρευνα του Πανεπιστημίου Κρήτης και της ΑΔΕΔΥ, η ανεργία αποδίδεται στην έλλειψη κοινωνικών κεφαλαίων και δικτύων, στην ανεπάρκεια του εκπαιδευτικού κεφαλαίου και κατάρτισης και αποτελεί δομικό στοιχείο της Ελληνικής οικονομίας. Η οικογένεια και το ευρύτερο συγγενικό δίκτυο, ενεργοποιείται για την εύρεση εργασίας σε συνδυασμό δίκτυα προσωπικών σχέσεων, δεδομένου ότι οι κρατικοί θεσμοί- διαμεσολαβητές (ΟΑΕΔ) καθώς και τα απρόσωπα δίκτυα πληροφορήσεις (αγγελίες εφημερίδων) δεν είναι αποτελεσματικά.

Ευστράτιος Παπάνης, Μυρσίνη Ρουμελιώτου 

Στην εποχή μας οι ραγδαίες αλλαγές στην λειτουργία των κοινωνικών οργανισμών έχουν δημιουργήσει προβλήματα στην παλιά αντίληψη η οποία ήθελε διακριτούς χωρισμούς μεταξύ του ιδιωτικού, του δημόσιου και του "τρίτου τομέα".

Η κοινωνία της πληροφορίας λειτουργεί σε ανοιχτά και προσπελάσιμα περιβάλλοντα εργασίας όπου οι τοπικοί, περιφερειακοί, εθνικοί και διεθνείς εταίροι συνεργάζονται για την ανάπτυξη νέων σχέσεων αλλά και εννοιών για την κοινωνία, τους οργανισμούς της, τις εταιρείες της και την τοπική διοίκηση των κοινοτήτων της. Η κοινωνία της πληροφορίας λειτουργεί τοπικά βρίσκοντας εφαρμογές σε οργανωτικό επίπεδο, όπου υπηρεσίες ποιότητας λειτουργούν σε περιβάλλον κοινωνικής ευθύνης απέναντι στις ανθρώπινες υπηρεσίες σε ένα δίκτυο υψηλής αξιακής αλυσίδας.

Εδώ θα αναφερθούμε σε οργανωτικά εταιρικά σχήματα τα οποία και συγκροτούν το σύστημα κοινωνικής επανένταξης ατόμων με αναπηρίες.

Ένα βασικό σημείο για τις καινοτόμες δράσεις είναι η ανάγκη συνεργασίας όλων των εταιρειών, των εκπαιδευτικών οργανισμών, των κέντρων επανένταξης και των δημόσιων ιατρο-κοινωνικών οργανισμών. Το θεμέλιο για τέτοιες δράσεις αποτελεί το εταιρικό και τοπικό καταρχήν δίκτυο, όπου επέρχεται ο συγκερασμός των διαφορετικών δεξιοτήτων των εταίρων και όχι μόνο. Κάθε εταίρος παρέχει μια διαφορετική οπτική για την λύση των προβλημάτων επανένταξης, πράγμα που βοηθά στη δυνατότητα εξεύρεσης των κατάλληλων λύσεων για ανεξάρτητη διαβίωση των ευπαθών ομάδων.

Στις εταιρικές ενώσεις των γονέων αναπήρων ατόμων, σε εκπαιδευτικούς οργανισμούς, σε δημόσιες υπηρεσίες υγείας, δηλαδή στο εταιρικό δίκτυο που αντιπροσωπεύει κάθε ειδική γνώση, έχουμε σαν ανοιχτό πεδίο, ανταλλαγής επαγγελματικής γνώσης, αλλά και ελευθέρου χρόνου, πράγμα που έρχεται να συμπληρώσει την εικόνα του κοινωνικού 'όλου'. Παράλληλα οι μορφές δικτύων διασυνδέονται με το ευρύτερο τοπικό, αλλά και περιφερειακό δίκτυο. Εδώ έχουμε ένα συσχετισμό ο οποίος δημιουργεί ευεργετικά αποτελέσματα για τον οργανισμό του κοινωνικού δικτύου, ενώ παράλληλα έχουμε δυνατότητες αποφάσεων για όλους τους συμμετέχοντες. Το πρόβλημα είναι πώς να δομηθεί μια εταιρική μορφή αλληλεγγύης, όπου με βάση τη συντεταγμένη του "σχεδιασμού για όλους" να προωθηθεί το κύριο θέμα της κοινωνικής συνοχής ως βιώσιμο στις σημερινές συνθήκες παγκοσμιοποίησης. Δεν είναι εύκολο θέμα η κοινωνική αναπαραγωγή σε περιόδους κρίσης και ολικών αλλαγών.

«Σχεδιασμός για Όλους»

