KosNet

KosNet

Συγγραφέας: Γιάννα Βουκελάτου

Περίληψη

Η έρευνα αναφέρεται στις εμπειρίες τριάντα θετών μητέρων και τριάντα θετών πατέρων αναφορικά με τη χρήση του παραμυθιού στη διαδικασία της ενημέρωσης του παιδιού για την υιοθεσία του. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε με τη μεθοδολογία της ποιοτικής έρευνας και τη χρήση της εις βάθους συνέντευξης. Οι μητέρες και οι πατέρες απάντησαν σε ερωτήματα που αφορούσαν τον τρόπο που ενημέρωσαν το παιδί τους για την υιοθεσία του και τον τρόπο που αντέδρασε όταν ενημερώθηκε για την υιοθεσία του. Από την ανάλυση των αποτελεσμάτων προέκυψε ότι οι θετοί γονείς που χρησιμοποίησαν το παραμύθι ως εργαλείο για την ενημέρωση του παιδιού τους είχε καλά αποτελέσματα, καθώς οι γονείς εξοικειώνονται με την ιδέα της ενημέρωσης και βοηθούνται στην έκφραση θετικών συναισθημάτων δίνοντας στο παιδί τους ερεθίσματα να ρωτά και να ζητά απαντήσεις γύρω από το θέμα της υιοθεσίας του.

Λέξεις-Κλειδιά: παραμύθι, σύμβολα, εικόνες, ψυχική διεργασία, έκφραση συναισθημάτων, προσαρμογή, ψυχική ηρεμία, καλή έκβαση υιοθεσίας.

1.     Εισαγωγή

Το παραμύθι έχει τις ρίζες του στα πολύ παλιά χρόνια, από τότε που ο άνθρωπος άρχισε να δημιουργεί πνευματικό πολιτισμό.

Το παραμύθι αποτελεί μια φανταστική λαϊκή διήγηση, ευχάριστη και ελκυστική κυρίως στα παιδιά. Από την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα τα παραμύθια πραγματεύονται θέματα της καθημερινής ζωής που απασχολούν κάθε άνθρωπο από γενιά σε γενιά, σε κάθε λαό, σε κάθε εποχή και περιγράφουν συγκρούσεις του ανθρώπινου ψυχισμού συμβολίζοντας εσωτερικές ψυχικές διεργασίες, όπως της ταύτισης και της μίμησης.

Η γνωριμία του παιδιού με το παραμύθι αρχίζει από πολύ νωρίς. Στην αρχή της ζωής του έχει τη θέση νανουρίσματος και στη συνέχεια αποτελεί διηγήσεις μυθικών ιστοριών από αγαπημένα πρόσωπα. Στα παιδιά αρέσουν πολύ οι ιστορίες με ήρωες τα ζώα, καθώς οικειοποιούνται το περιεχόμενο του παραμυθιού μέσω της εικόνας. Με το παραμύθι το παιδί εξερευνά τον κόσμο και ζητά απαντήσεις στα θεμελιώδη ερωτήματα: «Ποιος είμαι;», «Πώς γεννήθηκα;», «Που πάω;», «Τι θα κάνω στη ζωή μου;».

Το παραμύθι αποτελεί ένα πολύτιμο εργαλείο στην ενημέρωση του παιδιού για την υιοθεσία του, καθώς διευκολύνει τους θετούς γονείς να του δώσουν ποικίλα ερεθίσματα, να ρωτά και να ζητά απαντήσεις γύρω από το θέμα της υιοθεσίας του. Το παιδί καθοδηγείται μέσα από το παραμύθι να ανακαλύψει και να διαμορφώσει την ταυτότητά του, να εμπνευστεί, να αναπτυχθεί, να εξελιχθεί και να αντιμετωπίσει με ελπίδα και αισιοδοξία τη ζωή ανακατασκευάζοντας τα μοτίβα της οικογενειακής του ιστορίας ταυτίζοντας τον εαυτό του με ήρωες και συναισθήματα (Gersie, 2002).

Η παρούσα ποιοτική έρευνα προσπαθεί να προσεγγίσει το θέμα του τρόπου της ενημέρωσης του παιδιού για την υιοθεσία του μέσα από τη μελέτη περιπτώσεων θετών γονέων που χρησιμοποίησαν το παραμύθι ως μέσο για την ενημέρωση και κατανόηση του παιδιού τους για την υιοθεσία του.

2.     Το δείγμα

Το δείγμα των συμμετεχόντων στην παρούσα έρευνα αποτελείται από τριάντα θετούς πατέρες και τριάντα θετές μητέρες από διάφορες περιοχές της Ελλάδας.

3.     Η σημασία του θέματος

Το παρόν θέμα είναι μείζονος σημασίας, καθώς απασχολεί ιδιαίτερα τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας και ειδικότερα τους κοινωνικούς λειτουργούς, ψυχολόγους, παιδοψυχιάτρους και ψυχιάτρους που ασχολούνται με το θέμα της υιοθεσίας, οι οποίοι καλούνται στο πλαίσιο της υλοποίησης του θεσμού της υιοθεσίας, της συμβουλευτικής εργασίας και της θεραπευτικής παρέμβασης να υποστηρίξουν τη θετή οικογένεια και να καθοδηγήσουν τους θετούς γονείς προς ένα ασφαλή τρόπο που θα ενημερώσουν το παιδί τους για την υιοθεσία του.

4.     Στόχοι της έρευνας

Οι στόχοι της έρευνας σχετίζονται με την αξιοποίηση του παραμυθιού ως βασικού εργαλείου στον τρόπο που ενημερώνεται το παιδί για την υιοθεσία του και η αποτύπωση των σκέψεων, των συναισθημάτων, των απόψεων και των εμπειριών των θετών γονέων σε σχέση με τη χρήση του παραμυθιού ως μέσου ενημέρωσης του παιδιού τους για την υιοθεσία του.

 

5.     Θεωρητική Προσέγγιση

Η λέξη παραμύθι είναι μεσαιωνική και είναι σύνθετη από τη λέξη παρα+μύ(θος) και την κατάληξη γιώτα «-ι» (Τριανταφυλλίδης, 2007). Προσεγγίζοντας την έννοια «παραμύθι», διαπιστώνεται ότι η λέξη προέρχεται από την αρχαία λέξη «παραμύθιον» και έχει τη σημασία της φανταστικής, πλαστής ιστορίας- διήγησης, η οποία αποσκοπούσε να παρηγορήσει και να τέρψει τον ακροατή (Κριαράς, 2007). Σύμφωνα με άλλη άποψη η λέξη παραμύθι προέρχεται από τη σύνθεση του ρήματος παραμυθέομαι –ούμαι, που σημαίνει παρηγορώ, προτρέπω,  δίνω παρηγοριά, ανακουφίζω, υποστηρίζω (Μπαμπινιώτης, 2008).

Το παραμύθι έχει μια συγκεκριμένη δομή με αρχή μέση και τέλος, όπως όλα τα γεγονότα στη ζωή ενός ανθρώπου. Το παραμύθι ξεκινάει πάντα με τη φράση «Μια φορά κι έναν καιρό…» και δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Το περιεχόμενο του είναι φανταστικό, τα άψυχα ζωντανεύουν, τα ζώα παίρνουν ανθρώπινη μορφή και αποκτούν μαγικές ιδιότητες. Υπάρχει πλοκή και κορύφωση στην ιστορία. Στο παραμύθι, ο ήρωας φτιάχνει μόνος του τη ζωή του για τον εαυτό του και τους άλλους με την εσωτερική δύναμη του μυαλού του, το θάρρος, την τόλμη και την καλοσύνη του. Στο τέλος υπάρχει η κάθαρση, η λύτρωση και η θριαμβευτική νίκη του ήρωα και κατ’ επέκταση της ζωής. Η συμβολική μορφή καθιστά το παραμύθι μέσο νοητικής και συναισθηματικής σύνδεσης  μεταξύ ανθρώπων διαφορετικών ηλικιών, διαφορετικών κουλτούρων και εποχών (Cooper, 1998).

Πολλοί μελετητές έχουν ασχοληθεί με τη μελέτη των παραμυθιών τονίζοντας ότι το παραμύθι αποτελεί μέσο καλλιέργειας της φαντασίας του παιδιού και γέφυρα επικοινωνίας με τον εσωτερικό του κόσμο. Ο Σακελλαρίου (1995) αναφέρει ότι ο Jung μελετώντας τη λαϊκή λογοτεχνία επισημαίνει ότι το λαϊκό παραμύθι αποτελεί την έκφραση της λαϊκής ψυχής και του «ομαδικού ασυνειδήτου». Η Marthe Robert (1972) υποστηρίζει ότι το παραμύθι απορρέει άμεσα από την αρχέγονη ονειροπόληση, η οποία βρίσκεται κοντά στη μαγική αφήγηση και η Γεδεών (1950) αναφέρει ότι «πάνω απ’ όλα και όλους στέκει ο Νόμος της Ηθικής δικαίωσης που είναι ο παντοδύναμος νόμος». Ο Freud ήταν ο πρώτος που έδωσε ιδιαίτερο νόημα στις ατομικές αφηγήσεις, τα όνειρα και τους μύθους, προκειμένου να γίνει κατανοητή η ανθρώπινη συμπεριφορά. Η εξερεύνηση του ασυνειδήτου τον οδήγησε στο συμπέρασμα ότι το όνειρο είναι «η βασιλική οδός», που οδηγεί στο ασυνείδητο. Η Klein (1932) βασιζόμενη στην φροϋδική θεωρία, υπογραμμίζει ότι ο βρεφικός ψυχισμός είναι ο κόσμος του πρωτόγονου και του παραμυθιού, ο μαγεμένος τόπος, όπου τα ζώα μιλάνε και τα αντικείμενα έχουν ψυχή, εκεί που τίποτα δεν είναι οριστικό και μόνιμο. Μέσα από αυτόν τον κόσμο της φαντασίας και της μαγείας, το ασχημάτιστο και αδύναμο εγώ του παιδιού διαμορφώνει σιγά- σιγά, -χάρη στην προοδευτική του ανάπτυξη και με τη βοήθεια της θετικής πραγματικότητας, έναν κόσμο ισορροπίας και συνοχής, μετριάζοντας το φόβο και το άγχος, για να καταλήξει στην ενηλικίωση. O Winnicott (1995) πιστεύει ότι, αυτό που κάνει το παραμύθι σημαντικό είναι ότι καταπιάνεται με κάτι αληθινό, τρομακτικό και μη αποδεκτό και τα στοιχεία της μη αποδεκτής ανθρώπινης φύσης, αποκρυσταλλώνονται στον αποδεκτό μύθο. O Betelheim (1976) επισημαίνει την ψυχοθεραπευτική αξιοποίηση των λαϊκών παραμυθιών υποστηρίζοντας ότι τα παραμύθια αντιπροσωπεύουν την «τάξη» σε σχέση με τη σύγχυση της εσωτερικής ζωής του παιδιού. Το παιδί με τους μηχανισμούς της μετάθεσης και της προβολής ταυτίζεται με τον ήρωα και τις περιπέτειές του, συμπάσχει μαζί του και κατανοεί ότι ο αγώνας της ζωής είναι συνυφασμένος με την ανθρώπινη ύπαρξη.

Το παραμύθι με τον πλούτο των συμβόλων, των εικόνων και των μεταφορών, ανοίγει ατραπούς προς τη δημιουργικότητα και τη φαντασία του παιδιού διευκολύνοντας την έκφραση των θετικών και αρνητικών συναισθημάτων, των φόβων και των ματαιώσεων τόσο του υιοθετημένου παιδιού όσο και των θετών γονέων.

6.     Μεθοδολογία

Η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε είναι η ποιοτική έρευνα και ως μεθοδολογικό εργαλείο επιλέχτηκε η εις βάθος συνέντευξη.

Η παρούσα έρευνα προσπαθεί να αναδείξει τη σημαντικότητα της αξίας του παραμυθιού ως αποτελεσματικού εργαλείου στην ενημέρωση του παιδιού για την υιοθεσία του από τους θετούς του γονείς συμβάλλοντας στην καλή προσαρμογή του παιδιού, καθώς και στην καλή έκβαση της υιοθεσίας του γενικότερα. Επίσης, αποσκοπεί να επισημάνει την αναγκαιότητα της διαρκούς επιμόρφωσης των επαγγελματιών ψυχικής υγείας που ασχολούνται με τον θεσμό της υιοθεσίας, προκειμένου να αποκτήσουν εξειδικευμένες επαγγελματικές δεξιότητες για το θεσμό της υιοθεσίας, ώστε να είναι ικανοί να ανταποκρίνονται αποτελεσματικότερα στον ρόλο τους στο πλαίσιο της εργασίας τους με τη θετή οικογένεια.

6.1.  Ερευνητικά ερωτήματα

Τα ερευνητικά ερωτήματα επιλέχθηκαν με γνώμονα να αποτυπωθούν οι εμπειρίες, τα βιώματα, οι σκέψεις και τα συναισθήματα των συμμετεχόντων σε σχέση με τη χρήση του παραμυθιού από την πλευρά των θετών γονέων σχετικά με τον τρόπο που ενημέρωσαν το παιδί τους για την υιοθεσία του, καθώς και τα αποτελέσματα από τον τρόπο της ενημέρωσής του .

Τα ερωτήματα που απευθύνονταν στις θετές μητέρες και τους θετούς πατέρες ήταν:

 

  • Με ποιο τρόπο ενημερώσατε το παιδί σας για την υιοθεσία του;
  • Πως αντέδρασε το παιδί σας μετά από την ενημέρωση της υιοθεσίας του;

6. 2 Ανάλυση των ποιοτικών δεδομένων

Στην ποιοτική έρευνα αρχικά συλλέχθηκαν τα δεδομένα και στη συνέχεια ακολουθήθηκε η ανάλυσή τους. Η ανάλυση αναφέρεται στον τρόπο επεξεργασίας και ερμηνείας των δεδομένων που προέκυψαν από την απομαγνητοφώνηση των συνεντεύξεων. Τα βήματα που ακολουθήθηκαν για την ανάλυση και ερμηνεία των ποιοτικών δεδομένων ήταν:

  • Απομαγνητοφώνηση των συνεντεύξεων.
  • Διάβασμα του υλικού. Εξοικείωση με τα δεδομένα.
  • Κατάταξη των απαντήσεων των συμμετεχόντων και διαγραφή του υλικού που ήταν άσχετο με τους στόχους της έρευνας.
  • Ηλεκτρονικός έλεγχος του υλικού με βάση το εργαλείο ΑΤLAS.ti (Ιωσηφίδης, 2008), λόγω του μεγάλου όγκου του υλικού.
  • Κωδικοποίηση των απαντήσεων και διαμόρφωση των απαντήσεων σε κατηγορίες.
  • Ανάλυση περιεχομένου.
  • Εξαγωγή αποτελεσμάτων.

7.  Αποτελέσματα

Από την ανάλυση των δεδομένων προέκυψαν τα αποτελέσματα της έρευνας, τα οποία αναλύονται στη συνέχεια.

7.1.  Ερευνητικά Ερωτήματα

1ο Ερευνητικό Ερώτημα: Με ποιο τρόπο ενημερώσατε το παιδί σας για την υιοθεσία του;

Από τα αποτελέσματα της έρευνας προέκυψε ότι η ενημέρωση του παιδιού για την υιοθεσία του έγινε κατά κύριο λόγο στην ηλικία των τριών-τεσσάρων ετών από τη μητέρα με κάποια ιστορία ή παραμύθι με ζώα.

Η Ευρύκλεια αναφέρει ότι ενημέρωσε τον γιο της όταν εκείνος της έκανε την πρώτη ερώτηση «Ποια με γέννησε;», λέγοντας ότι «είχαμε αγοράσει όλα τα παραμύθια που κυκλοφορούσαν και του τα διάβαζα κάθε βράδυ». Η Ηλέκτρα δηλώνει ότι «από την πρώτη μέρα που πήραμε το παιδί μας στο σπίτι, άρχισα να του λέω διάφορα παραμυθάκια και είχα βγάλει μάλιστα και ένα τραγούδι που ήταν η ιστορία του και του το έλεγα στο νανούρισμα το βράδυ». Η Καλυψώ ενημέρωσε το παιδί της όταν άρχισε να της κάνει ερωτήσεις. «Έκανα ένα δικό μου παραμύθι. Ήρθαμε με τον μπαμπά σε ένα μεγάλο σπίτι που είχε κοριτσάκια…..σε είδαμε….. το έκανα και λίγο παραστατικά… «ααα! τι όμορφη που είναι!», είπαμε μόλις σε είδαμε...αυτό είναι το παιδί μας!!!». Αυτή ήταν η πρώτη ενημέρωση…. μια ιστοριούλα, ένα παραμυθάκι γύρω στα…5 ήταν. Με κοίταζε στα μάτια και φάνηκε ευχαριστημένη από τον τρόπο που μιλούσα». Η Διδώ αξιοποιώντας τη δύναμη του παραμυθιού περιγράφει το δικό της αυτοσχέδιο παραμύθι που τη διευκόλυνε να ενημερώσει την κόρη της. «Ξεκίνησα στις διακοπές το καλοκαίρι. Κοιτάζαμε τα αστέρια στον ουρανό και της είπα: «Είσαι το αστέρι μου…σε είχα δει σαν αστέρι στον ουρανό!….. για δες αυτό το αστέρι στον ουρανό…..είναι το αστέρι του νότου που είναι πάντα το πιο λαμπερό!».

Οι πατέρες από την πλευρά τους, θεωρούν ότι τα παραμύθια με θέμα την υιοθεσία έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ενημέρωση της υιοθεσίας του παιδιού τους, καθώς «άρχισαν να γίνονται τα πράγματα πιο οικεία, πιο κατανοητά και οι αντιδράσεις του παιδιού ήταν φυσιολογικές, αφού έτσι το παιδί γνωρίζει για την υιοθεσία του χωρίς να του έχει αναφερθεί η λέξη «υιοθεσία», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Περικλής και ο Ηρόδοτος συμπληρώνει ότι «του λες μια ιστορία με ζωάκια που την καταλαβαίνει». Πολλοί πατέρες υποστηρίζουν ότι η ενημέρωση πρέπει να είναι ξεκάθαρη και συμφωνούν ότι οι γονείς «οφείλουν να το πουν στο παιδί τους για να μη το μάθει από κάπου αλλού και πληγωθεί». Ωστόσο, οι πατέρες στην πλειονότητά τους αναφέρουν ότι τα παιδιά τους ενημερώθηκαν από τις μητέρες τους, λέγοντάς τους ένα παραμύθι ή μια δική τους ιστορία. Ο Δημόκριτος περιγράφει αναλυτικά τον τρόπο που η σύζυγός του ενημέρωσε τον γιο τους. «Του το είπε η μητέρα του πάρα πολύ νωρίς με κάποιο παραμύθι. Είχαμε πάρει μια ταινία με τον γουίνι που ψάχνει το γενεαλογικό του δέντρο. Ζητούσε από την μητέρα του πάρα πολύ συχνά και ιδιαίτερα τα βράδια να του διηγείται πως τον πήραμε….. και όταν έπαιρνε την ίδια απάντηση χαιρόταν πάρα πολύ και κοιμόταν ήρεμος».

