Displaying items by tag: Παιδιά

Ευστράτιος Π. Παπάνης ¹, Ειρήνη  Δ. Καραμπάση ²

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε., Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

¹ Μόνιμος Επίκουρος Καθηγητής του τμήματος Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου

² Υπ. Δρ. του τμήματος Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου, Εκπαιδευτικός Π.Ε.

 

H ευημερία των παιδιών υπό το καθεστώς της κοινής φυσικής επιμέλειας (joint physical custody)

Εισαγωγή

Η αύξηση της συμμετοχής των πατέρων στην καθημερινή ζωή των παιδιών τους (Westphal, Poortman, & Van der Lippe, 2014) και του αριθμού των εργαζόμενων μητέρων κατά τα τελευταία χρόνια (Hook, 2006), καθώς και τα κινήματα δικαιωμάτων των πατέρων, οι οποίοι αγωνίζονται για πιο ίσες ευθύνες παιδικής μέριμνας μετά τον χωρισμό ή το διαζύγιο (Spruijt & Duindam, 2009), συντέλεσαν στην αναθεώρηση των νόμων σχετικά με τις ρυθμίσεις της επιμέλειας (Juby, Le Bourdais, & Marcil-Gratton, 2005), σε αρκετές δυτικές χώρες, υπογραμμίζοντας τη σημασία της συνεχιζόμενης συμμετοχής των γονέων.

Η συνεπιμέλεια αναφέρεται στη ρύθμιση που περιλαμβάνει την από κοινού νομική και/ή φυσική επιμέλεια των παιδιών μετά το διαζύγιο των γονέων (Bender, 1994). Ο όρος κοινή φυσική επιμέλεια (JPC) σημαίνει ότι ένα παιδί ζει εναλλακτικά και εξίσου το ίδιο και με τους δύο γονείς, μετακινούμενο μεταξύ των αντίστοιχων σπιτιών τους (Melli, Brown, 2008; Spruijt, Duindam, 2009). Ενώ η νομική συνεπιμέλεια προβλέπει μόνο την κοινή λήψη αποφάσεων από τους γονείς σε θέματα που αφορούν τα παιδιά τους, καθώς και τη συνεχή και ενεργό εμπλοκή του γονέα, που δεν διαμένει με το παιδί στη ζωή του, ακόμη και εάν αυτό διαμένει με τον άλλο γονέα.

Παράγοντες,  όπως ο αριθμός των γυναικών στο εργατικό δυναμικό, η οικογενειακή νομοθεσία και οι πολιτιστικές απόψεις σχετικά με τους ρόλους των φύλων, αναφορικά με τη γονιμότητα αποτελούν κάποιες από τις αιτίες στις οποίες αποδίδονται  οι διακρατικές διαφορές στα έντυπα, όσον αφορά  την επιμέλεια μετά το χωρισμό (Kelly, 2007).

Στο Ουισκόνσιν των ΗΠΑ, το ποσοστό των διαζευγμένων γονέων που είχαν ένα κοινό πρόγραμμα γονικής μέριμνας αυξήθηκε από περίπου 12% το 1989, σε περίπου 50% το 2010, 40% στο Βέλγιο και τη Σουηδία, περίπου 30% στη Νορβηγία, περίπου 20% στη Δανία, 40% (Κεμπέκ) στον Καναδά, 16% στην Αυστραλία,  15% στην Ισπανία και 12% στο Ηνωμένο Βασίλειο (Steinbach, 2019).

Αξιοσημείωτο είναι ωστόσο, ότι κανένας από τους νέους νομικούς κανονισμούς σχετικά με τις ρυθμίσεις διαμονής δεν καθιστά υποχρεωτική την κοινή φυσική επιμέλεια, αλλά υποχρεώνει τα δικαστήρια να εξετάσουν σοβαρά αυτήν τη ρύθμιση, εάν το ζητήσουν ένας ή και οι δύο γονείς.  Έτσι, στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, καθώς και στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο πιο κοινός κανονισμός για την κοινή  διαβίωση των παιδιών με χωρισμένους γονείς εξακολουθεί να είναι η  μονογονεϊκή φροντίδα (Bjarnason,  Arnarsson, 2011).

  1. Επιπτώσεις της κοινής φυσικής επιμέλειας στην ευημερία των παιδιών

Υπάρχει σε μεγάλο βαθμό συναίνεση μεταξύ των ερευνητών, των επαγγελματιών και των νομικών ότι οι ρυθμίσεις κοινής φυσικής επιμέλειας μετά τον γονικό χωρισμό ή το διαζύγιο ωφελούν τα περισσότερα παιδιά, εάν οι γονείς συνεργάζονται και έχουν χαμηλά επίπεδα σύγκρουσης (Amato, 2010; Ha¨rko¨nen, Bernardi, & Boertien, 2017).

Ωστόσο, υπάρχει διαφωνία σχετικά με την επίδραση της κοινής φυσικής επιμέλειας των παιδιών, εάν οι γονείς δεν συνεργάζονται ή έχουν συνεχιζόμενες συγκρούσεις. Από τη μία πλευρά, οι υποστηρικτές της κοινής φυσικής επιμέλειας θεωρούν ότι η εν λόγω ρύθμιση λειτουργεί πάντα προς το καλύτερο συμφέρον του παιδιού (Kruk, 2012; Warshak, 2014), ακόμα και στην περίπτωση, που οι χωρισμένοι ή διαζευγμένοι γονείς έχουν συνεχιζόμενες συγκρούσεις. Από την άλλη πλευρά, υποστηρίζεται ότι η συνεχιζόμενη γονική σύγκρουση είναι εξαιρετικά επιζήμια για την ευημερία των παιδιών (Emery, 2016; McIntosh, Pruett, & Kelly, 2014; Pruett, McIntosh , & Kelly, 2014), εφόσον τα εκθέτει σε ασυνεπή γονική μέριμνα και μερικές φορές οδηγεί στην  υπονόμευση του ενός γονέα από τον άλλο (Kalmijn, 2016; Vanassche, Sodermans, Matthijs, & Swicegood, 2013).

Αναφορικά με τα πιο πρόσφατα αποτελέσματα των εμπειρικών μελετών η κοινή φυσική επιμέλεια μετά το γονικό χωρισμό ή το διαζύγιο έχει ουδέτερη έως θετική επίδραση στην ευημερία των παιδιών.

Αρκετές μελέτες, οι οποίες εστίασαν στην ψυχική υγεία ως μέτρο της ευημερίας του παιδιού, έδειξαν ότι τα παιδιά σε πυρηνικές οικογένειες  παρουσίασαν χαμηλότερους δείκτες  σε σχέση με τα παιδιά  χωρισμένων ή διαζευγμένων γονέων, αλλά ότι τα παιδιά σε ρυθμίσεις κοινής φυσικής επιμέλειας παρουσίασαν χαμηλότερους δείκτες σε σχέση με τα παιδιά σε ρυθμίσεις αποκλειστικής επιμέλειας (Bergstro¨m, Fransson, Hjern, Ko¨hler, & Wallby, 2014; Bergstro¨m, Fransson, Wells, Ko¨hler, & Hjern, 2018; Bergstro¨m et al., 2015; Fransson, Turunen, Hjern, O¨ stberg, & Bergstro¨m, 2016; Hagquist, 2016; Jablonska & Lindberg, 2007; Nilsen , Breivik, Wold, & Bøe, 2017).

Σύμφωνα με μια άλλη σουηδική μελέτη (ULF) διαπιστώθηκε μια σημαντικά χαμηλότερη πιθανότητα υποκειμενικού στρες στα παιδιά που ζουν σε ρυθμίσεις κοινής φυσικής επιμέλειας σε σύγκριση με τα παιδιά που ζουν υπό την αποκλειστική επιμέλεια (Turunen, 2016). Επιπλέον, οι Bjarnason & Arnarsson (2011) και Bjarnason et al. (2012) διαπίστωσαν ότι τα παιδιά σε ρυθμίσεις κοινής φυσικής επιμέλειας έχουν ίσα ή λιγότερα προβλήματα στην επικοινωνία με τους γονείς τους, καθώς και ίσα ή υψηλότερα επίπεδα ικανοποίησης από τη ζωή σε σχέση με τα παιδιά από μονογονεϊκές οικογένειες.

Άλλες σουηδικές μελέτες, οι οποίες εστίασαν στην επικίνδυνη συμπεριφορά (αλκοόλ, παράνομες ουσίες, κάπνισμα) κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι έφηβοι που ζούσαν υπό το καθεστώς της κοινής φυσικής επιμέλειας δεν είχαν ή είχαν ελαφρώς υψηλότερα ποσοστά επικίνδυνης συμπεριφοράς σε σύγκριση με τους εφήβους από πυρηνικές οικογένειες, αλλά σημαντικά χαμηλότερα ποσοστά από εκείνους που προέρχονταν από μονογονεϊκές οικογένειες (Carlsund, Eriksson, Lo¨fstedt, & Sellstro¨m, 2013; Jablonska & Lindberg, 2007).

Σύμφωνα με την μετα – ανάλυση του Bauserman, (2012), τα παιδιά υπό το καθεστώς της κοινής επιμέλειας παρουσιάζουν καλύτερη προσαρμογή (γενική προσαρμογή, συναισθηματική προσαρμογή, προσαρμογή συμπεριφοράς, αυτοεκτίμηση, οικογενειακές σχέσεις, ακαδημαϊκές επιδόσεις και προσαρμογή  στο διαζύγιο), σε σχέση με  τα παιδιά υπό το καθεστώς της αποκλειστικής (κυρίως μητρικής) επιμέλειας.

Ο Poortman  (2018) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η σχέση μεταξύ της επαφής πατέρα-παιδιού και της ευημερίας του παιδιού εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη συμμετοχή των πατέρων στην ανατροφή των παιδιών πριν από το χωρισμό.

Γενικότερα, η διαμάχη σχετικά με το κατά πόσο η κοινή φυσική επιμέλεια θεωρείται υπό όλες τις συνθήκες η καλύτερη ρύθμιση επιμέλειας ή όχι, αντικατοπτρίζεται σε αντιφατικά εμπειρικά αποτελέσματα.

Ορισμένες μελέτες αποκάλυψαν καμία ή μόνο μια ελάχιστη  αρνητική επίδραση της σύγκρουσης στην ευημερία των παιδιών σε ρυθμίσεις κοινής  φυσικής επιμέλειας (Spruijt & Duindam, 2009), ενώ άλλες διαπίστωσαν ότι η σύγκρουση αυξάνει την πιθανότητα αρνητικών αποτελεσμάτων για τα παιδιά (Cashmore et al., 2010; McIntosh, 2009; Vanassche et al., 2013).

Όμοια, οι Sobolewski και Amato (2007), οι Kalmijn (2016) και οι Vanassche et al. (2013) έδειξαν ότι τα ενήλικα παιδιά που μεγάλωσαν σε οικογένειες με υψηλή σύγκρουση ή τα παιδιά από διαζευγμένους γονείς  δεν είχαν υψηλότερη ευημερία, όταν είχαν στενές σχέσεις και με τους δύο γονείς, σε σύγκριση με εκείνους που είχαν μόνο θετική σχέση με έναν γονέα.

Αρκετές άλλες μελέτες επιβεβαίωσαν ότι δεν είναι ο συνολικός χρόνος που αφιερώνεται με το παιδί, ο οποίος σχετίζεται με καλύτερα αποτελέσματα, αλλά η ποιότητα της γονικής μέριμνας (Hagquist, 2016; Sandler, Wheeler, & Braver, 2013; Spruijt, de Goede, & Vandervalk, 2004).

Η ηλικία του παιδιού αποτελεί ακόμη ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα αναφορικά με την επιλογή της λιγότερο επιζήμιας ρύθμισης της επιμέλειας. Οι υποστηρικτές της κοινής φυσικής επιμέλειας διατείνονται ότι η προσκόλληση του βρέφους - πατέρα είναι εξίσου σημαντική για το παιδί, όπως και η προσκόλληση βρέφους-μητέρας. Έτσι, τονίζουν την υψηλή σημασία της συνέχειας και στις δύο σχέσεις για την κοινωνική, συναισθηματική, προσωπική και γνωστική ανάπτυξη του παιδιού (Kelly & Lamb, 2000; Kruk, 2005; Warshak, 2014; McIntosh, Smyth, & Kelaher, 2015).

Από την άλλη πλευρά, άλλες έρευνες αποκάλυψαν ότι οι συχνές διανυκτερεύσεις πολύ μικρών παιδιών σε δύο σπίτια σχετίζονται με ανασφάλεια προσκόλλησης και λιγότερο ρυθμισμένες συμπεριφορές (McIntosh, Smyth, & Kelaher, 2013; Tornello et al., 2013).

Ο καλύτερος κύκλος φροντίδας, ανάλογα με την ηλικία του παιδιού αποτελεί ένα επιπρόσθετο ζήτημα διαμάχης ανάμεσα στους ειδικούς, εφόσον κάποιοι  υποστηρίζουν ότι είναι πολύ αγχωτικό για τα βρέφη και τα νήπια να εναλλάσσονται μεταξύ δύο σπιτιών (Tornello et al., 2013), ενώ άλλοι θεωρούν ότι ακόμη και τα βρέφη και νήπια μπορούν να ζήσουν σε ρυθμίσεις κοινής φυσικής επιμέλειας (Millar & Kruk, 2014). Συνήθως, τα παιδιά προσχολικής ηλικίας μπορεί να εναλλάσσουν σπίτια κάθε 3-4 ημέρες, στην ηλικία των οκτώ, κάθε 5 έως 7 ημέρες (Kelly & Lamb, 2000), ενώ οι έφηβοι τείνουν να ενοχλούνται από αυτή την εναλλαγή, εφόσον διαταράσσει την  κοινωνική τους ζωή.