Ο κοινωνικο-τεχνικός σχεδιασμός για όλους αναφέρεται στα προϊόντα, τις υπηρεσίες και την προσφορά εργασίας σε ανθρώπους όλων των ηλικιών και δυνατοτήτων. Τέτοιοι σχεδιασμοί έχουν πλέον γίνει κεντρικό θέμα της Ευρωπαϊκής πολιτικής, λόγω δημογραφικών αλλαγών στον πληθυσμό (γήρανση), αλλαγή της παραδοσιακής πυρηνικής οικογένειας και αλλαγή στη σύνθεση της 'αγοράς', όπου στην κεφαλαιακή αγορά κυριαρχούν τα συνταξιοδοτικά ταμεία, πράγμα που δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις για περισσότερες επενδύσεις με γνώμονα την ηθική και κοινωνική ευθύνη στην λειτουργία των επιχειρήσεων και των οργανισμών γενικού συμφέροντος. Γενικότερα παρατηρείται μια τάση για αλλαγή του παραδοσιακού οικονομικού ήθους, όπου παρ' όλη την ιδιωτικοποίηση βλέπουμε να αποκτά ισχυρά ερείσματα η τάση αλληλεπίδρασης μεταξύ οικονομίας και κοινωνίας, η οποία και συν-διαχειρίζεται πλέον βασικούς τομείς της παραδοσιακής κρατικής οικονομίας. Το δημόσιο συμφέρον και οι γενικές υπηρεσίες αυτού αποτελούν ένα κύριο δημοσιονομικό θέμα στην Ε.Ε. Η διαχείριση των υπηρεσιών γενικού ενδιαφέροντος, όπως οι μεταφορές, η ενέργεια, το περιβάλλον, η υγεία, η παιδεία, ο πολιτισμός, αποτελούν αντικείμενο διακυβέρνησης και απαιτούν τον «σχεδιασμό για όλους» σε ένα πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ των περιφερειών και των κρατών μελών στην Ε.Ε. Στο πλαίσιο αυτό η παραπαιδεία, η παρά-υγεία, η άτυπη απασχόληση και ο κοινωνικός αποκλεισμός μεγάλων ομάδων του πληθυσμού από την εργασία και την απασχολησιμότητα, αποτελούν σημεία μη χρηστής διακυβέρνησης και δίνουν την βάση για τη διαφθορά, τη μαύρη αγορά εργασίας και την φτώχεια ευπαθών ομάδων πληθυσμού. Η κοινωνία της πληροφορίας επιβάλλει την ανάγκη για σχεδιασμό με κοινωνικές αλλαγές μέσω μορφών εταιρικής διακυβέρνησης και πολιτικής ενσωμάτωσης. Ένα ευρύτερα διευρυνόμενο κοινωνικό χάσμα είναι πλέον μια πραγματικότητα το οποίο πρέπει να αντιμετωπισθεί. Η παγκοσμιοποίηση δεν είναι μόνο η διεθνοποίηση στα μέσα ενημέρωσης, στις επικοινωνίες, αλλά και σε φαινόμενα όπου η ανεργειογόνος ανάπτυξη των συστημάτων της πληροφορικής επιφέρει μεγάλες επαγγελματικές "μετακινήσεις" του πληθυσμού, δοκιμάζοντας έτσι τα όρια της κοινωνικής συνοχής. Οι μετακινήσεις αυτές μπορούν να αντιμετωπισθούν με την ανάπτυξη της επαγγελματικής κατάρτισης η οποία και μπορεί, εν δυνάμει, να μεταφράσει σε δεξιότητες την επίπτωση των νέων τεχνολογιών στην αγορά εργασίας. Το ίδιο φυσικά μπορεί να γίνει και στην περίπτωση των ΑΜΕΑ. Εδώ μπορούμε να πούμε για μιά διπλή ανάπτυξη. Πρώτα οι νέες καινοτομίες των κοινωνικών συνεταιρισμών μπορούν να επιφέρουν σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης την τοπική σύμπραξη η οποια δομεί το κοινωνικό κεφάλαιο και τον κοινωνικό συνυπολογισμό, απαραίτητη προυπόθεση για την ευρύα κοινωνική "άμυνα" στην ανεξέλεγκτη παγκοσμιοποίηση (OECD, 2001), και δεύτερον σε τεχνικό επίπεδο, ο οποίο πάλι στηρίζεται στις οργανωσιακές δομές των συνεργιών που προαναφέραμε, οι νέες τεχνολογίες μπορούν να συνδράμουν στην κοινωνική ενσωμάτωση των ΑΜΕΑ με κινητικές και άλλες δυσκολίες.

Μια ανοιχτή χωρίς εμπόδια κοινωνία της πληροφορίας είναι ο πολιτικός στόχος της Ε.Ε. Παράλληλα ζητούμενο είναι η συμμετοχή των γυναικών, των νέων, των ΑΜΕΑ στην απασχόληση καθώς και η δημιουργία συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης, τα οποία θα είναι διαρκή και ανοιχτά για όλους και όλες τις ηλικίες.

Για τους αναπήρους, το ζητούμενο είναι η δημιουργία ενός περιβάλλοντος ανεξάρτητης διαβίωσης πράγμα που αποτελεί ένα συνδυασμό φυσικής, ψυχικής και κοινωνικό-διοικητικής ικανότητας σε ένα περιβάλλον με υπηρεσίες και τεχνολογία που να καλύπτει όλο τον κύκλο της ζωής τους. Το ζητούμενο είναι η ζωή σε ένα οικιακό περιβάλλον με ελεγχόμενες ελλείψεις που περιορίζουν τη συμμετοχή αλλά και με τη δυνατότητα να γίνεται χρήση των υπηρεσιών σε ισότιμη βάση από τα άτομα με αναπηρίες.

Εδώ θα πρέπει να αναφερθούμε στην έννοια « Σχέδιο για Όλους - Ολικός Σχεδιασμός » και τι ακριβώς σημαίνει αυτό. Λόγω των γενικών πληθυσμιακών τάσεων που προαναφέραμε η έννοια αυτή έγινε πλέον κύρια συντεταγμένη στη διακυβέρνηση στην Ε.Ε. (βλ. Διακήρυξη της Λισσαβόνας). Ο «Σχεδιασμός για Όλους», σαν έννοια, αποτελεί μακροχρόνια κοινωνική επένδυση, εξοικονομώντας χρόνο και χρήμα, στο σχεδιασμό των κυρίων δημοσίων χώρων προσθέτοντας ποιότητα, αλλά επιτρέποντας ένα μεγάλο μέρος των πολιτών, όπως οι ηλικιωμένοι και αυτοί με αναπηρίες, στη συμμετοχή στην καθημερινή ζωή. Ο «Σχεδιασμός για Όλους» στηρίζεται στην εργονομική αναγνώριση των αναγκών όλων των χρηστών των υπηρεσιών που προσφέρονται από την κοινωνία (παγκόσμια, περιφερειακή ή τοπική).