Από την έρευνα προέκυψε ότι, ενώ οι πατέρες εκφράζουν την αγωνία να ενημερωθεί το παιδί τους για την υιοθεσία του, οι ίδιοι σπάνια αναλαμβάνουν πρωτοβουλία. Συνήθως, αφήνουν την μητέρα να ενημερώσει το παιδί. Ο Αριστοτέλης αναφέρει χαρακτηριστικά ότι

«το σύνθημά μας ήταν να με πάρει η σύζυγός μου τηλέφωνο όταν θα είχε πει στην κόρη μας ότι την υιοθετήσαμε, η οποία ήταν τότε 7 χρονών, λέγοντάς μου ότι «ψήθηκε το φαγητό». Της είπε μια ιστορία με ζώα και εκείνη της απάντησε: «όμως, εσύ και ο μπαμπάς είστε οι γονείς μου!...». Ήταν πιο απλό από ότι περίμενα. Μετά το τηλεφώνημα, πήγα σπίτι και φάγαμε όλοι μαζί. Ένιωθα πολύ μεγάλη ανακούφιση!».

 

2ο Ερευνητικό Ερώτημα: Πώς αντέδρασε το παιδί σας μετά από την ενημέρωση της υιοθεσίας του;

Οι μητέρες και οι πατέρες στην πλειονότητά τους αναφέρουν ότι τα παιδιά τους αντέδρασαν θετικά όταν έμαθαν για την υιοθεσία τους και εκφράζουν την άποψη ότι η χρήση του παραμυθιού τους διευκόλυνε να «το πουν» νιώθοντας στη συνέχεια θετικά συναισθήματα.

Η Αλκυνόη δηλώνει ότι «ο γιος μου το έχει δεχτεί καλά, αλλά του φαίνεται ένα θέμα μακρινό που δείχνει σα να μη το πιστεύει». Άλλα παιδιά όταν το μάθαιναν δεν είχαν καμία αντίδραση εκείνη τη στιγμή αλλά ρωτούσαν μετά από κάποιες μέρες. Μετά τις ερωτήσεις και τις απαντήσεις που έπαιρναν ήταν όλο «αγκαλιές και φιλιά». Τα παιδιά είχαν την ανάγκη να ακούσουν ότι «τα είχαν διαλέξει», ότι «θα τα αγαπούν για πάντα» και ότι «δε θα τα αφήσουν ποτέ». Η Ευνίκη θυμάται την αντίδραση του γιου της, ο οποίος ήθελε επιβεβαίωση ότι τον αγαπά, όταν την ρωτούσε πολύ συχνά «μαμά με αγαπάς;» κι εκείνη του απαντούσε πάντα με τον ίδιο τρόπο: «Ναι, πολύ!!…». Η Ευρύκλεια παρατήρησε ότι κάθε φορά που ο γιος της έκανε ερωτήσεις «μας αγκάλιαζε και τους δύο. Ήμασταν και οι τρεις μια σφιχτή αγκαλιά». ΗΛήδα αναφέρει ότι ο γιος της «αυτό που ζητάει συνέχεια είναι να ξέρει το πώς νιώθαμε εμείς. Ήθελε να νιώσει ότι τον διαλέξαμε, ότι τον αγαπάμε και ότι θα κάναμε τα πάντα, αν πήγαινε κάποια άλλη γυναίκα να τον πάρει. Θέλει να του λέμε συνέχεια, το πόσο πολύ θέλαμε να τον πάρουμε και πόσο πολύ τον αγαπάμε».

Πολλοί γονείς για πολλά χρόνια βασανίζονταν από το γεγονός ότι δεν κατάφεραν να πουν στο παιδί τους ότι έχει υιοθετηθεί, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «δεν έβγαινε από το στόμα μου», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Ευτέρπη. Ωστόσο, οι γονείς στην πλειονότητά τους επιβεβαίωσαν στο παιδί τους το γεγονός της υιοθεσίας του, όταν την πληροφορήθηκαν από τρίτους, δηλώνοντας ότι ένιωσαν «λυτρωμένοι και ανακουφισμένοι». Πολλοί, όμως, θετοί γονείς, εξακολουθούσαν να αρνούνται την υιοθεσία του παιδιού τους, επιμένοντας ότι «ήταν δικό τους παιδί», επειδή κυριαρχούσε πάντα στην ψυχή τους «ο φόβος μήπως το χάσουν».

8.     Συζήτηση και Συμπεράσματα

Τα γεγονότα καταγράφηκαν και αποτυπώθηκαν όπως τα αφηγήθηκαν οι συμμετέχοντες θετές μητέρες και θετοί πατέρες.

Τα δεδομένα της παρούσας έρευνας επιβεβαιώνουν τη χρήση του παραμυθιού από τους θετούς γονείς ως ένα διευκολυντικό και αποτελεσματικό μέσο στην ενημέρωση του παιδιού τους για την υιοθεσία του, καθώς φαίνεται ότι το παραμύθι λειτουργεί ως μεταβατικό αντικείμενο στην κάλυψη του συναισθηματικού κενού κατά την ανάπτυξη της δυαδικής σχέσης μητέρας-παιδιού.

Η ηλικία και ο τρόπος που οι γονείς ενημερώνουν το παιδί τους για την υιοθεσία του είναι από τα σημαντικότερα ευρήματα που αναδεικνύονται από την παρούσα μελέτη. Με τα ευρήματα αυτά συμφωνούν οι Watkins και Fisher (2007), οι οποίοι υποστηρίζουν ότι έρευνες και μαρτυρίες υιοθετημένων ενηλίκων αποδεικνύουν ότι είναι αναγκαίο οι θετοί γονείς να μιλούν στα παιδιά τους για την υιοθεσία τους σε όλη τη διάρκεια της παιδικής και της εφηβικής τους ηλικίας, ώστε το παιδί μεγαλώνοντας να κατανοήσει τις ποικίλες διαστάσεις της υιοθεσίας, όπως γίνεται και με άλλες έννοιες της ζωής, την αγάπη, τη δημοκρατία, το θάνατο και την υπευθυνότητα. Οι Τσιάντης και συν. (2007) και ο Αμπατζόγλου (2002) υποστηρίζουν ότι το παιδί πρέπει να ενημερώνεται όσο το δυνατόν νωρίτερα, από μικρή ηλικία και προτείνει η ενημέρωση να γίνεται με απλά λόγια που βρίσκουν οι ίδιοι οι γονείς.

Ο Βettelheim (1976), ο οποίος έχει μελετήσει την επίδραση των παραμυθιών στην κοινωνική προσαρμογή του παιδιού, επισημαίνει ότι, όταν ένα παιδί ακούει μια ιστορία, τη συνδέει διαρκώς με τις δικές του αναμνήσεις και τις εμπειρίες του. Το παιδί με τους μηχανισμούς της μετάθεσης και της προβολής ταυτίζεται με τον ήρωα και τις περιπέτειές του και συμπάσχει μαζί του. Πιστεύει ότι τα μαγικά παραμύθια, είναι αποτελεσματικά και αποτελούν φορείς αλλαγής της ατομικότητας, που βοηθούν την εσωτερική ανάπτυξη και εξέλιξη των δυνατοτήτων του ατόμου. Επίσης, υποστηρίζει πως τα παιδιά πιστεύουν στους φαντασιωσικούς γονείς, καθώς προσκολλώνται στην ιδέα ότι οι γονείς τους δεν είναι στ’ αλήθεια γονείς τους, αλλά ότι γεννήθηκαν από σπουδαίους ανθρώπους και λόγω ατυχών περιστάσεων, αναγκάστηκαν να υιοθετηθούν και να ζήσουν με ανθρώπους που παριστάνουν ότι είναι γονείς τους. Στα παραμύθια συναντώνται δύο μητρικές μορφές: μια καλή μητέρα, που τις περισσότερες φορές έχει πεθάνει και μια κακιά μητριά. Το παιδί έχει ανάγκη να διατηρήσει μέσα του την εικόνα μιας μητέρας πάντοτε καλής κι όταν ακόμη η πραγματική του μητέρα δεν είναι. Έτσι, επιτρέπεται στο παιδί να θυμώσει με την κακιά μητριά, χωρίς να αλλοιώσει την εικόνα της καλής μητέρας. Κάθε παιδί έχει ανάγκη από συναισθήματα βεβαιότητας και από σταθερά πρόσωπα αναφοράς.

Ο Πελασγός (2007) τονίζει τη θεραπευτική σημασία των παραμυθιών και αναφέρει ότι ο Giusepe Constantino από το Πουέρτο Ρίκο και η KatherinaZairk, χρησιμοποίησαν τα λαϊκά παραμύθια στη ψυχοθεραπεία παιδιών σε πολλά νοσοκομεία και ιδρύματα στις ΗΠΑ, καθώς και για τη θεραπεία ψυχωτικών παιδιών. Ο Linville (2007) πραγματοποίησε ποιοτική μελέτη με ιστορίες προσαρμογής παιδιών από την Αμερική που υιοθετήθηκαν από ρώσικα και ρουμάνικα ιδρύματα. Αρκετά θέματα που προέκυψαν από τις ιστορίες των γονέων,αφορούσαν την ανάγκη τους για υποστήριξη από κοινωνικούς φορείς που θα τους βοηθούσαν στα ζητήματα υιοθεσίας του παιδιού τους. Η Santagostino (2003) πολύ εύστοχα υπογραμμίζει ότι τα παραμύθια είναι ένα ολοκληρωμένο σεμινάριο εκπαίδευσης για τη ζωή και η ιδιαίτερη αξία τους έγκειται στο γεγονός ότι μέσα από τη γλώσσα της φαντασίας υποδεικνύεται η έξοδος από μια δραματική κατάσταση και το παιδί κατευθύνεται σε πολλαπλές προοπτικές διαχείρισης και επίλυσης δύσκολων προβλημάτων της ζωής του.

Συμπερασματικά, αναφέρεται ότι, το παραμύθι αποτελεί μια καλή προσέγγιση του τρόπου που οι θετοί γονείς ενημερώνουν το παιδί τους για την υιοθεσία του, καθώς μπορεί να αποτελέσει ένα εξαιρετικά ισχυρό και χρήσιμο εργαλείο κατανόησης της ζωής με καλά αποτελέσματα στην αποδοχή της υιοθεσίας του παιδιού και στην καλή κοινωνική προσαρμογή της θετής οικογένειας.

9.     Μελλοντικές προτάσεις

Τα αποτελέσματα της παρούσας μελέτης μπορούν να αποτελέσουν χρήσιμο υλικό, ώστε να συμβάλλουν στη μελέτη και άλλων παραμέτρων που αφορούν τον πολύπλευρο θεσμό της υιοθεσίας, όπως ο καθορισμός ξεκάθαρων και συγκεκριμένων κριτηρίων υιοθεσίας, η ψυχολογική προετοιμασία των υποψήφιων θετών γονέων, η αποτελεσματικότερη διαχείριση της ενημέρωσης της υιοθεσίας, η προσαρμογή του παιδιού στη θετή του οικογένεια, ο εκσυγχρονισμός του νομικού πλαισίου της υιοθεσίας, η διαρκής επιμόρφωση των επαγγελματιών και το άνοιγμα του πεδίου του θεσμού της υιοθεσίας στο μέλλον γενικότερα.

10.  Βιβλιογραφία Ξενόγλωσση

Βettelheim, B. (1976). Psychanalyse des contes de fees. Paris, Laffont.

Creswell, W. John. (2012). Educational Research: Planning, Conduction, and Evaluating Quantitative and Qualitative Research: Ion.

Klein, M. (1932). Die psychoanalyse des kinds. Vienne, Internationaler Psychoanalytisher Verlag, Wien.

Linville, D., & Prouty Lyness, A. (2007). « Twenty American Families’ stories of Adaptation:

Adoption of children from Russian and Romanian Institutions». Journal of marital and family therapy, Vol. 33, No 1, pp: 77-93.

 

Ελληνόγλωσση

Αμπατζόγλου, Γ. (2002). Αλλάζοντας χέρια. Θεσσαλονίκη.University Studio Press A.E.. Γεδεών, Μ. Σ. (1950). Το παραμύθι κάτω από το φως της ψυχολογίας. Περιοδικό της

Παιδείας, τομ. Δ’. Αθήνα.

Ιωσηφίδης, Θ. (2008). Ποιοτικές μέθοδοι έρευνας στις κοινωνικές επιστήμες. Κριτική.Αθήνα. Κριαράς, Εμμ. (2007). Νεοελληνικό Λεξικό. Λεξικό της Σύγχρονης Ελληνικής Δημοτικής

Γλώσσας. (Επιμέλεια Πεπελάση Ιωάννα). Εκδοτική Αθηνών. Αθήνα.

Μπαμπινιώτης, Γ. (2008). Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας. Γ’ έκδ. Αθήνα. Κέντρο Λεξικολογίας.

Πελασγός, Σ.(2007). Τα μυστικά του παραμυθά. Μαθητεία στην τέχνη της προφορικής λογοτεχνίας και αφήγησης. Αθήνα. Μεταίχμιο.

Σακελλαρίου, (1995). Το παραμύθι, χτες και σήμερα. Η ψυχοπαιδαγωγική και κοινωνική λειτουργία του. Αθήνα. Παττάκη.

Τριανταφυλλίδης, Μ. (2007). Λεξικό της κοινής Νεοελληνικής Γλώσσας. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη).

Τσιάντης, Ι., Τζίκας, Δ., Βγενοπούλου, Σ. (2007). Πως να μιλήσετε σε ένα παιδί για…(επιστημονική εποπτεία: Ιωάννης Τσιάντης). Αθήνα. Ε.Ψ.Υ.Π.Ε. Αθήνα. ΚΟΑΝ.

Μεταφρασμένη στα Ελληνικά

Bettelheim, Β. (1995). Η γοητεία των παραμυθιών. Αθήνα. Γλάρος.

Cooper, J., (1998). O Θαυμαστός Κόσμος των Παραμυθιών. Αλληγορίες της Εσωτερικής Ζωής-Πορεία προς την ωριμότητα, (2η έκδοση, μτφρ. Θύμης Μαλαμόπουλος). Αθήνα. Θυμάρι.

Εldridge, S. (1999). Τι θα ήθελα να γνώριζαν οι γονείς μου όταν με υιοθέτησαν, μτφ.

ΜαρίαΚακούρη. Αθήνα. Θυμάρι.

Gersie, A. (2002). Και η ζωή συνεχίζεται. Αθήνα. Κέδρος

Freud, S. ( 1995). Η ερμηνεία των ονείρων. (Μετφρ. Λευτέρης Αναγνώστου). Β’ έκδοση.

Αθήνα. Επίκουρος.

Robert Μarthe (1972).Roman des originesetorigines du roman. Grasset, στο GeorgesJean,(1996), H δύναμη των παραμυθιών. (Μτφρ. Μαρία Τζαφεροπούλου). Αθήνα. Καστανιώτη.

Santagostino, P.(2003). Πώς να διηγούμαστε ένα παραμύθι…και να επινοούμε άλλα εκατό,(μετφρ. Ελένη Γεωργιάδου). Αθήνα. Καστανιώτη..

Watkins, M., Fisher, S. (2007). «Μιλώντας στα μικρά παιδιά για την υιοθεσία τους», (μετφρ.Ελένη Αστερίου). Αθήνα. GEMA.

Winnicott, W.D. (1995). Συζητήσεις με τους γονείς, (γ’ έκδοση, μτφρ Γιώργος Καλομοίρης.Αθήνα. Ελληνικά Γράμματα.

 

Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2020 07:00

Γονείς στα Θρανία

Συγγραφέας: Αγγελική Βλαχοπούλου

Γονιός γεννιέσαι ή γίνεσαι; Γονιός γίνεσαι ή γεννιέσαι;

Όποια απάντηση και αν είναι η σωστή, το μόνο δεδομένο σε αυτή τη συνθήκη είναι η διαρκής εκπαίδευση που χρειάζεται ο γονέας, οι γνώσεις, οι εμπειρίες και η ώθηση για την σωστά διαπαιδαγώγηση του παιδιού.

Για ποιο λόγο λοιπόν, οι γονείς δεν εμβαθύνουν τις γνώσεις τους γύρω από τα θέματα ψυχολογίας και παιδαγωγικής; Μήπως λείπει η ενημέρωση, η ενθάρρυνση, η θετική προσέγγιση ή μήπως νιώθουν δαχτυλοδειχτουμενοι; Ποιος θα ήταν ο ιδανικός τρόπος ώστε να τους παρασύρουμε σε αυτή τη θάλασσα γνώσης περί παιδαγωγικής, ψυχολογίας και σωστής επικοινωνίας με τα παιδιά;

Τα τελευταία χρόνια τα βιβλία, το ίντερνετ, τα περιοδικά και όλα τα υπόλοιπα μέσα, έχουν αλλάξει τον τρόπο σκέψης μας, συστήνοντας μας μια νέα προσέγγιση ζωής, πιο θετική, με λιγότερο άγχος και περισσότερη ενδοσκόπηση του εσωτερικού μας κόσμου και κατ' επέκταση των παιδιών μας. Είναι πολύ σημαντικό οι γονείς να παραμένουν ανοιχτοί σε νέες γνώσεις που αφορούν την ανατροφή των παιδιών τους. Όπως ακριβώς με τον ίδιο τρόπο η νηπιαγωγός/δασκάλα/παιδαγωγός, "βουτάει" μέσα σε ένα ποτάμι από πληροφορίες, γνώσεις και τρόπους αντιμετώπισης συμπεριφορών. Διότι, γνωρίζει πως η αγάπη προς τα παιδιά είναι η βάρκα της με την οποία θα κινηθεί, αλλά χρειάζονται γνώσεις εξειδίκευσης για τον τρόπο με τον οποίο θα στρίψει το τιμόνι την κατάλληλη στιγμή.

Η εκπαίδευση των γονέων είναι από μόνο του δύσκολο έργο, καθώς χρειάζεται πρώτα από όλα να καταρριφθεί ο μύθος που θέλει τους γονείς να έχουν αρκετές γνώσεις από μόνοι τους, αλλά και την εσφαλμένη αντίληψη που επικρατεί, ότι χαρακτηρίζονται "κακοί γονείς " εάν κάποιος ειδικός παρέμβει συμβουλευτικά στον τρόπο διαπαιδαγώγησης των παιδιών τους, ώστε να επιτευχθεί ουσιαστική βελτίωση.

Ο "τέλειος γονέας" δεν υπάρχει και είναι σωστό να απομακρυνθούμε από αυτή τη σκέψη και ιδέα. Με αυτόν τον τρόπο θα πλησιάσουμε πιο κοντά στην ψυχολογία των παιδιών και στον τρόπο διαχείρισης τους. Η εφαρμογή τεχνικών θετικής ψυχολογίας στα παιδιά έχει διττό ρόλο. Όχι μόνο βοηθάει τα παιδιά , αλλά συμβάλει ουσιαστικά στην καλύτερη ψυχολογία των ενηλίκων,

καθώς μέσα από τα παιδιά ανακαλύπτουμε τον δικό μας εαυτό και τις δικές μας ανάγκες. Γίνεται φανερό πως η συμπεριφορά των παιδιών μας, αντικατοπτρίζει τον τρόπο που έχουμε μάθει να λειτουργούμε δημιουργώντας, άθελά μας , τα πρότυπα μίμησης που τελικά ακολουθούν.

Στο σημείο αυτό να τονίσουμε πως και εμείς οι ίδιοι ακολουθούμε τα πρότυπα στα οποία μεγαλώσαμε και λειτουργούμε αναλόγως των περιβαλλοντικών επιρροών που δεχτήκαμε. Οπότε, η πρόθεση να "δειχτεί με το δάχτυλο " ο γονέας δεν υπάρχει καθώς αυτό θα οδηγούσε σε στιγματοποιηση του τρόπου με τον οποίο τον ανάθρεψαν οι δικοί του γονείς. Ο κάθε ένας από εμάς κουβαλάει το παρελθόν του σε συνδυασμό με τα παιδικά του βιώματα, χαράζοντας το δικό του μονοπάτι. Βασιζόμενος σε αυτά, πολλές φορές άθελά του, λειτουργεί υποσυνείδητα με τον ίδιο τρόπο που μεγάλωσε , δημιουργώντας μια κυκλική πορεία ανάμεσα σε αυτά που έχει ως βιώματα και στον τρόπο που συμπεριφέρεται ως γονέας. Η πορεία αυτή διακόπτεται όταν αντιλαμβάνεται το μοτίβο που ακολουθεί αλλά και όταν αναζητεί την ομαλή εξέλιξη του παιδιού του , ακόμη και όταν διαφοροποιείται από την δική του.

