×

Προειδοποίηση

JUser: :_load: Αδυναμία φόρτωσης χρήστη με Α/Α (ID): 931

Displaying items by tag: Αναμνήσεις

Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2020 18:47

Το παραμύθι μιας ανάμνησης

Κάποτε υπήρχε μια ανάμνηση, η οποία κατοικούσε στις καρδιές και στο νου των ανθρώπων, που την έζησαν.

Παλλόταν σαν σκίρτημα, αφού είχε ντυθεί τη λάμψη των γεγονότων και των συναισθημάτων, που προκάλεσε.

Και ήταν πολύτιμη σαν επιφώνημα, που ξεπεταγόταν από τα σπλάχνα όλων όσων την είχαν γευτεί.

Όλοι, επομένως, συμφωνούσαν πως επρόκειτο για μια υπέροχη ανάμνηση. Μα ενώ οι υπόλοιπες μνήμες ξεθώριαζαν με τον καιρό, εκείνη άρχιζε να μοιάζει τόσο με αγάπη, που κάθε φορά που μιλούσαν γι αυτήν, νόμιζαν πως θα περικλείσουν τον κόσμο.

Όμως ο χρόνος, γητευτής, την θάμπωσε με την ψευδαίσθηση της αιωνιότητας

-Εσύ δε θα σβήσεις ποτέ. Θα γίνεις μελωδία, παραμύθι και αντιφέγγισμα. Θα καθορίζεις εκείνους, που σε μοιράστηκαν.

Πέρασαν τα χρόνια και λιγόστεψαν οι λογισμοί και οι καρδιές που την ανάθρεφαν. Έμεινε ένας μόνο άνθρωπος, που την κουβαλούσε σαν φυλαχτό, κι ας ήταν ο τελευταίος που ζούσε από όλους εκείνους, οι οποίοι είχαν συντελέσει στη γέννηση της

Τι γίνονται άραγε οι αναμνήσεις, που ορφάνεψαν; Πού καταφεύγουν εκείνες που δεν μπορούν πια να ενώσουν κανέναν, επειδή ο θάνατος εξάλειψε τα πρόσωπα, τα οποία κατοίκησαν;

-Να πας στο Θεό, της είπε η στερνή αγάπη, που κι αυτή ξεχάστηκε στον πλανήτη τούτο, επειδή έχασε όσους την διαφέντευαν.

Ακούει Εκείνος, συνέχει τα πάντα και αναγεννά κάθε τι που υπήρξε. Δε θα σε αφήσει να ψυχορραγείς στην καρδιά του ανθρώπου που σε έζησε.

Γιατί ξέρει πως η ορφανή ανάμνηση γίνεται αγχόνη για εκείνον που την κουβαλά μονάχος και η ευτυχία, που κάποτε τη συνόδευε, αντί για παρηγοριά, γίνεται θάνατος. Να πας σε Εκείνον που είναι Ζωή και δε θα είσαι πια ανέστια. Κάποτε του ζήτησα να με γνωρίσει στους ανθρώπους και Εκείνος πέθανε για μένα.

-Θεέ μου ήρθα σε σένα γιατί είσαι αυτό που απομένει, όταν όλα τα άλλα έχουν γκρεμιστεί. Δεν είμαι παρά η αχνή ανάμνηση μιας αγάπης. Ξέρω πως σταυρώθηκες για την αγάπη, αλλά ίσως μπορείς να στρέψεις το βλέμμα σου και σε μένα, που είμαι το καθρέφτισμα της, ακόμα κι αν η ίδια έχει χαθεί.                                                                                                                                                                                             

Τους τόπους, τους ανθρώπους και τις στιγμές ενωμένους τους κρατάμε σφιχτά οι αναμνήσεις.

Είμαστε κάποτε τόσο μεγάλες και οικουμενικές, που γινόμαστε ιστορία. Κι άλλοτε γινόμαστε αδιόρατα μικρά καρφιά, πού αδιαίρετη κρατάμε την εικόνα του εαυτού, για να νομίζουν τα πλάσματα. Σου είπα πως η ύπαρξη τους έχει αιτία, καθώς πορεύεται προς στόχους, προς τα σχέδια ακόμα και προς το τέρμα. Είμαστε οι στυλοβάτες κάθε νοήματος, κάθε ερμηνείας ή προσχήματος.