Από τεχνική άποψη φαίνεται ότι υπάρχει ακόμη στην Ε.Ε. αδυναμία, συγκρότησης μιας γενικής στρατηγικής, παρά τις μεγάλες προσπάθειες, για τη συγκρότηση ενός συστήματος συμμετοχικής διακυβέρνησης. Σε τεχνικό επίπεδο βρίσκουμε καλές πρακτικές στον «Σχεδιασμό για Όλους». Μπορούμε να αναφέρουμε εδώ συγκεκριμένα την ηλεκτρονική πρόσβαση, η οποία δημιουργείται μέσω της διεθνούς πληροφοριακής βιομηχανικής τεχνολογίας. Υπάρχουν, έτσι, νέες λύσεις μέσω υπηρεσιών που στηρίζονται στο διαδίκτυο και παρέχονται σε ένα μεγάλο μέρος χρηστών, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους και άτομα με προβλήματα όρασης (βλ. http;//www-306.IBM.com/able).

Τέτοιες λύσεις για θέματα που αφορούν το δημόσιο συμφέρον μπορούν να ενισχύσουν τη δημοκρατία, η σχετική ιστοσελίδα του Σουηδικού Κοινοβουλίου έχει σχετικές πληροφορίες. (βλ. http://www.riksdagen.se).

Στον χώρο της οικονομίας των επιχειρήσεων, στις Μικρο-Μεσαίες Επιχειρήσεις, έχουμε ένα λαμπρό παράδειγμα από την Φινλανδία, το Lappset Group, μια εταιρεία κατασκευής παιδότοπων, η οποία επέλεξε το «Σχέδιο για Όλους- Ολική Ανάπτυξη», σαν στρατηγική προσέγγισης στα προϊόντα της. Η εταιρία αυτή σε πρόσφατο πρόγραμμα έρευνας και ανάπτυξης εστίασε το ενδιαφέρον της σε ένα σχέδιο τόπων για παιχνίδι όχι μόνο για τα παιδία, αλλά και για τις άλλες γενιές, όπως είναι οι γονείς, αλλά και η τρίτη ηλικία (βλ. http://www.lappset.com).

Το «Σχέδιο για Όλους - Ολικός Σχεδιασμός» από κοινωνική άποψη εκφράζεται και με την κοινωνική εταιρική ευθύνη στην οποία συμμετέχουν οι επιχειρήσεις, οι εκπαιδευτικοί οργανισμοί, τα κέντρα επανένταξης και τα δημόσια ιατρο-κοινωνικά κέντρα. Κάθε εταίρος στο δίκτυο αυτό έχει τη δική του οπτική απέναντι στα πράγματα για την επίλυση των προβλημάτων, όπως π.χ. είναι η ανεξάρτητη διαβίωση των 'εξαρτημένων' ατόμων, των ΑΜΕΑ . Άτομα οργανωμένα σε ενώσεις, όπως αυτές των συνταξιούχων, των αναπήρων, μπορούν να συνεργασθούν με εκπροσώπους από τους τομείς της εκπαίδευσης, της έρευνας, τις δημόσιες υπηρεσίες υγείας, και δημοτικές υπηρεσίες με σκοπό να βρούν συνδιασμένες λύσεις σε ολικό επίπεδο. Όλοι από το δημόσιο, τον ιδιωτικό, αλλά και το τρίτο τομέα μπορούν να διασυνδεθούν κάτω από αυτό το πρίσμα με σκοπό να πραγματοποιήσουν καινοτόμες μορφές διακυβέρνησης των τοπικών προβλημάτων (ΟECD, 2003).

Κοινωνική Οικονομία- Μερικές Δράσεις

Συνεταιρισμοί, ενώσεις, οργανώσεις κοινωνικής αλληλεγγύης, ιδρύματα είναι οι κοινωνικοοικονομικοί οργανισμοί που αναφέρονται στην 'κοινωνική οικονομία' (τρίτος τομέας) και έχουν ως κοινή αφετηρία κάποιες αρχές όπως π.χ. ο μη κερδοσκοπικός χαρακτήρας τους και η ανεξαρτησία τους από τον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα.

Ο τομέας αυτός βρίσκεται στον ευρύτερο χώρο του γενικού ενδιαφέροντος (general interest) και περιλαμβάνει το τομέα της διευρυμένης κοινωνικής αναπαραγωγής (όπως υγεία, παιδεία, πολιτισμός, περιβάλλον), δίνοντας έμφαση στην τοπική διάσταση αυτών των δράσεων. Όπως είναι γνωστό τέτοιες δράσεις απευθύνονται σε αφανείς εργασιακές δραστηριότητες, που συνήθως δεν καταγράφονται σε λογιστικά βιβλία. Αφορούν δε κατά κύριο λόγο εργασία μεταναστών, γυναικών και νέων, η οποία συνήθως δεν ασφαλίζεται, είναι άτυπη, αλλά καλύπτει γενικές ανάγκες αναπαραγωγής της καθημερινής ζωής αλλά και σημαντικούς τομείς οικονομικής δραστηριότητας, όπως είναι η οικοδομική δραστηριότητα, ο τουρισμός, οικιακή εργασία και η αγροτική οικονομία. Έαν υπολογίσουμε στην χώρα μας ότι ο πληθυσμός γηράσκει ραγδαία και ότι η χώρα μας έχει ένα ποσοστό φτώχειας 22 % για το οποίο διαθέται το 26 % του Α.Ε.Π., χωρίς σημαντική μειωσή του, μόνο 1% (στην Ε.Ε.-27 το ποσοστό είναι το 27.3 % του Α.Ε.Π. με 9.500.000 θέσεις εργασίας στον τομέα προστασίας - η το 6,5% του συνόλου της γενικής απασχόλησης - η το 7,8 % της συνολικής έμμισθης απασχόλησης) τότε μπορούμε να δούμε τις αδυναμίες του δημοσίου αλλά και του ιδιωτικού-κερδοσκοπικού τομέα στον τομέα αυτό.