Συνειδητοποιώντας όλα αυτά , ο γονέας βρίσκει μια μεγάλη γκάμα πληροφοριών και γνώσεων Μέσα από ειδικούς (ψυχολόγους, συμβούλους, παιδαγωγούς), εξειδικευμένα σεμινάρια, βιωματικά σεμινάρια, ομάδες υποστήριξης, βιβλία, άρθρα, διαλέξεις και ότι άλλο μπορεί να νιώσει ο ίδιος ότι του είναι εύκολο να συμμετέχει. Βασικό στοιχείο στην δια βιου εκπαίδευση του γονέα, θα μπορούσε να αποτελέσει μια "συνθήκη υποστήριξης ". Με αυτή τη συνθήκη ο ειδικός υποστηρίζει την προσπάθεια του γονέα και ο ίδιος δε νιώθει ότι ασκείται κριτική εις βάρος του. Εξάλλου είναι ευρέως γνωστό ότι οι ειδικοί που περιβάλλουν το παιδί έχουν ως κύριο μέλημα, την ψυχική του ισορροπία , το οποίο υπερβαίνει κάθε ανάγκη για κριτική στους γονείς, η οποία και δεν υφίσταται .

Συνοψίζοντας, είναι σωστό να εστιάσουμε στην θετική επίδραση που έχουν οι γνώσεις που λαμβάνουν οι γονείς σε θέματα παιδαγωγικής, πάνω στην ανάπτυξη των παιδιών του. Ο κάθε γονέας μπορεί να επιλέξει τον τρόπο που θα το πραγματοποιήσει, έχοντας πάντα ως κύριο στόχο την σωστή και ισορροπημένη ψυχική ανάπτυξη τους, πλάθοντας παιδιά που θα γίνουν ενήλικες συναισθηματικά ώριμοι με γερές βάσεις.

Συγγραφέας: Μαρία Μωραΐτη

Msc Κοινωνική Λειτουργός Κατηγορία: Ψυχολογία

Η επικέντρωση στην απόκτηση γνώσεων έχει ως απόρροια την παραμέληση της καλλιέργειας ικανοτήτων και δεξιοτήτων σε κοινωνικούς και συναισθηματικούς τομείς από νεαρή ηλικία. Αυτό συνεπάγεται με την παγιωμένη εκπαιδευτική κοινωνική πολιτική που στηρίζεται αποκλειστικά στη γνωστική νοημοσύνη (IQ). Η συναισθηματική νοημοσύνη (EQ) είναι μια σχετικά νέα έννοια που έχει στόχο να περιγράψει τα χαρακτηριστικά που διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη ζωή του ανθρώπου. Μάλιστα, ως τις αρχές της δεκαετίας του 1990 τα ευρήματα των μελετών επιβεβαίωναν αποκλειστικά τη ύπαρξη της γνωστικής νοημοσύνης, αποκλείοντας την ύπαρξη νοημοσύνης διαφορετικής από τη γνωστική (Καφέτσιος, 2003).

Στο σημείο αυτό έγκειται και η περεταίρω εξέταση της συνεισφοράς της συναισθηματικής νοημοσύνης, συνδυάζοντάς την με την εκπαίδευση, έναν τομέα με αυξημένη ζήτηση επιστημονικού ενδιαφέροντος, γύρω από τον οποίο έχουν αναπτυχθεί ποικίλες θεωρίες και μοντέλα που στρέφονται όμως γύρω από την αντιμετώπιση δυσκολιών, όπως παραδείγματος χάρη οι μαθησιακές δυσκολίες, ή ο σχολικός εκφοβισμός, σε αντίθεση με το μελετώμενο θέμα το οποίο φέρει στο προσκήνιο την καλλιέργεια της ενσυναίσθησης και των συναισθημάτων στους μαθητές, ώστε σταδιακά να κατακτήσουν δεξιότητες όπως η επικοινωνία, η προσωπική ευθύνη, η ομαλή επίλυση συγκρούσεων και η αποδοχή του εαυτού, έννοιες με θετικό πρόσημο για την ανάπτυξή τους, οι οποίες ενδεχομένως και να προλαμβάνουν την εκδήλωση αρνητικών φαινομένων (Goleman, 1998).

Σύμφωνα με τους Piaget και Wechsler στον δυτικό κόσμο, η μελέτη των ανθρώπινων ικανοτήτων έχει παραδοσιακά επικεντρωθεί σε νοητικές και γνωστικές ικανότητες, καθώς και στις προσαρμοστικές τους χρήσεις (Chan, 2005). Η γνωστική νοημοσύνη (IQ) θεωρείται καθοριστικός παράγοντας της επιτυχημένης σχολικής επίδοσης. Τα τελευταία χρόνια, έχουν αναδυθεί πιο περιεκτικές προσεγγίσεις σε ό,τι αφορά τη νοημοσύνη, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και αυτές των Gardner και Sternberg (Chan, 2005). Σε αυτό το πλαίσιο, η συναισθηματική νοημοσύνη έχει κερδίσει έδαφος, υπογραμμίζοντας τη σημασία της στην ανάπτυξη του ατόμου και τη διαχείριση των συναισθημάτων. Η συναισθηματική νοημοσύνη αξιώνει την ενσωμάτωση της στην εκπαίδευση και την εισαγωγή της στα σχολικά προγράμματα.

Η συναισθηματική νοημοσύνη σύμφωνα με τους Salovey & Mayer (1990) ορίζεται ως η ικανότητα να μπορεί κάποιος να παρακολουθεί και να ρυθμίζει τα συναισθήματα του αλλά και αυτά των άλλων και να τα χρησιμοποιεί ως οδηγό για σκέψη και δράση. Υποστήριξαν ότι υπάρχει ένα είδος νοημοσύνης, διαφορετικό από τη γνωσιακή ευφυΐα, που μπορεί να μετρηθεί με αξιόπιστο τρόπο. Σε αντίθεση με τη γνωστική νοημοσύνη (IQ) που αναπτύσσεται τα πρώτα χρόνια της ζωής, η συναισθηματική νοημοσύνη μπορεί να αναπτυχθεί καθ' όλη τη διάρκειά της. Η ανάπτυξη και η καλλιέργεια στοιχείων της ξεκινάει στα πρώτα στάδια της ζωής και συνεχίζει να διαμορφώνεται κατά τη διάρκεια της σχολικής ηλικίας (Ioannidou & Konstantikaki 2008).

Σύμφωνα με την Πλατσίδου (2004) από τις περισσότερες θεωρίες που έχουν διατυπωθεί αντιμετωπίζεται ως μια σύνθετη έννοια που περιλαμβάνει ικανότητες, χαρακτηριστικά, και δεξιότητες και με κριτήριο το πεδίο εστίασης ταξινομούνται σε τρείς κατηγορίες: α) Θεωρίες ικανότητας: η συναισθηματική νοημοσύνη λογίζεται ως συνδυασμός ικανοτήτων προσαρμογής και χαρακτηριστικών προσωπικότητας (θεωρία Mayer, Salovey& Caruso), β) Θεωρίες με πλαίσιο την προσωπικότητα: εδώ θεωρείται ως συνδυασμός ικανοτήτων προσαρμογής και χαρακτηριστικών προσωπικότητας (θεωρία Bar-On) και γ) Θεωρίες επίδοσης: εξηγούν και προβλέπουν την αποτελεσματικότητα στην εργασία με βάση την οργάνωση του ατόμου (θεωρία Goleman). Τα ψυχομετρικά εργαλεία διαχωρίζονται σε τρεις κατηγορίες. Η πρώτη αφορά τις αυτοαναφορές, τα χαρακτηριστικά δηλαδή που συνδέονται με τη συναισθηματική νοημοσύνη, όπως για παράδειγμα η ενσυναίσθηση (emotional quotient inventory Bar-On test). Η δεύτερη κατηγορία σχετίζεται με την αντικειμενική μέτρηση των γνωστικών ικανοτήτων (Mayer, Salovey, Caruso emotional intelligence test) (Mayer, Caruso&Salovey, 1999). Η Τρίτη κατηγορία αφορά τις αναφορές τρίτων προσώπων (γονείς, εκπαιδευτικοί), οι οποίοι εκτιμούν τις ικανότητες και τα χαρακτηριστικά κάποιου παιδιού (emotional competence inventory).

Συνοψίζοντας, η συμβολή της συναισθηματικής νοημοσύνης στη σχολική  επίδοση των παιδιών είναι καίριας σημασίας και θα πρέπει να διερευνηθεί περεταίρω, καθώς τα ερευνητικά δεδομένα για τη συνεισφορά της είναι ελάχιστα. Η ενσυναίσθηση, που αποτελεί τη βάση της συναισθηματικής νοημοσύνης ενισχύει η ικανότητα των παιδιών να κατανοούν τα  συναισθήματα των άλλων, να αναλαμβάνουν ευθύνες και να επιλύουν με διάλογο τις συγκρούσεις τους.

Βιβλιογραφικές Πηγές:

Goleman, D.(1998). «Η Συναισθηματική Νοημοσύνη. Γιατί το EQ είναι  πιο σημαντικό από το IQ» (μτφρ. Παπασταύρου, Α.) Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα

Καφέτσιος, Κ.,(2003) «Ικανότητες Συναισθηµατικής Νοηµοσύνης: Θεωρία και εφαρµογή στο εργασιακό περιβάλλον». Ελληνική Ακαδηµία

∆ιοίκησης Επιχειρήσεων (2)σ. 16-25

Πλατσίδου Μ., (2004). «Συναισθηματική νοημοσύνη: Σύγχρονες προσεγγίσεις μιας παλιάς έννοιας», Επιστήμες Αγωγής (1) σ. 1-13 Διαθέσιμο                                                                                                             στο:

https://www.researchgate.net/profile/Maria_Platsidou/publication/255730 551_Synaisthematike_Noemosyne_Synchrones_prosengiseis_mias_palaia s_ennoias/links/0046352095d556f7f5000000/Synaisthematike- Noemosyne-Synchrones-prosengiseis-mias-palaias-ennoias.pdf

Chan D., (2005).“Self-Perceived Creativity, Family Hardiness, and Emotional Intelligence of Chinese Gifted Students in Hong Kong” The Journal of Secondary Gifted Education Vol. XVI, No. 2/3 p.1-10

Ioannidou F.,, Konstantikaki V., (2008) Empathy and emotional intelligence: What is it really about? International Journal of Caring Sciences 1(3)p.118–123

Salovey, P. & Mayer, J.D. (1990). “Emotional intelligence” Vol. 9 Issue. 3 SAGE Journals p. 185-211 https://doi.org/10.2190/DUGG-P24E-52WK- 6CDG

Συγγραφέας: Χρυσούλα Ποζίδου Στολτίδου

Εκπαιδεύτρια Ενηλίκων ΕΟΠΠΕΠ

Η ενθάρρυνση είναι η διαδικασία με την οποία βοηθάμε το παιδί να σταθεί στη ζωή με κουράγιο και αίσθηση ικανότητας δράσης. Αυτό θα το καταφέρει ένα παιδί βλέποντας τον εαυτό του ω ένα όν ικανό να αξιολογεί αποτελεσματικά και κατάλληλα αυτά που συμβάινουν στην ζωή του και να εξελίσσεται προς το καλύτερο. Έτσι το παιδί έχει θετική και ρεαλιστικη εικόνα για τον εαυτό του που τον συνδέει με τους άλλους ανθρώπους. Ένα παιδί είναι ενθαρρυμένο, όταν νιώθει ότι μπορεί να αξιολογεί αποτελεσματικά την πραγματικότητα της ζωής, όταν νιώθει ότι αντέχει στις δυσκολίες και ότι εξελίσσεται προς το καλύτερο, όταν είναι θετικά συνδεδεμένο με το κοινωνικό του περιβάλλον.

Οι συνηθισμένες μέθοδοι ανατροφής των παιδιών συγκεντρώνουν την προσοχή στην υπερπροστασία, κρατώντας το παιδί εξαρτημένο, βάζοντας πρότυπα απραγματοποίητα και υποκινώντας τον ανταγωνισμό. Οι παράγοντες αυτοί είναι σχεδόν βέβαιο ότι δημιουργούν αποθαρρυμένα παιδιά. Αντί γι’ αυτό ο γονιός πρέπει να μάθει να μιλάει λιγότερο και να σταματήσει ολότελα τις αρνητικές παρατηρήσεις για το παιδί σαν άτομο. Φυσικά θα νιώθει πώς υπάρχουν στιγμές που στις οποίες θα νιώσετε δυσαρεστημένος με τις πράξεις του παιδιού. Θα πρέπει όμως να ξεκαθαρίζετε στο παιδί, ότι αν και δεν εγκρίνετε την πράξη του, εξακολουθείτε να το εγκρίνετε σαν άνθρωπο. Να δίνετε το μήνυμα: ΄΄ Δεν μου αρέσει αυτό που κάνεις, αλλά εξακολουθώ να σ’αγαπώ΄΄.

Οι βασικές μέθοδοι ενθάρρυνσης περιλαμβάνουν τις ακόλουθες γραμμές:

 

  • Εκτιμείστε και παραδεχτείτε το παιδί όπως είναι
  • Μπορείτε να καλλιεργήσετε το αίσθημα της ασφάλειας μόνο όταν εκτιμάτε ειλικρινά τον άνθρωπο στο σύνολο του. Αυτό σημαίνει ότι θα δεχτείτε το παιδί όπως ακριβώς είναι, με όλα του τα λάθη. Αν και οι γονείς πιστεύουν ότι εκτιμούν το παιδί, και ίσως του το λένε με λόγια, συχνά όμως τα μηνύματα που εκπέμπουν στο μη λεκτικό, όπως είναι ο τόνος της φωνής, οι πράξεις, οι εκφράσεις ή ακόμα και οι ματιές, αποτελούν για το παιδί ενδείξεις ότι δεν ικανοποιεί τις προσδοκίες των γονιών του.
  • Όταν το παιδί δε φέρεται σύμφωνα με τις προσδοκίες σας, εσείς πρέπει να το βοηθήσετε να καταλάβει ότι η αποτυχία του οφειλόταν σε έλλειψη ετοιμότητας ή ικανότητας, αλλά ότι αυτό δεν μειώνει με κανένα τρόπο την αξία του σαν άνθρωπο.
  • Χρησιμοποιείστε λέξεις που καλλιεργούν στο παιδί την αυτοεκτίμηση και την αίσθηση ότι τα καταφέρνει.
  • Σπάνια οι γονείς συνειδητοποιούν πόσο σημαντικό ρόλο παίζουν οι αλληλεπιδράσεις που έχουν με τα παιδιά τους στο λεκτικό. Έχετε μεγάλες δυνατότητες και αναρίθμητες ευκαιρίες να καλλιεργήσετε στο παιδί σας το αίσθημα του αυτοσεβασμού και της επάρκειας, δείχνοντας την ικανοποίηση σας για οποιοδήποτε επίτευγμα ή προσπάθεια που κάνει το παιδί. Όταν το παιδί αντιμετωπίζει μια ιδιαίτερα δύσκολη δουλειά, μπορείτε να το βοηθήσετε να την ετοιμάσει δίνοντας του το μήνυμα ότι ΄΄ μπορείς να τα καταφέρεις ΄΄. Ακόμα και αν δεν τα καταφέρει τέλεια, θα πρέπει να βεβαιωθείτε ότι το παιδί ξέρει πώς δεν έχει ξεπέσει στην εκτίμηση σας.
  • Συχνά τα παιδιά θα πάρουν μέρος σε παραστάσεις, σε αθλητικούς αγώνες ή διαγωνισμούς, όπου παρίστανται και οι γονείς. Όσες φορές το παιδί δεν τα καταφέρει πολύ καλά, θα πρέπει να του δώσουμε το μήνυμα ότι η στάση σας είναι: ΄΄ όλοι κάνουμε λάθη. Σε βοηθάνε να μάθεις ΄΄, ΄΄ είμαι ικανοποιημένος που συμμετείχες ΄΄κλπ.
  • Η επιστήμη μας έχει βοηθήσει να εμβολιάσουμε το παιδί για πολλές αρρώστιες. Αλλά κανένα τέτοιο μαγικό φάρμακο δεν υπάρχει που να προστατεύει το παιδί από την αποτυχία και τη δυστυχία.
  • Δείξε εμπιστοσύνη στο παιδί ώστε να μπορέσει να πιστέψει στον εαυτό του
    • Το παιδί πρέπει να νιώσει ότι είναι ένα σημαντικό μέλος της οικογένειας και ότι αξίζει περισσότερο από οποιοδήποτε πρόβλημα στο οποίο μπορεί να εμπλακεί. Για παράδειγμα, σε περιπτώσεις οικονομικών δυσκολιών, οι γονείς συνήθως παραπονιούνται για το πόσο κοστίζει να θρέψεις, να ντύσεις και να στείλεις το παιδί στο σχολείο. Αυτό μπορεί να κάνει το παιδί να αναρωτηθεί αν πραγματικά το εκτιμούν, με όλα αυτά τα παράπονα που εκφράζουν.
  • Θα πρέπει να βοηθάμε το παιδί να πιστέψει στις ικανότητες του. Και αυτό σημαίνει ότι πρέπει να έχετε το θάρρος να το αφήσετε να προσπαθήσει ξανά. Μπορείτε να θυμάστε τις παλιές του επιτυχίες, ποτέ όμως δεν πρέπει να του φορτώνετε το βάρος των λαθών του παρελθόντος.
  • Προγραμματίστε για το παιδί διάφορες εμπειρίες που είναι σίγουρο ότι θα έχουν επιτυχία
  • Το να προγραμματίζετε την επιτυχία ίσως σημαίνει και να τροποποιήσετε τις απαιτήσεις σας ώστε η επιτυχία να είναι πάντα δυνατή. Στις τακτικές συγκεντρώσεις της οικογένειας οι γονείς θα πρέπει να προσέχουν και να προγραμματίζουν εμπειρίες για μάθηση μέσα στην οικογένεια, εμπειρίες που βοηθάνε το παιδί να καλλιεργήσει μια θετική εικόνα για τον εαυτό του. Μπορείτε να βοηθήσετε το παιδί να διαλέξει εργασίες που νιώθει ότι θέλει να κάνει, και ότι θα μπορέσει να τις κάνει σωστά. Έτσι, του δίνετε την ευκαιρία να δείχνει τακτικά την ικανότητα του και να πετυχαίνει. Αν και το παιδί μπορεί να διδαχτεί από τις φυσικές συνέπειες ενός λάθους, είναι εξίσου σημαντικό να προγραμματίζετε επιτυχημένες εμπειρίες που θα του καλλιεργήσουν την αυτοπεποίθηση, δηλαδή μια θετική εικόνα του εαυτού του.