Συνολικά, υπάρχουν αρκετές σχεσιακές και διαρθρωτικές συνθήκες που φαίνεται να ευνοούν τις ευεργετικές ρυθμίσεις κοινής φυσικής επιμέλειας (Gilmore, 2006:26), όπως η γεωγραφική εγγύτητα, η ικανότητα των γονέων να συνεργάζονται χωρίς (υψηλή) σύγκρουση, οι φιλικές προς την οικογένεια ώρες εργασίας, ο βαθμός οικονομικής ανεξαρτησίας, η ευελιξία και ο υψηλός βαθμός ανταπόκρισης στις ανάγκες των παιδιών, συμπεριλαμβανομένης της προθυμίας για αλλαγή των ρυθμίσεων για την κάλυψη των μεταβαλλόμενων αναγκών των παιδιών, καθώς μεγαλώνουν (Cashmore et al., 2010; Fehlberg et al., 2011b; Gilmore, 2006; Skjørten & Barlindhaug, 2007).

  1. Διαστάσεις του γονικού ρόλου  των πατέρων σε διαφορετικές οικογενειακές δομές και η ευημερία των παιδιών

Σύμφωνα με τους Thomson et al. (1994), οι γονείς προσφέρουν στα παιδιά τους δύο βασικούς πόρους, χρήματα και χρόνο. Ο χρόνος δίνει στους γονείς την ευκαιρία να επιδείξουν υποστήριξη (αγάπη και ζεστασιά) στα παιδιά τους και έλεγχο (επίβλεψη) (Baumrind, 1991).

Το διαζύγιο και οι επακόλουθες μεταβάσεις και αλλαγές στην πορεία της ζωής των πατέρων και των παιδιών σχετίζονται με τη μείωση των γονικών πόρων (King and Sobolewski 2006; McLanahan and Sandefur 1994; Thomson et al. 1994) και τη δημιουργία στρες,  που επηρεάζει αρνητικά την παροχή γονικής φροντίδας από την πλευρά των πατέρων (Degarmo και Forgatch, 1999).

Σύμφωνα με την προοπτική του οικογενειακού συστήματος, το  διαζύγιο ορίζεται ως μια αγχωτική διαδικασία με αρνητικές συνέπειες στην ευημερία των παιδιών (Amato, 2000), που μπορούν να αντισταθμιστούν μέσω της υψηλής υποστήριξης και του υψηλού ελέγχου (Bronte-Tinkew et al. 2010; Campana et al. 2008 Carlson 2006; Dunlop et al. 2001; King and Sobolewski 2006; Lansford 2009).

Από την άλλη πλευρά, αναφορικά με τη θεωρία του κοινωνικού κεφαλαίου (Coleman 1988), η διατήρηση της επαφής μεταξύ του γονέα και του παιδιού είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη μεταφορά κοινωνικού κεφαλαίου, το οποίο υπάρχει στη σχέση μεταξύ του γονέα και του παιδιού και έχει μετρηθεί τόσο ως η ποσότητα (δηλαδή, η επαφή) όσο και ως η ποιότητα (δηλαδή, η γονική μέριμνα) της γονικής εμπλοκής (Furstenberg και Hughes 1995).

Σύμφωνα με την έρευνα των Bastaits, Ponnet, Mortelmans, (2012) οι πατέρες που δεν είχαν την επιμέλεια ήταν λιγότερο υποστηρικτικοί και ασκούσαν μικρότερο έλεγχο σε σχέση με τους πατέρες στις πυρηνικές οικογένειες και εκείνους που ασκούσαν κοινή φυσική επιμέλεια, γεγονός, που μπορεί να οφείλεται στη μείωση των γονικών πόρων μετά από ένα διαζύγιο ( McLanahan and Sandefur 1994; Thomson et al. 1994).

  1. Αυτοεκτίμηση και γονικές σχέσεις

Η αυτοεκτίμηση συνίσταται κατά την παιδική ηλικία και την εφηβεία, στην στενή σχέση με τους σημαντικούς άλλους, όπως οι γονείς (Zakeri, Karimpour, 2011; Breivik, Olweus, 2006). Υψηλά επίπεδα γονικής υποστήριξης έχει βρεθεί ότι σχετίζονται με υψηλότερη αυτοεκτίμηση στους εφήβους (Bastaits, Ponnet, Mortelmans, 2012; Birkeland et al, 2012) και ασφαλή προσκόλληση.

Σύμφωνα με τη σουηδική έρευνα των Turunen, Fransson, Bergstrom (2017),  ενώ σημειώθηκαν διαφορές στους μέσους όρους, οι οποίες θεωρήθηκαν ενδείξεις διαφοράς στην αυτοεκτίμησης μεταξύ των παιδιών, που διαβιούσαν υπό το καθεστώς της κοινής φυσικής επιμέλειας, εκείνων που ζούσαν μόνο με έναν γονέα και των παιδιών σε πυρηνικές οικογένειες, εντούτοις οι διαφορές αυτές δεν ήταν στατιστικώς σημαντικές, έτσι ώστε να γενικευτούν τα συμπεράσματα.

Επιπλέον, ο έλεγχος που ασκούν οι πατέρες δεν σχετίζεται σημαντικά με την αυτοεκτίμηση των παιδιών (Kakihara et al., 2010; Bastaits, Ponnet, Mortelmans, 2012), εφόσον οι έρευνες έχουν αποκαλύψει αντιφατικά αποτελέσματα.  Στη μελέτη των Zakeri και Karimpour (2011) βρέθηκε μια θετική σχέση μεταξύ του γονικού ελέγχου/υποστήριξης και της αυτοεκτίμησης των παιδιών, ενώ άλλοι ερευνητές βρήκαν αρνητική σχέση (Plunkett et al. . 2007; Siffert et al. 2012).

Αναφορικά με την ελληνική έρευνα του Παπάνη (2004 – 2006) δεν υπήρχε καμία στατιστικώς σημαντική διαφοροποίηση όσον αφορά τους μέσους όρους αυτοεκτίμησης του γενικού πληθυσμού και των ατόμων από διαζευγμένους γονείς, γεγονός που μπορεί να οφειλόταν στους ισχυρότερους μηχανισμούς προσαρμογής και ευελιξίας, που έπρεπε να αναπτύξουν τα άτομα με χωρισμένους γονείς. Επιπλέον, διαφοροποιητικός παράγοντας στην αυτοεκτίμηση ήταν η μορφή του διαζυγίου (διάσταση ή επίσημος χωρισμός) και οι σχέσεις των γονέων αργότερα. Οι δραστικές δηλαδή λύσεις φάνηκαν να είναι προτιμότερες από την ανατροφοδότηση μιας σχέσης που έχει λήξει, διαιωνίζοντας έτσι τις συγκρούσεις και τις εντάσεις, που προκύπτουν  ως συνέπεια της πλημμελούς επικοινωνίας των συζύγων.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Amato, P. R. (2010). Research on divorce: Continuing trends and new developments. Journal of Marriage and Family, 72(3), 650–666.

Bastaits K, Ponnet K, Mortelmans D. (2012). Parenting of divorced fathers and the association with children's self-esteem. J Youth Adolesc, 41:1643-56.

Bergstro¨m, M., Fransson, E., Hjern, A., Ko¨hler, L., & Wallby, T. (2014). Mental health in Swedish children living in joint physical custody and their parents’ life satisfaction: A cross-sectional study. Scandinavian Journal of Psychology, 55(5), 433–439.

Bjarnason, T., Bendtsen, P., Arnarsson, A. M., Borup, I., Iannotti, R. J., Lo¨fstedt, P. et al. (2012). Life satisfaction among children in different family structures: A comparative study of 36 Western societies. Children and Society, 26(1), 51–62.

Cashmore, J., Parkinson, P., Weston, R., Patulny, R., Redmond, G., Qu, L. et al. (2010). Shared care parenting arrangements since the 2006 family law reforms: Report to the Australian government attorney-general’s department Sydney. Social Policy Research Centre, University of New South Wales.

Ha¨rko¨nen, J., Bernardi, F., & Boertien, D. (2017). Family dynamics and child outcomes: An overview of research and open questions. European Journal of Population, 33,1– 22.

Kelly, J. B., & Lamb, M. E. (2000). Using child development research to make appropriate custody and access decisions for young children. Family Court Review, 38(3), 297–311.

McIntosh, J. E., Pruett, M. K., & Kelly, J. B. (2014). Parental separation and overnight care of young children, part II: Putting theory into practice. Family Court Review, 52(2), 256–262.

Poortman, A.-R. (2018). Post divorce parent–child contact and child well-being: The importance of predivorce parental involvement. Journal of Marriage and Family, 80, 671–683.

Spruijt, E., de Goede, M., & Vandervalk, I. (2004). Frequency of contact with nonresident fathers and adolescent well-being: A longitudinal analysis. Journal of Divorce and Remarriage, 40(3–4), 77–90.

Vanassche, S., Sodermans, A. K., Matthijs, K., & Swicegood, G. (2013). Commuting between two parental house-holds: The association between joint physical custody and adolescent wellbeing following divorce. Journal of Family Studies, 19(2), 139–158.

Παπάνης, Ε. (2007). Η αυτοεκτίμηση παιδιών από χωρισμένους γονείς. Η επίδραση του διαζυγίου την κοινωνική και συναισθηματική τους προσαρμογή. Στο Παπάνης, Ε. (2011). Η αυτοεκτίμηση : Θεωρία και αξιολόγηση. Αθήνα : Εκδόσεις Ι. Σιδέρης, 227-305.

Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2020 09:44

Χτίζοντας Υγιείς Σχέσεις με τα Παιδιά μας

Συγγραφέας: Όλγα Μούστου

Ο ρόλος των γονέων δεν περιορίζεται μόνο στη γέννηση και στη φροντίδα ενός νέου ανθρώπου, αλλά επεκτείνεται και στην καλλιέργεια εκείνων των αξιών, δεξιοτήτων και αρχών που θα συμβάλλουν στην υγιή ανάπτυξη της προσωπικότητας ενός ατόμου. Η στάση των γονέων και η παροχή κατάλληλων ερεθισμάτων και συνθηκών επηρεάζουν σημαντικά και χαράσσουν, από τα πρώτα χρόνια της ζωής, την πορεία της ανάπτυξης του παιδιού. Η οικογένεια είναι ένα δυναμικό σύνολο, που αποτελείται από αλληλεξαρτώμενα μέλη και για να μπορέσει να λειτουργήσει, οφείλουν τα μέλη της να τηρούν τους κανόνες της. Πρόκειται για ένα σύνολο αναμνήσεων, αναπαραστάσεων, βιωμάτων και εμπειριών που συλλέγει κανείς μέσα από τη δική του οικογένεια, για να αναπαράγει τις αντίστοιχες γνώσεις, όταν θα φτιάξει τη δική του οικογένεια. Οι σχέσεις που αναπτύσσουμε με τους γονείς μας και ο τρόπος που μας συμπεριφέρονται αποτελούν οδηγό για το πώς θα μεγαλώσουμε και οι ίδιοι τα παιδιά μας.

Οι γονείς, ωστόσο, κατηγορούνται πολλές φορές για τα προβλήματα και τον αντίκτυπο που έχει η συμπεριφορά των παιδιών στο κοινωνικό σύνολο. Είναι σημαντικό όμως να κατανοήσουμε, ότι οι γονείς κρίνονται μεν, αλλά δεν εκπαιδεύονται. Κανείς δεν γεννιέται έτοιμος σωστός γονιός, αλλά μαθαίνει μέσα από τα λάθη του και εξελίσσεται μαζί με το παιδί του, περνώντας μέσα από πολύπλοκες διαδικασίες και διλήμματα.. Η

«δουλειά» του γονιού είναι δύσκολη και απαιτητική, καθώς αναλαμβάνει εξολοκλήρου την ευθύνη για τη σωματική και ψυχική υγεία ενός αβοήθητου ουσιαστικά μωρού, που οφείλει να το αναθρέψει, έτσι ώστε να γίνει ένας παραγωγικός, συνεργάσιμος και σωστός άνθρωπος, που θα καταφέρει να συνεισφέρει στο κοινωνικό σύνολο. Η σχέση γονιού-παιδιού έχει παραμείνει αναλλοίωτη με το πέρασμα των χρόνων. Αυτό συμβαίνει κυρίως, γιατί οι γονείς βασίζουν τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών τους στα δικά τους προσωπικά βιώματα ως παιδιά και την ανατροφή που έχουν δεχτεί οι ίδιοι από τους δικούς τους γονείς ή που θα ήθελαν να έχουν δεχτεί.

Βασικό συστατικό συντήρησης και εξέλιξης μιας υγιούς και δυναμικής σχέσης γονέων- παιδιών είναι η επικοινωνία που αρχίζει να χτίζεται από τα πρώτα κιόλας λεπτά της γέννησης. Με τον όρο επικοινωνία ορίζουμε εκείνη τη συνθήκη όπου δύο ή περισσότερα άτομα συνδιαλέγονται μεταξύ τους για να ανταλλάξουν πληροφορίες, γνώσεις και συναισθήματα. Από τις πρώτες κιόλας μέρες του ερχομού ενός μωρού, βλέπουμε τους γονείς να προσπαθούν να ερμηνεύσουν τα μηνύματα που λαμβάνουν, ώστε να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις ανάγκες του βρέφους, χτίζοντας έτσι μια αμοιβαία επικοινωνία. Η πρωταρχική αιτία επικοινωνίας μεταξύ βρέφους-γονέα είναι η εκπλήρωση της ανάγκης της πείνας. Στην πορεία οι βιολογικές και κοινωνικές δεξιότητες του βρέφους αλλάζουν, επομένως η ποιότητα της επικοινωνίας εξελίσσεται και παίρνει μια νέα μορφή. Το παιδί πλέον αναζητά τις κοινωνικές επαφές με τους γονείς του για να ανταλλάξει συναισθήματα και εμπειρίες μαζί τους. Η επικοινωνία είναι πια αμφίδρομη και ανατροφοδοτείται. Υπάρχει άμεση συσχέτιση ανάμεσα στον τρόπο που επικοινωνεί το ζευγάρι μεταξύ του και αντίστοιχα οι γονείς με τα παιδιά τους. Τα παιδιά μαθαίνουν πώς να επικοινωνούν παρακολουθώντας και μιμούμενα τους γονείς τους. Εάν οι γονείς επικοινωνούν ανοιχτά και αποτελεσματικά, οι πιθανότητες είναι πως τα παιδιά τους θα κάνουν το ίδιο. Επίσης, ο τρόπος με τον οποίο επιλέγουν οι γονείς να επικοινωνήσουν με το παιδί τους επηρεάζει και την αντίδρασή του. Αν ο τρόπος του γονέα είναι προσβλητικός, υποτιμητικός, κριτικός, τότε είναι πιθανόν τα παιδιά να αντιδράσουν επιθετικά απέναντι τους. Αν όμως, επικοινωνούν με τα παιδιά τους με τρόπο αποφασιστικό, σταθερό και αμετάκλητο, τότε το παιδί θα ενδιαφερθεί να ακούσει γιατί πείθεται με ευγενικό και σεβαστό τρόπο. Από την άλλη διακρίνουμε και τον παθητικό τρόπο, όπου πολλές φορές οι γονείς διστάζουν, φοβούνται και δυσκολεύονται να οριοθετήσουν τα παιδιά τους. Συμπεραίνοντας, βλέπει κανείς ότι το πώς θα προσεγγίσουμε και θα μιλήσουμε σε ένα παιδί επηρεάζει τον τρόπο που εκείνο θα χρησιμοποιήσει για να ανταποκριθεί στη συνθήκη επικοινωνίας.

