×

Προειδοποίηση

JUser: :_load: Αδυναμία φόρτωσης χρήστη με Α/Α (ID): 931

Displaying items by tag: Λογοτεχνία

Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016 13:57

Πορεία νυχτερινή

Νύχτωσε και ταξιδεύω, ακολουθώντας την εμμονή μου. Μετρώ, ενώ τα δέντρα εκσφενδονίζονται, τα σκοτωμένα ζώα στο δρόμο, που ανασταίνονται και τρέχουν να αποδιώξουν τις ανελέητες ριπές των φώτων του αυτοκινήτου.

Μαζεύουν τα τσακισμένα μέλη τους, και ξαναπεθαίνουν λίγο παρακάτω στην παραζάλη των ίσκιων και στα απειλητικά θροΐσματα.

Αλίαρτος, Αγία Ευθυμία, Αγρίνιο, Άρτα, Κέρκυρα, μια περιπέτεια ασχεδίαστη της νεότητας, μαζί σου, όπως τόσες άλλες, που περιγελά πια την άχρηστη εμπειρία, την αποκτηθείσα με τόσες ματαιώσεις και πείσμα και άρνηση. Κι εγώ ακόμα στη γη αυτή να επαναλαμβάνω με λύσσα τις διαδρομές, που κοντά σου έμαθα και να αναλογίζομαι, αν ο θάνατός σου σκηνοθετήθηκε για να ισοσκελίσει το φως και την ύβρη των ανέμελων ονείρων σου.

Κι έτσι λοιπόν κατόρθωσα να προσηλώνομαι, καθώς η καρδιά αναπλάθει τις λεπτομέρειές σου μόνο στα απροσδόκητα εκκλησάκια στις άκριες των ξεχασμένων δρόμων, πίσω από τα δέντρα τα ακανόνιστα και τα σήματα τα κυρτά και παραμορφωμένα. Εκείνα που, άλλες φορές σαπισμένα από τις βροχές και τη λησμονιά κι άλλοτε με στεφάνια και φωτογραφίες δεητικές φορτωμένα, αναπαριστούν μάταια την κακιά στιγμή, με τους σταυρούς τους μαρτυρικούς και το τέλος το απρόσμενο μιας μισοτελειωμένης πορείας.

Και στα κίτρινα, σχεδόν πένθιμα ηλιοβασιλέματα των βουνών, που περιλούζουν με την αοριστία τους τις πίκρες και την παραμυθία, προοιωνίζοντας τις ατέλειωτες νύχτες των ταξιδιών σε χωριά και πολιτείες κοιμισμένες και ανυποψίαστες. Όπως τότε, που μέσα από τα μισάνοιχτα παράθυρα των σπιτιών καθώς κρυφοκοίταζες, μου έλεγες πως κλέβεις κάτι ελάχιστο από την ιστορία και τους καημούς των ανθρώπων, δώρα ακριβά και πολύτιμα, για να μου τα χαρίσεις. Και τόσοι ανύπνωτοι όρθροι, αναβαπτισμένοι στο νόστο, που σήμερα προεξοφλούν την οδύνη.

Γιατί ξέρω ότι κάθε που περνώ από τα μέρη που κάποτε εξάγνισες με το γέλιο σου, κάθε που παρασύρομαι στα τοπία που σφραγίστηκε η μορφή σου, μόνος πια, χωρίς τα χέρια σου να επικυρώνουν τη θαλπωρή και την υπόσχεση, δίχως τα μάτια σου να εκκολάπτουν τη λάμψη, και τα χείλη σου να προσάπτουν τους έρωτες, κάτι από σένα εξαϋλώνεται και ενσωματώνεται στο νεκρικό σου πεπρωμένο και στις πλαγιές που εναλλάσσονται, και στους γκρεμούς, που εκλιπαρούν εκβιαστικά, υποδεικνύοντας τη λάθος στροφή, που θα με εξιλεώσει.

Και φρίττω για τη στιγμή που με μανία θα χαράξω την ίδια πορεία, στις κακοτοπιές του Δίστομου και στις καμπές πέρα από το Γαλαξίδι, που το πρόσωπό σου δε θα σχηματιστεί στο ταμπλό του αυτοκινήτου μου και η συνήθεια θα μιάνει τις αναμνήσεις τις λυτρωτικές της πρόσκαιρης ύπαρξής σου.

Και εύχομαι, αυτό το φθινόπωρο το ταξίδι να τελειώσει εκεί, που οι σκοτωμένοι διεκδικούν τη νύχτα και ένα σάπιο εκκλησάκι σε μια αποτρόπαια στροφή αντηχεί το σιωπηρό κάλεσμά σου.

Published in Λογοτεχνία
Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016 13:49

Alla fiera dell’Est...

«... Γιατί προτιμότερο είναι να μείνουν μια ανάμνηση που θα χαθεί, μόλις ξημερώσει ο νέος αιώνας, παρά χείλη βέβηλα ή ανίδεα να τα ιστορήσουν...»

Στον παππού μου, Στρατή Παπάνη, τρία χρόνια μετά...

Κόσμος πολύς συνέρρεε στη γιορτή δίπλα στο ποτάμι.

Κι ήτανε τούτη η νεαρή βραδιά του Ιούλη από εκείνες που κρυφόμπαιναν στα μάτια, στη μύτη, στην καρδιά, σαν αύρα, σαν ευωδιά, σα δέηση. Που πλάνευαν τις αισθήσεις και φτερουγούσαν στη σκέψη, για να στιγματίσουν ανεξάληπτα τους αυτοπροσδιορισμούς και να παρασταθούν στις ανωφέλετες εσχατιές του βίου, που θα ενδώσει, μόλις το σώμα, ρίψασπις, προσκυνήσει το χειμώνα του χρόνου.