Εκτός από τις μεθόδους συναντάμε και πολλά εμπόδια στην ενθάρρυνση των παιδιών, όπως:

  • Είναι πάρα πολύ δύσκολο να καλλιεργήσουμε μια ενθαρρυντική σχέση με το παιδί μας, κυρίως για όσους από μας ανατράφηκαν με αυταρχική παράδοση, που τόνιζε υπερβολικά την ανάγκη της υπεροχής, την ανάγκη να είμαστε ανώτεροι από τους άλλους. Ο προσανατολισμός αυτός μας έκανε να θεωρούμε την ανεπάρκεια και την αποτυχία μας να συμμορφωθούμε, σαν παραβιάσεις των απαιτήσεων και των υποχρεώσεων μας απέναντι στην κοινωνία. Η δημοκρατική αντιμετώπιση στις ανθρώπινες σχέσεις δεν περιμένει από το παιδί περισσότερα από αυτά που μπορεί να δώσει.
  • Πρέπει να παραδεχτούμε ότι και από την φύση και από την παράδοση είμαστε καλύτερα προετοιμασμένοι για να αναζητάμε το λάθος, να ταπεινώνουμε και να απαιτούμε. Η αναζήτησή του λάθους και η συμπεριφορά που ταπεινώνει, εκδηλώνονται συνηθέστερα όταν νιώθουμε ότι απειλείται το γόητρο και η θέση μας. Έχουμε περισσότερο την τάση να αποθαρρύνουμε, όταν νιώθουμε ότι το παιδί χαλάει την εικόνα που θέλουμε να έχουμε εμείς οι ίδιοι για τον εαυτό μας. Έτσι σαν ενήλικες, πρέπει να δούμε τις δικές μας ανταγωνιστικές σχέσεις με τους άλλους, και μέσα στην οικογένεια και στην κοινότητα.
  • Μήπως νιώθουμε ότι το παιδί μας πρέπει να είναι ένα προϊόν που μας κάνει να φαινόμαστε καλοί;
  • Μήπως μας απασχολεί υπερβολικά η ανάγκη να είμαστε οι καλύτεροι γονείς;
  • Για να βρούμε τα θετικά σημεία του παιδιού, πρέπει να καλλιεργήσουμε μια νέα, αισιόδοξη σχέση, που να βασίζεται στο θάρρος του ενήλικου να μην είναι τέλειος, και να αντλεί ικανοποίηση από τη δική του πρόοδο σαν γονιός. Αν δεν δώσουμε εμείς το παράδειγμα, τα παιδιά μας δε θα καλλιεργήσουν το θάρρος να μην είναι τέλεια.

Συγγραφέας: Χρυσούλα Ποζίδου Στολτίδου

Η έννοια της ομάδας είναι συνυφασμένη με την ανθρώπινη φύση. Κάθε άνθρωπος γεννιέται μέσα σε μία ομάδα την οικογένεια, μεγαλώνει σε ομάδες, όπως είναι το σχολείο του, η τάξη του, η παρέα του, αργότερα στην ενήλικη ζωή του δραστηριοποιείται σε ομάδες διαφόρων ειδών. Σε κάποιες από αυτές τις ομάδες θα μπεί είτε ως νέο μέλος, όπως παράδειγμα σε μία ομάδα εργασίας ή σε μία επιτροπή, είτε το ίδιο το άτομο θα δημιουργήσει τη δική του νέα οικογένεια, είτε μια νέα παρέα ή ακόμη και ένα σύλλογο ή έναν οργανισμό στον οποίο θα είναι ιδρυτικό μέλος.

Η ομάδα είναι ένα σύνολο ατόμων, που έχουν ένα ή περισσότερους κοινούς στόχους ή κίνητρα, τα οποία επικοινωνούν μεταξύ τους και συνδέονται με σχέση συναισθηματικής αλληλεπίδρασης και αλληλεξάρτησης. Η αλληλεπίδραση αναπτύσσεται και πυκνώνει μέχρι περίπου τα 8 έως τα 10 άτομα. Πέρα περίπου από αυτό το όριο και μέχρι περίπου τα 15, η αλληλεπίδραση αναπτύσσεται με βραδύτερο ρυθμό. Με τα περισσότερα μέλη από 16-18 είναι πιο δύσκολο. Σε μεγαλύτερα κοινωνικά σύνολα υπάρχει συνοχή όχι λόγω της αλληλεπίδρασης αλλά στην κοινή σχέση που δημιουργείται ανάμεσα στον καθένα και σε κάτι που βρέσκεται έξω από την ομάδα (Ισχυρός ηγέτης).

Κάθε ομάδα είναι διαφορετικη, όπως και κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός, κάθε άνθρωπος έχει διαφορετική προσωπικότητα, φυλή, γένος, κουλτούρα, ευφυΐα, ύψος, βάρος κλπ., κατά τον ίδιο τρόπο υπάρχουν χαρακτηριστικά που διαφοροποιούν τις ομάδες, αφού επιδρούν στον τρόπο που αυτές λειτουργούν και αποδίδουν. Τέτοια χαρακτηριστικά των ομάδων είναι τα εξής, φύση και καταγωγή, το μέγεθος, η δομή της.

Τα οφέλη της συμμετοχής του ατόμου σε μία ομάδα είναι πολλά. Τα πρώτα χρόνια της ζωής του ατόμου, θεμελιώνεται η συμμετοχή του στην ομάδα και η διαμόρφωση

μέσω της ένταξης του σε διάφορες ομάδες. Κατά την είσοδο του στην ομαδα υπάρχει διαμορφωμένη προσέγγιση η οποία γίνεται μέσω του συναισθήματος (θετικό ή αρνητικό). Η απόφαση για την δραστηριοποίηση ή όχι μέσα σε ομάδες προϋποθέτει τον υπολογισμό του οφέλους σε αντιπαράθεση με το κόστος. Οι ομάδες είναι πιθανό να έχουν θετική επίδραση τόσο στην επίτευξη του αποτελέσματος όσο και στην ικανοποίηση των μελών της. Από την άλλη μεριά, είναι επίσης πιθανό οι ομάδες να δημιουργήσουν καταστάσεις οι οποίες μειώνουν τα κίνητρα των μελών και συνεπώς το αποτέλεσμα της ομάδας. Η ύπαρξη ομάδων θεωρείται ότι έχει επιφέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα όταν κατορθώνει να μεγιστοποιεί την απόδοση των μελών της μέσα από την αύξηση της προσπάθειας του κάθε μέλους, της προσωπικής του ικανοποίησης, της συγκέντρωσης και του συνδυασμού των διαφόρων δυνατοτήτων.

Έχει αποδειχτεί ότι η δραστηριοποίηση μέσα σε ομάδα αυξάνει τα κίνητρα και την απόδοση των μελών της. Η ερμηνεία αυτού του φαινομένου στηρίζεται στο γεγονός ότι η παρουσία άλλων ατόμων και η συνεργασία μεταδίδουν ενέργεια στα άτομα, καθώς επίσης και στο γεγονός ότι μια ομάδα η οποία χαρακτηρίζεται από αρμονική σύνδεση των μελών της και από θετικό κλίμα, ωθεί και παρακινεί τα μέλη της πιο αποδοτική και αποτελεσματική δουλειά. Κάθε άτομο προσπαθεί να καλύψει όσο το δυνατόν καλύτερα τις ανάγκες του, ανάμεσα στις οποίες είναι και η ανάγκη του

«ανήκειν». Η συμμετοχή μέσα σε ομάδα δίνει τη δυνατότητα κάλυψης αυτής της ανάγκης. Βοηθάει στη μείωση κάθε είδους πλήξης και ανίας ενώ παράλληλα αυξάνει το αίσθημα της αξιοπρέπειας και της προσωπικής αξίας. Τα άτομα που δρουν μέσα σε ένα ευχάριστο ομαδικό περιβάλλον υπερνικούν κάθε είδος stress και άγχους, απολαμβάνουν το αίσθημα της δημιουργίας και συνεπώς αντλούν ικανοποίηση μέσα από το έργο με το οποίο ασχολούνται.

Πολλές φορές η απόφαση είναι αποτέλεσμα της διαδικασίας “brainstorming” – σειρά από αυθόρμητες σκέψεις και προτάσεις των μελών της ομάδας. Κάθε μέλος εκφράζει τις απόψεις του με βάση τις προσωπικές του εμπειρίες και γνώσεις και τις δικές του ικανότητες. Δίνεται, λοιπόν, η ευκαιρία για το ίδιο θέμα να ακουστούν πολλές απόψεις, πολλές διαφορετικές προτάσεις και γενικά να υπάρχει μία σφαιρική και όχι μονόπλευρη αντιμετώπιση του θέματος.

Τα κόστη συμμετοχής του ατόμου στην ομάδα είναι πολλά. Οι συνήθεις λόγοι που καθιστούν την ομάδα αρνητικό στοιχείο στην απόδοση του έργου είναι κυρίως η κάλυψη της προσωπικής προσπάθειας και συμβολής από ολική προσπάθεια, η αποκόμιση των ωφελειών που επιφέρει η ομαδική δουλειά από μεμονωμένα άτομα καθώς και το κόστος χρόνου και ενέργειας που προϋποθέτει ο συντονισμός μίας ομάδας. Αναλυτικά, είναι δυνατό πολλές φορές σε μία ομάδα, όπου τα μέλη της δεν ‘‘έχουν δέσει’’ αρμονικά είτε λόγω μορφωτικού επιπέδου, είτε λόγω προσωπικών χαρακτηριστικών και δυνατοτήτων, άτομα με αξιόλογη προσωπικότητα και έντονη δράση, να βλέπουν την προσπάθειά τους και τη συμβολή τους να χάνεται μέσα στο γενικό σύνολο και τη γενική εικόνα που προβάλλει η ομάδα προς τα έξω. Συναντάμε, δηλαδή, στην περίπτωση όπου η δράση μέσα στην ομάδα αντί να παρακινεί τα μέλη, αντίθετα τα εγκλωβίζει μέσα στους χαλαρούς ρυθμούς της και τα οδηγεί σε μειωμένη απόδοση (απόδοση κάτω των δυνατοτήτων τους).

Ένα άλλο αρνητικό φαινόμενο είναι η αποκόμιση από μεμονωμένα άτομα των ωφελειών που προκύπτουν από τη δραστηριοποίηση μέσα σε ομάδες. Είναι πιθανόν ορισμένα άτομα να μην συμβάλουν εξίσου στην ομαδική δουλειά, να μην κοπιάζουν, να μην διεκπεραιώνουν το έργο που τους έχει ανατεθεί και να υποχρεώνουν τους συνεργάτες τους να καλύψουν το δικό τους κομμάτι εργασίας για το καλό του συνόλου. Αυτό δημιουργεί δυσφορία στα μέλη της ομάδας, και μειώνει την ποιότητα του αναμενόμενου αποτελέσματος.

Τέλος, πολλές φορές υποστηρίζεται ότι για τον συντονισμό μιας ομάδας απαιτείται πολύ περισσότερος χρόνος και ενέργεια από ότι θα χρειαζόταν στην περίπτωση που εργαζόταν ο καθένας ξεχωριστά. Η επικοινωνία μεταξύ των μελών και η προσπάθεια προσαρμογής και ταύτισης των προσωπικών προγραμμάτων των μελών με το πρόγραμμα όλης της ομάδας, αποτελούν μερικά από τα στοιχεία που θέτουν τη διαδικασία συντονισμού μίας ομάδας χρονοβόρα. Βέβαια, το πρόβλημα αυτό έχει να κάνει με την υπευθυνότητα του καθενός και με το κατά πόσο ο κάθε ένας είναι διατεθειμένος να θυσιάσει προσωπικό του χρόνο για το καλό του συνόλου.

Σύνταξη: Τσουκαλά Βάσω

Ο κοινωνικός αποκλεισμός που βιώνουν τα άτομα της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας είναι ιδιαίτερα εμφανής σε όλες τις πτυχές της ζωής τους. Οι επιπτώσεις του συνδέονται τόσο με τη ψυχική τους υγεία όσο και με την προσβασιμότητα και τα δικαιώματα τους στην καθημερινή ζωή.

Γενικά, ο κοινωνικός αποκλεισμός αποτελεί μια δυναμική διαδικασία η οποία συνδυάζει μειονεκτικούς παράγοντες, οι οποίοι συνδέονται με διάφορες πτυχές της ζωής των ατόμων όπως για παράδειγμα τα πλαίσια εργασίας, τους οικονομικούς, κοινωνικούς και κοινοτικούς τομείς (Cuesta, 2014). Σε αυτήν τη περίπτωση ένα μοτίβο συμπεριφοράς που θεωρείται μη φυσιολογικό ή παθολογικό, αποτελεί το ιδανικό σχήμα για την εφαρμογή του κοινωνικού αποκλεισμού μέσα από τη μορφή νόμων (Cuesta, 2014).

Ένα βασικό πλαίσιο μέσα στο οποίο βιώνουν διακρίσεις είναι αυτό της υγείας. Αρκετές είναι οι περιπτώσεις ειδικών ψυχικής υγείας που ακόμα και σήμερα περιγράφουν την ομοφυλοφιλία ως διαταραχή και τους στιγματίζουν περαιτέρω (Biçmen & Bekiroğulları, 2014). Η κοινωνική καταπίεση και ο αποκλεισμός απειλεί γενικά τη σωματική και ψυχολογική ευεξία των ατόμων, συμβάλλοντας στην αύξηση του στρες. Η στιγματισμένη κοινωνική τους θέση έχει σημαντικό αντίκτυπο στην ψυχική τους υγεία, καθώς υποφέρουν από χρόνιο στρες, αρκετοί επίσης εμφανίζουν αυτοκτονικότητα ακόμα και εσωτερικευμένη ομοφοβία (Botti & D’Ippoliti, 2014 ; Biçmen & Bekiroğulları, 2014 ).

Στις υπηρεσίες υγείας τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα αντιμετωπίζονται κυρίως με προκατάληψη, γεγονός που μπορεί να τους ωθήσει σε απροθυμία πρόσβασης ή και στην απόκρυψη των ταυτοτήτων τους (Mayoch et al, 2008 ; Harvey & Housel, 2014 ; Pavlou, 2009). Επιπλέον, σημαντικές φαίνεται να είναι οι επιπτώσεις από το ίδιο το υγειονομικό σύστημα το οποίο είναι σχεδιασμένο και προσαρμοσμένο στις ανάγκες του ετεροφυλόφιλου πληθυσμού (Mayoch et al, 2008 ; Mayer et al, 2008). Σημαντικό παράδειγμα αποτελεί η νομοθεσία σχετικά με την άρνηση του συστήματος υγείας στην τεχνητή αναπαραγωγή σε ζευγάρια λεσβιών, οι περιορισμοί στην υγειονομική περίθαλψη των trans ατόμων, αλλά και η παραμέληση των υπηρεσιών υγείας για τη δημιουργία προγραμμάτων πρόληψης σεξουαλικών μεταδιδόμενων νοσημάτων,  ειδικά διαμορφωμένων για την κοινότητα (Cuesta, 2014 ; Botti & D’Ippoliti, 2014). Ωστόσο, πολλές φορές κατηγορούνται για τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζουν, καθώς οι επαγγελματίες υγείας θεωρούν ως αιτία αυτών, τον τρόπο ζωής τους και το σεξουαλικό τους προσανατολισμό. Το αποτέλεσμα αυτών είναι η κοινότητα να αντιμετωπίζεται με καχυποψία και φόβο για διάφορες μολυσματικές ασθένειες (Harvey & Housel, 2014)

Παρόλα αυτά, οι διεκδικήσεις της κοινότητας έχουν αρχίσει να αφυπνίζουν διάφορους υγειονομικούς φορείς και οργανισμούς διεθνώς, με αποτέλεσμα την σταδιακή ενσωμάτωση κατευθυντηρίων γραμμών και προγραμμάτων ευαισθητοποίησης, με σκοπό την ενδυνάμωση της κοινότητας και συμπερίληψη της στις υπηρεσίες υγείας (ANA, 2018 ; APA, 2012).

Αντίστοιχα και στην Ελλάδα σημαντικές και ελπιδοφόρες είναι οι μέχρι τώρα προσπάθειες υλοποίησης προγραμμάτων ευαισθητοποίησης και η δυναμική παρουσία διαφόρων φορέων και οργανισμών, μέσω των οποίων συνεχίζεται η διεκδίκηση δικαιωμάτων πρόσβασης και ισότητας και αναδεικνύονται περαιτέρω οι ανάγκες και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η κοινότητα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

American Psychological Association, (2012). Guidelines for psychological practice with lesbian, gay, and  bisexual  clients. The  American Psychologist, 67(1), 10.

ANA Center for Ethics and Human Rights, (2018). Nursing Advocacy for LGBTQ+ Populations. Ανακτήθηκε από www.nursingworld.org

Biçmen, Z. & Bekiroğulları, Z., (2014). Social Problems of LGBT People in Turkey, Procedia - Social and Behavioral Sciences, 113, pp. 224-233. Doi:10.1016/j.sbspro.2014.01.029

Botti, F., & D'Ippoliti, C. (2014). Don't ask don't tell (that you're poor). Sexual orientation and social exclusion in Italy, Journal of Behavioral and Experimental Economics, 49, pp. 8-25. Doi: 10.1016/j.socec.2014.02.002.  Ανακτήθηκε από http://dx.doi.org/10.1016/j.socec.2014.02.002

Cuesta, M. (2014). Social Exclusion and the Stigmatization of Lesbians, Procedia - Social and Behavioral Sciences. 161, pp. 77-81. Doi: 10.1016/j.sbspro.2014.12.013               

Ανακτήθηκε  από http://dx.doi.org/10.1016/j.sbspro.2014.12.013

Housel, T. H., & Harvey, V. L. (2014). Health care disparities and the LGBT population. Lexighton Books

Mayer, K. H., Bradford, J. B., Makadon, H. J., Stall, R., Goldhammer, H., & Landers,

S. (2008). Sexual and gender minority health: what we know and what needs to be done. American journal of public health, 98(6), 989-995.

Mayock, P., Bryan, A., Carr, N., & Kitching, K. (2008). Supporting LGBT lives: A study of mental health and well-being. Dublin: National Office for Suicide Prevention.

Pavlou, M. (2009). Homophobia in Greece Love for Equality. I-red Institute for Rights Equality &Diversity.

Συγγραφέας: Γεωργία Λεμπέση

 Η Κοινωνική Ανάπτυξη κατά την Εφηβική Ηλικί

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Τα πρότυπα συμπεριφοράς που παρουσιάζει σήμερα η κοινωνία είναι πολλά και η επίδραση που ασκεί το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο στους νέους είναι έντονη. Η εισβολή των μέσων μαζικής ενημέρωσης εξαιτίας της σημαντικής ανάπτυξης της τεχνολογίας, η ηθική, η παιδεία, η παράδοση και οι θεσμοί, όπως αυτός του γάμου και της οικογένειας δημιουργεί σύγχυση σκοπών, κλονισμό των πνευματικών και ηθικών αξιών και οι αρχές και οι αντιλήψεις όχι μόνο δεν είναι σταθερές, αλλά και ρευστές. Έτσι, o νέος προσπαθεί συνέχεια να προφυλάσσει τον εαυτό του από οτιδήποτε του δημιουργεί ανασφάλεια, γι’ αυτόν τον λόγο απομονώνεται. Σε αυτό το σημείο εντοπίζεται η σύγχυση, οι εκτροπές και η νευρικότητα ενός μεγάλου αριθμού εφήβων στις μέρες μας, οι οποίοι προσπαθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στον εαυτό τους, τη προβαλλόμενη ψυχαγωγία και τους αγχώδεις ρυθμούς της σύγχρονης ζωής.