Δεν πρέπει κανείς να ξεχνάει ότι κάθε παιδί είναι μοναδικό και χρειάζεται τη δική του θέση μέσα στο οικογενειακό πλαίσιο. Βασικές προϋποθέσεις για μια υγιή σχέση είναι η ίδια η συμπεριφορά των γονέων και πώς οι ίδιοι εκφράζονται απέναντι στα παιδιά τους. Όταν αντιμετωπίζουν το παιδί με ειλικρίνεια, ανιδιοτελή αγάπη, αμοιβαίο σεβασμό, αξιοπρέπεια και τα αποδέχονται άνευ όρων, τότε και το παιδί θα νιώσει ασφάλεια και σιγουριά, ότι δεν θα δεχτεί κριτική ή θα συγκριθεί με συνομήλικους και τα αδέρφια του και έτσι θα μιλήσει και θα εμπιστευτεί τους γονείς του. Το κλειδί της σωστής σχέσης είναι να προσπαθούν οι γονείς να βελτιώσουν την συμπεριφορά τους, να σέβονται το παιδί τους, όπως επίσης να περνούν χρόνο μαζί του και να το έχουν προτεραιότητα στην ζωή τους.

 

 Πρακτικές συμβουλές που βοηθάνε στην υγιή σχέση.

  • Αφιερώστε λίγο χρόνο στο παιδί σας, για να ασχοληθείτε μαζί του, μιλήστε την ίδια γλώσσα, ώστε να μπορέσει ο ένας να καταλάβει και να γνωρίσει τον άλλον. Πολλές φορές ένα παιδί αρνείται να μιλήσει, βεβαιώστε του ότι είστε πάντα διαθέσιμοι να έρθει να σας μιλήσει, όταν εκείνο νιώσει έτοιμο, χωρίς πίεση. Μια επικοινωνιακή σχέση απαιτεί υπομονή, πίστη, ειλικρίνεια, ψυχραιμία και αναγνώριση. Είναι χρήσιμο να του μιλάτε έχοντας οπτική επαφή με το παιδί, αν, λοιπόν, χρειαστεί, γονατίστε, για να βρίσκεστε στο ίδιο ύψος.
  • Εκτός από την λεκτική επικοινωνία, υπάρχει και η επικοινωνία του σώματος, ένα νεύμα, μια κίνηση, ένας μορφασμός που δίνει σε πολλές περιπτώσεις τα κατάλληλα και επιθυμητά μηνύματα.
  • Χρησιμοποιήστε τον τόνο και την ένταση της φωνής σας κατάλληλα. Όταν ένα παιδί ουρλιάζει και κάνετε και εσείς το ίδιο, το πιθανότερο είναι ότι θα διαπληκτιστείτε. Αν όμως καταφέρετε να διατηρήσετε μια σταθερή και κοφτή φωνή, το παιδί θα ανταποκριθεί πιο γρήγορα. Επίσης το περιεχόμενο του λεξιλογίου που χρησιμοποιείτε θα πρέπει να είναι κατανοητό και σύντομο.
  • Χρησιμοποιήστε θετικές διατυπώσεις, αποφεύγοντας τις λέξεις «όχι, μη, δεν». Αντί να πούμε «μην τρέχεις», θα μπορούσαμε να πούμε «σε παρακαλώ εδώ καλύτερα να περπατάμε». Αντί να πούμε «μην τρως με τα χέρια», θα μπορούσαμε να πούμε «μήπως να χρησιμοποιήσεις το πιρούνι σου, για να μπορέσεις να φας καλύτερα;».
  • Αποφύγετε να χρησιμοποιείτε χαρακτηρισμούς, τα παιδιά νιώθουν ντροπή και άσχημα όταν ακούν φράσεις όπως: «κάνεις σαν μωρό» ή «ντρέπομαι για σένα». Επιβραβεύσετε και ενισχύστε τη θετική συμπεριφορά, για να το επαναλάβει.
  • Αφήστε ένα παιδί να ολοκληρώσει τη σκέψη του χωρίς να το διακόπτετε, θέλει περισσότερο χρόνο απ’ ότι εσείς. Ακούστε το με προσοχή και ενεργητικά. Δώστε αναπόσπαστη προσοχή, όταν το παιδί θέλει να σας μιλήσει για κάτι. Προσπαθήστε να σταματήσετε άμεσα την οποιαδήποτε άλλη ασχολία και ακούστε το προσεκτικά. Κλείστε την τηλεόραση ή αφήστε κάτω το κινητό, όταν το παιδί θέλει να συζητήσετε. Εάν αυτό δεν είναι εφικτό, εξηγήστε του ότι πρέπει να τελειώσετε αυτό που κάνετε και τότε θα είστε στη διάθεσή του να το ακούσετε.
  • Ακούστε τα συναισθήματα του παιδιού κι αυτό που εννοεί και να του το πείτε. Λειτουργείστε ως καθρέφτης για να δει καθαρότερα τον εαυτό του.
  • Βοηθήστε το παιδί να κάνει τις δικές του επιλογές. Ακόμα κι αν διαφωνείτε με αυτές ή ακόμα κι αν κάνει λάθη, θα μάθει από αυτά και θα μεγαλώσει. Κάθε παιδί είναι διαφορετικό, οπότε πρέπει να σεβαστείτε την μοναδική προσωπικότητά του. Τα παιδιά τα λένε όλα, όταν οι γονείς τα ακούνε πραγματικά. Θα μιλήσει για την ημέρα του, τις φιλίες του, τα μαθήματα του ή τα παιχνίδια του. Οι σημερινοί γονείς συνήθως είναι επικριτικοί, γιατί ξεχνούν πως ήταν και οι ίδιοι παιδιά κάποτε. Τα παιδιά απλώς θέλουν να πετύχουν και να νιώσουν ότι αναγνωρίζεται η προσπάθεια τους. Ο σεβασμός της προσπάθειας, κι όχι αναγκαστικά της επιτυχίας, παίρνει αρκετό χρόνο, αλλά μπορεί να γίνει η καρδιά της σχέσης σας με το παιδί σας.
  • Για να μπορέσει το παιδί να μας μιλήσει, προτιμάμε τις ανοιχτού τύπου ερωτήσεις, εκείνες που δεν απαντιούνται με «ναι ή όχι». Πχ. Αντί να το ρωτήσετε «Σου άρεσε στο πάρτι σήμερα;», μπορείτε να ρωτήσετε «Τί σου άρεσε περισσότερο στο πάρτι;»
  • Δείξτε του αποδοχή. Πχ. αν το παιδί σας πει «Μαμά, φοβάμαι το σκοτάδι, δεν θέλω να κοιμηθώ», μπορείτε να του πείτε «Θα αφήσω την πόρτα ανοιχτή και θα ανάψω το φωτάκι στο δωμάτιό σου. Θα περάσω σίγουρα αργότερα για να σε δω». Και να το κάνετε όμως. Αυτό δείχνει αποδοχή και ενθαρρύνει την επικοινωνία με το παιδί. Αντίθετα, αν του πείτε «Μην κάνεις σαν μωρό! Είσαι μεγάλος πια. Μόνο τα μωρά φοβούνται!», δείχνετε ότι απορρίπτετε τα συναισθήματα του παιδιού και ασκείτε κριτική.
  • Καθοδηγείστε το παιδί να σκεφτεί και να σχεδιάσει ορισμένα βήματα για την επίλυση του προβλήματος που το απασχολεί. Αποφύγετε εκφράσεις όπως «εγώ ξέρω τι είναι καλό για εσένα», «κάνε αυτό που σου λέω». Μην απορρίπτετε τα συναισθήματα του παιδιού. Μην ξεχνάτε ότι κάτι που σε σας φαίνεται ασήμαντο, για το παιδί σας μπορεί να είναι σημαντικό.

Στην σημερινή εποχή οι άνθρωποι δίνουμε περισσότερη σημασία στο να κάνουμε περισσότερα πράγματα. Οι γονείς φαίνεται να ακολουθούν αυτό το μοτίβο σε σχέση με τα παιδιά τους. Περισσότερα αθλήματα, δραστηριότητες, μαθήματα και παιχνίδια είναι μερικά από τα πράγματα που οι γονείς θέλουν να κάνουν τα παιδιά τους. Κάπου όμως όλα αυτά γίνονται υποκατάστατα της πραγματικής διαπαιδαγώγησης που υπάρχει με τις δραστηριότητες που παιδιά και γονείς κάνουν μαζί! Περάστε χρόνο με τα παιδιά σας. Τα παιδικά χρόνια περνούν πολύ γρήγορα. Αν περνάτε τον περισσότερο χρόνο στη δουλειά, μπορεί να χάνετε σημαντικές στιγμές του παιδιού, που δεν μπορούν να αντικατασταθούν. Απολαύστε την παιδική ηλικία του παιδιού σας, βλέποντας τον κόσμο μέσα από τα δικά του μάτια! Είναι μία υπέροχη εμπειρία που θα δυναμώσει πολύ τη σχέση. Με υπομονή και θέληση θα δείτε πως θα μαθαίνετε κάθε μέρα κάτι καινούριο. Το παιδί πρέπει να έχει προτεραιότητα στην ζωή σας. Η ρουτίνα και το άγχος να τα προλάβετε όλα, δεν αφήνουν αρκετό χρόνο για να περάσετε μαζί του. Η υγιής σχέση παιδιού-γονέα δημιουργείται και αναπτύσσεται από τους ίδιους τους γονείς, μέχρι να ενηλικιωθούν τα παιδιά. Τα παιδιά με την ένταξή τους στο σχολικό περιβάλλον, ξεκινούν να γίνονται πιο ανεξάρτητα, να περνούν αρκετό χρόνο της ημέρας εκτός του σπιτιού και να συναναστρέφονται με συνομηλίκους τους. Δεν αρκεί να λέμε στα παιδιά μας πως τα αγαπάμε, αλλά πρέπει να δείχνουμε την αγάπη μας εμπράκτως κάθε μέρα, ώστε να την νιώθουν. Και όταν το κάνουμε αυτό, τα παιδιά μας θα έχουν λιγότερη ανάγκη από πειθαρχία.

Συγγραφέας: Χρυσούλα Ποζίδου Στολτίδου

Εκπαιδεύτρια Ενηλίκων ΕΟΠΠΕΠ

Η ενθάρρυνση είναι η διαδικασία με την οποία βοηθάμε το παιδί να σταθεί στη ζωή με κουράγιο και αίσθηση ικανότητας δράσης. Αυτό θα το καταφέρει ένα παιδί βλέποντας τον εαυτό του ω ένα όν ικανό να αξιολογεί αποτελεσματικά και κατάλληλα αυτά που συμβάινουν στην ζωή του και να εξελίσσεται προς το καλύτερο. Έτσι το παιδί έχει θετική και ρεαλιστικη εικόνα για τον εαυτό του που τον συνδέει με τους άλλους ανθρώπους. Ένα παιδί είναι ενθαρρυμένο, όταν νιώθει ότι μπορεί να αξιολογεί αποτελεσματικά την πραγματικότητα της ζωής, όταν νιώθει ότι αντέχει στις δυσκολίες και ότι εξελίσσεται προς το καλύτερο, όταν είναι θετικά συνδεδεμένο με το κοινωνικό του περιβάλλον.

Οι συνηθισμένες μέθοδοι ανατροφής των παιδιών συγκεντρώνουν την προσοχή στην υπερπροστασία, κρατώντας το παιδί εξαρτημένο, βάζοντας πρότυπα απραγματοποίητα και υποκινώντας τον ανταγωνισμό. Οι παράγοντες αυτοί είναι σχεδόν βέβαιο ότι δημιουργούν αποθαρρυμένα παιδιά. Αντί γι’ αυτό ο γονιός πρέπει να μάθει να μιλάει λιγότερο και να σταματήσει ολότελα τις αρνητικές παρατηρήσεις για το παιδί σαν άτομο. Φυσικά θα νιώθει πώς υπάρχουν στιγμές που στις οποίες θα νιώσετε δυσαρεστημένος με τις πράξεις του παιδιού. Θα πρέπει όμως να ξεκαθαρίζετε στο παιδί, ότι αν και δεν εγκρίνετε την πράξη του, εξακολουθείτε να το εγκρίνετε σαν άνθρωπο. Να δίνετε το μήνυμα: ΄΄ Δεν μου αρέσει αυτό που κάνεις, αλλά εξακολουθώ να σ’αγαπώ΄΄.