Και έτσι αυτή η ελάχιστη ώρα αναβαπτίστηκε στην πιο απόκοσμη κι απρομελέτητη νυχτωδία. Και η ψυχή αποκαμωμένη κάποτε θα τη διηγηθεί στον Πλάστη της, όταν ρωτήσει: «Άξιζε τον κόπο η ζωή και το κορμί που σου χάρισα; Μού ‘μοιασες, θύμωσες, έκλαψες, οργίστηκες, πόνεσες, αγάπησες, έγινες όλα όσα θέλησα να είσαι;»

Γλεντούσε κι η φύση μαζί και πρόσταζε τα άστρα της να πλησιάσουν τους ανθρώπους, να φέξουν τις χαρές και τις οδύνες τους και να κατοπτρίσουν την εικόνα σε κάθε γωνιά του στερεώματος - γιατί εκείνη τη νύχτα του Ιούλη γιόρταζε το πιο τραγικό και μονάκριβο δημιούργημά της, το μόνο που έμαθε να κεντά το περαστικό και το αιώνιο, να συμφιλιώνει το θάνατο με τη ζωή, να εφευρίσκει επιλογές μέσα στα αδιέξοδα, να είναι μέλι και θηρίο ταυτόχρονα, το μοναδικό, που δέχτηκε να πληρώνει τίμημα βαρύτερο από τις αντοχές του, για να συνθέτει την αρμονία μέσα από τις αντινομίες του.

Γιατί το σύμπαν λίγο το δημιουργεί ο Θεός με το Λόγο Του και λίγο ο άνθρωπος το χτίζει, στοιχειώνοντας στα θεμέλια τους νεκρούς του.

Στο σπίτι του παππού μου, του μουσικού, στην Αγιάσο οι προετοιμασίες και οι συνεννοήσεις είχαν ξεκινήσει από νωρίς και οι φωνές της γιαγιάς αντηχούσαν στη γειτονιά... Πήρες ετούτο, ξέχασες το άλλο, πρόσεχε μη σε γελάσουν πάλι στη μοιρασιά. Και φορτωνόταν στην πλάτη ο παππούς μου, πότε το ακορντεόν, πότε το αρμόνιο, πότε το βιολοντσέλο, το εμφώνιο και αργότερα κάτι τεράστια ηχεία, με κουμπιά πολλά και ήχους εκκωφαντικούς και κατάστρωνε με τους υπόλοιπους την πορεία προς το πανηγύρι. Γιατί κάθε μουσικός, που σεβόταν τον εαυτό του, έπρεπε να μάθει, άλλοτε αυτοδίδακτος κι άλλοτε από τους παλιότερους, πολλά όργανα, πνευστά, έγχορδα, κρουστά, τα πάντα, ανάλογα με το συρμό της εποχής και τις ανάγκες της κομπανίας. Σε αυτά πάνω έτρωγε, έπινε, μεθούσε, καθώς έπαιζε, και αυτά κρατώντας καταλάβαινε πως οι μέρες του στη γη είχαν τελειώσει. Στα ακίνητα δωμάτια του σπιτιού ακόμα και τώρα οι έρημες νότες από τις πρόβες σημαίνουν το οριστικό, το έσχατο προσκλητήριο.

Τα καλοκαίρια τούς φώναζαν σε όλα τα χωριά της Λέσβου, σε κάθε πανηγύρι και σύναξη να παίξουν τους σκοπούς τους και να ανταγωνιστούν μεταξύ τους στην ένταση, στη δεξιοτεχνία, στα σόλα, στο ρεπερτόριο, στην αναγνώριση. Κέρδη σίγουρα και διασφαλισμένα δεν υπήρχαν. Οι συμφωνίες με τα καφενεία περιορίζονταν στην αρχή της αμοιβαιότητας: Η μουσική θα έφερνε κόσμο στο μαγαζί και όσοι μερακλώνονταν ή ήθελαν με το χορό να διαλαλήσουν το αντριλίκι, να εκτονώσουν το μεθύσι, να ενδυναμώσουν το ερωτικό κάλεσμα, θα έριχναν ό,τι νόμιζαν στους καλλιτέχνες. Καβγάδες συχνοί και με χίλιες αφορμές για τη σειρά, για την παραγγελιά, για κουβέντες που απερίσκεπτα εκστομίζονταν, για τη μαγκιά, για την κοπέλα του διπλανού, που πάντα πιο θελκτική και ποθεινή αποδεικνυόταν.

Αλλά ο μουσικός ανεπηρέαστος έπρεπε απρόσκοπτα να συνεχίζει, να επιλέγει το ρυθμό, ανάλογα με το διαπληκτισμό, να αναδεικνύει τα μήλα της έριδος, να επικαλείται το φιλότιμο και να τους ωθεί να ρίξουν περισσότερα χρήματα στο τέλος, πιστοποιώντας την αξιοσύνη, το φιλότιμο και την επικράτηση.