Παρόλες τις δυσχέρειες και τους κινδύνους οι νέοι δεν είναι χειρότεροι από τους νέους άλλων εποχών. Σε αρκετά σημεία μάλιστα είναι καλύτεροι ή μπορεί να γίνουν καλύτεροι. Αν κάθε ενήλικας επιτελέσει το καθήκον του ως δίκαιος γονέας, φιλεύσπλαχνος δάσκαλος κι ενεργός πολίτης είναι αδύνατο η νεολαία να μην παραδειγματιστεί και να βελτιωθεί. Είναι απαραίτητο λοιπόν, να μη λησμονηθεί η σημασία των προτύπων συμπεριφοράς γύρω από τον έφηβο, που θα διαδραματίσουν άλλωστε το σημαντικότερο ρόλο στη διαμόρφωση της κοινωνικής αγωγής και στην κοινωνική του ανάπτυξη.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Το κορίτσι και το αγόρι που διανύει την εφηβική ηλικία πλέον κοινωνικοποιείται διαφορετικά και συμμετέχει στη διαμόρφωση του πολιτισμού με διαφορετικό τρόπο απ’ ό, τι στο παρελθόν. Τόσο όλες οι αλλαγές που παρατηρούνται στο παιδί και τον έφηβο σε όλη την αναπτυξιακή του πορεία, όσο και οι αλλαγές που συμβαίνουν στη κοινωνική και πολιτιστική πραγματικότητα, καθορίζουν τη στάση και τις αντιλήψεις του. Ένας έφηβος παλεύει με τον ίδιο του τον εαυτό και η συχνότητα των εντάσεων και των συγκρούσεων, ταυτόχρονα με την ανάγκη του για απομόνωση τον καθιστούν όχι απλώς διαφορετικό, αλλά ιδιαίτερα ξεχωριστό από τους ενήλικες του κοντινού  και όχι μόνο περιβάλλοντός του.

 ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ.

 

  • Το θυμικό και η κοινωνικότητα των εφήβων.

Η εφηβεία είναι μια περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας οι έφηβοι εκτίθενται σε ποικιλία εσωτερικών και εξωτερικών πιέσεων οι οποίες, μολονότι σπάνια παίρνουν  τη μορφή κάποιας σωματικής ασθένειας, εκδηλώνονται συχνά με ψυχοσωματικά συμπτώματα. Η καλή κατάσταση της υγείας και της λειτουργίας των εφήβων δεν προκύπτει μόνον από την απουσία ασθενειών ή ψυχοσωματικών συμπτωμάτων αλλά προϋποθέτει και την παρουσία παραγόντων που ενισχύουν την ευεξία.5Αγόρια και κορίτσια διαφέρουν ως προς τις ψυχοκοινωνικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν και ως προς τον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνεται η αντίδρασή τους σε αυτές.

Οι θετικές σχέσεις με τους γονείς και η οικογενειακή συνοχή επηρεάζουν την εκδήλωση των συναισθηματικών και συμπεριφορικών προβλημάτων,7 ενώ οι συγκρούσεις στον οικογενειακό κύκλο και το άγχος που δηλώνουν τα μέλη συνδέονται με την ύπαρξη δυσκολιών στο συναίσθημα και στη συμπεριφορά.8 Η ενεργός γονική ανάμειξη στην ανάπτυξη των παιδιών έχει συνδεθεί θετικά με την ψυχολογική ευεξία και την ψυχοκοινωνική προσαρμογή των τελευταίων.

Τα κορίτσια σε σύγκριση με τα αγόρια έχουν γενικά την τάση να εσωστρέφουν τις ανησυχίες, τις δυσκολίες ή τον θυμό τους με αποτέλεσμα να εμφανίζουν υψηλότερα επίπεδα καταθλιπτικών συμπτωμάτων, ενώ αντίθετα τα αγόρια έχουν την τάση να εξωστρέφουν τις αντιδράσεις τους εκδηλώνοντας συχνότερα επιθετικές ή παραβατικού τύπου συμπεριφορές ( όπως βία, χρήση ναρκωτικών). Εκτός των παραδοσιακών δεικτών νοσηρότητας και θνησιμότητας για την εφηβική ηλικία, η χρήση αυτοαναφορών για την αξιολόγηση της ατομικής υγείας έχει καθιερωθεί πλέον στην έρευνα ως ένα αξιόπιστο εργαλείο για την εκτίμηση του επιπέδου υγείας των εφήβων. Στο πλαίσιο αυτό, ως δείκτες ψυχοκοινωνικής υγείας και ευεξίας χρησιμοποιούνται συχνά η αντίληψη που οι έφηβοι έχουν για την υγεία τους και το επίπεδο ικανοποίησης που αντλούν από τη ζωή. Τόσο η αντίληψη για την υγεία όσο και η ικανοποίηση από τη ζωή συνδέονται σε μεγάλο βαθμό με τη σχολική εμπειρία, τις διαπροσωπικές σχέσεις, και με το κλίμα στην οικογένεια - κυρίως με την ποιότητα της επικοινωνίας του εφήβου με τους γονείς του.

2. Κοινωνικοποίηση και αυτονομία.

Τα παιδιά αναπτύσσονται, καλλιεργούνται και ωριμάζουν συναισθηματικά, ηθικά και κοινωνικά με τη διαδικασία της κοινωνικοποίησης που θεωρείται διαδικασία αλληλενέργειας με τον κοινωνικό τους περίγυρο. Τα αγόρια και τα κορίτσια στην εφηβική ηλικία βιώνουν συναισθηματική αναταραχή, απώλεια προσανατολισμού και διαφοροποίηση συναισθημάτων. Είναι ασταθή στις πράξεις και στις αποφάσεις τους και γενικότερα επικρατεί ακαταστασία στο μυαλό, στη καρδιά, στις επιθυμίες και στους στόχους τους. Οι έφηβοι βιώνοντας την πλουσιότερη συγκινησιακά περίοδο της ζωής τους, προσπαθούν να απομακρύνουν τους έντονους προβληματισμούς που έχουν και να σταθμίσουν την ένταση και την αστάθεια της ψυχικής τους διάθεσης.13 Όσον αφορά στη σχέση τους με τους άλλους, οι έφηβοι επιθυμούν να συμμετέχουν και να συμμορφώνονται με τους κανόνες της ομάδας των συνομηλίκων, ενώ ταυτόχρονα αισθάνονται την ανάγκη ανεξαρτητοποίησης από τους ενηλίκους. Η διαδικασία κοινωνικοποίησης του ατόμου και γενικότερα η όλη διαδικασία που οδηγεί τον άνθρωπο στην ώριμη ηλικία είναι μακρόχρονη και εξαρτάται από ποικίλους παράγοντες. Οι βιολογικοί, οι ψυχολογικοί και οι σωματικοί παράγοντες σε συνδυασμό με τις συνθήκες του περιβάλλοντος είναι καθοριστικοί για τον βαθμό και το επίπεδο της κοινωνικής ωριμότητας που θα φτάσει το άτομο. Βιώνει αυτή τη διαδικασία, για να μπορέσει σταδιακά να μάθει τον τρόπο και τους κανόνες που διέπουν τη ζωή της ομάδας και εξοικειώνεται με τη νοοτροπία πρώτα της οικογένειας, έπειτα του σχολείου, αλλά και άλλων λιγότερο οικείων κοινωνικών συστημάτων. Έτσι, αναπτύσσεται βαθμιαία το πνεύμα του « εμείς » και της συνεργασίας, ώστε να λειτουργεί μέσα στο πλαίσιο της ομάδας και να συντελεί στην επίτευξη των στόχων της χωρίς να εμποδίζεται να εκφράσει την ιδιοτυπία του. Γεννιέται μάλιστα η τάση για αυτονομία, η οποία τις περισσότερες φορές εκδηλώνεται με προστριβές και διενέξεις με τους γονείς του. Αυτό οφείλεται στην έντονη επιθυμία του να αποκτήσει μόνος τη δική του παρέα και να ακολουθεί τους κανόνες ανεξάρτητα από τις επιδράσεις των άλλων ανθρώπων και από τις εξωτερικές συνθήκες. Έτσι, τόσο το αγόρι όσο και το κορίτσι στην εφηβική ηλικία διαμορφώνει και δομεί τη ζωή του με τον δικό του τρόπο, διαμορφώνει πεποιθήσεις, αξιολογεί καταστάσεις και ενεργεί με συγκεκριμένο τρόπο και με κριτήρια που δεν του τα επιβάλλουν αυθεντίες.

Βέβαια ο ρόλος της οικογένειας είναι καθοριστικής σημασίας για την ανάπτυξη στενών φιλικών δεσμών. Οι έφηβοι που έχουν καλές σχέσεις και υγιή επικοινωνία στην οικογένειά τους και λαμβάνουν ικανοποιητική συναισθηματική στήριξη από τους γονείς τους, φαίνεται να αναπτύσσουν μακροχρόνια πιο στενές φιλικές  σχέσεις. Επίσης, η καλή ποιότητα των φιλικών σχέσεων των εφήβων φαίνεται να συνδέεται με τον εγκρατή έλεγχο των γονιών για τις δραστηριότητές τους. Μελέτες έχουν επισημάνει ότι η επαρκής γνώση των γονιών για τις δραστηριότητες των παιδιών σχετικά με τους φίλους, το σχολείο και τον ελεύθερο χρόνο αποτελούν σημαντικό προστατευτικό παράγοντα για την εμπλοκή τους σε συμπεριφορές υψηλού κινδύνου. Ωστόσο, όσο μεγαλώνουν οι έφηβοι τείνουν να αντιδρούν όλο και πιο αρνητικά στις προσπάθειες των γονιών τους για έλεγχο και οριοθέτηση, κάτι που εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της αυτονόμησής τους από την οικογένεια.

Η προσωπική αυτονομία του εφήβου συνδέεται με την ελεύθερη βούληση, την αυτοδιάθεση και την ιεράρχηση των βουλήσεων. Είναι αυτόνομος και ενεργεί με βάση ένα αξιολογικό σύστημα το οποίο δεν προέρχεται από ορισμένη εξουσία, αλλά είναι θεμελιωμένο στη δική του ελεύθερη επιλογή. Αυτό σημαίνει ότι τα κριτήρια της αυτό - αξιολόγησης βρίσκονται στο ίδιο το αυτόνομο πρόσωπο. Η αυτονομία του εφήβου δε θα τον οδηγήσει υποχρεωτικά στην απομόνωση ούτε στην μοναξιά. Οι έφηβοι ζουν σε μια κοινωνία που διέπεται από κοινωνικούς κανόνες και κοινές αρχές, με βάση τους οποίους θα μπορέσουν να θεμελιώσουν την αυτο – αξιολόγησή τους. Επειδή υπάρχει αυτή η κοινωνική εξάρτηση, το αξιολογικό σύστημα προσδιορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το αξιολογικό σύστημα της κοινότητάς τους.

Η προσωπική αυτονομία είναι ένα ιδανικό προς το οποίο αποβλέπει το άτομο. Αποτελεί έναν στόχο, ο οποίος επιτυγχάνεται προοδευτικά με συνεχή και ιδιαίτερη καταβολή προσπάθειας στην οποία συμμετέχει όλο του το Εγώ. Δεν είναι δυνατό βέβαια να την επιτύχει σε απόλυτο βαθμό και αυτό αποδεικνύεται από κάποια αντικειμενικά και προφανή γεγονότα της ζωής. Είναι γεγονός ότι κάθε άνθρωπος κινείται και ενεργεί μέσα σε ένα ορισμένο πλαίσιο, που προσδιορίζεται από το παρελθόν του και το περιβάλλον στο οποίο ζει, τα οποία βέβαια δεν είναι δικής του επιλογής.

Για να χαρακτηριστεί ένα άτομο αυτόνομο, είναι απαραίτητο τα κριτήρια που έχει κάνει αποδεκτά και με βάση τα οποία διαμορφώνει τις πεποιθήσεις, κάνει κρίσεις ή παίρνει αποφάσεις, να τα υποβάλλει συνεχώς σε έλεγχο και επανεξέταση για να διαπιστωθεί η εγκυρότητά τους. Αν όμως στη πορεία - ενώ έχει αποφασίσει μια σειρά πράξεων - από ατολμία δεν ενεργεί, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί πια ως αυτόνομο.22

3. Κοινωνική ανάπτυξη στην εφηβεία.

Οι κοινωνιολόγοι υποστηρίζουν ότι οι δυτικές κοινωνίες ορίζουν στα άτομα αντιφατικές κοινωνικές απαιτήσεις και οι ανθρώπινες σχέσεις είναι πιο εύθραυστες από ποτέ. Ο Hinde υποστήριξε ότι όλα τα είδη των σχέσεων πρέπει να μελετούνται μέσα στο ευρύτερο κοινωνικό και πολιτισμικό τους πλαίσιο.23 Ο τρόπος όμως με τον οποίο γίνονται οι αλληλοεπιδράσεις σε μια κοινωνία διαμορφώνει και το είδος των σχέσεων που καλλιεργούνται. Το πολιτισμικό πλαίσιο επηρεάζει τις βιολογικές  τάσεις που θα καλλιεργηθούν ή που θα απομακρυνθούν, οπότε μια διαλεκτική σχέση υφίσταται ανάμεσα στα άτομα και στις αλληλοεπιδράσεις με τους άλλους, στο πολιτισμικό τους πλαίσιο. Ο κάθε παράγοντας επηρεάζεται από αυτούς και επηρεάζει τους άλλους.

Αν και οι περισσότεροι άνθρωποι γνωρίζουν και αναμένουν τη συμπεριφορά του έφηβου αγοριού και κοριτσιού, συχνά η στάση τους απέναντι στην εφηβεία είναι συγκεχυμένη. Ένας γονέας ή ένας δάσκαλος είναι πολύ πιθανόν να αντιμετωπίζει έναν έφηβο σαν να είναι ακόμα ένα μικρό παιδί, αλλά ένας συνομήλικος σαν να είναι μεγάλος. Οι έφηβοι δέχονται διαφορετική αντιμετώπιση από το οικογενειακό και κοινωνικό τους περιβάλλον, ενώ ταυτόχρονα οι συναναστροφές τους διαφέρουν, διότι η ομάδα των συνομηλίκων μπορεί να έχει διαφορετικές θρησκευτικές, πολιτικές ή κοινωνικές αντιλήψεις. Αντί λοιπόν οι έφηβοι να ακολουθούν πιστά τις πεποιθήσεις των γονέων τους - δεχόμενοι τόσες και τέτοιες επιρροές - αποφασίζουν να κάνουν μόνοι τους τις επιλογές τους. Αυτό όμως μπορεί να δημιουργήσει προστριβές και ένταση στο σπίτι για θέματα όπως το ντύσιμο, οι ώρες του ύπνου, η επιστροφή στο σπίτι αργά το βράδυ.

Από την άλλη πλευρά, όταν οι γονείς επιτρέπουν στους εφήβους να κάνουν οτιδήποτε θέλουν δεν φαίνεται να ωφελούνται από την απόλυτη ελευθερία κινήσεων. Είναι σημαντικό οι γονείς να αφήνουν ορισμένα περιθώρια προσωπικής έκφρασης στους εφήβους, είναι καλό όμως να γνωρίζουν σε γενικές γραμμές τις σκέψεις και τις κινήσεις των παιδιών τους, ώστε να τα προφυλάξουν σε περίπτωση που παρασυρθούν.

Τόσο τα αγόρια όσο και τα κορίτσια στην εφηβική ηλικία ωφελούνται όταν έχουν μια ομάδα φίλων. Οι φιλίες δε περιορίζονται πλέον στις κοινές δραστηριότητες, γιατί οι έφηβοι αποκτούν σταθερές φιλίες εμπιστοσύνης, αλληλοκατανόησης και μοιράζονται με τους φίλους τους προβληματισμούς και τα συναισθήματά τους. Τα κορίτσια έχουν συνήθως πιο στενές ομόφυλες φιλίες, ενώ τα αγόρια προτιμούν μια πιο χαλαρή ομάδα φίλων. Η κλειστή κοινωνική ομάδα τούς επιτρέπει την ανάπτυξη του αισθήματος του ανήκειν, της αυτοεκτίμησης και της αυτοπεποίθησης.

Στην ομάδα των συνομηλίκων νιώθουν οι έφηβοι άνετα να μιλήσουν, να εκφραστούν όπως θέλουν, να αποκαλύψουν σκέψεις ή συναισθήματα, που η αποκάλυψή τους σε ενήλικες μπορεί να τρομάξει και προκαλέσει ανησυχία. Οι έφηβοι επιθυμούν να συναναστρέφονται με πέντε ή έξι άτομα του ίδιου φύλου ή μερικές φορές και των δύο φύλων. Οι ομάδες που σχηματίζουν άλλοτε έχουν συγκεκριμένους στόχους και σκοπούς και άλλοτε όχι. Οι σκοποί τους μπορεί να είναι υψηλοί, αγαθοί, σύμφωνοι με τις κοινωνικές αρχές και αξίες. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις, που οι επιδιώξεις των νέων συγκρούονται με τους γραπτούς και τους άγραφους νόμους της κοινωνίας, γεγονός που οφείλεται στην έντονη και ακραία τάση των νέων για ανεξαρτησία.

Αξίζει να αναφέρουμε πως το αγόρι και το κορίτσι στην εφηβική ηλικία προσπαθώντας να κατακτήσει την ωριμότητά του και να επιτύχει την ομαλή κοινωνικοποίησή του, οφείλει να κατακτήσει ορισμένους αναπτυξιακούς στόχους μεταξύ των οποίων είναι :

  • να απαντήσει σε φιλοσοφικά ερωτήματα που το απασχολούν, για να ξεπεράσει τα προσωπικά του αδιέξοδα.
  • να αποδεχτεί τον καινούργιο του εαυτό.
  • να κατορθώσει να αποκτήσει συναισθηματική αυτονομία από τα κοντινά μέλη της οικογένειάς του όπως οι γονείς και τα αδέρφια.
  • να αποκτήσει σχέσεις     αμοιβαιότητας     και     αλληλοκατανόησης με συνομηλίκους και των δύο φύλων.
  • να διαμορφώσει υγιή ετεροφυλική σχέση και να συνειδητοποιήσει το ρόλο του φύλου του, και
  • να αποκτήσει όλα τα εφόδια που του είναι απαραίτητα για την ενεργό συμμετοχή του στην κοινωνική και πολιτική ζωή.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η μονοδιάστατη ενασχόληση των εφήβων με τη γνώση, την τεχνολογία και την υλική ευμάρεια οδηγεί στην ψυχική απομόνωση και ατροφία, η οποία καταλήγει στην εσωτερική ανισορροπία και ενθαρρύνει την απομάκρυνση από ηθικές αρχές. Γι’ αυτούς τους λόγους οι έφηβοι καταφεύγουν συχνά σε υποκατάστατα, προκειμένου να ικανοποιήσουν τις βαθύτερες πνευματικές τους ανάγκες. Η επιστήμη και η λογική προσδίδουν κύρος και αναμφισβήτητη βεβαιότητα, όμως αδυνατούν να δώσουν απαντήσεις στους εφηβικούς προβληματισμούς.

Η αγωγή των εφήβων επιτυγχάνεται από τους φορείς κοινωνικοποίησης μεταξύ των οποίων οι πιο σημαντικοί είναι η οικογένεια, το σχολείο και το κοινωνικό περιβάλλον. Κάθε φορέας επηρεάζει τον τρόπο σκέψης του παιδιού, το οποίο δε παύει να δέχεται αμέτρητα ερεθίσματα από ανθρώπους με διαφορετική νοοτροπία, μορφωτικό και κοινωνικό επίπεδο, που ασφαλώς εκούσια ή αθέλητα θα αφήσουν το δικό τους σημάδι στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του. Η τελική, ωστόσο, απόφαση πρέπει να λαμβάνεται αποκλειστικά από τον ίδιο τον έφηβο, εξασφαλίζοντας τη δυνατότητα να αποβάλλει, όποτε επιθυμήσει, όσα κάποτε δέχτηκε.