Οι βασικές μέθοδοι ενθάρρυνσης περιλαμβάνουν τις ακόλουθες γραμμές:

 

  • Εκτιμείστε και παραδεχτείτε το παιδί όπως είναι
  • Μπορείτε να καλλιεργήσετε το αίσθημα της ασφάλειας μόνο όταν εκτιμάτε ειλικρινά τον άνθρωπο στο σύνολο του. Αυτό σημαίνει ότι θα δεχτείτε το παιδί όπως ακριβώς είναι, με όλα του τα λάθη. Αν και οι γονείς πιστεύουν ότι εκτιμούν το παιδί, και ίσως του το λένε με λόγια, συχνά όμως τα μηνύματα που εκπέμπουν στο μη λεκτικό, όπως είναι ο τόνος της φωνής, οι πράξεις, οι εκφράσεις ή ακόμα και οι ματιές, αποτελούν για το παιδί ενδείξεις ότι δεν ικανοποιεί τις προσδοκίες των γονιών του.
  • Όταν το παιδί δε φέρεται σύμφωνα με τις προσδοκίες σας, εσείς πρέπει να το βοηθήσετε να καταλάβει ότι η αποτυχία του οφειλόταν σε έλλειψη ετοιμότητας ή ικανότητας, αλλά ότι αυτό δεν μειώνει με κανένα τρόπο την αξία του σαν άνθρωπο.
  • Χρησιμοποιείστε λέξεις που καλλιεργούν στο παιδί την αυτοεκτίμηση και την αίσθηση ότι τα καταφέρνει.
  • Σπάνια οι γονείς συνειδητοποιούν πόσο σημαντικό ρόλο παίζουν οι αλληλεπιδράσεις που έχουν με τα παιδιά τους στο λεκτικό. Έχετε μεγάλες δυνατότητες και αναρίθμητες ευκαιρίες να καλλιεργήσετε στο παιδί σας το αίσθημα του αυτοσεβασμού και της επάρκειας, δείχνοντας την ικανοποίηση σας για οποιοδήποτε επίτευγμα ή προσπάθεια που κάνει το παιδί. Όταν το παιδί αντιμετωπίζει μια ιδιαίτερα δύσκολη δουλειά, μπορείτε να το βοηθήσετε να την ετοιμάσει δίνοντας του το μήνυμα ότι ΄΄ μπορείς να τα καταφέρεις ΄΄. Ακόμα και αν δεν τα καταφέρει τέλεια, θα πρέπει να βεβαιωθείτε ότι το παιδί ξέρει πώς δεν έχει ξεπέσει στην εκτίμηση σας.
  • Συχνά τα παιδιά θα πάρουν μέρος σε παραστάσεις, σε αθλητικούς αγώνες ή διαγωνισμούς, όπου παρίστανται και οι γονείς. Όσες φορές το παιδί δεν τα καταφέρει πολύ καλά, θα πρέπει να του δώσουμε το μήνυμα ότι η στάση σας είναι: ΄΄ όλοι κάνουμε λάθη. Σε βοηθάνε να μάθεις ΄΄, ΄΄ είμαι ικανοποιημένος που συμμετείχες ΄΄κλπ.
  • Η επιστήμη μας έχει βοηθήσει να εμβολιάσουμε το παιδί για πολλές αρρώστιες. Αλλά κανένα τέτοιο μαγικό φάρμακο δεν υπάρχει που να προστατεύει το παιδί από την αποτυχία και τη δυστυχία.
  • Δείξε εμπιστοσύνη στο παιδί ώστε να μπορέσει να πιστέψει στον εαυτό του
    • Το παιδί πρέπει να νιώσει ότι είναι ένα σημαντικό μέλος της οικογένειας και ότι αξίζει περισσότερο από οποιοδήποτε πρόβλημα στο οποίο μπορεί να εμπλακεί. Για παράδειγμα, σε περιπτώσεις οικονομικών δυσκολιών, οι γονείς συνήθως παραπονιούνται για το πόσο κοστίζει να θρέψεις, να ντύσεις και να στείλεις το παιδί στο σχολείο. Αυτό μπορεί να κάνει το παιδί να αναρωτηθεί αν πραγματικά το εκτιμούν, με όλα αυτά τα παράπονα που εκφράζουν.
  • Θα πρέπει να βοηθάμε το παιδί να πιστέψει στις ικανότητες του. Και αυτό σημαίνει ότι πρέπει να έχετε το θάρρος να το αφήσετε να προσπαθήσει ξανά. Μπορείτε να θυμάστε τις παλιές του επιτυχίες, ποτέ όμως δεν πρέπει να του φορτώνετε το βάρος των λαθών του παρελθόντος.
  • Προγραμματίστε για το παιδί διάφορες εμπειρίες που είναι σίγουρο ότι θα έχουν επιτυχία
  • Το να προγραμματίζετε την επιτυχία ίσως σημαίνει και να τροποποιήσετε τις απαιτήσεις σας ώστε η επιτυχία να είναι πάντα δυνατή. Στις τακτικές συγκεντρώσεις της οικογένειας οι γονείς θα πρέπει να προσέχουν και να προγραμματίζουν εμπειρίες για μάθηση μέσα στην οικογένεια, εμπειρίες που βοηθάνε το παιδί να καλλιεργήσει μια θετική εικόνα για τον εαυτό του. Μπορείτε να βοηθήσετε το παιδί να διαλέξει εργασίες που νιώθει ότι θέλει να κάνει, και ότι θα μπορέσει να τις κάνει σωστά. Έτσι, του δίνετε την ευκαιρία να δείχνει τακτικά την ικανότητα του και να πετυχαίνει. Αν και το παιδί μπορεί να διδαχτεί από τις φυσικές συνέπειες ενός λάθους, είναι εξίσου σημαντικό να προγραμματίζετε επιτυχημένες εμπειρίες που θα του καλλιεργήσουν την αυτοπεποίθηση, δηλαδή μια θετική εικόνα του εαυτού του.

Εκτός από τις μεθόδους συναντάμε και πολλά εμπόδια στην ενθάρρυνση των παιδιών, όπως:

  • Είναι πάρα πολύ δύσκολο να καλλιεργήσουμε μια ενθαρρυντική σχέση με το παιδί μας, κυρίως για όσους από μας ανατράφηκαν με αυταρχική παράδοση, που τόνιζε υπερβολικά την ανάγκη της υπεροχής, την ανάγκη να είμαστε ανώτεροι από τους άλλους. Ο προσανατολισμός αυτός μας έκανε να θεωρούμε την ανεπάρκεια και την αποτυχία μας να συμμορφωθούμε, σαν παραβιάσεις των απαιτήσεων και των υποχρεώσεων μας απέναντι στην κοινωνία. Η δημοκρατική αντιμετώπιση στις ανθρώπινες σχέσεις δεν περιμένει από το παιδί περισσότερα από αυτά που μπορεί να δώσει.
  • Πρέπει να παραδεχτούμε ότι και από την φύση και από την παράδοση είμαστε καλύτερα προετοιμασμένοι για να αναζητάμε το λάθος, να ταπεινώνουμε και να απαιτούμε. Η αναζήτησή του λάθους και η συμπεριφορά που ταπεινώνει, εκδηλώνονται συνηθέστερα όταν νιώθουμε ότι απειλείται το γόητρο και η θέση μας. Έχουμε περισσότερο την τάση να αποθαρρύνουμε, όταν νιώθουμε ότι το παιδί χαλάει την εικόνα που θέλουμε να έχουμε εμείς οι ίδιοι για τον εαυτό μας. Έτσι σαν ενήλικες, πρέπει να δούμε τις δικές μας ανταγωνιστικές σχέσεις με τους άλλους, και μέσα στην οικογένεια και στην κοινότητα.
  • Μήπως νιώθουμε ότι το παιδί μας πρέπει να είναι ένα προϊόν που μας κάνει να φαινόμαστε καλοί;
  • Μήπως μας απασχολεί υπερβολικά η ανάγκη να είμαστε οι καλύτεροι γονείς;
  • Για να βρούμε τα θετικά σημεία του παιδιού, πρέπει να καλλιεργήσουμε μια νέα, αισιόδοξη σχέση, που να βασίζεται στο θάρρος του ενήλικου να μην είναι τέλειος, και να αντλεί ικανοποίηση από τη δική του πρόοδο σαν γονιός. Αν δεν δώσουμε εμείς το παράδειγμα, τα παιδιά μας δε θα καλλιεργήσουν το θάρρος να μην είναι τέλεια.
Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2020 05:33

ΓΟΝΕΙΣ ΠΑΙΔΙ

Συγγραφέας: Αντώνιος Καζάκος

Στην εργασία αυτή,αναφέρομαι σε πραγματικές ιστορίες που έχω ζήσει από κοντά, μελετώντας διάφορες εργασίες από

ιστοσελίδες ή ακλουθώντας παρουσιάσεις ψυχολογίας, ψυχιατρικής, νευρολογίας, και διαβάζοντας και βιβλία ανάλογα των παραπάνω θεμάτων.

Οι γονείς και το παιδί,είναι τα άμεσα μέλη της οικογένειας που έρχονται κοντά Γονείς-Παιδί,άμεσα με το βλέμα τους τα χείλη τους, την ακοή τους. Τα υπόλοιπα μέλη (της οικογένειας) του οικογενειακού δυναμικού, έρχονται δεύτερα, με άμεσο και

έμμεσο επηρεασμό στο παιδί.

Καθημερινά δημιουργούνται οικογένειες από άτομα νεαρής , μέσης, και ηλικιωμένης τάξεως. Τα ζευγάρια που έρχονται

στην πόρτα της δημιουργίας οικογένειας, πότε γνωρίζουν και πότε όχι το τι πηγαίνουν να πράξουν με αυτή την κίνησή τους.

Με την δημιουργία οικογένειας δημιουργούνται συγχρόνως και ευθύνες. Ευθύνες ανάμεσα στο ίδιο το ζεύγος, ευθύνες για την ίδια την οικία τους, την τέλεση μαθημάτων που πήραν από τους ίδιους τους τούς γονείς, από κάθε ένα ξέχωρα, τις

ευθύνες προς την κοινωνία, και τελικά τις ευθύνες τους για το/α παιδί/α που θα φέρουν στον κόσμο.

 

Αναλόγως ο κάθε ένας φέρει την δική του ευθύνη, αλλά και οι δύο μαζί την μαζική και τελική, τόσο για την οικογένεια όσο περισσότερο και μεγαλύτερη για το ίδιο τους το παιδί.

Σύμφωνα λοιπόν με την κοινωνική-λαϊκή λογική, ο έχων την πρώτη ευθύνη ιδρύσεως μιας οικογένειας είναι ο πατέρας, καθώς και την στήριξη αυτής.

Με την ιδέα, εκ παλαιοτέρων, ότι ο άνδρας είναι πιο δυναμικός και δυνατότερος από την γυναίκα, έχει την αρχηγεία στο σπίτι, την επίβλεψη και την κηδεμονία της

οικογένειας. Η γυναίκα με την κοινωνική-λαϊκή σκέψη, είναι υπεύθυνη της διατηρήσεως καθαριότητας του σπιτιού, του

μαγειρέματος, την ανάπτυξη και διατροφή των παιδιών εντός του σπιτιού, περισσότερο, ως και την πρώτη

περιβαλλοντολογική αντιμετώπιση του σπιτιού είτε από μικρόβια είτε από τους ανθρώπους.

 

Με τα σημερινά δεδομένα, εδώ και πόσα και αρκετά χρόνια, ποιός πατέρας επιβλέπει το σπίτι, την οικογένεια του, και ποια μητέρα έχει την τόσο όρεξη που θα έπρεπε για την επιτήρηση της οικίας και των παιδιών, και δεν αφήνουν (δεν ρίχνουν) την ευθύνη ο ένας στον άλλο, και στους γονείς του κάθε ενός

αντίστοιχα, όπως και κάθε άτομο που βρίσκετε εκτός οικογενείας να «μεταφράζει» το δικό του σενάριο;!

Πόσα ζευγάρια, γονείς, άραγε, καταλαβαίνουν και διατηρούν τουλάχιστον τον ρόλο τους με τον ορισμό ΓΟΝΕΙΣ, ή τε

συνεχίσουν να συμφωνούν ή διαφωνήσουν ανάμεσά τους!

Πόσοι είναι οι γονείς που παρ’ ότι χώρισαν, θυμούνται ή

ξεχνούν τον ρόλο τους μονομερές ή και από τις δύο πλευρές!

Πόσα παιδιά πέφτουν θύματα, από τις απερισκεψίες και τις διαφωνίες αρχικώς των γονέων τους;!

1.  Περιπτώσεις που μένει μόνη η μητέρα με το παιδί.

 

Σαν ο πατέρας παρατήσει την οικογένειά του, τότε το παιδί

αυτό πώς θα ζήσει και θα αναπτυχθεί, εάν η μάνα δεν έχει κάποιο εισόδημα για να ζήσει το παιδί τους πρωτεύων, και να ζήσει η ίδια για να ζήσει το παιδί τους δευτερεύων;

Εάν ο ίδιος ο πατέρας παρατάει από νωρίς και τους δύο, και δεν προνοεί τι σημαίνει η ζωή και η ανάπτυξη του παιδιού που έφερε στην ζωή, και το παρατάει σαν ένα ρούχο που δεν του κάνει, τότε αυτό το παιδί αργότερα μεγαλώνοντας σε μια

ανάλογη ζωή, τότε πώς θα αισθανθεί για τον εαυτό του αρχικά μέσα στην κοινωνία με τα ανάλογα επίθετα που θα το

στολίσουν, πού θα καταλήξει ο δρόμος που μπορεί και να

 

ακολουθήσει αναλόγως και με την ψυχολογική κατάσταση που θα βρίσκετε, και πώς άραγε θα αντιδράσει με το που θα του φανερωθεί ή του αποκαλύψουν ποιος είναι ο πατέρας του;

Σαν ο πατέρας χάνετε χωρίς να δώσει έστω και ένα ελάχιστο ενδιαφέρον για το παιδί του (διατροφή, υγειονομικά,

ψυχολογικά), και με κάποια συνάντηση, τότε το βάρος πέφτει όλο πάνω στην μητέρα, που υποφέρει περισσότερο όταν το παιδί τους είναι όλο και πιο μικρότερης ηλικίας!