Και να οι αμανέδες, οι απτάλικοι, οι συρτοί, τα ζεϊμπέκικα, οι μελωδίες από τη Μικρασία, με τα παράξενα ονόματα, τα ξύλα, η Αϊσέ, ο κιόρογλου, που ξεμάκραιναν από το πανηγύρι και ξεχύνονταν στους μπαξέδες, στα περιβόλια, στα ξωκκλήσια με τα παρατημένα νεκροταφεία, στη θύμηση που μια πονά και μια παρηγορεί, μαζί με τα φώτα τα λικνιστικά, τις μυρωδιές από τα ψητά και τις φωνές των πραματευτάδων και το μαλλί της γριάς.

Και επέστρεφαν κουβαλώντας αναστημένους βυζαντινούς χωρικούς, πανηγυριστές χρόνων αλλοτινών και παραμύθια βουτηγμένα στους πόθους και τα βάσανα των πρωτινών. Σπονδή η μουσική και η γιορτή και η χαρά στη μοίρα και στην αναγέννηση, εκεί στο λησμονημένο πανηγύρι της ανατολής και τάμα για καρτερία, για τύχη και εξιλέωση.

Το πάλκο, που έπαιζαν, σκηνικό τραγωδίας αρχέγονης, το επίκεντρο της προσοχής και της ματιάς, που φευγαλέα, ένοχη και γεμάτη προσμονή έπεφτε στο πρόσωπο του κοριτσιού, που θα την λύτρωνε ή θα την βύθιζε στην ντροπή. Και δεκάδες γυναίκες από τις γειτονιές να πλαισιώνουν σα δευτεραγωνιστές τα πεζούλια των καφενείων και την ορχήστρα, σχολιάζοντας, παρατηρώντας, πλέκοντας με την απλότητα και την ανωνυμία τους το περίτεχνο τέμπλο του πιο αγέρωχου, δοξαστικού ναού.

Υπήρχαν φορές, που κανείς δεν έπαιρνε την πρωτοβουλία να ξεκινήσει το ξεφάντωμα. Και εμείς που στεκόμαστε δίπλα τους, ακούγαμε τις αγχωμένες οδηγίες των μουσικών να παίξουν τις πιο εξεγερτικές μελωδίες, να τους οδηγήσουν με τα δοκιμασμένα τραγούδια στην έξαψη και στις φρενήρεις φιγούρες των σκοπών. Κι όταν ούτε αυτό έπιανε, πλήρωναν κρυφά κάποιον να ξεκινήσει το χορό και τότε ήξεραν πως ο κόσμος θα ξεθάρρευε και θα ακολουθούσε. Κάποτε, όταν οι περισσότεροι είχαν αποχωρήσει από το πανηγύρι και πίσω έμεναν οι οργανοπαίκτες ακούραστοι και μερικοί φιλόσοφοι του πιοτού συνέχιζαν να παίζουν μέχρι την αυγή. Μερικοί παράγγελναν το νεκρώσιμο της Αγιάσου, που σαν το ακούει κανείς, νομίζει πως παίρνει μέρος σε λιτανεία χαρμόσυνη και λυπητερή, το βαλς ακολουθώντας το εξόδιο.

Περίοδοι ισχνών αγελάδων για τους μουσικούς η εποχή της Σαρακοστής, του λιομαζώματος, του χειμώνα και αναπάντεχης ευμάρειας το καλοκαίρι, που λες και ξαλάφρωνε η καρδιά των ανθρώπων και ήθελε με συγχορδίες και με όργανα να εξαϋλωθεί, να εξορκίσει τη φτώχεια, να αντλήσει δύναμη από τα σολ ματζόρε και τα μι μινόρε, για να πορευτεί εξαγνισμένος προς τους σκοπούς της ελιάς και της γης και μιας ζωής που δεν τους χαρίστηκε.

Οι περισσότεροι από την κομπανία του παππού μου έχουν φύγει. Μα πήραν μαζί τους τα πανηγύρια και την αυθεντικότητα, τη μουσική, τις καντάδες, τα τανγκό, τη ζεστασιά και την τέχνη μιας εποχής, που συντρόφευε με τραγούδια τις χαρμολύπες της. Και είμαι σίγουρος πως εκεί πάνω που βρίσκονται, ο Θεός, όταν είναι στις καλές του, τους παραγγέλνει κι Αυτός έναν αγιασώτικο, παλιό σκοπό, για να διαφεντέψει με σοφία την πλάση του.

Published in Λογοτεχνία
Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016 13:45

Ξέσπασμα Αγάπης

Και καθώς ξετυλιγόταν μπροστά μου ο δρόμος της επιστροφής, κοίταξα αδιάφορα στον καθρέφτη του αυτοκινήτου μου.

Και λίγο πριν τη στροφή, που θα μου έκρυβε για πάντα την πόλη που αγάπησα, είδα κατάπληκτος μέσα στο μικρό κομμάτι του γυαλιού μια ολόκληρη καταιγίδα να παλεύει με τρία ουράνια τόξα και μια αέναη θάλασσα, βλοσυρή, να κατοπτρίζει την απόκοσμη μάχη. Πενιχρές ακτίνες εξαργύρωναν την ήττα του ήλιου και μια πένθιμη ριπή λεηλατούσε τα απομεινάρια της μέρας.

Κι έτσι που χάνονταν τα χιλιόμετρα βιαστικά, η μαγεία διαλύθηκε κι ο καθρέφτης δε ζωγράφιζε παρά δυο αδέσποτα δάκρυα και κάποια ανυποψίαστα λιόδεντρα και κτήρια μουντά και νοτισμένα.