 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Ελληνόγλωσση.
  • Hayes, Εισαγωγή στην Ψυχολογία = Hayes N., Εισαγωγή στην Ψυχολογία, 2, επόπτ. ελληνικής έκδοσης Παρασκευόπουλος Ι. Ν., Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα
  • Tucker, Εφηβεία = Tucker N., Εφηβεία, ωριμότητα και τρίτη ηλικία, Εξελικτική Ψυχολογία 4, μετάφραση Γαλανάκη Ευαγ., επιμέλεια Γιαννίτσας Ν. Δ., επόπτης ελληνικής έκδοσης Παρασκευόπουλος Ι. Ν., Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα
  • Δερβίσης, Ψυχολογία = Δερβίσης Σ. Ν., Ψυχολογία και Οδηγητική της προσωπικότητας του αναπτυσσόμενου ανθρώπου, Θεσσαλονίκη
  • Κασσωτάκης, Ο έφηβος = Κασσωτάκης Μ. Ι., Ο έφηβος και τα προβλήματά του, Αθήνα
  • Κοσμόπουλος, Ψυχολογία = Κοσμόπουλος Α., Ψυχολογία και Οδηγητική της παιδικής και νεανικής ηλικίας, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα
  • Μαραγκουδάκη Ε., Εκπαίδευση και διάκριση των φύλων - Παιδικά αναγνώσματα στο νηπιαγωγείο, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα 2003, σ.
  • Μελανίτης, Η εφηβική ηλικία = Μελανίτης Ν., Η εφηβική ηλικία και τα προβλήματά της, Αθήνα
  • Παρασκευόπουλος, Εξελικτική ψυχολογία = Παρασκευόπουλος Ι. Ν., Εξελικτική ψυχολογία - Εφηβική ηλικία, 4, Αθήνα
  • Στρίφτου – Κριαρά, Ψυχολογικά και Παιδαγωγικά μελετήματα = Στρίφτου – Κριαρά Αικ., Ψυχολογικά και Παιδαγωγικά μελετήματα και άρθρα, Θεσσαλονίκη

2.Ξενόγλωσση

 

  • Barber B.K., Stolz H.E., Olsen J.A. (2005). Parental support, psychological control, and behavioral control: assessing relevance across time, culture, and method. Monographs of the Society for Research in Child Development, 70: σσ. 1 
  • Crick, N. R., & Zahn-Waxler, C. (2003). The development of psychopathology in females and males: Current progress and future challenges. Development and Psychopathology, 15, σσ. 719 – 742.
  • Cui M., Conger R.D., Bryant C.M., Elder G.H.Jr. (2002). Parental behavior and the quality of adolescent friendships: a socialcontextual perspective. J of Marriage & Family, 64: σσ. 676 -
  • Cuypers S., Is Personal Autonomy the First Principle of Education ?, Journal of Philosophy of Education 26, 1 ( 1992 ), σσ. 5 –
  • Diener E., Diener M. (1995). Cross-cultural correlates of life satisfaction and self-esteem. Journal of Personality and Social Psychology, 68, σσ. 653 -
  • Flouri & Buchanan, 2003 = Flouri, E. & Buchanan, A. ( 2003 ). The role of father involvement in children’s later mental health. Journal of Adolescence, 26, σσ. 63 –
  • Haugland S., Wold B., Stevenson J., Aaroe L.E., Woynarowska B. (2001). Subjective health complaints in adolescence. A cross-national comparison of prevalence and dimensionality. European Journal of Public Health, 11, σσ. 4 - 10.
  • Hinde R. A., Individuals Relationships and Culture : Links Between Ethology and the Social Sciences, Cambridge University Press, Cambridge 1987, σ.
  • Ilder E.L., Benyamani Y. (1997). Self-rated health and mortality: a review of twenty-seven community studies. Journal of Health & Social Behavior, 38, σσ. 21 -
  • Jerden L., Burell G., Stenlund H., Weinehall L., Bergstrom E. (2011). Gender differences and predictors of self-rated health development among Swedish adolescents. Journal of Adolescent Health. 48(2), σσ. 143 -
  • Kovacs, 1997 = Kovacs, M. ( 1997 ). Depresiive disorders in Archives of General Psychiatry, 46, σσ. 776 – 782.
  • Lucia & Breslau, 2006 = Lucia, V.C. & Breslau, N. ( 2006 ). Family cohesion and children’s behavior problems: A longitudinal investigation. Phychiatry Research, 141, σσ. 141 –
  • Masche J.G. (2010). Explanation of normative declines in parents’ knowledge about their adolescent children. J Adolesc, 33: σσ. 271 -
  • Meakin D., The Justification of Religious Education, British Journal of Religious Education, 2, 1 ( 1979 ), σ.
  • Seligman M.E., Csikszentmihalyi M. (2000). Positive psychology. An introduction. American Psychologist, 55, σσ. 5 -

Συγγραφέας: Γεωργία Λεμπέση

Η Θέση του Κράτους και της Εκκλησίας στο Ζήτημα της Αμβλώσεως

Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΑΜΒΛΩΣΕΩΣ

 ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Το θέμα της αμβλώσεως έχει προκαλέσει έντονες ανησυχίες και συγκρούσεις τόσο ανάμεσα στον απλό λαό, όσο και στους κόλπους της Εκκλησίας και του Κράτους. Δίνεται διττή ερμηνεία στην πράξη της αμβλώσεως ανάλογα με το πρόσωπο που καλείται να πάρει θέση σε αυτό το ζήτημα.

Παραδεχόμαστε ότι είναι αδύνατη η σύγκριση των απόψεων της κάθε πλευράς, διότι το Κράτος και η Εκκλησία αποτελούν διαφορετικούς φορείς και αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα από αλλότρια οπτική γωνία. Πιστεύουμε ωστόσο ότι το θέμα έχει αναλυθεί σε ικανοποιητικό βαθμό και ο αναγνώστης βρίσκεται στη θέση να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα και να σχηματίσει τη προσωπική του άποψη.

 ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ένα οξύτατο πρόβλημα της εποχής μας με μεγάλες ηθικές και κοινωνικές διαστάσεις είναι η πράξη της αμβλώσεως. Η οξύτητα του προβλήματος «οφείλεται στην προχειρότητα με την οποία συνήθως αποφασίζεται η διακοπή της κυήσεως και στην ανευθυνότητα με την οποία πραγματοποιείται».1

Θεωρείται αναγκαία η συμμετοχής της Εκκλησίας στην αντιμετώπιση και την επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων, ανάμεσα στα οποία βρίσκεται και η άμβλωση, διότι σκοπός δεν είναι να παραμένει στο περιθώριο, αλλά να προσεγγίζει τον άνθρωπο σε όλες τις πτυχές και τις εκφάνσεις της ζωής του.2 Βέβαια, τα κοινωνικά προβλήματα αντιμετωπίζονται και με την πολιτική της οποίας η συνεισφορά δεν υποτιμάται. Μελετώντας το Ποινικό Δίκαιο έχουμε τη δυνατότητα να καταλάβουμε ότι η πολιτική είναι επίσης απαραίτητη, διότι οι πολίτες εξασφαλίζουν τα δικαιώματά τους, οριοθετούνται οι υποχρεώσεις τους γνωρίζοντας με αυτό τον τρόπο τις συνέπειες της οποιασδήποτε ενέργειάς τους.

Ωστόσο, η πολιτική μπορεί να λειτουργήσει ορθά3 σε συνδυασμό με το χριστιανικό πνεύμα, την παρέμβαση της Εκκλησίας στο ζήτημα της αμβλώσεως. Διότι μόνο τότε είναι δυνατόν να προβούμε σε μια ολοκληρωμένη θεώρηση και ορθή κρίση για το θέμα αυτό.

Α. Η θέση του Κράτους στο ζήτημα της αμβλώσεως.

α. Πότε αρχίζει η ανθρώπινη ζωή σύμφωνα με το Ποινικό δίκαιο.

Καταρχήν κρίνεται αναγκαίο να οριστεί πότε αρχίζει να υπάρχει η ανθρώπινη ζωή με βάση το ποινικό δίκαιο. Σύμφωνα λοιπόν με την επικρατέστερη άποψη, ανθρώπινη ζωή αρχίζει να υφίσταται από τη στιγμή που το νεογνό ξεκινά να εξέρχεται από την μητρική κοιλία.4 Το νεογνό για να μπορέσει να θεωρηθεί ότι είναι άνθρωπος είναι ανάγκη να επιζήσει και ελάχιστο χρόνο μετά τον τοκετό.

β. Το έμβρυο δεν είναι υποκείμενο συνταγματικού δικαιώματος.

Σύμφωνα με την ελληνική έννομη τάξη το έμβρυο δεν θεωρείται υποκείμενο δικαίου, παρά μόνο μετά την γέννησή του. Δεν του αναγνωρίζονται δικαιώματα με μόνη εξαίρεση τα κληρονομικά και με την προϋπόθεση να γεννηθεί ζωντανό. Βέβαια, το ελληνικό δίκαιο πάντοτε προστάτευε τον κυοφορούμενο, αυτό όμως δεν ήταν υποκείμενο δικαιώματος αλλά αντικείμενο προστασίας.5 Το έμβρυο αναγνωρίζεται ως ένα ανεξάρτητο έννομο αγαθό, έστω και αν η ύπαρξη του εμβρύου εξαρτάται απόλυτα από τον οργανισμό της μητέρας.6

 γ. Η έννοια της πράξης της αμβλώσεως με βάση το Ποινικό δίκαιο.

Άμβλωση είναι η διακοπή της εγκυμοσύνης που προκαλείται με τεχνητά μέσα καταστρέφοντας το κυοφορούμενο έμβρυο, από το χρονικό σημείο της σύλληψης μέχρι και της έναρξης του τοκετού. Στη κοινή γλώσσα η «άμβλωση» αποδίδεται με τον γενικό όρο «έκτρωση», αν και στη νομική γλώσσα υποδηλώνει μόνο έναν από τους τρόπους της αμβλώσεως. Έκτρωση είναι η άμβλωση που πραγματοποιείται με την πρόωρη έξοδο, τη τεχνητή αποβολή του εμβρύου από τη μητρική κοιλία και η πρόκληση του θανάτου του με αυτόν τον τρόπο, ενώ η άμβλωση γίνεται όταν καταστρέφεται το έμβρυο μέσα στη μητρική κοιλία με κάθε άλλο δυνατό τρόπο. Γενικότερα η άμβλωση τιμωρείται αυστηρά από τον ποινικό νόμο, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που η άμβλωση επιτρέπεται για σοβαρούς λόγους υγείας ή κατόπιν εγκληματικής ενέργειας. Εφόσον οι λόγοι προβλέπονται από ειδικές διατάξεις του νόμου η άμβλωση δεν αποτελεί αδίκημα και επομένως παραμένει ατιμώρητη.

δ. Tα ενεργητικά υποκείμενα της αμβλώσεως σύμφωνα με τον νόμο.

 

Ενεργητικό υποκείμενο της πράξης της αμβλώσεως σύμφωνα με τον νόμο μπορεί να είναι i. η ίδια η έγκυος και ii. οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο.

i.Ενεργητικό υποκείμενο της αμβλώσεως η ίδια η έγκυος.

Η ίδια η έγκυος όταν επιφέρει από μόνη της την άμβλωση του εμβρύου που κυοφορεί μπορεί είτε με αυτοπρόσωπη, ιδιόχειρη ενέργεια είτε χρησιμοποιώντας ως όργανο άλλο πρόσωπο. Μπορεί δηλαδή είτε να κάνει από μόνη της αμβλωτική ένεση ή να πάρει με δική της πρωτοβουλία κάποιο εκτρωτικό φάρμακο. Είτε να αναθέσει σε κάποιον φίλο, φίλη ή συγγενή της να της κάνει την ένεση πείθοντας τον ότι πρόκειται για ένεση βιταμινών ή να παραπλανήσει τον γιατρό λέγοντάς του ότι υπέστη φυσική αποβολή του εμβρύου οπότε χρειάζεται να καθαρίσει δήθεν τα υπολείμματα. Και σε αυτήν την περίπτωση που χρησιμοποιεί η έγκυος τρίτα πρόσωπα, η ίδια είναι αυτουργός του εγκλήματος και όχι συνεργός ή ηθικός αυτουργός.

Είναι αξιοσημείωτο επιπλέον, ότι τιμωρείται το πρόσωπο που απλώς προμηθεύει στην έγκυο τα απαιτούμενα αμβλωτικά μέσα. Λέγοντας προμηθεύει εννοούμε ότι θέτει στη διάθεση της εγκύου τα μέσα της αμβλώσεως. Η προμήθεια μπορεί να γίνει στην έγκυο όχι μόνο απευθείας αλλά και με ενδιάμεσο πρόσωπο. Οπότε η προμήθεια τιμωρείται μόνο όταν γίνεται προς την ίδια την έγκυο και όχι προς τρίτο πρόσωπο.

Όταν κάποιος απλώς συνιστά στην έγκυο να γίνει χρήση αμβλωτικών μέσων, δεν προμηθεύει οπότε η πράξη δεν εμπίπτει στη σχετική διάταξη.13 Εάν έχει συμβεί η πράξη της προμήθειας αλλά δεν έγινε η άμβλωση ούτε καν απόπειρα τότε η πράξη παραμένει ατιμώρητη.

ii.    Ενεργητικό υποκείμενο της αμβλώσεως κάποιο άλλο πρόσωπο εκτός της εγκύου.

 

Η άμβλωση μπορεί να επιτευχθεί από κάποιο άλλο πρόσωπο και αυτό να θεωρηθεί ενεργητικό υποκείμενο της αμβλώσεως. Αυτό το τρίτο πρόσωπο μπορεί να διαπράττει την άμβλωση με την συναίνεση της εγκύου ή να προμηθεύει σε αυτήν τα μέσα για να επιφέρει τον θάνατο στο έμβρυο.

Ο τρίτος που κάνει την άμβλωση με την συναίνεση της εγκύου τιμωρείται ως αυτουργός και η έγκυος ως συναυτουργός. Όταν η έγκυος δηλαδή προσέρχεται στον γιατρό και ζητά να της κάνει άμβλωση, η οποία και πραγματοποιείται · ο γιατρός είναι ο αυτουργός και η γυναίκα συναυτουργός. Σε περίπτωση ωστόσο, που η έγκυος συμφώνησε να γίνει η άμβλωση με ορισμένο μέσο και ο τρίτος χρησιμοποίησε άλλο μέσο, ο δράστης κρίνεται ότι ενεργεί χωρίς τη συναίνεση της εγκύου.

Αξίζει να υπογραμμίσουμε και τη περίπτωση εκείνη που ο τρίτος ενεργεί την άμβλωση χωρίς τη συναίνεση της γυναίκας, “παρά την θέλησίν της”. Αυτή είναι η βαρύτερη μορφή του εγκλήματος της αμβλώσεως διότι ο δράστης εκδηλώνει εντονότερη εγκληματική βούληση και συμπεριφορά που στρέφεται τόσο κατά του εμβρύου όσο και κατά της εγκύου αφού ενεργεί εναντίον της, θέτοντας με αυτόν τον τρόπο σε κίνδυνο την υγεία της ή ακόμα και τη ζωή της. Ο δράστης ενεργεί “παρά την θέλησίν της” γυναίκας όταν αυτή δε συμφωνεί, όταν έχει άγνοια, όταν αυτή εναντιώνεται στην άμβλωση, ρητά ή σιωπηρά, και στη περίπτωση που δεν εκφράζει καθόλου την βούληση της τη συγκεκριμένη στιγμή. Αυτό συμβαίνει όταν η έγκυος αγνοεί ότι της γίνεται άμβλωση και επομένως δεν εκφράζει καμιά βούληση είτε θετική είτε αρνητική σχετικά με την διενέργεια ή μη της αμβλώσεως.

ε. Οι επιτρεπόμενες αμβλώσεις.

Όταν συντρέχουν ορισμένες εξαιρετικές περιστάσεις, η άμβλωση παραμένει ατιμώρητη αν και τελείται εκ δόλου.Ο νόμος δηλαδή κάτω από τις έκτακτες αυτές συνθήκες και με την προϋπόθεση ότι θα τηρηθούν κάποιοι όροι συγκεκριμένοι που τους αξιώνει, τους ανέχεται, επιτρέπει την άμβλωση και μάλιστα δε τη θεωρεί άδικη πράξη.

Οι επιτρεπόμενες αυτές αμβλώσεις διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες : i. την “ιατρικώς” ενδεδειγμένη άμβλωση, ii. την ”ηθικώς” ενδεδειγμένη άμβλωση και iii. την ”ευγονικώς” ενδεδειγμένη άμβλωση.H λεγόμενη “κοινωνικώς” ενδεδειγμένη άμβλωση, η οποία αποσκοπεί στην αποτροπή της βαρειάς οικονομικής κατάστασης και ανάγκης που θα βρεθεί το μελλογέννητο δεν έχει γίνει αποδεκτή, προς το παρόν, από την ελληνική νομοθεσία.

Η πράξη της “ ιατρικώς” ενδεδειγμένης αμβλώσεως δεν είναι άδικη και μένει ατιμώρητη. Για να είναι ιατρικώς ενδεδειγμένη μια άμβλωση πρέπει να γίνεται με σκοπό την αποτροπή κινδύνου της ζωής ή σπουδαίας και διαρκούς βλάβης της υγείας της κυοφορούσης. Η πράξη πρέπει να εκτελείται από ιατρό και η ανάγκη της αμβλώσεως να πιστοποιείται από δεύτερο ιατρό.

Στην περίπτωση της ”ηθικώς” ενδεδειγμένης αμβλώσεως το κυοφορούμενο έμβρυο είναι προϊόν εγκληματικής ενέργειας σε βάρος της γυναίκας. Ο νόμος επιτρέπει την άμβλωση και δε τη θεωρεί άδικη για να αποφύγει η γυναίκα περαιτέρω δυσάρεστες, ηθικής κυρίως φύσεως, προεκτάσεις του συντελεσθέντος εγκλήματος. Σύμφωνα λοιπόν με τον νόμο η άμβλωση παραμένει ατιμώρητη όταν η σύλληψη έγινε  ύστερα από βιασμό, από κατάχρηση ανικάνου προς αντίσταση, από αποπλάνηση κόρης ηλικίας κατώτερης των 15 ετών ή από αιμομιξία. Η άμβλωση παραμένει ατιμώρητη όταν υπάρχει η συγκατάθεση της παθούσης εγκύου για την διενέργεια της αμβλώσεως και η εκτέλεση της αμβλώσεως γίνεται από ιατρό · διαφορετικά η πράξη είναι αξιόποινη. Για να επιτραπεί η άμβλωση, αρκεί η πράξη να έχει τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της αμβλώσεως και είναι αδιάφορο αν ο δράστης μένει ατιμώρητος.

Ο Ποινικός Κώδικας δεν θεωρεί αξιόποινη την πράξη της αμβλώσεως στην περίπτωση της λεγόμενης ”ευγονικώς” ενδεδειγμένης αμβλώσεως. Εκείνης δηλαδή της αμβλώσεως που διενεργείται για να αποφευχθεί η γέννηση καχεκτικού, αναπήρου ή πνευματικά καθυστερημένου παιδιού. Επιτρέπεται η τεχνητή έκτρωση ή άμβλωση μέχρι και της 20ης εβδομάδος σε περιπτώσεις  που έχουν διαγνωστεί με  τα σύγχρονα μέσα προγνωστικού ελέγχου σοβαρές ανωμαλίες του εμβρύου που συνεπάγεται την γέννηση παθολογικών νεογνών.

 Β. Η θέση της Εκκλησίας στο ζήτημα της αμβλώσεως. α. Η ζωή είναι δώρο του Θεού.

Η ζωή είναι δώρο της αγάπης του Θεού. Ο Θεός είναι εκείνος που παρέχει τη ζωή διότι αυτός ο ίδιος είναι η κύρια πηγή της ζωής. Η ζωή ανεξαιρέτως όλων των κτιστών και πεπερασμένων όντων υπάρχει με τη μετοχή της ζωοποιού ενεργείας του Λόγου του Θεού που σύμφωνα με τον συγγραφέα του τετάρτου Ευαγγελίου και τους θείους Πατέρας της Εκκλησίας, είναι «αυτοζωή, αυτοσοφία, αυτοαγαθό, αυτοαλήθεια». Ολόκληρος ο κόσμος και κατά συνέπεια ακόμη και το έμβρυο αποτελεί μέρος αυτού και είναι δημιούργημα της απόλυτης προσωπικής δημιουργικής θελήσεως και αγάπης του Θεού.