Οι μεγάλες κοινωνικές αλλαγές και οι ανάγκες πολιτών και τοπικών κοινωνιών που δεν καλύπτονται νόμιμα από άλλες δομές, καθώς και η αντιστάθμιση των συνεπειών της ανεργίας και του κοινωνικού αποκλεισμού είχαν σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία νέων οργανισμών κοινωνικής οικονομίας.

Η αύξηση απασχόλησης σε αυτό τον τομέα οφείλεται στα εξής:

1. παραγωγή κοινωφελών αγαθών και υπηρεσιών
2. ενσωμάτωση ανέργων - ΑμεΑ, αποκλεισμένων.

Στην Ευρώπη υπάρχουν αυτή τη στιγμή περισσότερα από 300.000 συνεταριστικές επιχειρήσεις απασχολώντας περίπου 5 εκατομμύρια άτομα (Μutuality owning the solution, 1999). Kατά τον Henrik Litske από το Ευρωπαικό Ίδρυμα για την Βελτίωση των Συνθηκών Εργασιακής Ζωής στο Δουβλίνο ο τρίτος τομέας απασχολεί περί τα 9 εκατ. εργαζόμενους (Henrik Litske, 2003). Υπάρχει όμως μια μικρή λεπτομέρεια η οποία δικαιολογεί την αδύνατη μέχρι τώρα νομική βάση των Μ.Κ.Ο. στην Ενωμένη Ευρώπη. Οι Μ.Κ.Ο. δεν έχουν εκλεγμένες αρχές και γι' αυτό μέχρι στιγμής δεν έχουν ξεκάθαρη νομική βάση, όπως οι κοινωνικοί εταίροι: εργοδότες και εργαζόμενοι. (Sudbery, 2003).

Μερικές περιοχές είναι περισσότερο αναπτυγμένες στον τομέα αυτό. Η Ιταλική συνεταιριστική οικονομία είναι αναπτυγμένη αρκετά με περισσότερα από 77.000 ενεργές επιχειρήσεις. Η περιοχή της Emilia Romagna βρίσκεται στην πρωτοπορία αυτής της οικονομίας. Υπάρχουν περί τις 4.000 συνεταιριστικές επιχειρήσεις με παραγόμενα προϊόντα αξίας στα περίπου 25 δις. Ευρώ. Η αιτία της ανάπτυξης τους οφείλεται σε μια σειρά από «οδηγούς» που απουσιάζουν σε άλλες χώρες όπως είναι η Αγγλία, αλλά και η Ελλάδα μεταξύ άλλων.

Οι «οδηγοί» αυτοί είναι οι κάτωθι : Το επίσημο, συνταγματικά καθιερωμένο, νομικό και ρυθμιστικό πλαίσιο πρέπει να αναγνωρίζει την ιδιαίτερη ταυτότητα των συνεταιρισμών στο αστικό δίκαιο.

Πρέπει να υπάρχει ειδικό φορολογικό καθεστώς για τις συνεταιριστικές επιχειρήσεις και νομικό πλαίσιο για την αναδιοργάνωση των προβληματικών επιχειρήσεων σε συνεταιριστικές. Η ειδική φορολογική ρύθμιση που επιτρέπει στους συνεταιρισμούς να μην υπόκεινται σε φορολογία όσο τα κέρδη των μελών τους δεν ξεπερνούν το 60 % της προστιθέμενης αξίας.

Το θεσμικό πλάισιο πρέπει να ενθαρρύνει τον οικονομικό πλουραλισμό με την ανάδυση του τρίτου τομέα, ο οποίος και λειτουργεί συνεκτικά μεταξύ του ιδιωτικού και του δημοσίου.

Ο Νόμος του 1992 στην Ιταλία για τους συνεταιρισμούς απαιτεί από τους συνεταιρισμούς να επενδύουν το 3% του λειτουργικού τους κέρδους σε αμοιβαία ταμεία για την προώθηση των νέων συνεταιριστικών επιχειρήσεων.

Μια σημαντική προώθηση στον τομέα γίνεται με τις κοινωνικές συνεταιριστικές επιχειρήσεις, οι οποίες στην Ιταλία προωθούν και τις ιατρο-κοινωνικές υπηρεσίες σε περιοχές με περιορισμένη δικτύωση (Μutuality owning the solution, 1999).

Στην Ιταλία το 1994 υπήρχαν 2.300 κοινωνικοί. συνεταιρισμοί με 38.000 θέσεις εργασίας, ενώ το 1998 αυτοί αυξήθηκαν σε 4.800 συνεταιρισμούς με 108.000 εργαζόμενους (περίθαλψη ηλικιωμένων, φροντίδα παιδιών, βοήθεια ΑΜΕΑ). Η Γαλλία εκφράζοντας αυτήν την τάση η οποία θέλει το Κράτος αρωγό της κοινωνίας των πολιτών και μαχόμενο για τον έλεγχο της φτώχιας και του αποκλεισμού, δημοσίευσε πρόσφατα τον Νομό της 13 Φεβρουαρίου 2006 ο οποίος θεσμοθετεί τις διατάξεις της Γαλλικής Διυπουργικής Αποστολής για την Καινοτομία, τον Κοινωνικό Πειραματισμό και την Κοινωνική Οικονομία (Interministerial Delegation for Innovation, Social Experimentation and the Social Economy- DIIESES).