Η μητέρα πώς θα ζήσει και θα μεγαλώσει η ίδια και το παιδί, και πώς θα μαθητεύσει το παιδί που έχει στα χέρια της, στην αγκαλιά της, που θα βρει να πληρώσει τα έξοδα αυτό που χρειάζονται, τουλάχιστον μέχρι την ενηλικίωση του παιδιού;

Θα πρέπει να έχει μια εργασία, έτσι ώστε να βγαίνουν τα

έξοδα που χρειάζονται προς το ζην. Οι εργαζόμενες που έγιναν μητέρες και συνεχίζουν να εργάζονται, δεν έχουν τόσο άγχος

εάν έχουν ή όχι καλό μηνιάτικο εισόδημα αρκεί να τους

φτάνει, αλλά κι αν έχουν που να αφήσουν το παιδί τους μέχρι να γυρίσουν από την εργασία τους;

Ένα πρώτο σημείο είναι η αγκαλιά της γιαγιάς που το βλέπει, σαν να ξανά είναι μάνα, και δεύτερο σημείο ο παιδικός

σταθμός. Στο παιδικό σταθμό υπάρχει μια σιγουριά, αφού η βρεφονηπιακός υπάλληλος δεν είναι απλός υπάλληλος, αλλά έχει σπουδάσει την υγειονομία και ψυχολογία των βρεφών, όπως και τις πρώτες βοήθειες που πρέπει να δώσει ο κάθε

ένας στον άλλο, και την αναγνώριση της κάθε νόσου και το ημερολόγιο υγείας του κάθε παιδιού, όπως και η υγεία του ιδίου του. Συνήθως αυτό το τομέα, οι βρεφονηπιακοί

υπάλληλοι προσπαθούν να το απασχολήσουν μαθαίνοντάς του όσα χρειάζεται ένα βρέφος/παιδί, ώστε να συμπληρώσουν όσα δεν μπορούσαν να συμπληρώσουν μέλη οικογενείας και

 

το αναλαμβάνουν οι γυναίκες (συνήθως) βρεφονηπιακοί

υπάληλοι. Διατηρώντας μειωμένο άγχος η μητέρα για το παιδί της στο βρεφονηπιακό σταθμό, εργάζεται και επιστρέφει μετά την λήξη εργασίας της ως υπαλλήλου, να αναλάβει πάλι το

λειτούργημα της μάνας, κλείνοντάς το πάλι στην αγκαλιά της.

Υπάρχουν όμως μητέρες που ή δεν έχουν να εργάζονται, ή

εργασία τους δεν είναι οκτάωρη δηλ μισό μεροκάματο. Άλλες που έχουν που να αφήσουν το παιδί τους, και άλλου που κι αν το άφησαν μέχρι να επιστρέψουν να το πάρουν διατηρούν το άγχος τους «τι κάνει το παιδί μου.. παίζει..τρώει.. κλαίει;...» , θα μπορέσουν να το αναθρέψουν μόνες τους ναι ή όχι;

Σαν και μέσα στο σπίτι υπάρχει μια γιαγιά, «η μητέρα της μητέρας, είναι δύο φορές μητέρα», τότε υπάρχει μια

ψυχολογική σιγουριά της μητέρας για το παιδί της που άφησε πίσω στο σπίτι, και κάνει περισσότερο ανενόχλητα ως άγχος, την εργασία της. Η συμμετοχή του παππού και της γιαγιάς με την σύνταξή τους, το ημερομίσθιο της μαμάς ολόκληρο ή μισό, και η το χρηματικό ποσό «διατροφή» αν δίνει ο πατέρας του παιδιού, μέχρι το παιδί να μεγαλώσει είναι σε μία αν όχι

πλήρη υλική συμμετοχή, λαμβάνοντας περισσότερο την

σωματική υποστήριξη και λιγότερο την ψυχολογική από ότι θα λάμβανε από την ίδια την μητέρα, αλλά και ακόμα να μην

μπορεί να καταλήξει ποιο δρόμο να διαλέξει ,δεχόμενο μαζικά αν όχι ήρεμα την κάθε διδαχή ξεχωριστά από τον κάθε ένα, όπως και το πώς θα δεχθεί η κάθε γιαγιά ή παππούς το κάθε βρέφος, άνθρωπο ή «παράσιτο» της οικογένειας, και το

αναπτύξουν με αγάπη και ηρεμία, ή αποκαρδιωτικά και ανέμελα .

Τέτοια περίπτωση παιδιών, μέχρι να μεγαλώσουν και να μπουν μέσα στο πνεύμα της ζωής, βλέπουμε να

 

διαμορφώνουν τον εαυτό τους ως θλιμμένα άτομα, χαρακτηρίζοντας από τον εαυτό τους και μόνο σε ποια

κατηγορία ανθρώπων να καταταχθούν, και σε ποιά μπορεί να το κατατάξει η κοινωνία.

Βλέπουμε τέτοιου είδους άτομα ως και να προσπαθούν να απαρνηθούν την κοινωνική ζωή τους, και να μένουν κλεισμένα στον εαυτό τους, ή να ξεσπούν και με δύναμη ανάμεσα σε άτομα που το βλέπουν προς να μην σκέπτονται το τι είναι αυτό που τα πιέζει το όσο χρονικό διάστημα.

Με αυτές τις κινήσεις, από την μία βλέπουμε άτομα

1α) Που να μην μάθουν την ζωή γύρω τους, και να μπορούν να πέφτουν σε πολλά σφάλματα από την απροσεξία, και αν καταφέρουν ή όχι να δώσουν σημασία ώστε να μην

ξαναβρεθούν στο αυτό σφάλμα, ή να φτάσουν στο σημείο της μορφής ΣΡΟΥΘΟΚΑΜΗΛΙΣΜΟΎ, και

1β).Άτομα με ΔΙΠΟΛΙΚΗ ΔΙΑΤΑΡΑΧΗ, που να τα βλέπουμε άλλοτε ως ταραχοποιά στοιχεία, και άλλοτε να κοιμούνται χωρίς να δίνουν σημασία για τίποτα, να ξεσπούν σε όλα τα συμβάντα και τα αντικείμενα, να τους φτένουν τα πάντα, να

φωνάζουν, να κοιμώνται, φτάνοντας στην κατάθλιψη έως και την σχιζοφρένεια.

2.  Σαν πάλι ο πατέρας αφήσει την οικογένεια

Μέσω εγκατάλειψης , ή χωρισμού του ανδρόγυνου, και μείνει όλο βάρος πάλι στην μάνα, υπάρχουν μητέρες που μπορούν να πέσουν στην θλίψη του χωρισμού μαζί με το αίτιο και την αφορμή, αλλά παίρνουν την απόφαση να σταθούν όρθιες, και αποφασισμένες, ώστε να εργαστούν όσο πιο σκληρά μπορούν παίρνοντας και το βρέφος- μωρό κοντά τους, αναλόγως, και να

 

κουραστούν σωματικά ώστε να ζήσουν τα παιδιά της και μετά αυτή, να τα αναπτύξει όσο μπορέσει, παίρνοντας και μια βοήθεια κρατική υλική ως και χρηματική.

Τέτοιας κατηγορίας, μητέρα, μπορούμε να δούμε με την αποφασιστικότητα της, να υπερασπίσει ψυχικά τα παιδιά της, δίνοντάς τους να έχουν την δική τους αποφασιστικότητα για την ζωή για κάθε εμπόδιο στο δρόμο της ζωής τους, να

δραστηριοποιηθούν θετικά κατά την ενηλικίωσή τους, να τα παροτρύνει ως προς τον έλεγχο των σφαλμάτων τους, ως και αν υπάρξει κάποιο υγειονομικά πρόβλημα, περαστικό ή χρόνιο, να μην υποκύψουν στο να χάσουν το ενδιαφέρον της ζωής.

Τα παιδιά αυτά αν παρατηρήσουμε, γίνονται πιο ανοιχτά στην ζωή, δεχόμενα τα συν και τα μείον της, έχοντας ως πρώτο βιβλίο της ζωής την ανάγνωση των σωστών σκέψεων, για την ηλικία τους, συμβουλευόμενα συγχρόνως, και η μάθηση του κόπου για την ζωή.

Τα άτομα με αυτά τα προβλήματα, είναι λίγα που θα ξεφύγουν να περάσουν στην κοινωνία προς γνωριμία με άλλα άτομα,

εφόσον διορθώσουν από νωρίς τον ΕΚΦΟΒΙΣΜΟ και τον ΥΠΟΒΙΒΑΣΜΟ τους, στην κοινωνία.

  • Μια άλλη περίπτωση είναι που,

 Το παιδί έχει τους γονείς του, το εύρη οικογενειακό

περιβάλλον, αλλά μειονεκτεί στο θέμα «πρόβλημα υγείας» όπου είναι και συνεχές και δεν θεραπεύετε, αλλά έχει και τακτικές εμφανίσεις κρίσεων.

 

Η ανάδειξη αγάπης σε ένα τέτοιο άτομο, μπορεί να είναι πρώτη και πραγματική ψυχολογικά από την μητέρα, αλλά δευτερεύουσα η εικονική αγάπη του γύρω περιβάλλοντος!

Η μεγάλη προσοχή που επιδεικνύουμε σε ένα τέτοιο άτομο, δείχνοντας έτσι το ενδιαφέρον μας για αυτό, και χωρίς να το αφήνουμε να απομακρυνθεί από κοντά μας και την επίβλεψή μας, αρχίζει να αναπτύσσει μέσα του το φαινόμενο ψυχικού τραυματισμού που, ονομάζετε ΕΚΦΟΒΙΣΜΟΣ, BULLYING.

Αφού δεν αφήνουμε το άτομο αυτό ως και να εκφράσει την σκέψη του χαρακτηρίζοντάς το με τις πάρα κάτω φράσεις,

«…δεν ξέρεις εσύ, είσαι μικρός… , …δεν έχεις διαβάσει για να ξέρεις…, …εσύ είσαι ανίκανος…, …αυτός είναι πιο έξυπνος

από εσένα, και παίρνει βαθμό δέκα, εσύ όλο με πέντε….».

Πώς λοιπόν θα αντιδράσει μέσα στην ζωή;

Ένα παράδειγμα ατόμου που το είχαν φέρει στην κατάσταση αυτή, έσωσε δύναμη στον εαυτό του από τον εγωισμό του, και θέλησε να αποδείξει στην κοινωνία και στο εαυτό του ότι,δεν είναι ανίκανος, τουλάχιστον στην μαθήτευση, και βάζοντας

σκοπό, πέρασε και το γυμνάσιο, και το λύκειο, και πήρε και δίπλωμα από ΑΕΙ-ΤΕΙ.

Όπως έχει συμβεί μια παρόμοια περίπτωση, χρόνια

προβληματικού στην υγεία ατόμου,που θα μπορέσει να μαθητεύσει, να εργαστεί, να μετέχει σε μία εργασία,

τουλάχιστον με μια προσοχή, και προσπαθεί να επιτύχει ένα στόχο, να του θυμίζουν το πρόβλημά του ως και να τον

υποτιμούν σύγχρονος, λέγοντάς του:

«Αν δεν ήταν ο κύριος/α ………

3α.Α(διευθηντής,βουλευτής,γραμματέας,δικηγόρος,κ.λ.π),

 

θα σου έλεγα εγώ πως θα γινόταν αυτό που λές,ότι πέτυχες από μόνος σου!

3β.Να έχεις χάρη που παρακαλέσαμε το κύριο/α…...... και

πέτυχες, αλλιώς πού θα ήσουν τώρα!»

Ένα πρόσθετο bulling, και από την ίδια την οικογένεια.

Μία περίπτωση που είχα παρατηρήσει ήταν, ένα άτομο που έχοντας το υγειονομικό πρόβλημα της Επιληψίας από τριών χρονών, το είχαν επί συνεχή επίβλεψη, με όλα τα παραπάνω

που ανάφερα προηγουμένως, και το άτομο αυτό δεν γνώριζε τι θα πει αλήθεια ή ψέμα, το πώς να αναγνωρίζει το αθώο από το πονηρό κ.λ.π., παραμένοντας και στον εαυτό του

χαρακτηρίζοντας τον «ανίκανο».

Αυτή η κατάσταση παρέμεινε να το κατέχει έως και στα σαράντα έξι χρόνια της ηλικίας του, όπου πεθαίνοντας η

μητέρα του και μένοντας μόνος του, ξεκίνησε από μόνος να δίνει άδεια κινήσεων και σκέψεων του.

Παρέμεινε στην κατάσταση αυτή μέχρι που έβαλε σκοπό να γνωρίσει μια κοπέλα, αν και αργά, ώστε να μάθει να να

αισθανθεί τα όσα του έλειπαν τόσα χρόνια, δίνοντας ακόμα περισσότερο νόημα στην ζωή του. Έψαξε και βρήκε φίλους ώστε να μιλά και να εκφέρει την γνώμη του, όπως και ζητούσε να πραγματοποιήσει και τις βόλτες που δεν είχε κάνει ποτέ.

Το άτομο αυτό, ευτυχώς δεν εξέφυγε από τον σωστό δρόμο όπως μπορούν να κάνουν πολλά άτομα περιορισμένα και απότομα ελεύθερα, αλλά ένα πρόβλημα που δεν είχε καταφέρει να ξεφύγει είναι η ΚΑΤΑΘΛΗΨΗ. Με την βοήθεια ψυχίατρου μπορεί να μην το βοήθησαν τα φάρμακα αυτά, αλλά, αλα τραύματα που πήγαιναν να τραυματίσουν τον

 

εγωισμό του, του δώσαν την δύναμη να συζητήσει με τον

εαυτό του παρελθόντος του παρόντος και του μέλλοντος, και απελευθερώθηκε από μόνος του με την δύναμη και

αυτοπεποίθηση, που έδωσε ο ίδιος στον εαυτό του.

  • Βλέποντας νεαρά άτομα όπου όπως λέμε λαϊκά-παροιμίες

 «ακόμα δεν βγήκε από τ’ αυγό του», να ορμούν να ζήσουν την ζωή τους ανεξέλεγκτα και παρορμητικά, δηλ χωρίς να

σκέπτονται το μέλλον παρά το σήμερα, χωρίς να έχουν ελέγξει τη σίγουρη χρηματική αποδοχή για την οικογένεια που θα δημιουργήσουν, την διατροφή και τα έξοδα που χρειάζεται η ανάπτυξή της μαζί με τα παιδιά που θα γεννηθούν, βλέπουμε λοιπόν τις απερισκεψίες των ατόμων αυτών ξοδεύοντας

αρκετά χρήματα διασκέδασης, και ερχόμενα στη φάση του σεξ προς ευχαρίστησή τους και μόνο, χωρίς προφύλαξη.