Μας μοιράζονται οι άνθρωποι με τα αγαπημένα τους πρόσωπα και συνθέτουν τους προσδιορισμούς τους, μας εμπιστεύονται σε ξένους και δημιουργούν οικειότητα και κοινωνικές σχέσεις, μας εξωραΐζουν και γινόμαστε Λογοτεχνία, Τέχνη, Ποίηση

Οι αναμνήσεις ανθούν ως κοινές εμπειρίες, αλλά γίνονται τραύματα, όταν μπερδευτούν με ανάγκες, ματαιώσεις και άμυνες. Χρωματίζονται πορφυρές ή εβένινες από την έκβαση κάθε έρωτα και εορτάζουν ή πενθούν την ένωση ή την απώλεια.

Όμως δεν υπάρχουμε από μόνες μας. Χρειαζόμαστε τουλάχιστον δύο για να είμαστε ευτυχισμένες. Οι άνθρωποι πεθαίνουν και μαζί τους χανόμαστε και εμείς.

- Μη λυπάσαι, είπε ο Θεός. Τίποτα δεν πεθαίνει. Ούτε και συ. Γιατί ό,τι κι αν θυμούνται οι άνθρωποι, ό,τι κι αν αγαπούν, θυμούνται και αγαπούν πάντα Εμένα

ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΣ Π. ΠΑΠΑΝΗΣ

Published in Λογοτεχνία
Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016 13:45

Ξέσπασμα Αγάπης

Και καθώς ξετυλιγόταν μπροστά μου ο δρόμος της επιστροφής, κοίταξα αδιάφορα στον καθρέφτη του αυτοκινήτου μου.

Και λίγο πριν τη στροφή, που θα μου έκρυβε για πάντα την πόλη που αγάπησα, είδα κατάπληκτος μέσα στο μικρό κομμάτι του γυαλιού μια ολόκληρη καταιγίδα να παλεύει με τρία ουράνια τόξα και μια αέναη θάλασσα, βλοσυρή, να κατοπτρίζει την απόκοσμη μάχη. Πενιχρές ακτίνες εξαργύρωναν την ήττα του ήλιου και μια πένθιμη ριπή λεηλατούσε τα απομεινάρια της μέρας.

Κι έτσι που χάνονταν τα χιλιόμετρα βιαστικά, η μαγεία διαλύθηκε κι ο καθρέφτης δε ζωγράφιζε παρά δυο αδέσποτα δάκρυα και κάποια ανυποψίαστα λιόδεντρα και κτήρια μουντά και νοτισμένα.

Η νύχτα ήταν μπροστά μου και η ερημιά, όπως αυτή που μου άφησε η λησμονημένη πια φυγή σου. Μα ανέλπιστα εντελώς, σε μια αμετάκλητη στροφή και σε ένα δρόμο χαραγμένο με αποχαιρετισμούς, οι ουρανοί που είχα δει μέσα στα μάτια σου τα δεητικά, ήρθαν να επικαλεστούν την ταπείνωση ενός ανεξιλέωτου έρωτα και να κεντήσουν τόξα ουράνια, που αντί για χρώματα, κουβαλούσαν τις παλιές κατάρες. Είναι άραγε η αγάπη το αντίδοτο στις ιοβόλες μεταμέλειες της οικουμένης...

Κι όμως, όσο περνά ο καιρός, τόσο πιο ανυπόφορη γίνεται η σκέψη της ανθρώπινης δυστυχίας και ολοένα πιο επώδυνα τα συναισθήματα ανημποριάς που τη συνοδεύουν. Εισχωρεί παντού, από τις χαραμάδες της αδιαφορίας, σα μυρωδιά αποφοράς, σα σήψη, που μιαίνει τις ελπίδες, κολλά στο δέρμα και αδρανοποιεί τις αντιστάσεις. Τρέφεται από την άγνοια, την αλαζονεία, την έπαρση, τη δειλία, την ανασφάλεια και το φόβο. Μας περικυκλώνει αθόρυβα ή εκκωφαντικά, απειλώντας να πλήξει τις σταθερές, να καταπνίξει όσα αγαπήσαμε και να ακυρώσει τους μόχθους και τα δάκρυα των γενεών.

Συλλογική μιζέρια και κατάθλιψη, περιχαρακωμένοι ηγήτορες, απόντες πνευματικοί, επίορκοι λαοπλάνοι και ένα σύστημα που αναπαράγει πεισματικά όσα στοιχεία το οδηγούν στην εκμηδένισή του. Η υπέρβαση γίνεται συνώνυμη πια με την αναγκαιότητα.