Το Κράτος θέλησε να θεσμοθετήσει ένα μηχανισμό υποστήριξης για τους φορείς που δραστηριοποιούνται στον κοινωνικό τομέα δράσης κατά της φτώχιας και του αποκλεισμού. Η διοίκηση της κοινωνικής βοήθειας απαιτεί τη δημιουργία κοινών προδιαγραφών στην εργασιακή διαδικασία με σκοπό την ενσωματώση των διαφορετικών συνθήκων εργασίας, αλλά και πληθυσμιακών ομάδων, ευπαθών πληθυσμών, νέων, γυναίκων, αλλά και άτομων με αναπηρίες, για καλύτερα αποτελέσματα. Η Πολιτεία πρέπει να δώσει την βοήθεια της σε πρωτοβουλίες, οι οποίες προσπαθούν να ρυθμίσουν τις αποτυχίες της αγοράς, τα προβλήματα της άτυπης κοινωνίας του περιθωρίου, της αποβιομηχανοποίησης και του περιφερειακού ανταγωνισμού.

Το παράδοξο των δημόσιων πολιτικών είναι ότι υπάρχει αντίθεση μεταξύ οικονομικής πολιτικής για την ανταγωνιστικότητα και των κοινωνικών αναγκών της κοινωνίας των πολιτών. Γι' αυτό οι νέες μορφές διακυβέρνησης έχουν μια ολιστική προσέγγιση, η οποία απαιτεί τη συμφιλίωση μεταξύ κοινωνίας και οικονομίας, που εδράζει στο πεδίο της κοινωνικής οικονομίας. Οι δημόσιες πολιτικές, λοιπόν, θα πρέπει να συνδυασθούν με δράσεις στους τομείς του εθελοντικού, του συν-εργατικού, αλλά και του τομέα των αμοιβαίων εταιρικών μορφών.

Οι τάσεις αυτές χαρακτηρίζονται από καινοτόμες δράσεις δεδομένου ότι πρέπει να δημιουργηθεί δράση μεταξύ δύο παραδοσιακά αντιθέτων δομών, όπως αυτό του δημοσίου συμφέροντος και της ιδιωτικής κερδοσκοπικής δράσης.

Η καινοτομία εδώ δεν είναι αναγκαστικά θέμα μόνο νέων τεχνικών εργαλείων και τεχνολογικών υπηρεσιών. Εδώ πρόκειται για ένα οργανωσιακό πεδίο το οποίο έχει τις δικές του μορφές παραγωγής, διανομής και κατανάλωσης μεταξύ των τοπικών εταίρων. Το πεδίο αυτό της κοινωνικής οικονομίας είναι σύνθετο δεδομένου ότι εκφράζει πληθυσμούς με διαφορετικά δημογραφικά χαρακτηριστικά, οι οποίοι και απαιτούν διαφορετικές υπηρεσίες - φροντίδα για τους μετανάστες, τους νέους, στέγη για τους άπορους, δωρεάν νομικές υπηρεσίες για τους οικονομικά αδύνατους, φροντίδα για παιδιά, φροντίδα και ενσωμάτωση για τα ΑΜΕΑ κ.α. Εδώ παρ΄ όλη την διαφορετικότητα στις δημογραφικές ομάδες και στις απαιτούμενες υπηρεσίες έχουμε τα χαρακτηριστικά μιας δομικής σταθεράς, όπου οι φορείς της κοινωνικής οικονομίας συνδεόμενες με τον τοπικό παράγοντα, δημοτικές επιχειρήσεις, κυριαρχούν στον τομέα της κοινωνικής συνοχής.

Οι κύριες μορφές όπου τέτοιες υπηρεσίες θεραπεύουν το γενικό συμφέρον είναι οι κοινωνικές επιχειρήσεις. Στην Γαλλία το Ανώτερο Συμβούλιο για την Κοινωνική Οικονομία (Conseil superieur de l' economie sociale -28/09/2006 Journal official de la Republique Francaise), αποτελεί ένα πεδίο όπου η ενότητα της κοινωνικής οικονομίας καθιερώνεται και ενδυναμώνεται μεταξύ των κοινωνικών εταίρων της κοινωνίας των πολιτών, των περιφερειακών αιρετών δομών και των δημόσιων οργανισμών. Στην Γαλλία η κοινωνική οικονομία έχει περίπου το 11% του Α.Ε.Π.. Η κοινωνική οικονομία στην Γαλλία εκπροσωπείται από το εθνικό δίκτυο των κοινωνικών επιχειρήσεων.

Στην Ισπανία επίσης, το Δεκέμβριο του 2000, υπήρχαν 17.000 ενεργοί συνεταιρισμοί οι οποίοι έδωσαν 228.000 θέσεις εργασίας και 12.000 εταιρίες οι οποίες έδωσαν δουλειά σε 84.878 εργάτες. Τα ιδρύματα και οι ενώσεις που παρέχουν υπηρεσίες αριθμούν περίπου 300.000 και δίνουν περίπου 500.000 θέσεις εργασίας πλήρους απασχόλησης. Στην Καταλονία μεταξύ του 1980 και 1999 δημιουργήθηκαν πάνω από 27.500 ενώσεις με κοινωφελή χαρακτήρα. Στην ίδια περιοχή το 15% της απασχόλησης βρίσκεται στις κοινωνικές επιχειρήσεις με τάσεις αυξανόμενες. Οι επιχειρήσεις αυτές (Νόμος 12/2001 της 9ης Ιουλίου) προσπαθούν να ενσωματώσουν μέσω της εργασίας ευπαθείς ομάδες, χαρακτηρίζονται δε μεταβατικές επιχειρήσεις, γιατί καταπολεμούν το κοινωνικό αποκλεισμό μέσω της «προστατευόμενης απασχόλησης».