Τα άτομα αυτά, τα παρατηρούμε όταν έχουν μία σιγουριά και αρκετή ελευθερία, στηριζόμενα κατά βάση από τους γονείς τους.

Το να καταλάβουν την ενέργειά τους «κατ’ όπιν εορτής», προτρέπονται από μόνα τους να βρούν εργασία προς την

ανάπτυξη και διατροφή της νέας οικογενείας που σχημάτισαν, αγκομαχώντας από μέσα τους το « σφάλμα που έκανα νωρίς στα νιάτα μου, και δεν μπορώ να πάω να γλεντήσω κι άλο».

Φτάνοντας στο σημείο που γεννιέται το παιδί τους, ένα ακόμα εμπόδιο για το γλέντι της ζωής, χάνοντας από την ζωή το «κατά βάση στήριγμα», πώς από και πέρα θα ζήσει η οικογένεια;

Χάνοντας το «κατά βάση στήριγμα», και χωρίς να υπάρχει η

«πίεση» να ζήσει η οικογένεια, φτάνουμε στο διαζύγιο,

 

έχοντας το παιδί ανάμεσά μας ως εμπόδιο για την ελευθερία κίνησης και ελεύθερου χρόνου.

Το παιδί αυτό που ήρθε υπό αυτές τις συνθήκες, ποιος και πόση σημασία του δίνεται προς την ψυχολογική ανάπτυξή του, και κατά δεύτερον της σωματικής, αφού τοποθετείτε στην άκρη του ενδιαφέροντος από τους γονείς, μια και αυτοί ζητούν να ζήσουν την ζωή που χάσανε όλο αυτό το διάστημα που ήταν υπό δέσμευση με τον θεσμό ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ.

Καθώς δεν δίνουν και περισσότερη σημασία να βρούν εργασία για όλα τα έξοδά τους ενώ ζητούν από άλλους ή κάνουν

προχειρότητες για λίγα χρήματα.

Το παιδί αυτό λοιπόν άραγε τι μέλλον θα έχει, μια και δεν έχει κανέναν από τους γονείς του, την οικογενειακή αγκαλιά και

ενδιαφέρον σε κάθε καλό ή κακό, ευτυχία ή δυστυχία, υγεία ή ασθένεια, μαθησιακή υποστήριξη, ενθάρρυνση ζωής, και τι

τελικό αποτέλεσμα θα έχει η νεαρή απερισκεψία και αδράνεια στη ζωή;

Όπως κάθε τέλος έχει μια αρχή, και κάθε αρχή ένα τέλος, ξεκινώντας την ζωή του κάθε άνθρωπος ως και κάθε ζώο,

Μέχρι να αποκτήσουν το συνειδητό τους, να δημιουργηθεί ο εαυτός τους και να ξεκινήσουν τον δρόμο της ζωής, της δικής τους ζωής, οι γονείς είναι αυτοί που μαθητεύουν τα παιδιά τους, για τα καλά και κακά της ζωής, το σωστό και το λάθος, κ.λπ. με τρόπο ανάλογο βασικής σκέψεως που έχουν οι ίδιοι. ως και την ανάλογη σκέψη που αλλάζει κατά τα καθημερινά δεδομένα.

 

Οι γονείς παίζουν τον ρόλο του δάσκαλου, ή καθηγητή, που αναλόγως την μέθοδο που ακολουθεί με την παράδοση διδασκαλεία του γίνετε πιο κατανοητό το μάθημα.

Η αντίδραση των γονέων ενάντια στην ζωή του σήμερα, με την ζωή του χθες, και με το ξέσπασμα αυτό εντός οικογένειας, ή

ζητώντας να γίνει το δικό τους, και με άλλη καμία σκέψη περί του τι και πώς, και η μορφή εκφράσεως .τρόπου, που

επιδεικνύουν στο παιδί, του διαμορφώνουν θετικά ή αρνητικά τον εαυτό του.

Συμπέρασμα λοιπόν, από την άμεση – πρώτη σχέση ΓΟΝΕΑΣ – ΠΑΙΔΙ, η ψυχολογική κατάσταση και ο τρόπος σκέψης του

Γονέα επηρεάζει την Παιδική ψυχολογική διάπλαση, ή και την αργότερα κατάσταση σκεπτόμενο και αναλύοντας την.

 
   

 

Βιβλιογραφία. www.mathers.gr Ψυχολογία

www.psychology.gr Κλινική ψυχολογία

Frezyland Παιδική ψυχολογία

Cury- Class.gr Άγχος, Φοβίες, Κρίσεις πανικού-Αυτοβοήθεια και ψυχοθεραπεία.

Sites.google.com Επιτυχημένες διαπροσωπικές σχέσεις. www.aftognosia.gr Θυσίες των γονιών, η επίδραση στο παιδιά.

 

www.protothema.gr Τύποι γονέων, και συμπεριφορά παιδιών και εφήβων.

www.pediatros.com Παιδικοί φόβοι.

www.talcmag.gr Τι φοβούνται τα παιδιά, και τι κάνουμε να τα βοηθήσουμε.

el.wikipedia.org Εκφοβισμός- bulling

gr.pinterest.com, www.infokids.gr Συναισθηματικά χαστούκια: Όταν οι γονείς προσβάλουν και υποτιμούν τα παιδιά.

Καζάκος Αντώνιος. Σπούδασα ΤΕΙ ΑΘΗΝΩΝ Τεχνολόγος Τροφίμων. Εργάστηκα σε δική μου εργασία ΟΙΝΟΠΩΛΗΣ. Μελετώντας κατά περισσότερο τα θέματα ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ, εν συνεχεία θέματα Ιατρικής, Βιοχημεία-Φαρμακευτική.

Συντάκτης: Ταπεινός Αθανάσιος Ψυχολόγος – Σχολικός Σύμβουλος – Ειδικός Παιδαγωγός Bed, BA, MA, Med, PgC Ειδίκευση στην Κλινική Ψυχοπαθολογία

Διαζύγιο και ψυχοκοινωνικές επιπτώσεις στα παιδιά

Η λέξη διαζύγιο βρίσκεται στον καθημερινό διάλογο των ανθρώπων πολύ περισσότερο σε σχέση με παλαιότερες εποχές. Η απελευθέρωση από τον κοινωνικό στιγματισμό του παρελθόντος, η αύξηση του μέσου όρου ζωής των πολιτών και η απελευθερωμένη φιλοσοφία ζωής της σημερινής εποχής ευνοούν την αύξηση της έκδοσης διαζυγίου μεταξύ των ζευγαριών που αντιμετωπίζουν προβλήματα. Έρευνες στις ΗΠΑ δείχνουν ότι μέχρι το 1960 περίπου το 90% των παιδιών ζούσαν στις οικογένειες και με τους δύο γονείς τους. Το 1986 αυτό ίσχυε για το 40% των παιδιών. Επίσης, στις ΗΠΑ, περισσότερο από το 45% των γάμων καταλήγουν σε διαζύγιο, εμπλέκοντας περίπου 1.000.000 παιδιά κάθε χρόνο, και μετά το διαζύγιο περίπου το 84% των παιδιών ζουν με τη μητέρα τους σε μονογονεϊκές οικογένειες. Αυτό αποτελεί μία παροδική κατάσταση, αφού το 65% των γυναικών και τουλάχιστον το 75% των ανδρών ξαναπαντρεύονται. Στην Ευρώπη αναφέρονται περίπου τα ίδια ποσοστά αύξησης των διαζυγίων. Στην Ελλάδα η συχνότητα φαίνεται να είναι συγκριτικά μικρότερη. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας Ελλάδος, στη χρονική περίοδο 1973- 1984 υπήρξε αύξηση των διαζυγίων κατά 74,3% και αύξηση του αριθμού των παιδιών που βιώνουν ένα διαζύγιο κατά 76,3%. Το 60% των οικογενειών με διαζύγιο έχουν παιδιά κάτω των 18 ετών. Το διαζύγιο ως διαδικασία εξελίσσεται συνήθως σε τρεις διαδοχικές φάσεις. Αρχικά, υπάρχει η οξεία φάση κατά την οποία το ζευγάρι κατά βάση συγκρούεται για θέματα όπως η επιμέλεια των παιδιών, η κατοικία και τα οικονομικά, με το κάθε μέλος να προσπαθεί να διασφαλίσει τα δικαιώματά του με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Σε δεύτερο επίπεδο, έχουμε την μεταβατική φάση όπου το ζευγάρι, συνήθως με τη βοήθεια των νομικών του συμβούλων διαπραγματεύεται τα παραπάνω, προσπαθώντας να καταλήξει στην καλύτερη δυνατή λύση και για τους δύο. Σπανιότερα, αυτές οι διαπραγματεύσεις λαμβάνουν χώρα στις δικαστικές αίθουσες. Στην τελική φάση, το πρώην πλέον ζευγάρι, έχοντας διευθετήσει τα μεταξύ τους θέματα προχωράει τη ζωή του χωριστά και τα παιδιά παίρνουν τη θέση που τους έχει οριστεί ανάμεσα στους δύο γονείς.

Όσον αφορά τις επιπτώσεις του διαζυγίου, πολλά έχουν γραφτεί και ακόμα περισσότερα έχουν ειπωθεί. Φυσικά, οι άμεσοι εμπλεκόμενοι, και συνεπώς αυτοί που υφίστανται τις επιπτώσεις του διαζυγίου (θετικές ή αρνητικές) είναι οι γονείς και τα παιδιά αυτών. Αναφορικά με τους γονείς, στους μήνες αμέσως μετά το διαζύγιο οι σχέσεις φαίνεται να είναι ιδιαίτερα συγκρουσιακές. Αρκετοί διαιωνίζουν τη σύγκρουση για πολλά χρόνια. Κατά τη διάρκεια του πρώτου χρόνου μετά το διαζύγιο, οι γονείς αισθάνονται αγχώδεις, καταθλιπτικοί, θυμωμένοι, με βαθιά αισθήματα απόρριψης και ανεπάρκειας. Ο πατέρας έχει μία διάχυτη ανησυχία και αίσθηση απώλειας των παιδιών του. Οι μητέρες συχνά είναι άνεργες, ενώ ο πατέρας αυξάνει το ωράριο εργασίας του σε μία προσπάθεια να αυξήσει τα έσοδά του. Όταν όμως ο γονιός αισθάνεται αβοήθητος, ναρκισσιστικά πληγωμένος και βαθύτατα προσκολλημένος στον/στην πρώην σύντροφο, στρέφεται προς το παιδί για βοήθεια και προστασία και το αντιμετωπίζει σαν συνομήλικο ή σύντροφο, με συνέπεια το παιδί να κατακλύζεται με μη ανεκτή υπευθυνότητα και να εκτίθεται σε πολύ σοβαρό κίνδυνο εάν αυτή η εξάρτηση συνεχιστεί. Κατά τη διάρκεια του δεύτερου χρόνου μετά το διαζύγιο οι περισσότεροι γονείς επαναοικοδομούν τη ζωή τους και οι γονεϊκές πρακτικές βελτιώνονται. Τόσο η σύγκρουση μεταξύ των γονιών όσο και η συναισθηματική προσκόλληση μειώνονται. Από την πλευρά των παιδιών, οι επιπτώσεις που παρατηρούνται είναι τόσο βραχυπρόθεσμες όσο και μακροπρόθεσμες. Συγκεκριμένα, τα παιδιά προσχολικής ηλικίας των οποίων οι φυσιολογικοί γνωστικοί περιορισμοί οδηγούν σε λανθασμένες αντιλήψεις για τις αιτίες του διαζυγίου, τα οδηγούν συχνά στο συμπέρασμα πως τα ίδια είναι υπεύθυνα για το γεγονός του διαζυγίου. Έντονες φαντασιώσεις εγκατάλειψης είναι συχνές. Όταν συνδυαστούν με τη δυσκολία του παιδιού αυτής της ηλικίας να διαφοροποιήσει τη φαντασίωση από την πραγματικότητα, οδηγούν σε εντονότατο άγχος. Το άγχος αποχωρισμού και οι παλινδρομήσεις με απώλεια των αναπτυξιακών επιτευγμάτων του παιδιού (ενούρηση κτλ) παρατηρούνται συχνά. Το άγχος και η κατάθλιψη του παιδιού μπορεί επίσης να εκφραστούν με επιθετική συμπεριφορά προς τους γονείς, τα αδέλφια, τους συνομηλίκους ή να εμφανιστούν με τη μορφή ευερεθιστότητας, νευρικότητας, δυσκολίας στον ύπνο, συχνού κλάματος, θλίψης και απόσυρσης. Αντίστοιχα, τα παιδιά σχολικής ηλικίας πενθούν συχνά για το γονιό που φεύγει. Πολλά παιδιά αυτής της ηλικίας εκφράζουν την τραυματική φαντασίωση ότι