Η νύχτα ήταν μπροστά μου και η ερημιά, όπως αυτή που μου άφησε η λησμονημένη πια φυγή σου. Μα ανέλπιστα εντελώς, σε μια αμετάκλητη στροφή και σε ένα δρόμο χαραγμένο με αποχαιρετισμούς, οι ουρανοί που είχα δει μέσα στα μάτια σου τα δεητικά, ήρθαν να επικαλεστούν την ταπείνωση ενός ανεξιλέωτου έρωτα και να κεντήσουν τόξα ουράνια, που αντί για χρώματα, κουβαλούσαν τις παλιές κατάρες. Είναι άραγε η αγάπη το αντίδοτο στις ιοβόλες μεταμέλειες της οικουμένης...

Κι όμως, όσο περνά ο καιρός, τόσο πιο ανυπόφορη γίνεται η σκέψη της ανθρώπινης δυστυχίας και ολοένα πιο επώδυνα τα συναισθήματα ανημποριάς που τη συνοδεύουν. Εισχωρεί παντού, από τις χαραμάδες της αδιαφορίας, σα μυρωδιά αποφοράς, σα σήψη, που μιαίνει τις ελπίδες, κολλά στο δέρμα και αδρανοποιεί τις αντιστάσεις. Τρέφεται από την άγνοια, την αλαζονεία, την έπαρση, τη δειλία, την ανασφάλεια και το φόβο. Μας περικυκλώνει αθόρυβα ή εκκωφαντικά, απειλώντας να πλήξει τις σταθερές, να καταπνίξει όσα αγαπήσαμε και να ακυρώσει τους μόχθους και τα δάκρυα των γενεών.

Συλλογική μιζέρια και κατάθλιψη, περιχαρακωμένοι ηγήτορες, απόντες πνευματικοί, επίορκοι λαοπλάνοι και ένα σύστημα που αναπαράγει πεισματικά όσα στοιχεία το οδηγούν στην εκμηδένισή του. Η υπέρβαση γίνεται συνώνυμη πια με την αναγκαιότητα.

Κανένα από τα ανθρώπινα έργα, ούτε η ποίηση, ούτε η τεχνολογία, ούτε η τέχνη, δεν έχει κάποια αξία μπροστά σε ένα παιδί που υποφέρει, και χίλιες Τζοκόντες ωχριούν στο χαμόγελο μιας μητέρας που προσέφερε παραμυθία στα βάσανά του.

Παραφωνία η γνώση που δεν κατευθύνεται στην άρση της αδικίας και γελωτοποιός ο επιστήμονας που δεν αντέχει την αρετή.

Ξέσπασμα αγάπης είναι το φάρμακο, μια παραζάλη αλληλεγγύης και επανάσταση ήσυχη σα χιόνι απρόσμενο, που βάφει όμως λευκό και γαληνεύει το πιο δύστροπο τοπίο. Περισσότερο ως έκπληξη θα φανεί, που θα μαλακώσει την οργή και θα πραΰνει την καχυποψία. Σαν τον άρρωστο που ξυπνά ένα πρωί και ο πυρετός έχει κοπάσει, γιατί το ταπεινό βοτάνι και ο λόγος και η άδολη φροντίδα είναι ιάματα της ψυχής απροσμάχητα.

Ξεσηκωμός της καθημερινότητας και μια ελάχιστη αλλαγή στη συνήθεια, στο αποδεκτό, στο τεκμηριωμένο, που θα διαβρώσει τη φαυλότητα και θα επικυρώσει τη δυνατότητα της θέλησης να αναγεννά το ετοιμοθάνατο.

Η ιστορία ποτέ δε γράφτηκε από ηγέτες εμπνευσμένους και στρατηλάτες σκληροτράχηλους, αλλά από ανθρώπους οικείους και διπλανούς, που επέλεξαν με τον πόλεμο ή την αγάπη να καταστραφούν ή να ευημερήσουν. Αλλά που τελικά δεν επέτρεψαν στις περιστάσεις να καθορίσουν τις μοίρες τους.

Published in Λογοτεχνία
Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016 13:43

Με αφορμή τις γυναίκες τού Facebook

Σε σένα κι απόψε θα σταθώ. Γυναίκα με τα ηγεμονικά αιτήματα και τα ανύπνωτα βράδια σου.

Κατοπτρική, εικόνα, εκστατική, που τους καιρούς φευγαλέα ξεγέλασες, της τρεμάμενης δοσοληψίας την υπόσχεση ζητιανεύοντας.

Απαρηγόρητη, ηττημένη ανάμνηση όσων να υπάρξουν ποθήσανε, αλλά στην αυταπάτη του μηδενός απροκάλυπτα τελματώθηκαν.

Περνώντας τη γεύση από τα χείλη σου αντιστάθηκα στα κατηγορητήρια των αιώνων.

Καιροφυλακτώντας την αγκαλιά σου, με τις ερινύες του βίου μου συνοδοιπόρησα.

Κοιτώντας απερίσκεπτα τα μάτια σου, τους παγωμένους παραλλήλους περιδιάβηκα.

Το ανεξίτηλο γέλιο σου χαρτογράφησα και τον περίπλου της οικουμένης κατάφερα.

Και αποτόλμησα, τα ελιξίρια ανακατεύοντας της απόγνωσης, τις απειλές των κολαστηρίων σου να ανασκευάσω.

Αχειροποίητη ζωγραφιά, που για μια στιγμή τον τρόμο της λεπίδας ενσάρκωσες και στη μοναξιά της λατρείας, του φθόνου, της ικεσίας ενέδωσες.