Στην χώρα μας το χρώμα του κοινωνικού αποκλεισμού δεν έχει διερευνηθεί επαρκώς. (Τσομπάνογλου κ.α. 2005). Βάσει δημοσιογραφικών αναφορών (Ριζοσπάστης, 3/12/2006) κάθε χρόνο 4.000 άνθρωποι στην Ελλάδα καθίστανται παραπληγικοί λόγω ατυχημάτων στην εργασία και στο οδικό δίκτυο. Οι βαριά ανάπηροι είναι περίπου 500.000, αλλά μόνο οι 130.000 παίρνουν επίδομα αναπηρίας. Η ανεργία στους ικανούς προς εργασία αναπήρους είναι στο 80 %. Εκτός εκπαίδευσης βρίσκονται 180.000 παιδιά με αναπηρίες και σοβαρές μαθησιακές δυσκολίες. Μόνο 500 παιδιά με αυτισμό από τα 30.000 πηγαίνουν σε κάποιο ειδικό κέντρο. Υπάρχουν μόλις 200 κρεβάτια σε δημόσια κέντρα αποκατάστασης από τα 2000 που απαιτούνται. Οι ανάπηροι βιώνουν τον αποκλεισμό από την εκπαίδευση, την αδυναμία προσπέλασης στους χώρους, κοινωνικής κατανάλωσης, μεταφοράς και υπηρεσιών. Η κοινωνική οικονομία στο πεδίο αυτό στην χώρα μας έχει πάρη την μορφή των Κοινωνικών Συνεταιρισμών Περιορισμένης Ευθύνης (ΚοίΣΠΕ). Οι μορφές αυτές έχουν εξαπλωθεί αλλά ακόμη δεν έχει αποτίμηση του ρόλου τους αλλά και των διασυνδέσεων τους με τους τοπικούς φορείς, τις ενώσεις τοπικού γενικού ενδιαφέροντος.

Όπως είπαμε προηγουμένως η κοινωνική οικονομία είναι ο τρίτος τομέας μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα και γιαυτό το τοπικό κράτος πρέπει να συνεργάζεται με τον τομέα της κοινωνικής οικονομίας δυναμικά για την επιτυχημένη πολιτική κοινωνικής συνοχής για όλους.

Συμπεράσματα

Ο «Σχεδιασμός για Όλους» για να γίνει υλοποιήσιμος πρέπει να αναδυθεί η κοινωνική οικονομία, της οποίας η εστία είναι τοπική, δηλαδή βρίσκεται στην κοινότητα. Στις κοινότητες ο διαχωρισμός μεταξύ του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα είναι γενικά αρνητικός και δυσδιάκριτος. Η έμφαση στην κοινωνική οικονομία και τις εταιρικές συμπράξεις στο κοινωνικό κεφάλαιο συγκροτεί την κοινωνική συνοχή δημιουργώντας συνθήκες απασχολησιμότητας σε ευπαθείς ομάδες πληθυσμού, αλλά και συνθήκες κοινωνικής αειφορίας επιτρέποντας την κοινωνική αναπαραγωγή να λειτουργεί βιώσιμα και συνεπώς ανταγωνιστικά.(βλ. Βάσκοι, Ιταλοί, Σκανδιναβοί κτλ.). Ο σχεδιασμός αποτελεί την γενική κατεύθυνση της Διακήρυξη της Λισσαβόνας, όπου η διαδικασία της κοινωνικής ενσωμάτωσης λειτουργεί μέσω της κοινωνίας της πληροφορίας. Η πολιτική για το «Σχεδιασμός για Όλους» σημασιοδοτεί την ολική ενσωμάτωση ως πολιτική βιώσιμης ανάπτυξης.

Γεώργιος Ο. Τσομπάνογλου, Πρόεδρος, Διεθνής Κοινωνιολογική Ένωση, Επιτροπή Έρευνας Κοινωνιο-τεχνική-Κοινωνιολογική Πρακτική ISA-RC26, Universitad Computense, MADRID, Spain, Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Παν/μιο Αιγαίου, Μυτιλήνη.

Βιβλιογραφία

A. Portes, (1998) "Social Capital : Its Origins and Applications in Modern Sociology, "Annual Review of Sociology, Vol. 24

CEDEFOP. (2001). Panorama. Agora XI. The Learning Region. Thessaloniki 15 & 16 March 2001

Christopherson Jon (ed) (2002). Universal Design. 17 Ways of Thinking and Teaching. Husbanken. Oslo.

European Commission. Final Report of the expert group on enterprise clusters and networks. Enterprise Directorate - General.

European Forum on Local Development and Employment. Rhodes 16 - 17 May

Granovetter, M., (1973) "The strength of weak ties," American Journal of Sociology, Vol. 78, pp.1360-1380

J.S. Coleman, (1988) "Social Capital in the creation of human capital," American Journal of Sociology, Vol. 94 (supplement) S95-S120

J.S. Coleman, (1988) "Social Capital in the creation of human capital," American Journal of Sociology, Vol. 94 (supplement) S95-S120

John Field. (2003). Social Capital, Routledge, London.

Γ. Κορρές . & Τσομπάνογλου Γ. (2005). Τεχνολογική , κοινωνική πολιτική και ανάπτυξη. Καινοτομικές δραστηριότητες και απασχόληση στην Ευρώπη. τυπωθήτω - Δαρδανός.

M. Woolcock, (2000) Using Social Capital : Getting the Social Relations Right in the Theory and Practice of Economic Development, Princeton NJ: Princeton University Press.

Maenpaa Marjo, Milekic, Slavko, Haapalainen, Riikka (2004). Collaborative Teaching and Learning Between Continents: a Case Study. Museum and The Web- Washington DC 2004 http://www.archimuse.com/iTiw2004/papers/maenpaa/maenpaa.html

Maenpaa Marjo, Toikka Tarja (2004). Vuorovaikutteisen museoinstallaation suunnittelu suomalais-amerikkalaisena verkko-oppimishankkeena. 1TK tutkijatapaaminen. 21.4. 2004

Milekic Slavko (2003). AE 530: Interactive Media / Media for Museum Communication. Syllabus http://www.uarts.edu/faculty/smilekic

OECD (1996). Social Capital: An International Comparison, (Paris: Organization for Economic Cooperation and Development)

OECD, (1996) Local Partnerships and Social Innovation: Ireland, Organization for Economic Cooperation and Development, Paris.