ο γονιός που φεύγει θα τα αντικαταστήσει με ένα ζώο, μία καινούργια μαμά, ένα καινούργιο μικρό παιδί. Αισθάνονται το διαζύγιο σαν μία προσωπική απόρριψη και οδηγούνται σε αισθήματα χαμηλής αυτοεκτίμησης και προβλήματα στη σχολική επίδοση. Τέλος, στα παιδιά εφηβικής ηλικίας, η έντονη ανάγκη τους για ανεξαρτησία απαιτεί την ύπαρξη μιας ασφαλούς και σταθερής οικογενειακής βάσης. Όταν αυτή καταρρέει, οι έφηβοι μπορεί να αντιδράσουν με προβληματική συμπεριφορά. Ο έντονος θυμός και το αίσθημα προδοσίας μπορεί να εκδραματιστεί με έντονη σεξουαλική δραστηριότητα, χρήση αλκοόλ και τοξικών ουσιών. Αναφερόμενοι στις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις του διαζυγίου, η Wallerstein σε μία μελέτη που πραγματοποίησε 10 και 15 χρόνια μετά το διαζύγιο βρήκε ότι τα παιδιά που ήταν πολύ μικρά τη στιγμή του διαζυγίου υπέφεραν λιγότερο και είχαν λιγότεροτερες αναμνήσεις από το γεγονός. Τα παιδιά που ήταν στη λανθάνουσα ηλικία κατά τη στιγμή του διαζυγίου εξέφραζαν φόβο για τις δικές τους μελλοντικές στενές, ερωτικές σχέσεις και ήταν πιθανό να εμφανίσουν άγχος στην αρχή της εφηβείας. Μεγαλύτερα παιδιά εξέφραζαν λύπη και άγχος για πιθανό δικό τους αποτυχημένο γάμο και οι γυναίκες που προέρχονταν από διαλυμένες οικογένειες είχαν πολλές σύντομες σχέσεις και ήταν πιθανό να εμφανίσουν άγχος στην αρχή της εφηβείας. Γενικά, είναι ευρέως παραδεκτό ότι τα παιδιά που προέρχονται από διαζευγμένους γονείς μακροπρόθεσμα διαμορφώνουν μία αρνητική στάση απέναντι στο γάμο. Είναι πολύ σημαντικό να προσδιοριστούν οι παράγοντες που οδηγούν σε θετική ή αρνητική έκβαση του διαζυγίου. Το φύλο του παιδιού, η ποιότητα των σχέσεων του παιδιού με τους γονείς πριν και μετά το διαζύγιο, οι σχέσεις των γονιών, καθώς και αλλοι προστατευτικοί παράγοντες όπως η δυνατότητα του παιδιού να θρηνήσει τόσο τον γονέα που απουσιάζει όσο και την απώλεια του οικογενειακού περιβάλλοντος, η δυνατότητα συνεχούς επικοινωνίας με το γονέα που απουσιάζει εφόσον το επιθυμεί, η οποία πρέπει να βασίζεται στις ανάγκες του παιδιού και όχι των γονιών, η ύπαρξη υποστηρικτικού κοινωνικού δικτύου, η καλή οικονομική κατάσταση στην οικογένεια και ο δεύτερος γάμος των γονιών, αποτελούν σημαντικούς παράγοντες που επηρεάζουν την έκβαση του διαζυγίου και το μέγεθος των επιπτώσεων που θα έχει αυτό στους γονείς και ιδιαίτερα στα παιδιά. Φυσικά, όπως σε κάθε πρόβλημα, έτσι και στην περίπτωση του διαζυγίου, υπάρχουν προληπτικές στρατηγικές και παρεμβάσεις που μπορούν να εφαρμοστούν

από τους γονείς για τις, όσο το δυνατόν, μικρότερες επιπτώσεις στα παιδιά τους. Αρχικά, οι γονείς οφείλουν να μιλήσουν στα παιδιά τους για τον επικείμενο χωρισμό τους και όλες τις αλλαγές που θα ακολουθήσουν. Ο αιφνιδιασμός σε αυτή την περίπτωση δεν είναι μια καλή ιδέα. Έπειτα, είναι σημαντικό να ενθαρρύνουν τα παιδιά να κάνουν ερωτήσεις και να απαντούν με ειλικρίνεια και ευαισθησία σε αυτές χωρίς να τους στερούν τις πληροφορίες που τους είναι πολύ σημαντικές για να αντιληφθούν την κατάσταση. Προφανώς, οι πληροφορίες πρέπει να δίνονται με τρόπο κατάλληλο για την ηλικία του παιδιού, απαλλαγμένες από την όποια συναισθηματική φόρτιση των γονέων, οι οποίοι πρέπει να τους εξηγήσουν τι πρόκειται να συμβεί σε όλα τα μέλη της οικογένειας. Είναι ζωτικής σημασίας να ενθαρρύνουν και να διαβεβαιώσουν το παιδί τους ότι θα έχει επαφή και με τους δύο γονείς, οι οποίοι θα το αγαπούν και θα το φροντίζουν και δεν θα το εγκαταλείψουν ποτέ, διαβεβαιώνοντας το για τη διατήρηση ορισμένων συνηθειών και μιας ασφαλούς καθημερινότητας που υπήρχε στη ζωή του πριν το διαζύγιο, προχωρώντας στις λιγότερες δυνατές αλλαγές και με γνώμονα πρώτα το καλό του παιδιού. Είναι, επίσης, πολύ σημαντικό να αποφεύγουν την έκφραση παραπόνων και τη χρήση απρεπών επιθέτων προς τον άλλο γονιό και να μην γίνεται προσπάθεια να κάνουν το παιδί σύμμαχό τους εναντίον του άλλου γονέα. Μια μεγάλη παγίδα που δύσκολα αποφεύγουν οι διαζευγμένοι γονείς είναι να μην συμπεριφέρονται στα παιδιά τους σαν να είναι μεγάλα και σαν να είναι ικανά να σηκώσουν το βάρος των δικών τους αναγκών. Είναι καίριας σημασίας να θυμούνται πάντα πως έχουν να κάνουν με παιδιά, σε μια τρυφερή και ευαίσθητη ηλικία, στην οποία το όποιο βάρος τους μετατοπίζεται από τους γονείς δυσκολεύει την ψυχοκοινωνική τοααυς ανάπτυξη. Γενικά, είναι αναγκαίο να ενημερωθούν οι γονείς για τις αναμενόμενες αντιδράσεις των παιδιών τους και να πληροφορηθούν ότι η διαδικασία προσαρμογής στην καινούργια κατάσταση απαιτεί χρόνο και μπορεί να κρατήσει 2 έως και 3 χρόνια. Σε όλη αυτή τη διαδικασία είναι απολύτως φυσιολογικό (και πολλές φορές απαραίτητο) να αναζητήσουν τη βοήθεια τρίτων (πρόσωπα του ευρύτερου οικογενειακού περιβάλλοντος, ειδικοί ψυχικής υγείας κτλ) για να μπορέσουν να διαχειριστούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το διαζύγιο τους, επιφέροντας τις μικρότερες δυνατές επιπτώσεις στα παιδιά τους.

Συγγραφέας: Αικατερίνη Σγουράκη

Οι οικογένειες οι οποίες έχουν ένα παιδί το οποίο ανήκει στο φάσμα του αυτισμού καλούνται συνεχώς να αντιμετωπίσουν μία σειρά από δύσκολες καταστάσεις, οι οποίες πολλές φορές δημιουργούν στην οικογένεια stress και τη φέρνουν απέναντι σε ένα σημαντικό αριθμό προβλημάτων.

Παρ’ όλο που το επάγγελμα μου είναι συνδεδεμένο με τη φροντίδα των ατόμων που βρίσκονται στο φάσμα του αυτισμού αλλά και στην ειδική αγωγή, έχω αντιληφθεί ότι η έννοια «νοημοσύνη» δεν είναι σημαντική μόνο για τα άτομα τα οποία έχουν διαγνωστεί στο φάσμα του αυτισμού, αλλά για όλα τα διαφορετικά άτομα που βιώνουν την ανικανότητα τους ο καθένας με διαφορετικό τρόπο καθώς είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι στην πραγματικότητα την οποία βιώνουμε. Το πιο σημαντικό γεγονός είναι ότι η οικογένεια πρέπει να δεχθεί το παιδί και να το αγαπήσει γι’ αυτό ακριβώς το οποίο είναι. Δεν είναι «καθυστερημένα» παιδιά, αντίθετα είναι πανέξυπνα παιδιά σε εξειδικευμένους τομείς. Γι’ αυτό ακριβώς τον λόγο όταν θέλετε να μιλήσετε για τα παιδιά σας, μιλήστε στα ίδια τα παιδιά σας και όχι στους άλλους. Έχουν τη νοημοσύνη να σας καταλάβουν όταν τους απευθύνεται το λόγο και ας μην το πιστεύετε πολλές φορές.

Πρέπει να πάρετε θέση και να υπερασπιστείτε εσείς οι ίδιοι τα παιδιά σας στο κόσμο, έως ότου να είναι σε θέση να μπορέσουν να υπερασπιστούν μόνα τους τον εαυτό τους. Για να μπορέσετε να τα βοηθήσετε, πρέπει πρώτα εσείς οι γονείς να αποδεχθείτε τα παρακάτω :

• Να ανατρέψετε στερεότυπα και μύθους. Η ταμπέλα, η οποία παρατείνει στερεότυπα και μύθους είναι η μισή αλήθεια, θα έπρεπε να είναι σα σημείο αναφοράς και μόνο στη προσπάθεια να ενταχθεί και να υποστηριχθεί το άτομο ως ενιαίο σύνολο. Συνετό θα είναι να μην επαναλαμβάνουμε λάθη του παρελθόντος, όπου ο χαρακτηρισμός ενός ανθρώπου γινόταν βάσει του ελλείματος αντί με την αναγνώριση της ανθρώπινης ουσίας – ανεξάρτητα από τον τρόπο της ύπαρξης του ή της διάγνωσης του.

• Μην χαρακτηρίζετε τους ανθρώπους με βάση την διάγνωση. Όταν προσδιορίζουμε έναν άνθρωπο βάσει της αντίληψης του και της διάγνωσης του, αυτό αυτομάτως γίνεται πηγή φόβου – έχει αυτό το όποιο δεν θέλουμε να έχουμε καμία επαφή/σχέση διότι θεωρείται ότι είναι ελαττωματικός.

Με απλά λόγια, όταν οι υπόλοιποι σε χαρακτηρίζουν με μία ταμπέλα έχοντας διαμορφώσει μία εικόνα για τον εαυτό σου, θα αντικατοπτρίζεις στους άλλους αυτό ακριβώς που προσδοκούν από εσένα. Όλο αυτό, θεωρείται μια απόλυτα φυσιολογική -αμυντική αντίδραση. Αν πάλι, δεν μπορείς να εκφράσεις τα συναισθήματα σου, να τα αρθρώσεις ή να μιλήσεις γι’ αυτά, τότε οι εκδηλώσεις καθώς και τα ξεσπάσματα διαφόρων «συμπεριφορών» σου, αυτομάτως θα επιβεβαιώσουν περαιτέρω την διάγνωση.

• Μην προσπαθείτε να εξηγήσετε σαν μορφή επικοινωνίας την «συμπεριφορά».

Θα μπορούσαμε να κατηγοριοποιήσουμε την συμπεριφορά σαν μορφή επικοινωνίας, διαχωρίζοντας την σε τρείς μορφές για όλους τους ανθρώπους τους οποίους εκδηλώνουν παρόμοια συμπεριφορά όπου άλλοι την χαρακτηρίζουν σαν «επιθετικότητα» ή σαν «παρεκτροπή» : 1) Την αδυναμία του να εκδηλώσει ή να επικοινωνήσει σε ψυχικό επίπεδο την εμπειρία την οποία βιώνει με αξιόπιστους, αποτελεσματικούς και κατανοητούς τρόπους. 2) Την αδυναμία να επικοινωνήσει με καθολικά κατανοητούς, αξιόπιστους και αποτελεσματικούς τρόπους. 3) Την αδυναμία του να εκδηλώσει την δυσφορία που νιώθει καθώς και τον σωματικό πόνο που βιώνει με καθολικά κατανοητούς, αξιόπιστους και αποτελεσματικούς τρόπους.

• Όταν είναι παρόντες, μην μιλάτε σε άλλους ανθρώπους γι’ αυτούς. Όταν διακρίνουμε τους ανθρώπους και διαιωνίζουμε στερεότυπα και μύθους βάσει της διάγνωσης τους, πιστεύουμε ότι έχουμε την δικαιοδοσία να μιλάμε γι’ αυτούς ενώ είναι παρόντες στη συζήτηση. Εξάλλου τι πειράζει να ανταλλάσσουμε απόψεις για την συμπεριφορά του ατόμου με τους γιατρούς, με άλλους γονείς, καθώς και με άλλα πρόσωπα όταν παρευρίσκετε στη συζήτηση επειδή είναι ανίδεο, αυτιστικό και καθυστερημένο -σωστά; Λάθος! Δεν μιλάμε μπροστά του γι’ αυτόν με τρόπο που τον πληγώνει, τον ταπεινώνει ή τον ντροπιάζει. Καλό είναι επίσης όταν αναφερόμαστε σε αυτά τα άτομα να μην λέμε «αυτιστικό αγόρι», πιο ορθό είναι να λέμε «αγόρι με αυτισμό». Με αυτό τον τρόπο στέλνουμε ένα μήνυμα υπεροχής.

• Να ενστερνίζεστε και να προσφέρετε κατάλληλες για την ηλικία του ατόμου ευκαιρίες ζωής. Ο μεγαλύτερος σκόπελος για την διευθέτηση αυτής της αρχής εξαρτάται από την δική μας στάση αλλά και από το πώς αντιλαμβανόμαστε την υποστήριξη ενός ατόμου με διαφορετικό τρόπο ύπαρξης. Όταν, λοιπόν, ένα άτομο έχει στη διάθεση του αρκετά περιορισμένες ευκαιρίες, η παιδιάστικη συμπεριφορά του εμμένει και επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο αλληλοεπιδρούμε μαζί του. Αντίθετα, αν, θεωρήσουμε δεδομένες τις διανοητικές του ικανότητες και μπορέσουμε να ερμηνεύσουμε τα σημάδια που είτε είναι κραυγές πλήξης, είτε προσβολής με επαγγελματικές επιλογές, ή με εκπαιδευτικά προγράμματα, ή ψυχαγωγικές δραστηριότητες τότε θα είμαστε σε θέση να μπορούμε να σχεδιάσουμε μαθήματα αλλά και να συνεργαστούμε μαζί του με δραστηριότητες κατάλληλες για την κάθε ηλικία.

• Να εκτιμήσετε και να σεβαστείτε το άγγιγμα καθώς και τον προσωπικό χώρο. Το άγγιγμα, καθώς και ο προσωπικός του χώρος, είναι καθαρά θέμα για τον καθένα ξεχωριστά όπου βασίζεται στην κουλτούρα μας, τις προσωπικές αντιλήψεις τις εμπειρίες σε επίπεδο σχέσεων και της ανατροφής μας. Ένα φιλικό άγγιγμα στο χέρι κάποιου μπορεί να κλονίσει το νευρικό σύστημα του αποδέκτη. Για να το αποφύγετε αυτό, θα πρέπει να δείξετε σεβασμό και να περιμένετε μέχρι να λάβετε πρόσκληση εισόδου. Προτού έρθετε σε στενότερη επαφή, η οπτική επαφή ακόμα και το άγγιγμα είναι πραγματικά επιθυμητά.