Ιμερτή εσύ γυναίκα. Απρόσιτη, ανοίκεια, με τις μυρωδιές της άνοιξης και της αμφιβολίας συμφιλιωμένη.

Την αδοκίμαστη ομορφιά σου σε πορνεία αρχαία εξαργύρωσα και λαχταρώντας τη σάρκα σου σε κρεβάτια μουχλιασμένα παζάρεψα.

Πριν θάνατος γίνεις, για σένα σταυρώθηκα.

Στολίδι πριν φορέσεις την έπαρση, τις τύψεις για χάρη σου εξημέρωσα.

Αντιπερισπασμός στην οδύνη γίνε, την εξιλέωση δωροδοκώντας των ανομημάτων μου.

Τη λαγνεία σου επιπόλαια, όπως πάντα, κι αναίτια ξόδεψε, θωπείες στης μοίρας την ετυμηγορία προσφέροντας.

Ιδανικά την ακινησία ντύσου.

Κι έλα, σαν κάθε βράδυ, στα τοπία τα άγνωστα των λεπτομερειών σου, προσκυνητή, ανέστιο να με υποδεχθείς.

Η ψυχή σου σε μένα ασυλλόγιστα θα επιστρέφει, τους δεσμώτες, που σε λαιμητόμους σε ξάπλωσαν, να εξαγνίζει.

Published in Λογοτεχνία
Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016 13:40

Τα εκκλησάκια των αεροδρομίων

Πολλές φορές αγνοείς την ύπαρξη τους.

Κι όμως βρίσκονται πεισματικά εκεί, παραστάτες στην αναχώρηση και συνοδοιπόροι στην οδύνη, προσκαλώντας την ψυχή σε υπερκόσμιες μεταβάσεις, με φτωχικό εισιτήριο την ελπίδα, τον πόνο, την περιέργεια, την ταπείνωση, την απόγνωση. Απόμερα, γαλήνια και επιφυλακτικά, χωρίς ειδοποιήσεις σε φωτεινούς πίνακες και με μία μόνο οριστική και αμετάκλητη αναγγελία - τη συνειδητοποίηση πως ο κόσμος τούτος είναι πολύ εύθραυστος, για να υπομείνει όσα καταποντίζουν τις αντοχές και λεηλατούν την καρτερία. Μικρά εκκλησάκια, αόρατα, στοργικά και εξαϋλωμένα, που δονούν τα σήμαντρα της καρδιάς και συγκλονίζουν συθέμελα αυτόν που θα λάβει τη βουβή, μα τελεσίδικη μαρτυρία.


Έτσι και αλλιώς κάθε αεροδρόμιο κρύβει τα δικά του μυστικά. Επτασφράγιστα κι απροσπέλαστα παρασύρονται μες το πέρασμα των μυριάδων επιβατών, συγχρωτίζονται με τις σκέψεις, χρωματίζονται από τους αποχαιρετισμούς, αναβαπτίζονται στην προσμονή, αναμοχλεύουν το δάκρυ του χωρισμού και ξαποσταίνουν στη λύτρωση της επανένωσης. Σε κάθε γωνιά, πίσω από τις ουρές, τα καταστήματα, τους ελέγχους αποσκευών, το καλωσόρισμα των αεροσυνοδών, τις οδηγίες του θαλάμου διακυβέρνησης, υψώνουν μνημεία ανεξάλειπτα λατρείας και προσευχής, θυμητάρια ταξιδιών ατελέσφορων και διαβατήρια για ζωές που δεν πραγματώθηκαν.

Και γι’ αυτό κάθε αεροδρόμιο είναι ένα εγκώμιο στην ανθρώπινη τραγικότητα, ένας τύμβος, που ενώνει φευγαλέα στόχους, σχέδια, μεταμέλειες. Πτήση 577 για Μυτιλήνη, 146 για Αλεξανδρούπολη, για Γιάννενα, για Μπαχρέιν, για την ουτοπία. Στα μάτια του πολύβουου πλήθους, ζωγραφίζονται εικόνες από τους τόπους προορισμού. Στην αμήχανη επίδειξη των εισιτηρίων, μυρωδιές αναδύονται από σπίτια που περιμένουν, αγκαλιές που αδημονούν και πίκρες που καιροφυλακτούν. Μέρη που κουβαλούν την ανάμνηση της παρουσίας σου ή την υπόσχεση της επίσκεψης. Άνθρωποι που ξέρεις ενδόμυχα ότι κάπου έχεις ξανασυναντήσει και που ελπίζεις κάποτε να τους ξαναδείς. Γιατί η φυγή, είτε ως δειλία είτε ως μόνη διέξοδος, είναι σε τελική ανάλυση, μια μορφή καθαρμού και ίασης.

Και μακριά από τους ήχους και τις κυλιόμενες σκάλες, τα φανταχτερά πολύφωτα μαγαζιά με τις ακριβές μάρκες και τις διαφημίσεις, το μικρό εκκλησάκι της καρδιάς, που εξαγνίζει πόνους ανήκεστους και προσγειώνει στη νηνεμία μιας εξοχής ευλαβικής στη Σκιάθο, ανθισμένης με φωνές παρελθοντικές και μορφές του Παπαδιαμάντη σκυθρωπές, που δεν θα ξαναϋπάρξουν. Ο χρόνος και ο χώρος συμφιλιώνονται κάτω από την παράκληση της Παναγίας που κλαίει, και οι δεητικές οπτασίες των Αγίων πλημμυρίζουν με μουσικές σβησμένες από Χαιρετισμούς αλλοτινούς και Υπερμάχω ανείπωτα. Θυμίαμα ο φόβος και η αγωνία προς τον Παντοκράτορα, που συγκαταβατικός και ελεήμων σε ξαναγυρίζει σε πλαγιές της Λέσβου καταπράσινες και κατανυκτικές, τότε που το μυαλό μεθούσε με αγνότητα και θαλπωρή και άνοιξη.