OECD. (1999). Decentralizing Employment Policy. New trends and challenges. The Venice Conference, Paris.

OECD. (2001). Local Partnerships for Better Governance, Paris.

OECD. (2001). The Well-Βeing of Nations. The role of human and social capital, Paris.

OECD. (2005) Local Governance and the Drivers of Growth, Paris.

Ralph Heintzman, (2001) "A Strong Foundation: Values and Ethics for the public Service of the Future", ISUMA, spring, pp. 143-148

Rejean Landry, Nabil Amara & Moktar Lamari, (2001) Social Capital, Innovation and Public Policy, ISUMA, Spring pp. 73-79

Robert Putnam, (2001) "Social Capital: Measurement and Consequences", ISUMA, Spring, pp. 41-51.

Salamon M. Lester & Helmut K. Anheier. (1994). The emerging sector. An overview. The Johns Hopkins Comparative Nonprofit Sector Project Studies. Baltimore.

Sylvain Cote, (2001) The Contribution of Human and Social Capital, pp. 29-36, ISUMA, Spring

Βorzaga C. and Defourny J. (eds.) 2001, The emergence of the social enterprise, Routledge, Aldershot.

Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας. (2002). Προοπτικές απασχόλησης στον τομέα της κοινωνικής οικονομίας, Σάκκουλας.

Επιτροπή των Περιφερειών. (14-3-2002). Γνωμοδότηση για τη σύμπραξη μεταξύ τοπικών και περιφερειακών αρχών και οργανισμών κοινωνικής οικονομίας : συμβολή στην απασχόληση, την τοπική ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή.

Ευρωπαϊκό Συνέδριο (2003). Τοπική Ανάπτυξη και Απασχόληση στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Κοινή δράση σε τοπικό επίπεδο: Περισσότερες και καλύτερες θέσεις εργασίας, καλύτερη διακυβέρνηση. Ελληνική Προεδρία, Ρόδος.

Τσομπάνογλου Γ. (2004). Κράτος, Κοινωνία των Πολιτών και Εργαξία: Προσεγγίσεις στην αρχή της Κυβερνητικότητας. Gutenber

Τσομπανογλου, Γ, Κορρές, Γ.& Γιαννοπούλου, Ι. (επιμ.) (2005) Κοινωνικός Αποκλεισμός και Πολιτικές Ενσωμάτωσης, Παπαζήσης, Αθήνα.

Internet Sources

Accesskeys and Reserved Keystroke Combinations, June 2005, http://www.wats.ca/show.php?contentid:=43

Best of Web (2006). Museum & Web -Conference 2006. http://www.archimuse.com/mw2006/best/list.html

Bud Rizer, Janie Cirlot-New, Jill Ethridge, Overview of Assistive Technology, 1999, CSUN 1999 Conference Proceedings.

Culture for All - Disabled and Culture-committee http://www.kulttuuriakaikille.fi [site read 28.8.2006]

http://www.csun.edu/cod/conf/1999/proceedings/session 1017.htm

Huomioi kaikki (2005) http://mlab.uiah.fi/huomioikaikki [site read 28.8.2006]

Jakob Nielsen, Usability 101: Introduction to Usability, AlertBox 25/08/2003 http://www.useit.com/alertbox/20030825.html

Jef Raskin, The Humane Interface: New Directions for Designing Interactive Systems, ACM press, 2000

Jenny Preece & Al., Human-Computer Interaction, Pearson, 1994

Jim Thatcher & Al., Constructing Accessible Web Sites, Glasshaus Edition, Birmingham 2002 /

John M. Slatin & Sharron Rush, Maximum Accessibility, Addison Wesley, 2003

Masataka Okabe & Kei Ito, How to make figures and presentations that are friendly to color blind people, Japanese Drosophila Research Conference2002. URL http://iflv.iam.u- tokvo.ac.ip/html/color blind/index.html

Newman Chuck, Considering the Color-Blind, New Architect 2000. URL: http://www.webtechniques.com/archives/2000/08/newman/

Nigay, L. & Coutaz, J. A design space for multimodal interfaces: concurrent processing and data fusion. InterCHI'93 ACM:New York, 1993, 172-178.

Peter-Paul Koch, JavaScript and accessibility, 2005 http://www.quirksmode.org/is/accessibilitv.html

Trenton Moss, Feature: Improving Usability for Screen Reader Users, UN/Webcredible, 19 December 2005 URL http://www.usabilitynews.com/news/aiticle2577.asp

WebAIM, Creating Accessible JavaScript, 2006 http://www.webaim.org/techniques/j-avascript/

Δευτέρα, 16 Μαϊος 2016 16:46

Ηγεσία και Κοινωνικά Κινήματα

Η κοινωνική μεταβολή προκύπτει από τις ανάγκες και όχι από την ιδεολογία. Από την κοινωνική ανισότητα κι όχι από τη γενική φτώχεια.

Η πολιτική σκέψη μορφοποιείται αργότερα, συνήθως από τον ηγέτη, για να στεγάσει στις θεωρίες και στις αναφορές της, ετερόκλητες απόψεις, ατομικές κοσμοθεωρίες, αλλά κυρίως την αντίληψη, τους στόχους και το σχεδιασμό του αρχηγού. Οι περισσότεροι ηγέτες δε μοιάζουν με τους οπαδούς.

Προέρχονται από την ανώτερη μέση τάξη, είναι μορφωμένοι, αρσενικού γένους, διακινδυνεύουν, προβλέπουν, διαθέτουν οικονομικούς πόρους ή τη δεξιότητα να ανευρίσκουν πηγές ενίσχυσης, έχουν ελεύθερο χρόνο και κοινωνικές διασυνδέσεις. Μα, κυρίως, έντονο εκπαιδευτικό κεφάλαιο και πάθος για όσα πρεσβεύουν, ακόμα κι αν είναι παράλογα.