• Να αποδεχθείτε το γεγονός πως όλο περισσότερο μοιάζουμε απ’ ότι διαφέρουμε. Κλείνοντας, όταν ενστερνιζόμαστε πως η αντίληψη καθώς και η νοημοσύνη όλων των ανθρώπων είναι δεδομένη, τότε και μόνο μπορούμε να προάγουμε την μετουσίωσή της. Για να επιτευχθεί αυτό, πρέπει να συγχωρέσουμε την δική μας άγνοια καθώς και να ζητήσουμε συγχώρεση απ’ όλους όσους δεν είχαμε τόσο σε υπόληψη. Θα πρέπει να προσεγγίσετε το παιδί σας με σεβασμό, ευγενικά, μειλίχια, και να του απολογηθείτε που μιλούσατε μπροστά του που δεν θεωρούσατε δεδομένη την νοημοσύνη του και σα να απουσίαζε. Άλλωστε, ακριβώς το ίδιο δεν θα κάνατε για κάθε πρόσωπο που εκτιμάτε; Όταν τείνουμε να εκτιμάμε και να αναγνωρίζουμε την διαφορετικότατα στη ζωή μας στο πλαίσιο της συνεργασίας για το συλλογικό καλό, του αμοιβαίου σεβασμού καθώς και της πίστης στις διανοητικές ικανότητες.

Η πρώτη επαφή με το παιδί σας ξεκίνησε από την πρώτη μέρα της σύλληψής του στη μήτρα και σφραγίστηκε την πρώτη φορά που το κρατήσατε στην αγκαλιά σας και η ματιά σας έτρεξε από πάνω έως κάτω. Κάποτε μία ασθενής μου, μου είχε πει το εξής : «ένα φάρμακο μπορεί να θεραπεύσει μια πληγή, μια αγκαλιά την ψυχή». Ίσως, άθελα σας, να μην έχετε αναγνωρίσει πόσο βαθιά τον έχει επηρεάσει μια τραυματική εμπειρία, γι’ αυτό τολμήστε να ζητήσετε συγγνώμη από το παιδί σας και που ξέρετε ίσως να έρθει για πρώτη φορά να σας αγκαλιάσει ανακουφισμένο. (Σημ. για τη σύνταξη του κειμένου αντλήθηκαν πληροφορίες οι οποίες περιλαμβάνονται στο βιβλίο : «εμψυχώνοντας γονείς παιδιών με αυτισμό. Δοξάζοντας (και υπερασπίζοντας) την θέση του παιδιού σας στον κόσμο)».

Αικατερίνη Σγουράκη, ειδίκευση στη παιδοψυχολογία. Ετικέτες #Αικατερίνη Σγουράκη #Παιδοψυχολογια #Παιδοψυχιατρική #ειδική_αγωγή

Κυριακή, 08 Ιανουαρίου 2017 11:39

Κάνε παιδί μου λάθη… για να μαθαίνεις!

Effie Kyrikakis
Director of Studies, Educational Coach
Winners Education

 

Η διαδικασία ωρίμανσης κάθε έμβιου οργανισμού περιλαμβάνει αναπόφευκτα αποτυχίες. Με άλλα λόγια όλοι κάνουμε λάθη απλά γιατί είμαστε ζωντανοί και φυσικά τα παιδιά δεν αποτελούν εξαίρεση. Το θέμα είναι πώς αυτά τα λάθη θα τα βοηθήσουν να αναπτυχθούν τόσο γνωστικά όσο και συναισθηματικά.

mistakes

Σήμερα τα παιδιά μεγαλώνουν σε μια κοινωνία που τα πιέζει να είναι τέλεια, πανέξυπνα, να παίρνουν τους μεγαλύτερους βαθμούς στο σχολείο, βραβεία, υποτροφίες και σίγουρα να περάσουν σε μια καλή σχολή. Οι γονείς ενισχύουν αυτήν την πίεση στο σπίτι όταν καλύπτουν τα λάθη των παιδιών τους ή όταν διορθώνουν τις εργασίες τους για να πετύχουν καλύτερες βαθμολογίες. Το άγχος αυξάνεται όταν τα παιδιά συνεχώς επαινούνται για την ευφυΐα τους με σχόλια του τύπου «μα πόσο έξυπνος/έξυπνη είσαι».

Στο παρελθόν παιδαγωγοί δημιούργησαν συνθήκες μάθησης που αποθάρρυναν την ύπαρξη λαθών θεωρώντας ότι αν είναι επιτρεπτό στους μαθητές να κάνουν λάθη, τότε δε θα μάθουν ποτέ τη σωστή πληροφορία. Όμως, σύγχρονες έρευνες βρίσκουν την παραπάνω  υπόθεση λανθασμένη. Στην πραγματικότητα, μελέτες έχουν δείξει ότι η μάθηση βελτιώνεται όταν τα παιδιά κάνουν λάθη.

Είτε πρόκειται για εργασίες, ανάπτυξη σχέσεων φιλίας ή απλά ένα παιχνίδι, η μάθηση εμπλουτίζεται μέσω του σφάλματος. Το να κάνουν τα παιδιά λάθη είναι μια πρόκληση για να μάθουν να δρουν με διαφορετικούς τρόπους. Τα παρακινεί να δοκιμάσουν νέους δρόμους.

Effective-Feedback-

Η έρευνά  της Carol Dweck, καθηγήτριας στο πανεπιστήμιο του Stanford, δείχνει οτι ο έπαινος στα παιδιά για την ευφυΐα τους μπορεί να τα κάνει να επιμείνουν λιγότερο σε κάποια πρόκληση. Μαζί με άλλους συνάδελφους της, χώρισαν σε δύο ομάδες παιδιά της πέμπτης τάξης του Δημοτικού και τους έβαλαν κάποιες ασκήσεις. Η μία ομάδα επιβραβευόταν για την εξυπνάδα της, ενώ η άλλη για την προσπάθειά της.

Όταν ανατέθηκε στα παιδιά αυτά ένα εξαιρετικά δύσκολο τεστ, το οποίο είχε αρχικά σχεδιαστεί για παιδιά μεγαλύτερης τάξης, προέκυψε ένα εκπληκτικό αποτέλεσμα. Οι μαθητές που είχαν επιβραβευτεί  για τον κόπο τους, δούλεψαν πολύ σκληρά, παρόλο που έκαναν πολλά λάθη. Οι άλλοι που είχαν επιβραβευτεί γιατί ήταν έξυπνοι αποθαρρύνθηκαν και είδαν τα λάθη τους ως σημάδι αποτυχίας. Η πρώτη ομάδα παιδιών είχε αυξημένες επιδόσεις κατά 30%, ενώ η δεύτερη ομάδα παιδιών που επαινέθηκαν για την ευφυΐα τους είχε πτώση στην απόδοση κατά 20%.

Η δουλειά της Dweck, περιγράφεται στο βιβλίο MindSet: The New Psychology of Success, και τονίζει στους γονείς ότι η επιβράβευση άνευ όρων με τρόπο που καλύπτει τα λάθη είναι επιβλαβής για την ανάπτυξη των παιδιών. Η αβίαστη χρήση του επαίνου μπορεί να είναι τόσο ζημιογόνα όσο και η διόρθωση από εμάς των λαθών μιας εργασίας.

Τα παιδιά κάνουν πολλών ειδών λάθη. Κάποια απ’ αυτά όπως να ξεχάσουν τις ασκήσεις ή να μη διαβάσουν για ένα διαγώνισμα έχουν αναμενόμενες συνέπειες. Άλλα όμως όπως τα ψέματα, οι ζαβολιές ή οι πράξεις που επιδρούν αρνητικά σε φιλίες, έχουν περίπλοκες αιτίες και πολυσύνθετη θεραπεία. Όλα όμως τα λάθη εμπεριέχουν τον σπόρο της  μάθησης.

10 συμβουλές για να βοηθήσετε τα παιδιά σας να μάθουν από τα λάθη τους

*  Αποφασίστε να μην περιμένετε από τα παιδιά σας να να είναι τέλεια.

*   Πείτε τους με κάθε τρόπο ότι η αγάπη σας γι’ αυτά δεν υπόκειται σε όρους, και είναι ανεξάρτητη από τα λάθη τους.

*  Μη “διασώζετε” τα παιδιά από τα λάθη τους. Αντίθετα, βοηθήστε τα να επικεντρωθούν στη λύση τους.

*  Πείτε τους ιστορίες με τα δικά σας λάθη, τις συνέπειες τους και πως σας βοήθησαν.

*  Ενθαρρύνετέ τα να αναλαμβάνουν την ευθύνη για τα λάθη τους αντί να κατηγορούν τους άλλους και όταν το κάνουν, επιβραβεύστε τα για την ικανότητά τους να παραδέχονται τα λάθη τους.

*  Αποφύγετε να ανατρέχετε στα λάθη που έκαναν στο παρελθόν  και εστιάστε στα τωρινά.

*  Όταν τα βλέπετε τα δυσκολεύονται, επιβραβεύστε τα για τις προσπάθειές τους  και το κουράγιο τους να υπερνικούν τις αποτυχίες.

*  Συμβουλέψτε τα να ζητούν συγγνώμη από τρίτους που τυχόν έχουν βλάψει με τα λάθη τους.

*  Βοηθήστε τα να δουν τη θετική πλευρά του να μην τα κάνεις όλα σωστά!

* Επιλέξτε χώρους για την εκπαίδευση τους που εφαρμόζουν την «στάση ανάπτυξης», όπου τα παιδιά τα παιδιά ενθαρρύνονται να παίρνουν το δώρο από κάθε λάθος που κάνουν!

Τρίτη, 09 Αυγούστου 2016 10:12

Διαζύγιο και Παιδιά

Γράφει ο Διονύσης Σουρέλης,Ψυχολόγος, M.Sc., υπ. Διδάκτωρ συμβουλευτικής ψυχολογίας και ψυχοθεραπείας,
παν/μίου Middlesex, Λονδίνου. Εκπαιδευτής προγραμμάτων ψυχικής και κοινοτικής υγείας, παν/μίου Αιγαίου.

Το διαζύγιο είναι και αυτό ένα κομμάτι των ανθρώπινων σχέσεων, μέρος της οικογενειακής πραγματικότητας και φυσικά αποτελεί δικαίωμα των συντρόφων να το επιλέξουν. Οι συνθήκες χωρισμού ενός ζευγαριού διαφέρουν όπως διαφέρουν και τα στοιχεία της προσωπικότητας των ανθρώπων που πρέπει να τον διαχειριστούν. Όλοι αυτοί οι λόγοι καθιστούν το διαζύγιο μια πολυπαραγοντική διαδικασία που γίνεται ακόμα πιο πολύπλοκη όταν υπάρχουν ανήλικα παιδιά.

Μια λέξη κλειδί που θα μπορούσε να μας βοηθήσει είναι η ευθύνη και η ανάληψη της. Και οι δυο γονείς έχουν την υποχρέωση να είναι υπεύθυνοι για την ψυχική και σωματική υγεία των ανήλικων παιδιών τους και κατά συνέπεια θα έπρεπε να δρουν και να θέτουν τις προτεραιότητες τους σε σχέση με αυτή. Ένα διαζύγιο -και ως διαδικασία αλλά και ως ουσία- μπορεί να προκαλέσει στα παιδιά ποικίλα συναισθήματα και αντιδράσεις. Για παράδειγμα, το άγχος του αποχωρισμού κάποιου γονέα ή της συνεκτικότητας της οικογένειας, ο φόβος κατά τη διάρκεια πιθανών καυγάδων (που περιέχουν λεκτική ή σωματική βία), ο θυμός απέναντι σε κάποιον γονέα (ή και στους δύο) που το παιδί θα θεωρήσει υπεύθυνο για την διάλυση της σχέσης και κατά συνέπεια η θλίψη που μπορεί ακολουθήσει όλων αυτών είναι κάποια από αυτά.

Έτσι λοιπόν, η ποιότητα ζωής καθώς και η σωματική και ψυχική υγεία των ανήλικων παιδιών, θα πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα για τους γονείς. Ως πιο ώριμοι και ως ενήλικες πρέπει να βρουν ένα τρόπο να χτίσουν μια διαφορετικού τύπου σχέση με τον/την πρώην σύντροφο τους προς όφελος των παιδιών τους. Η σχέση αυτή θα πρέπει να δουλευτεί πάνω σε νέες βάσεις (μην ξεχνάμε ότι και οι δύο παραμένουν γονείς, άσχετα με το αν έχουν επιλέξει να χωρίσουν ως ζευγάρι) έτσι ώστε να είναι τουλάχιστον ανοιχτή σε συζητήσεις που θα έχουν ως στόχο την κοινή αλλά και σύμφωνη διαχείριση της φροντίδας των παιδιών.

Παρ’όλα αυτά πρέπει να επισημάνουμε πώς υπάρχουν πολλοί τρόποι διαχείρισης ενός διαζυγίου που σχετίζεται με ανήλικα παιδιά (κάθε ηλικίας), καθώς επίσης υπάρχουν πολλοί ειδικοί επαγγελματίες υγείας που θα μπορούσαν να βοηθήσουν εφόσον το ζευγάρι επιθυμεί μια επιστημονική προσέγγιση φροντίδας.

Newsletter Subscribe

Όλα τα νέα και οι ενημερώσεις απευθείας στο email σας.

kyklos aspros 116x100

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΨΥΧΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ

ΛΟΦΟΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

ΜΥΤΙΛΗΝΗ 81100

ppy@aegean.gr

22510 36520 - 36580

Ακολουθήστε μας

ΦΟΡΜΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ

Γενικά στοιχεία

Υπηρεσίες

Η ομάδα μας

Συνεργασίες

Γιατί να μας προτιμήσετε

Διαφημιστείτε σε εμάς

Νομικά ζητήματα

© 2021 psichologia.gr. All Rights Reserved. Designed by Kosnet.gr