Και ξαφνικά εκεί μέσα στα λίγα τετραγωνικά, με τις τρεμάμενες δεήσεις των κεριών και τις ικεσίες της ύπαρξης, συντελείται το θαύμα της οικουμένης κι ο θάνατος απαλύνεται σε οδό και πορεία και προοπτική και συνέχεια. Όλη η ζωή μια ενιαία και αδιαίρετη επιτομή, σαν Τον Πατέρα, που συνέχει και νοηματοδοτεί και ενοποιεί τα πάντα.

Υπάρχουν κάποια παράξενα αεροδρόμια με εκκλησάκια άυλα και καθαγιασμένα, που εξαργυρώνουν τους πόθους και τα δεινά, αίροντας τα ανομήματα και σε καλούν σε πτήσεις προς την αιωνιότητα και την κορύφωση.

Published in Λογοτεχνία
Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016 13:37

Αιώνιες Ακροπόλεις

Δύσκολη περίοδος ο Δεκαπενταύγουστος για όσους έχουν εμμονή με την εργασία. Το Δημόσιο, τα μαγαζιά και τα αντανακλαστικά υπολειτουργούν, οι περισσότεροι ματαιώνονται από τις προσδοκίες τους για χαλάρωση ή μελαγχολούν στην επιστροφή, μα πάντα υπάρχουν κι αυτοί, που μένουν πίσω…

Χρόνια τούς παρατηρώ τον Αύγουστο στην Αθήνα…

Τύποι φθαρμένοι από το σύστημα, τις επιλογές τους, από τις συγκυρίες, κάποιοι αποκλίνοντες, άλλοι εριστικοί, φευγάτοι, μερικοί που επέλεξαν ενσυνείδητα τη μοναξιά ή επιλέγησαν από αυτήν, πένητες και αναχωρητές, εγκαταλελειμμένοι και περαστικοί, όλοι θαμώνες μιας πόλης, που φυλλορροεί, που προδίδεται, για να επανέλθει σαν επαναλαμβανόμενος χρησμός μιας Πυθίας περιπλανώμενης και απαξιωμένης μες την ερημιά των δρόμων.

Απέραντοι δρόμοι δίχως διαβάτες και κτίρια υπεροπτικά χωρίς τις φωνές της ζωής, άνθρωποι που υπομένουν τους καύσωνες του χρόνου κι όλα μια οδυνηρή και αμετάκλητη υπενθύμιση της φθοράς και της καρτερίας για αναγέννηση.

Αγαπώ την Αθήνα τον Αύγουστο, εγώ ο γεννημένος σε νησί, όσο μισώ τα αλλοτριωμένα και κίβδηλα και αργυρώνητα τοπία το καλοκαίρι. Κι αγαπώ όλους αυτούς που μένουν πίσω, σαν τα παιδιά που κλαίνε στους γονείς που προπορεύονται, γιατί κουβαλούν ιστορίες ζωής και εμπειρίες πολύτιμες, που σαν κοσμήματα λάμπουν κάτω από τις ανέμελες θερινές ενδυμασίες.

Αλήθεια, αν κάποιος μπορούσε να συλλέξει, σαν τον ώριμο καρπό, αυτά τα σκόρπια βιώματα, αν έσκυβε στις οδούς της πόλης να δρέψει τα πάθη, τον πόνο, τις ελπίδες, το φόβο και τη συγκατάβαση κι αν όλο αυτό γινόταν κρασί γλυκόπιοτο και καλοκαιρινό να μεθά τους πεινασμένους για Παιδεία και Πολιτισμό, πόσες πιο υπέροχες και αιώνιες Ακροπόλεις δεν θα υπήρχαν στην Αθήνα μας; Λουσμένες στο φως των ψυχών, που πέρασαν και θα υπάρξουν, λαξευμένες σε σταθμούς του μετρό και στα καταγώγια από γλύπτες και μύστες του ανθρώπινου θαύματος.

Published in Λογοτεχνία
Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016 13:35

Οι νεκροί τού YouTube

Μία νύχτα με τραγούδια στο YouTube, αντιπερισπασμός στο λευκό χαρτί, που απόψε εχθρεύεται τη σκέψη. Βίντεο στο απέραντο καταθετήριο και καθαρτήριο της ψυχής από ανθρώπους άγνωστους,