Κανένα από τα ανθρώπινα έργα, ούτε η ποίηση, ούτε η τεχνολογία, ούτε η τέχνη, δεν έχει κάποια αξία μπροστά σε ένα παιδί που υποφέρει, και χίλιες Τζοκόντες ωχριούν στο χαμόγελο μιας μητέρας που προσέφερε παραμυθία στα βάσανά του.

Παραφωνία η γνώση που δεν κατευθύνεται στην άρση της αδικίας και γελωτοποιός ο επιστήμονας που δεν αντέχει την αρετή.

Ξέσπασμα αγάπης είναι το φάρμακο, μια παραζάλη αλληλεγγύης και επανάσταση ήσυχη σα χιόνι απρόσμενο, που βάφει όμως λευκό και γαληνεύει το πιο δύστροπο τοπίο. Περισσότερο ως έκπληξη θα φανεί, που θα μαλακώσει την οργή και θα πραΰνει την καχυποψία. Σαν τον άρρωστο που ξυπνά ένα πρωί και ο πυρετός έχει κοπάσει, γιατί το ταπεινό βοτάνι και ο λόγος και η άδολη φροντίδα είναι ιάματα της ψυχής απροσμάχητα.

Ξεσηκωμός της καθημερινότητας και μια ελάχιστη αλλαγή στη συνήθεια, στο αποδεκτό, στο τεκμηριωμένο, που θα διαβρώσει τη φαυλότητα και θα επικυρώσει τη δυνατότητα της θέλησης να αναγεννά το ετοιμοθάνατο.

Η ιστορία ποτέ δε γράφτηκε από ηγέτες εμπνευσμένους και στρατηλάτες σκληροτράχηλους, αλλά από ανθρώπους οικείους και διπλανούς, που επέλεξαν με τον πόλεμο ή την αγάπη να καταστραφούν ή να ευημερήσουν. Αλλά που τελικά δεν επέτρεψαν στις περιστάσεις να καθορίσουν τις μοίρες τους.

Published in Λογοτεχνία
Σάββατο, 21 Μαϊος 2016 21:02

Αγιάσος

26 χρόνια μετά

Ευστράτιος Παπάνης, Πανεπιστήμιο Αιγαίου
Τα χρέη στον έρωτα δεν τα σβήνει ο χρόνος, γιατί είναι οφειλές προς τη ζωή.
Αργά ή γρήγορα μια απόκοσμη δικαιοσύνη ζητά πίσω όσα χρωστάς, τη στιγμή που νομίζεις πως παραγράφησαν, ακέραια ή πολλαπλάσια, επειδή ακριβώς κάποτε στάθηκες ανίκανος να σηκώσεις το βάρος των περιστάσεων.
Ή γιατί αυτό που τότε ονόμασες συγκυρία και νομοτέλεια, παιχνίδι, στοίχημα και επιλογή δεν ήταν παρά οδύνη ασώματη, που με χίλιες μορφές σκορπίστηκε στην καθημερινότητά και στην ψυχοσύνθεση, έγινε αδιόρατη, ψήγμα αψηλάφητο, μέχρι να καταστεί τρανή και ληξιπρόθεσμη στο μέλλον.
Τα οφλήματα του έρωτα είναι απαιτητά από ένα μόνο πρόσωπο, εκείνο που πληγώθηκε από τις συμπεριφορές σου ή αυτό, του οποίου την εμπιστοσύνη καταχράστηκες.
Οι υπερφίαλοι και οι αφελείς θεωρούν πως μπορούν να εξοφλήσουν σε δόσεις ή να αποδώσουν το συναισθηματικό κεφάλαιο έντοκο σε τρίτους. Όμως, οι λογαριασμοί οι ερωτικοί είναι εγχάρακτες υποσχέσεις του πεπρωμένου και αρραγείς και ανελαστικοί.
Αν, λοιπόν, κάποτε φανούν οι δανειστές, χρόνια μετά να ταράξουν τις ισορροπίες που με κόπο, αλλά λάθρα κατοχύρωσες, μην ψάξεις για δικαιολογίες και παρακάλια και υπεκφυγές, αλλά αφέσου στην ετυμηγορία τους και φρόντισε να λατρέψεις το πρόσωπο, που με την απουσία του καθόρισε την ύπαρξή σου.