β. Η κρίση της Εκκλησίας για τη νομιμοποίηση των αμβλώσεων.

 

Καταρχήν κρίνεται απαραίτητο να διευκρινιστεί ότι όταν κρίνει η Εκκλησία δεν κρίνουν τα άτομα που την απαρτίζουν. Κρίνουν οι Λειτουργοί της Εκκλησίας, όχι όμως τα άτομα και όχι για την ικανοποίηση ανθρώπινων παθών ή ως εκδικητές προσωπικών προσβολών. Κρίνουν ως φορείς της υπέρτατης πνευματικής εξουσίας με την οποία ο Κύριος εφοδίασε την Εκκλησία Αυτού.

Εν συνεχεία, η Εκκλησία διαμαρτύρεται για την νομιμοποίηση των αμβλώσεων γιατί είναι φρουρός του υπέρτατου Ηθικού Νόμου. Δεν είναι δυνατό να παραμένει

απαθής όταν νομιμοποιούνται αυτές οι πράξεις, οι αμβλώσεις που χαρακτηρίζονται από την Εκκλησία ως εγκλήματα. Η Εκκλησία είναι Φύλακας της παρακαταθήκης του Θεανθρώπου Ιδρυτή της, επιφορτίζεται με το ηθικό χρέος να προστατέψει την

«εξόντωση χιλιάδων αθώων πλασμάτων», τα οποία έχουν αναφαίρετα δικαιώματα από το ύψιστο και θεοδώρητο αγαθό της ζωής.

Η ηγεσία της Εκκλησίας δε διακρίνει τη ζωή όταν είναι έμβρυο και τη ζωή όταν γεννηθεί το έμβρυο, εμμένει στην νομική προστασία του από τη στιγμή της σύλληψής του. Τάσσεται εναντίον κάθε είδους φόνου όπως στην περίπτωση της αμβλώσεως.  Η αυστηρή θέση της Εκκλησίας δε πρέπει να ληφθεί ως παντελή άρνηση οποιασδήποτε έκτρωσης, διότι μόνο από καθαρά κοινωνική και κοινωνιολογική άποψη να το θεωρήσουμε είναι παντελώς αδύνατο. Το σημείο αυτό το γνωρίζει πολύ καλά η Εκκλησία και έχει βαθιά συνείδηση του γεγονότος ότι η έκτρωση στη σημερινή τεχνοκρατούμενη εποχή αποτελεί πασιφανή πραγματικότητα που ολοένα και περισσότερο αυξάνει με ανησυχητικό βαθμό.

Ο σεβασμός όμως της ζωής του εν δυνάμει εμβρύου είναι βασικό δίδαγμα ολόκληρου του Χριστιανισμού. Ο Θεός έπλασε τον άντρα και την γυναίκα ικανούς να δημιουργούν νέες υπάρξεις κατ’ εικόνα και ομοίωσή τους και με την δική Του ευλογία το σπέρμα του ανθρώπου πληθύνθηκε. Η άμβλωση επομένως είναι ενέργεια που έρχεται ευθέως σε αντίθεση με την κλήση του Θεού για τεκνοποιΐα. Η χριστιανική κοινότητα πάντα θεωρούσε και θεωρεί τη πράξη της άμβλωσης εγκληματική, πράγμα που αποκαλύπτεται από τους αυστηρούς Κανόνες διότι σύμφωνα με την ευαγγελική ηθική κάθε ανθρώπινη ζωή είναι ιερή και απαραβίαστη.

Η Εκκλησία σέβεται τους κανόνες της και αποβλέπει στη σωτηρία του ανθρώπου γιατί έχει πλήρη και βαθιά συνείδηση της αξίας του «υπέρτατου αγαθού» που αποκαλείται ζωή. Έχει ως απώτερο στόχο την ανύψωση του χαμηλού βιολογικού επιπέδου ενστίκτων του ανθρώπου στα πλέον υψηλά επίπεδα της αξίας, της λογικής

και της ηθικής συνειδήσεως. Γι΄ αυτούς τους λόγους λοιπόν δεν μπορεί να ταχθεί υπέρ των αμβλώσεων και να προσδώσει ηθικό χαρακτήρα και νομιμότητα σε μία πράξη που τη χαρακτηρίζει «ανήθικη, απαίσια, απάνθρωπη και άνανδρη».

Παρ’ όλες τις αντιδράσεις της Πολιτείας για τη στάση της Εκκλησίας στο θέμα των αμβλώσεων, η Εκκλησία πρεσβεύει πως όλοι έχουν γνώμη για οποιοδήποτε εθνικό ή κοινωνικό ζήτημα πόσο μάλλον για το συγκεκριμένο. Οι αμβλώσεις είναι ζήτημα εθνικό, κοινωνικό, ηθικό και ταυτόχρονα έχει θρησκευτικό χαρακτήρα. Οπότε η ανάγκη να πάρει τη δική της θέση η Εκκλησία είναι λογική. Η Εκκλησία υποστηρίζει ότι αυτοί που κυβερνούν τη χώρα πρέπει να έχουν συνείδηση, ενώ παράλληλα οφείλουν να λαμβάνουν αποφάσεις σκεπτόμενοι ότι είναι Ορθόδοξοι Χριστιανοί. Είναι μέλη της Εκκλησίας και έχουν το ηθικό χρέος να μένουν πιστοί στους κανόνες της.

 ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ύστερα από συστηματική μελέτη και ανάλυση των θέσεων της Εκκλησίας και του Κράτους παρατηρούμε τη διαφοροποίησή τους όσον αφορά τη προσέγγισή τους στο ζήτημα της αμβλώσεως.

Η Εκκλησία, ή καλύτερα τα άτομα που την αντιπροσωπεύουν και μιλούν εκ μέρους της, πρεσβεύουν αντιτίθεται στην νομιμοποίηση της αμβλώσεως και σε όσους υποστηρίζουν την πράξη αυτή, την χαρακτηρίζει εγκληματική ενέργεια και φόνο προμελετημένο. Αντίθετα, το Κράτος υποστηρίζει ότι η ανθρώπινη ζωή αρχίζει μετά την γέννηση του ανθρώπου οπότε η άμβλωση δεν λογίζεται ως θάνατος ανθρώπου.

Καλό είναι να γίνει συνείδηση ότι το ζήτημα της αμβλώσεως δεν είναι μονομερές θέμα και οι απόψεις διίστανται για το ορθό, το πρέπον και το ηθικό. Αξίζει να σημειωθεί, ότι ίσως τελικά μια τέτοια είδους πράξη, εξαρτάται από τη προσωπική βούληση του κάθε ανθρώπου.

 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Αμβλώσεις = Χρυσόστομος (Γεράσιμος Ζαφείρης), Επισκ., Αι αμβλώσεις και η Ορθόδοξος Εκκλησία θέσις και αντίθεσις, Αθήναι
  • Εγκλήματα = Συμεωνίδου – Καστανίδου Ελένη, Εγκλήματα κατά της ζωής (Άρθρα 299 – 307 ΠΚ), εκδ. Σακκουλά, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 20012 .
  • Εκκλησία = Λέκκος Ε. Π., Εκτρώσεις - φεμινιστική, νομική, ιατρική, δημογραφική άποψη - και η θέση της Εκκλησίας, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα
  • Εκτρώσεις = Μελέτιος, Μητρ. Νικοπόλεως, Εκτρώσεις, Ιερά Μητρόπολις Νικοπόλεως, Πρέβεζα 19924.
  • Έμβρυο = Μητσόπουλος Ν. Ε., Η περί του ανθρωπίνου εμβρύου ως ψυχοσωματικής υπάρξεως διδασκαλία της Εκκλησίας και η Χριστολογική θεμελίωσις αυτής, Αθήναι 19862.
  • Ηθική = Μαντζαρίδης Γ. Ι., Χριστιανική ηθική, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 19913.
  • Καπράλος = Καπράλος Β. Ι., Ειδικό Ποινικό Δίκαιο (Ερμηνεία – Πρακτική – Νομολογία) Απάτη – Ανθρωποκτονία εκ προθέσεως – Ανθρωποκτονία εξ αμέλειας – Άμβλωσις – Αυτοδικία – Απειλή, έκδ. Αντ. Ν. Σακκουλά, Αθήνα – Κομοτηνή
  • Κατρούγκαλος = Κατρούγκαλος Γ. Σ., Το δικαίωμα στη ζωή και στο θάνατο, εκδ. Αντ. Ν. Σακκουλά, Αθήνα – Κομοτηνή
  • Μαντζαρίδης = Μαντζαρίδης Γ. Ι., Χριστιανική ηθική, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 20004.
  • Μανωλεδάκης Ι., Ποινικό Δίκαιο – Επιτομή Γενικού Μέρους, 19964 , σ.
  • Σχέσεις = Θεοδωρόπουλος Ε. Ι., Αρχ., Προγαμιαίαι σχέσεις – Πολιτικός γάμος – Αμβλώσεις (Αναδημοσιεύσεις άρθρων), εκδ. «Ορθοδόξου Τύπου», εν Αθήναις
  • Φραγκιαδάκης = Φραγκιαδάκης Γ., π., Αμβλώσεις, εκδ. Όμβρος, Αθήνα

Συγγραφέας: Γεωργία Λεμπέση

Η Ποιμαντική και Ψυχολογική Τοποθέτηση στο Θέμα της Άμβλωσης

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Η διαπραγμάτευση ενός θέματος, όπως αυτό της άμβλωσης είναι αρκετά δύσκολη όταν πρέπει να γίνει υπό τη σκοπιά της επιστήμης της ψυχολογίας σε συνδυασμό με τη ποιμαντική διακονία. Ωστόσο, όσο χρόνο και αν αφιερώσαμε γι’ αυτήν την έρευνα, όσες πηγές και αν προσπαθήσαμε να μελετήσουμε για να την φέρουμε εις πέρας, πιστεύουμε ότι οι δυσκολίες που αντιμετωπίσαμε ήταν περισσότερες από τις αναμενόμενες. Ύστερα, όμως, από συστηματική μελέτη και προσωπικό προβληματισμό παραθέτουμε αρκετά ενδιαφέροντα στοιχεία που είναι αξιομνημόνευτα.

 ΕΙΣΑΓΩΓΗ


Η αλματώδης εξέλιξη των επιστημών έχει προσφέρει και συνεχίζει να προσφέρει λύσεις στη ζωή του ανθρώπου. Ωστόσο, δεν είναι λίγοι οι προβληματισμοί που ανακύπτουν που μπορεί να είναι επιστημολογικοί αλλά και ηθικοί, δεοντολογικοί προβληματισμοί.1 Ιδιαίτερα όταν ο αποδέκτης όλων των θετικών ή αρνητικών συνεπειών των επιστημονικών επιτευγμάτων είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Όσον αφορά το ζήτημα των αμβλώσεων αποδέκτης των συνεπειών είναι συγκεκριμένα το έμβρυο που είναι άνθρωπος από τη σύλληψή του, το ανθρώπινο έμβρυο το οποίο είναι μια ψυχοσωματική ύπαρξη ή καλύτερα ένας τέλειος άνθρωπος3. Εκτός από αυτό, έντονες είναι οι επιφυλάξεις - από ηθικής πλευράς - για τα ιατρικά επιτεύγματα της σύγχρονης γενετικής και τους κινδύνους και για την υγεία της κυοφορούσης.4 Σύμφωνα με την επικρατούσα αντίληψη της Εκκλησίας οποιαδήποτε φθορά στο έμβρυο θεωρείται και αντιμετωπίζεται ως φόνος. Αυτό ισχύει για κάθε έμβρυο αδιακρίτως ηλικίας. Έχουμε πολλές πατερικές μαρτυρίες που χαρακτηρίζουν ως άνθρωπο το αδιαμόρφωτο έμβρυο ακόμα και αμέσως μετά τη σύλληψη, με τη πρώτη σύστασή του στο οποίο συνυπάρχει ψυχή και σώμα. Εξάλλου η σύλληψη του ανθρώπου νοείται Ορθόδοξα ως συνέχεια της δημιουργίας του πρώτου ανθρώπου από το Θεό. Επομένως,  κάθε  χριστιανός  έχει  ηθική  ευθύνη  να  προστατέψει το ανθρώπινο έμβρυο διότι αποτελεί ηθελημένη θανάτωση της ανθρώπινης ύπαρξης, πρέπει να καταλάβει ο καθένας μας πως η ζωή είναι υπόθεση πολύ ιερή. Το ζήτημα των αμβλώσεων δεν μπορεί να περιορισθεί μόνο σε εκείνους που τις κάνουν. Είναι, επίσης, ζήτημα ηθικής συνείδησης και η συνείδηση δεν ανέχεται πράξεις ανεύθυνες.

Το έμβρυο είναι ξεχωριστό ανθρώπινο ον με ιδιαίτερα προσωπικά χαρακτηριστικά, δεν είναι πια μόνο ζήτημα πίστης. Το έμβρυο είναι ένα τέλειο ανθρώπινο πρόσωπο που από τις πρώτες εβδομάδες της ζωής του έχει σχηματίσει τα ιδιαίτερα εξωτερικά του χαρακτηριστικά και τα δακτυλικά του αποτυπώματα. Γι’ αυτό τον λόγο η άμβλωση θεωρείται πως είναι φόνος αθώου.8 Φόνος εν ψυχρώ του εμβρύου επιπλέον χαρακτηρίζεται, αφού έχει το δικαίωμα να ζήσει και εκείνο δε μπορεί να αντιδράσει∙ αυτός ο φόνος μέσω της αμβλώσεως είναι ωμή παραβίαση των ανθρώπινων δικαιωμάτων και αθέτηση της θείας εντολής.

Στην εποχή μας, ωστόσο, επικρατεί χαλάρωση ήθους και ηθικής συμπεριφοράς, κοινωνικό ενδιαφέρον και κοινωνική συνείδηση δεν υπάρχει. Μπροστά σε βαρυσήμαντα ζητήματα ο ιερέας καλείται να εξισορροπήσει τα πράγματα και να φανεί αντάξιος του ρόλου του. Έχει χρέος να διδάξει στον πιστό τις ηθικές αρχές, ώστε να έχει οδηγό στη ζωή του την ορθόδοξο χριστιανική ηθική.10 Χρειάζεται μάλιστα να δείξει μεγάλη ευθύνη, προσοχή και σοβαρότητα απέναντι σε αυτές τις γυναίκες που σκέφτονται να κάνουν άμβλωση και σε εκείνες που ήδη έχουν κάνει.

1.      Η   συνεισφορά   της   Ποιμαντικής   Ψυχολογίας   στο   θέμα   της άμβλωσης.

α. Τι ονομάζεται Ποιμαντική Ψυχολογία.

Η Ποιμαντική Ψυχολογία ασχολείται προπάντων με τη μελέτη των συμπερασμάτων του ψυχολογικού προβληματισμού και των τρόπων με τους οποίους μπορούν αυτά να αξιοποιηθούν στη ποιμαντική θεωρία και πρακτική.11 Είναι μια νέα μορφή επιστημονικής ποιμαντικής κατεύθυνσης, ακολουθεί την Ορθόδοξη Παράδοση και δε στηρίζεται σε κάποια τεχνική, αλλά στην αξιοποίηση των δεδομένων της μακραίωνος εκκλησιαστικής παράδοσης και των δωρεών της Χάρης του Αγίου Πνεύματος.


Η Ορθόδοξη ‘συμβουλευτική ποιμαντική’ εφαρμόζεται στο πλαίσιο της εξομολογητικής και της πνευματικής καθοδήγησης, αφορά ζητήματα άμεσα πνευματικής φύσεως, αλλά και προβλήματα του καθημερινού βίου. Ο απώτερος σκοπός είναι σε κάθε περίπτωση η οικονομία της σωτηρίας του πιστού, ο οποίος επιφορτίζεται με το καθήκον να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε δυσκολία με γνώμονα την εν Χριστώ αλήθεια.13 «Μέσα στη ζωή της Ορθόδοξης Εκκλησίας η συμβουλευτική είναι συνεπώς χαρισματική διακονία, που για να επιτελέσει σωστά έχει ανάγκη από τα χαρίσματα και τις δωρεές του Αγίου Πνεύματος, από την ενεργοποίηση και κινητοποίηση του ανθρωπίνου δυναμικού και τον θείο φωτισμό συμβούλων και συμβουλευόμενων αντιστοίχως»14. Η Εκκλησία μεριμνά για τη αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων χωρίς να χάνει τον κύριο σκοπό της, που είναι η εν Χριστώ ανακαίνιση του ανθρώπου αρθρώνοντας λόγο για τα εκάστοτε κοινωνικά προβλήματα.15 Με οδηγό την αγάπη του ανθρώπου και το σεβασμό της ελευθερίας του η Εκκλησία με τους ποιμένες της οφείλει να σταθεί στο πλάι των γυναικών που έχουν προβεί ή πρόκειται να κάνουν άμβλωση.

Η ποιμαντική διακονία στηρίχτηκε στη λειτουργία της Συμβουλευτικής Ποιμαντικής, ταυτίζεται με τη σωτηριολογική χειραγωγία του πιστού στα ουσιώδη της πίστεως και μπορεί να πραγματοποιηθεί με το μυστήριο της ιεράς εξομολογήσεως. Ο ιερέας αναλαμβάνει το λειτούργημα του εξομολόγου και του συμβούλου – πνευματικού καθοδηγητή. Είναι δύο διαφορετικές μορφές διακονίας που συγχωνεύονται, ωστόσο δεν ταυτίζονται. Ο ορθόδοξος ιερέας είναι καταρχάς και προπάντων ο ποιμένας και ο πατέρας μιας ευχαριστιακής κοινότητας. Η έμπνευσή του και οι προϋποθέσεις της διακονίας του έχουν ως πηγή το πρωταρχικό του έργο, την προσφορά της Θείας Ευχαριστίας.16

β. Η ποιμαντική ευαισθησία της Εκκλησίας για τις γυναίκες που έχουν οδηγηθεί στην άμβλωση.

Η κοινωνική διακονία του ποιμνίου αποτελεί θεμελιώδες έργο μέσω του οποίου γίνεται ορατή η παρουσία της αγάπης του Θεού. Άλλωστε, τα σύγχρονα κοινωνικά δεδομένα απαιτούν διεύρυνση και εξάσκηση του ποιμαντικού κοινωνικού έργου και σε καινούργια πεδία δραστηριοποιήσεως.17 Ο ιερέας καλείται να σταθεί, ιδιαίτερα στην εποχή μας, κοντά στους ανθρώπους που αντιμετωπίζουν πολύ σοβαρά προβλήματα ή έχουν πολύ έντονους προβληματισμούς ∙ ενώ σε άλλες εποχές κανένας δεν θα τολμούσε να θίξει, όπως είναι το θέμα των αμβλώσεων. Βέβαια, ακόμη και σήμερα η εξομολόγηση μπορεί να γίνει στο στενό πλαίσιο της εκκλησίας με προϋπόθεση την εμπιστοσύνη που υπάρχει στο πρόσωπο του ιερέα.