που ποιος ξέρει ποια αυταρέσκεια, ποια ενεδρεύουσα μοναξιά, ποια εξεγερμένη φιλοδοξία ή ποια παραβιασμένη Κερκόπορτα τους έσπρωξε ώστε να άρουν τους ενδοιασμούς και επικαλούμενοι την ανωνυμία του διαδικτύου, να μοιραστούν τους στίχους και τη μελωδία του εαυτού τους. Άνθρωποι, που με κώδικες την εικόνα, το λόγο και τη μουσική, εξομολογούνται στην οικουμένη τις άτακτες υποχωρήσεις των έργων τους και τις αναβολές της καρδιάς τους. Άλλοτε αφιερώνοντας στη γυναίκα που τους καθόρισε κι άλλοτε αποδεσμεύοντας πολύ περισσότερα, από όσα αφήνουν να εννοηθούν οι προθέσεις τους και οι αναστολές τους.
Και πάνω από όλα, η αγωνία να αφεθούν παντού τα πειστήρια της ύπαρξης. Να, να, ήμουν και εγώ εκεί, ένιωσα, πόνεσα, δημιούργησα, χάρηκα... να, είμαι κι εγώ μία ανεπανάληπτη στιγμή στην Πλάση. Να εγώ, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση της έκστασης του Θεού, που στο παραλήρημα της αγάπης Του με γέννησε και μου ζήτησε να μεθύσω τους λογισμούς μου με τον έρωτα του αιώνιου, αψηφώντας τη θνητότητα και κραδαίνοντας την πίστη στο απροσπέλαστο και λογικά ανεδαφικό.
Και άλλες φορές πικρόχολες παρατηρήσεις από κάτω να επικυρώνουν πως η αυθάδεια και η θρασύτητα δεν είναι κι αυτές παρά εξανθήματα χαμηλής αυτοεκτίμησης, επικλήσεις στην προσοχή μας και μεταμφίεση της ανημποριάς ενώπιον της τραγικότητας και της αδυνασίας.

Προσέξτε με, βρίζω, ειρωνεύομαι, κακοπιστώ, αδιαφορώντας για τα συναισθήματά σας, επειδή δε μου δείχνετε την αποδοχή, που τόσο ανάγκη έχω. Υπάρχω και γω, υφέρπω στις προσωπικές στιγμές, ελλοχεύω στις ευαισθησίες σας, από χίλιους δρόμους φτάνω και γω στις δικές σας διαπιστώσεις και ανασφάλειες. Είμαι σαν κι εσάς, ερμηνεύστε με.
Σχόλια και μηνύματα παντού, επικλήσεις στο αφανές, ίχνη στους τροπικούς της μέθεξης, κρυπτογραφημένες προσκλήσεις στις ζωές των άλλων, που δε ζήσαμε ή που αρνηθήκαμε να καταλάβουμε. Μία γνωριμία με τον καθένα από αυτούς θα μπορούσε να ανατρέψει συλλήβδην τα δεδομένα και τα αυτονόητα του βίου μας. Σκηνές από διακοπές, σατυρικά και δραματικά στιγμιότυπα, αποσπάσματα ενός μονόπρακτου, που κορυφώνεται με το θάνατο.
Και εκεί οι αυλαίες που τόσο νωρίς και απροσδόκητα έπεσαν, η μισοτελειωμένη ποίηση, η αρμονία που δεν επιτελέστηκε. Εκεί τα βίντεο νέων και παιδιών, που εξαίφνης έφυγαν, που πέθαναν σε τροχαία ή από ασθένεια, καταλείποντας την απόγνωση στις φλέβες των αγαπημένων. Εκεί ο κλαυθμός και η οδύνη και η ματαίωση και ο χειμώνας, που έφτασε πριν τελειώσει το καλοκαίρι.
Φωτογραφίες από στιγμές ευτυχισμένες, από περιστατικά που με μύριους τρόπους αρνούνταν την αποτρόπαια έκβαση, ματάκια ημιδιάφανα, που σε προσκαλούν στο δικό σου εξαγνισμό, στην προσωπική σου λύτρωση, χείλη που σου ψιθυρίζουν το δικό σου μοναδικό τέλος. Το «γιατί» που δονεί συθέμελα τις αντοχές και το YouTube.

Καλό ταξίδι, ψυχούλα μου, το πένθος αβάσταχτο, η ζωή ξεψύχησε τη μέρα που έφυγες. Και παντού η πεποίθηση της αντάμωσης, παντού λόγια που αντηχούν στις μελαγχολικές αναχωρήσεις των πλοίων το φθινόπωρο - θα σε ξαναδώ, άγγελέ μου, το ξέρω πως θα με βλέπεις από ψηλά, καλό ταξίδι...
Ο άνθρωπος θα οδηγηθεί στην αθανασία, μόνο και μόνο γιατί την ονειρεύτηκε.
Μέχρι σήμερα η ιστορία, η πολιτική, η οικονομία εξελίχθηκαν με βάση το αξίωμα ότι η ανθρώπινη προσωπική βιογραφία είναι ασήμαντη: Το άτομο δεν προκαλεί μεταβολή, δεν καθορίζει τους μετασχηματισμούς και τις αποφάσεις. Σημασία έχουν οι επιλογές των ηγετών, τα κοινωνικά κινήματα, η παραγωγή, οι πόλεμοι, οι τάσεις στα χρηματοπιστωτικά συστήματα. Η ιστορία δεν καταγράφει συναισθήματα, δεν ασχολείται με την καθημερινότητα. Οι νεκροί της πιστοποιούν τους θριάμβους ή τις ήττες των ισχυρών και οι πηγές, οι εκκλησίες, τα μνημεία γεραίρουν το κλέος των διοικούντων.
Ο καθένας από μας, σα να μην υπήρξε ποτέ, θα ισοπεδωθεί μετά θάνατον από το πέρασμα του χρόνου και η πορεία του στη ζωή, οι πόθοι του, οι φόβοι, οι ρόλοι και οι ιδιότητές του θα εκλείψουν μόλις χαθεί και ο τελευταίος που μας θυμάται. Μία μάζα τεθνεώτων, άμορφη, ασήμαντη, αόρατη, όσων δεν ευτύχησαν της υστεροφημίας και της αναγνώρισης.