 

Αγιάσος
Στο δικό μου χωριό η αρχή συναντά το τέλος μου στο δρόμο. Και απ´ τα χαλάσματα, όσα δεν έγινα, ορμούν σε εκείνα, που κάποτε επέλεξα για μοίρα.
Στο δικό μου χωριό τα λουλούδια μυρίζουν αυταπάτη και ο χρόνος απολιθώνει στους τοίχους τις μορφές που αγάπησα
Στο δικό μου χωριό οι έρωτες πεθαίνουν σαν αληθέψουν και οι πόθοι φυτρώνουν πλάι στην ψευδαίσθηση.
Κι ο ουρανός πια μου δείχνει τη νέα πατρίδα..

Published in Λογοτεχνία
Δευτέρα, 02 Μαϊος 2016 14:19

Ταξιδιωτικές Αναμνήσεις

Υπερπλήρες το πλοίο της επιστροφής την Κυριακή του Θωμά στο νησί. Αυτή τη φορά την κατάληψη είχαν κάνει οι φοιτητές, που επέστρεφαν απρόθυμοι στα καθήκοντά τους.

Είναι αλήθεια πως τον τελευταίο καιρό το προνόμιο αυτό κατέχουν οι χιλιάδες μετανάστες, που ψάχνουν οδούς διαφυγής. Είναι εξάλλου η μοναδική στιγμή πολυτέλειας, ακόμα και αν κοιμούνται σε καθίσματα, καταστρώματα, βάρκες, τουαλέτες.
Όμως οι πραγματικοί άρχοντες, οι βασιλείς στην ταλαιπωρία, οι τρισευτυχισμένοι σε παρόμοιες καταστάσεις, οι απόλυτα προσαρμοσμένοι και εύκαμπτοι είναι οι τσιγγάνοι, που κατά ορδές επελαύνουν στα νησιά. Στο γκαράζ έντεκα άτομα χώρεσαν σε ένα ελάχιστο αυτοκίνητο μαζί με χαλιά και μπιχλιμπίδια, αδιαμαρτύρητα, παιχνιδιάρικα, ακροβατικά. Μου είπαν τη βάσκανο μοίρα μου και τους ρώτησα πώς γιόρτασαν την παγκόσμια ημέρα για τους Ρομά.. Τι είναι οι Ρομά με ρώτησαν, γεμάτοι απορία και καχυποψία. Σίγουρος είμαι πια πως όλοι όσοι ασχολούνται με προγράμματα για βελτίωση της ποιότητας ζωής των τσιγγάνων είναι ή ηλίθιοι ή απατεώνες..
Παρέες-παρέες με κιθάρες, τράπουλες, χιούμορ, ιδεολογία, αποποινικοποιημένες κουκούλες οι φοιτητές έζωναν ασφυκτικά κάθε σημείο του καραβιού. Και κατά τις δώδεκα τα μεσάνυχτα, είχαμε περάσει το κάβο ντόρο, αποκαμωμένοι μετακίνησαν τα στρώματά τους στους διαδρόμους και τους μαιάνδρους κάθε καταστρώματος.
Όδευα και γω προς την καμπίνα μου, πηδώντας πάνω από σάκους, πόδια, ροχαλητά. Στο διάδρομο ένας φοιτητής, που κρατούσε σφιχτά μια όμορφη, νεαρή κοπέλα μου λέει: Αυτή είναι η κοινωνική ανισότητα. Άλλοι στις καμπίνες και άλλοι στρωματσάδα. Πήρα την κάρτα-κλειδί της καμπίνας, του την πρότεινα και του απάντησα: Ω μείραξ, πάρε την καμπίνα και δώσε μου την αγκαλιά και τις αναπνοές της κοπέλας, που έχεις δίπλα σου.
Δεν ανταπάντησε, αλλά έσφιξε την αγαπημένη του περισσότερο.
Καθώς έκλεινα την πόρτα ένιωσα διαπεραστικό και επίμονο το βλέμμα της νεαράς να με παρατηρεί..

Ευστράτιος Παπάνης, Πανεπιστήμιο Αιγαίου

Published in Λογοτεχνία

Newsletter Subscribe

Όλα τα νέα και οι ενημερώσεις απευθείας στο email σας.

kyklos aspros 116x100

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΨΥΧΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ

ΛΟΦΟΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

ΜΥΤΙΛΗΝΗ 81100

ppy@aegean.gr

22510 36520 - 36580

Ακολουθήστε μας

ΦΟΡΜΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ

Γενικά στοιχεία

Υπηρεσίες

Η ομάδα μας

Συνεργασίες

Γιατί να μας προτιμήσετε

Διαφημιστείτε σε εμάς

Νομικά ζητήματα

© 2021 psichologia.gr. All Rights Reserved. Designed by Kosnet.gr