Οι οπαδοί δρουν υπό την επήρεια της ψυχολογίας της μάζας, δεν κατέχουν το γνωστικό υπόβαθρο ώστε να συστηματοποιήσουν και να γενικεύσουν τις πεποιθήσεις τους, στενάζουν από τις μέριμνες της καθημερινότητας και βασίζονται στην προσωπική εμπειρία, που δεν μπορεί να συνοψίσει τις αποχρώσεις του συνόλου. Με χαρά παραχωρούν το δικαίωμα της εκπροσώπησής τους στον ηγήτορα, επιμερίζοντας την ευθύνη και το βάρος της λήψης αποφάσεων. Έτσι, αποπροσωποποιούνται, χάνονται μέσα στην ορμή του κινήματος και σταδιακά αποδέχονται την κατάληψη της εξουσίας από εκείνους που μπορούν να σχεδιάζουν, να συνομιλούν με την υπόλοιπη κοινωνία, να ελέγχουν τα υποσυστήματα και τις δυναμικές της ομάδας τους, να εμπνέουν αφοσίωση, να προβλέπουν τα αποτελέσματα των ενεργειών τους.

Ο ηγετικός ρόλος συνήθως αλλάζει καθώς το κίνημα ακμάζει ή παρακμάζει, αλλά στα τελικά του στάδια πολύ λίγο ομοιάζει με την αρχική ιδεολογία, που παρακίνησε πολλούς στην ανάληψη πολιτικής ή επαναστατικής δράσης. Μοίρα κάθε κοινωνικής εναλλακτικής που καταλαμβάνει την εξουσία, να αποκτά τα χαρακτηριστικά αυτής, ώστε να καθίσταται κατεστημένο και καταπιεστικό για πολλούς μόρφωμα.

Τα χαρακτηριστικά του ηγέτη και ιδιαίτερα το χάρισμα συνήθως αποδίδεται από τους οπαδούς ή την ιστορία πολύ αργότερα και ιδιαίτερα αν ο αγώνας για καταξίωση των μεταβολών που ευαγγελίζεται, είναι νικηφόρος. Η ψυχολογία της έσω-ομάδας είναι καταλυτική, σύμφυτη με την ανάγκη της ανθρωπότητας να εξιδανικεύει τους αρχηγούς και να έλκεται από επικές πράξεις.

Ο ηγέτης ενορχηστρώνει την κινητικότητα των κοινωνικών ομάδων, κατευθύνει τη δράση, συνομιλεί με τα Μ.Μ.Ε., πείθει, εφευρίσκει επιχειρήματα, διασυνδέει την επιμέρους ιδεολογία με τα εθνικά και συλλογικά οράματα, ανακαλύπτει κοινά σημεία ανάμεσα σε παγκόσμια και τοπικά γεγονότα, αλλά πρωτίστως επιστρατεύει το συναίσθημα, για να εξυπηρετήσει λογικούς στόχους και προοπτικές.

Οι σκοποί του κινήματος υπερβαίνουν το άτομο, τον ανθρωπισμό, το συγκεκριμένο, το περιστασιακό, και οι συνέπειες πολλές φορές δημιουργούν αθώα και ανύποπτα θύματα, που ποτέ δε ρωτήθηκαν εάν ασπάζονται την ιδεολογία, τη ριζοσπαστική σκέψη, το καινοτόμο και το ιδανικό.
Η δυνατότητα του ηγέτη να διαμορφώνει αξίες και να αμφισβητεί άλλες αποτελεί το πιο επικίνδυνο όπλο.α

Οι μεγάλες αξίες και τα ιδανικά τα υψηλά, καταρρέουν από τις ευτελείς λέξεις και τα ανάξια έργα της μέρας.

Τα συναισθήματα τα σαρωτικά προδίδουν την ορμή τους, όταν πρέπει να γίνουν απόφαση.

Ακόμα και οι πράξεις θυσιάζουν ξεδιάντροπα το νόημα μπροστά στα αδιέξοδα των σκοπών τους.

Όλα όσα αποκάλεσα σπουδαία, ποτέ δε λησμόνησαν τη χωμάτινη απαρχή τους.

Κι αν αθάνατο είναι εκείνο, που από γενιά σε γενιά αμόλευτο διαιωνίζεται και το χρόνο ή τη μνήμη άθυρμα στην αλήθεια του κρατά, άλλο τέτοιο πέρα από το θάνατο δε γνώρισα.

Τώρα ψάχνω, πριν εγκαταλείψω, να βρω μια βεβαιότητα, άλλοθι στα ύστερα της ύπαρξης.

Μα εκείνη δεν είναι παρά μια αχνή μελωδία. Που για λίγο πήγε να αντηχήσει στη βοή του σύμπαντος κι αμέσως έγινε παραφωνία στην κραταιότητα των άστρων

Ευστράτιος Παπάνης, Επίκουρος Καθηγητής Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Αιγαιου

 

Newsletter Subscribe

Όλα τα νέα και οι ενημερώσεις απευθείας στο email σας.

kyklos aspros 116x100

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΨΥΧΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ

ΛΟΦΟΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

ΜΥΤΙΛΗΝΗ 81100

ppy@aegean.gr

22510 36520 - 36580

Ακολουθήστε μας

ΦΟΡΜΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ

Γενικά στοιχεία

Υπηρεσίες

Η ομάδα μας

Συνεργασίες

Γιατί να μας προτιμήσετε

Διαφημιστείτε σε εμάς

Νομικά ζητήματα

© 2021 psichologia.gr. All Rights Reserved. Designed by Kosnet.gr