Η ποιμαντική ευαισθησία της Εκκλησίας έχει εκφραστεί έμπρακτα στο πέρασμα των αιώνων με πολλούς τρόπους. Η συμπαράσταση, με οποιονδήποτε τρόπο στον πάσχοντα «πλησίον» αποτέλεσε πάντοτε χαρακτηριστικό του χριστιανικού βίου. Σύμφωνα με την Ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία, η διακονία του πλησίον δε θεωρείται απλώς μια ηθική πράξη, αλλά αποτελεί πράξη «κοινωνίας».18 Κατά συνέπεια, η ανάγκη της έμπρακτης βίωσης της κοινωνίας της αγάπης και κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες στις οποίες ζει ο σύγχρονος άνθρωπος, καλεί ή καλύτερα δεσμεύει την Εκκλησία στην ανάπτυξη και στην οργάνωση της φροντίδας για τα άτομα που έχουν πραγματικά ανάγκη τη βοήθειά μας.19

Σκοπός της Εκκλησίας πρέπει να είναι η σωτηρία της γυναίκας που έχει οδηγηθεί στην άμβλωση διότι η ψυχή της βασανίζεται, έστω και αν δεν έχει συνειδητοποιήσει τη πράξη που έχει κάνει.20 Κρίνεται απαραίτητη η απαλλαγή της από τα πάθη της πεπτωκυίας της φύσης, ο φωτισμός της, ο αγιασμός και η θέωσή της.21 «Ο αγιασμός του ανθρώπου δεν κατανοείται ως αυτονομημένο γεγονός ατομικής αρετής αλλά, πρώτιστα, ως εκκλησιαστικό γεγονός, που προϋποθέτει την προσωπική και εκούσια μετοχή στη ζωή του Σώματος της Εκκλησίας».22

Συνοψίζοντας η διδασκαλία περί του ανθρωπίνου προσώπου θα λύσει πολλά προβλήματα που αναφύονται στις μέρες μας, όπως αυτό της άμβλωσης. Η αγάπη, το άγχος και η ανασφάλεια, ο διαλογισμός, τα ψυχολογικά φαινόμενα δεν μπορούν να θεραπευτούν και να αντιμετωπιστούν έξω από τη πατερική διδασκαλία περί ανθρώπου και περί προσώπου. Γι’ αυτό η αναφορά αυτή είναι θέμα ζωής, πρωταρχική υπόθεση της ορθόδοξης θεολογίας και της ορθόδοξης ποιμαντικής.

2.   Η ψυχολογική προσέγγιση των γυναικών στο θέμα της άμβλωσης στην ποιμαντική πράξη.

Οι άνθρωποι που προσεγγίζουν τον ιερέα όταν αντιμετωπίζουν μια δυσκολία είτε προσωπική είτε οικογενειακή για να ζητήσουν συμβουλή ή βοήθεια, παρουσιάζουν το πρόβλημά τους ως παροδικό. Πιστεύουν, δηλαδή, ότι παρουσιάστηκε τη δεδομένη χρονική στιγμή για κάποιο λόγο που δε μπορούν να καταλάβουν. Δε μπορούν να καταλάβουν ότι δεν παρουσιάστηκε εντελώς ανεξάρτητα και ότι πίσω από αυτό κρύβονται αιτίες ή αφορμές εξαιτίας των οποίων έφτασαν να βρίσκονται στο συγκεκριμένο σημείο ή μάλλον στο συγκεκριμένο αδιέξοδο.

Έτσι ακριβώς και στο ζήτημα των αμβλώσεων οι γυναίκες δεν έχουν τη δυνατότητα να καταλάβουν ότι από τη στιγμή που σκέφτονται να κάνουν έκτρωση και μέχρι τη στιγμή που την έχουν κάνει, μεσολαβούν πολλές υποσυνείδητες σκέψεις. Η τελική απόφαση λαμβάνεται κάτω από ψυχολογικές πιέσεις που δέχονται από το κοινωνικό περιβάλλον ή και από τον εαυτό τους και οφείλονται ταυτόχρονα σε κάποια γεγονότα που πιθανότατα έχουν βιώσει. Όπως υποστηρίζουν μάλιστα μερικοί ειδικοί, ο τρόπος με τον οποίον κάποιος βιώνει, χρησιμοποιεί και εκφράζει τη θρησκευτικότητά του θα μπορούσε να αποτελέσει έναν ευαίσθητο δείκτη αξιολόγησης της ψυχικής υγείας του.24

Δεν πρέπει να παραβλέψουμε λοιπόν τον παράγοντα θρησκευτικότητα. Ωστόσο, πολλές φορές η θρησκευτικότητα παραβλέπεται ασυναίσθητα διότι οι άνθρωποι ζητούν άμεση συμβουλή και λύση στο πρόβλημά τους. Μια αντιμετώπιση που παρουσιάζεται σαφέστατα προβληματική τόσο στην πνευματική όσο και στην ψυχολογική της διάσταση.25 Από πνευματικής πλευράς αγνοείται η αναγκαία καλλιέργεια νοοτροπίας ουσιαστικής μετάνοιας, εφόσον αποφεύγεται η διερεύνηση των προϋποθέσεων μέσα από τις οποίες δημιουργήθηκε το πρόβλημα. Από ψυχολογικής πλευράς παραθεωρείται «η σημασία των παραγόντων, τους οποίους η πατερική παράδοση γνώριζε και λάμβανε πάντοτε υπόψη κατά την ποιμαντική πράξη. Το γεγονός, δηλαδή, ότι η εξωτερική συμπεριφορά και οι διάφορες περιπλοκές στις διαπροσωπικές σχέσεις δεν προκύπτουν ανεξάρτητα από τα πάθη και τα βιώματα που ο κάθε άνθρωπος έχει αποθηκευμένα στον εσωτερικό του κόσμο».26 Πόσω μάλλον η πράξη αυτή στην οποία οδηγούνται κάποιες γυναίκες, στη πράξη της άμβλωσης.

Η διανοητική, η ψυχολογική και η πνευματική ωριμότητα καθορίζουν αποφασιστικά πόσο καλά θα αντιμετωπίσει ο άνθρωπος τις δυσκολίες που συναντά σε κάθε φάση της ζωής του. Οι δυσκολίες αυτές καθορίζουν πόσο έτοιμος είναι για να πάει στην επόμενη φάση και αποτελούν κατά κάποιον τρόπο το σκαλοπάτι για την μετάβαση στην επόμενη φάση της ζωής του. Η τελευταία παρατήρηση είναι σημαντική διότι είναι γνωστό ότι δε μπορεί να παρακάμψει κανείς ψυχολογικά καμιά περίοδο. Μπορεί να την ζήσει και να την επεξεργαστεί με ποικίλους τρόπους, όχι όμως και να την αποφύγει.27 Είναι ευνόητο, λοιπόν, ότι οι γυναίκες που έχουν βιώσει την άμβλωση, έχουν προσπαθήσει να αποφύγουν την τόσο σημαντική αλλαγή στη ζωή τους, που δεν είναι κάποια άλλη από τη κυοφορία του παιδιού τους. Η γέννηση του παιδιού τους δημιουργεί άγχος, ανασφάλεια, έλλειψη σιγουριάς για τις δυνατότητές τους και φόβο μπροστά σε αυτή τη πρωτόγνωρη εμπειρία της κυοφορίας ενός παιδιού. Ενώ, μετά την άμβλωση έχουν παραμείνει ανεπεξέργαστα πολλά στοιχεία της συναισθηματικής τους ανωριμότητας τα οποία προσπαθούν να καλύψουν με τη βοήθεια του ιερέα χωρίς να προσπαθούν να τα εξαλείψουν.


ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Για τον ποιμένα έχει ιδιαίτερη σημασία κάθε φάση να χαρακτηρίζεται από κάποια ηρεμία, να έχουν ξεπεραστεί οι οποιεσδήποτε δυσκολίες, να έχουν τακτοποιηθεί επαρκώς όσα εξελικτικά στοιχεία έπρεπε να είχαν κατακτηθεί από τη προηγούμενη περίοδο. Να έχει επέλθει ισορροπία μέσα της, διότι μια διαφορετική στάση μπορεί να της φέρει κρίση με το πέρασμα από τη μια φάση στην επόμενη.28 «Η καλλιέργεια του πνεύματος της μετάνοιας και της ανάληψης του μεριδίου προσωπικής ευθύνης, καθώς και οι παρεμβάσεις προς ενίσχυση του αγωνιστικού φρονήματος με στόχο την κατάκτηση ωριμότερης αντιμετώπισης της κρίσης, προϋποθέτουν την ευαισθησία και την ικανότητα του ποιμένα να διεισδύει στην “ουσία” και να μην εμμένει στη ‘φαινομενολογία’ του προβλήματος».29

Οι πιστοί θέτουν ερωτήματα στον ποιμένα, όπως οι γυναίκες όταν θέλουν να αποφασίσουν αν θα κάνουν άμβλωση, και θεωρούν ότι η αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος πρέπει να γίνει βιαστικά και επιφανειακά. Ψάχνουν να βρουν τη λύση στα βιοτικά τους προβλήματα και για κατευθύνσεις στην αναζήτηση του δρόμου που οδηγεί στη σωτηρία της ψυχής τους καταφεύγοντας στον ιερέα επειδή έχουν ελπίδα στη Χάρη του Θεού και στη σοφία και σύνεση των ποιμαντικών συμβούλων του λειτουργού Του. Το ερώτημα όμως που τίθεται είναι πόσο εύκολα μπορεί κάποιος να συμβουλέψει μια γυναίκα να σκοτώσει το ίδιο της το παιδί ή να της συμπαρασταθεί όταν ήδη το έχει κάνει. Ασφαλώς όσοι έχουν εμπεδώσει την διάκριση της αρετής, όσοι δηλαδή έχουν καταφέρει σε μεγάλο βαθμό να καθαρθούν από τα πάθη τους και πορεύονται προς την αγιότητα, δεν έχουν ανάγκη από όλα αυτά. Είναι, όμως, βέβαιο ότι όσοι στέκονται προσεκτικά και με επιφύλαξη στις πολιτισμικές και επιστημονικές κατακτήσεις, κρατούν διακριτική στάση και η συμπεριφορά τους αρμόζει σε έναν ηθικό και χριστιανό άνθρωπο.

 

 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Αυγουστίδης, Ποιμένας = Αυγουστίδης ( π. ) Α. Γ., Ποιμένας και Θεραπευτής Ζητήματα ποιμαντικής ψυχολογίας και ποιμαντικής πρακτικής, Εκδόσεις Ακρίτας, Νέα Σμύρνη 1999.
  • Αυγουστίδης ( π. ) Α. Γ., Η φροντίδα της Εκκλησίας μας για τους ηλικιωμένους, περ. Εφημέριος, έτος ΜΔ’,
  • Αυγουστίδης, Ψυχολογία = Αυγουστίδης ( π. ) Α. Γ., Σημειώσεις του μαθήματος Ψυχολογίας, Αθήνα
  • Γιωσάφατ Μ., Ο κύκλος της οικογένειας και η ανάπτυξη του παιδιού Σύγχρονα Θέματα Παιδοψυχιατρικής, Τόμος Α’, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1987.
  • Γρηγόριος Παλαμάς, Περί παθών και αρετών, PG 150, 1048 –
  • Ιερόθεος, μητρ., Το πρόσωπο στην Ορθόδοξη Παράδοση, Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου ( Πελαγίας ) 19973.
  • Καλογεροπούλου – Μεταλληνού Β., « Ορθοδοξία και αμβλώσεις », Μερικά παιδιά σε χρειάζονται 4 (2005), σσ. 5 – 7.
  • Καρδαμάκης, Αμαρτία = Καρδαμάκης Π. Μ., Η τραγωδία της αμαρτίας Ορθόδοξη Πνευματικότητα, Εκδόσεις Ακρίτας, Αθήνα 19932.
  • Κορναράκης Ι., Εγχειρίδιον Ποιμαντικής Ψυχολογίας, τεύχος Α’, Εκδόσεις Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη
  • Μαντζαρίδης, Ηθική = Μαντζαρίδης Γ. Ι., Χριστιανική Ηθική, Θεσσαλονίκη 20004.
  • Μαντζαρίδης Γ. Ι., «Χριστιανική Ηθική κατά την Αγία Γραφή και τους Πατέρες της Εκκλησίας», Ο θησαυρός της Ορθοδοξίας 2000 χρόνια Ιστορία – Μνημεία – Τέχνη Η δόξα και το μεγαλείο της Ορθοδοξίας 1 ( 2000 ), σσ. 202 – 213.
  • Μεταλληνός ( π. ) Γ., Η κοινωνική παρουσία του κληρικού, ανάτυπο από το περιοδικό Απόστολος Βαρνάβας, Λευκωσία
  • Μητσόπουλος, Γενετική =   Μητσόπουλος   Ν.   Ε.,    Επιτεύγματα της σύγχρονου γενετικής Ηθική θεώρησις, Αθήναι 1990
  • Μητσόπουλος, Διδασκαλία = Μητσόπουλος Ν. Ε., Η περί του ανθρωπίνου εμβρύου ως ψυχοσωματικής υπάρξεως διδασκαλία της Εκκλησίας και η χριστολογική θεμελίωσις αυτής, Αθήναι 19862.
  • Σταυρόπουλος Α. Μ., Εισαγωγή στην Ορθόδοξη Συμβουλευτική Ποιμαντική, Αθήναι
  • Φραγκιαδάκης, Αμβλώσεις = Φραγκιαδάκης ( π. ) Γ., Αμβλώσεις, Εκδόσεις Όμβρος, Αθήνα
  • Χρυσόστομος (Γεράσιμος Ζαφείρης), επίσκοπος, Αι αμβλώσεις και η Ορθόδοξος Εκκλησία θέσις και αντίθεσις ανάτυπον από τη ‘Θεολογία’,
Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2020 06:16

Μάθε να "Αφήνεσαι"

Συγγραφέας: Αγγελίνα Κρίμπαλη

Στις μέρες μας και στα πλαίσια των απαιτήσεων της σύγχρονης κοινωνίας μας, οι περισσότεροι από εμάς έχουμε μεγαλώσει μέσα σε μια κουλτούρα η οποία υπερτονίζει την ιδέα της ανεξαρτησίας & του ελέγχου. Αυτή η ιδέα εστιάζει κατά πολύ στο ότι είμαστε μόνοι μας και δεν χρειαζόμαστε τη βοήθεια των άλλων , μιας και μπορούμε και είμαστε ικανοί να έχουμε τον απόλυτο έλεγχο ! Πιστεύουμε ότι πρέπει να κρατήσουμε τόσο «σφιχτά» τα πάντα. Είτε πρόκειται για τη τέλεια σχέση, τη καταπληκτική καριέρα, την οικονομική αφθονία ή τις φιλίες. Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της πίεσης προέρχεται από τις προβολές των κοινωνικών μέσων της «τέλειας ζωής». Εάν βαθιά μέσα μας δεν πιστεύουμε ότι τα καλά πράγματα στη ζωή μπορούν να έρθουν εύκολα για εμάς, τείνουμε να παλεύουμε σκληρότερα για αυτά τα πράγματα.

Όταν παλεύουμε όμως σκληρά για κάτι, στέλνουμε την ενέργεια της έλλειψης. Το σύμπαν λαμβάνει αυτό το σήμα του φόβου και ανταποκρίνεται σε αυτήν την ενέργεια πιέζοντας μας ακόμη πιο μακριά από τα πράγματα που επιθυμούμε. Επομένως, η μεγάλη προσπάθεια για κάτι , μπορεί πραγματικά να κάνει πιο δύσκολη την απόκτηση του. Ωστόσο, η αληθινή & σταθερή επιτυχία επέρχεται όταν εξασκούμε την τέχνη της Παράδοσης- Αφήματος, η οποία είναι ακριβώς το αντίθετο από τον έλεγχο.

Δεν μπορούμε να επιτύχουμε κάτι μεγάλο όταν είμαστε μόνοι μας, χωρίς καμία βοήθεια και η αίσθηση πως μπορούμε, αποτελεί πολλές φορές πηγή δυστυχίας. Η παράδοση- άφημα επέρχεται όταν αντιληφτούμε αυτή την ψευδαίσθηση και μαζί με αυτήν την συνειδητοποίηση, αποτρέψουμε κάθε προσπάθεια να επιτύχουμε το αδύνατον. Η παράδοση-άφημα τότε αναδεικνύεται ως μια μεγάλη εσωτερική δύναμη. Ακόμη και μικρές στιγμές παράδοσης καταδεικνύουν πόσο διαφορετική θα ήταν η ζωή μας εάν απλά " αφηνόμασταν".

Όλοι κάποια στιγμή έχουμε βιώσει μεγάλη απώλεια ψυχικής, πνευματικής ακόμη και σωματικής ενέργειας προσπαθώντας να ολοκληρώσουμε κάτι, το οποίο εν’ τέλει δεν δύναται να ολοκληρωθεί. Τη στιγμή του "αφήματος" ωστόσο, την στιγμή εκείνη που

 

αντιλαμβανόμαστε ότι ενδεχομένως χρειάζεται να ζητήσουμε βοήθεια από κάποιον ή ακόμη και να εγκαταλείψουμε το αρχικό μας σχέδιο, τότε αισθανόμαστε μια βαθιά ανακούφιση! Αυτή η αίσθηση ζεστής & ανοικτής προοπτικής, είναι η παρουσία της " Παράδοσης- Αφήματος"

Όταν τελικά μαθαίνουμε και εξασκούμαστε στο να " αφηνόμαστε" , τότε και οι στόχοι μας πραγματοποιούνται, καθώς η τέχνη του αφήματος στην ουσία δεν είναι τίποτα άλλο από την Τέχνη του Ζητώ! Είτε από κάποιον άλλον άνθρωπο, φίλο, συνεργάτη, συγγενή, είτε από τους Αγγέλους μου & τον Ανώτερο Εαυτό μου, είτε από τον Θεό , το να μάθω να αφήνομαι- να μάθω δηλαδή, κάνοντας χώρο με εμπιστοσύνη στη Καρδιά να ζητήσει - δημιουργεί τα Θαύματα!

Ακόμη και η ίδια η παράδοση στους φόβους μας, θα μας δώσει την ευκαιρία να κοιτάξουμε τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε ως εξωτερικοί παρατηρητές, με μεγαλύτερη ευκρίνεια και κατανόηση. Η παράδοση λοιπόν μας δίνει την ευκαιρία να σταθούμε πίσω  και  να  δούμε  τις  καταστάσεις  στη  ζωή  με  μεγαλύτερη  σαφήνεια. Αυτό μπορεί να μας προσφέρει μια πιο υγιή κατανόηση και να μας επιτρέψει να κάνουμε το επόμενο βήμα με πιο σαφή κατεύθυνση και πιο σταθερή βάση.

Αφέσου λοιπόν για να λάβεις!... Μια φράση που συνάδει με τα λόγια του ίδιου του Ιησού στη Διδασκαλία επί του Όρους (Ματθαίος, 7:7)(1):

«Ζητάτε και θα σας δοθεί».

 

 

 

 ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

The Art of Surrender: A Practical Guide to Enlightened Happiness and Well- Being – Eiman Al Zaabi

The Surrender Experiment: My Journey into Life's Perfection- Michael A. Singer

Οι Επτά Πνευματικοί Νόμοι της Επιτυχίας- Deepak Chopra

Newsletter Subscribe

Όλα τα νέα και οι ενημερώσεις απευθείας στο email σας.

Νέα & Ανακοινώσεις

PrevNext

kyklos aspros 116x100

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΨΥΧΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ

ΛΟΦΟΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

ΜΥΤΙΛΗΝΗ 81100

ppy@aegean.gr

22510 36520 - 36580

Ακολουθήστε μας

ΦΟΡΜΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ

Γενικά στοιχεία

Υπηρεσίες

Η ομάδα μας

Συνεργασίες

Γιατί να μας προτιμήσετε

Διαφημιστείτε σε εμάς

Νομικά ζητήματα

© 2022 psichologia.gr. All Rights Reserved. Designed by Kosnet.gr