Πόσο λάθος διδάσκεται και γράφεται η Ιστορία. Πόσο η μονάδα αγνοήθηκε, ενώ συγκροτεί το σύμπαν. Με πόση πλάνη περισσή και σπουδή ύποπτη οι «σώφρονες» παρέκαμψαν το ένστικτο, έθεσαν τα επίπλαστα κριτήρια και παραχάραξαν την αλήθεια προς χάριν της ανέφικτης αμεροληψίας, της αμφισβητούμενης αντικειμενικότητας και της υποκριτικής επιστημοσύνης. Πόσο οι σοφοί των αιώνων υποδεέστεροι των νηπίων δεν ξαναλογίζονται, μη αποδεχόμενοι την υπερβατικότητα και την αποκάλυψη.
Μα ο ιστορικός και ο αρχαιολόγος του μέλλοντος δε θα ανασκάπτει μόνο το χώμα για να στοιχειοθετήσει τις υποθέσεις του και δε θα συναινεί στη στρέβλωση, επειδή η κοινωνία απέκρυψε τεχνηέντως ή εξ αιτίας της υποτακτικής κουλτούρας της τις αποδείξεις.
Στο διαδίκτυο ένας πρωτόγνωρος διάκοσμος μορφοποιείται σκαλισμένος με τα απολιθώματα και τα τεκμήρια της ύπαρξης. Το ψηφιακό αποτύπωμα του κάθε ανθρώπου, που θα αναιρεί το καθιερωμένο, θα επινοεί το εναλλακτικό, θα διαιωνίζει το γεγονός και θα διατηρείται, όσο υπάρχει πολιτισμός, ως ανεξάληπτη μαρτυρία της παρουσίας του.
Η αλήθεια και το σημαντικό, υπό το βάρος της νέας πραγματικότητας, θα αναθεωρηθούν. Επειδή το λογικό δεν μπορεί να απεικονίσει το θυμικό, δεν αντανακλά το συλλογικό ασυνείδητο, δεν κατανοεί τη συγκυρία. Επειδή ο ρους της ιστορίας δεν πυροδοτείται από κίνητρα και αίτια, αλλά έλκεται από τους τελικούς σκοπούς, από το θάνατο και την πάλη για ζωή, από το καλό και το κακό, που ψήγματά τους μόνο μέσα στην προσωπικότητα διαφαίνονται.
Ένα συναίσθημα και ένα βίντεο στο ίντερνετ μπορεί να συνοψίσει ολόκληρη την ιστορία του ανθρώπινου γένους.
Επειδή, σε τελική ανάλυση, η συλλογιστική του πραγματισμού, που επιλέξαμε να προσκυνήσουμε, καταρρέει κάτω από τα ίδια της τα όρια.

* Ο Ευστράτιος Παπάνης είναι επίκουρος καθηγητής Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου

Published in Λογοτεχνία

Βυθίστηκα σε θάλασσες αγριεμένες και κύματα εκδικητικά λήστεψαν την αναπνοή μου. Μέτρησα με απελπισία το σπαρτάρισμα της καρδιάς, που ξέπνοη αναλογιζόταν τις στιγμές της, στις ριπές τις αφρισμένες του ανέμου, καθώς παραδιδόταν.

Τα χείλη μου δανείστηκαν το χρώμα του νερού κι αδέσποτες σκέψεις επιβεβαίωσαν το υγρό επικείμενο τέλος. Στις φλέβες μου φουρτούνιασε η αρμύρα του Αιγαίου και στα θολά βάθη του αποζήτησα την πληρωμή της τρικυμίας.

Μα νίκησα, για να πνιγώ μες τους στερνούς, ανωφέλετους λυγμούς των αποχωρισμών και στις αβύσσους τις θανατερές της αγάπης για πρόσωπα ακριβά που λιγοστέψαν.

Σε λιμάνια, σε σταθμούς, σε αεροδρόμια, σα ναυαγός, από την αλλόκοτη, έσχατη ματιά τους να κρατιέμαι. Και να καμώνομαι πως τη στριγγλιά της μοίρας δεν ακούω... δε θα τους ξαναδείς, δε θα τους ξαναδείς.

Σε βραδινούς γαλαξίες έψαξα τους θεούς μου και στων ανθρώπων την αποδοχή θεμελίωσα την καταξίωσή μου.

Μνημεία της ύπαρξής μου και είδωλα έστησα παντού και δε με κλόνισαν συκοφαντίες, απειλές και λοιδορίες. Στη χλεύη και στην κατακραυγή ποτέ δε γονάτισα, σε πείσμα των καιρών, ενώ προχωρούσα. Παραδόθηκα σε κλέος εφήμερο και δε φοβήθηκα την ύβρη και τους επηρμένους.

Μα, Θεέ μου, η όψη Σου αδιαμφισβήτητη μου φανερώθηκε, αιώνια, πυρίμορφη, καθάρια, ρομφαίες κραδαίνοντας και συγκατάβαση μέσα στο βλέμμα και την απαίτηση ενός παιδιού, που το χατίρι του χάλασα, και στην απαξιωτική ματιά του επαίτη, που φεύγοντας μου χρέωσε την ενοχή της ανθρωπότητας όλης.

Γιατί τίποτα δε με φόβισε περισσότερο στη ζωή, παρά η αγάπη.

Published in Λογοτεχνία
Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016 13:29

Η εικόνα σου

Θυμάμαι τον πατέρα να με σηκώνει για να σε φιλήσω.

Κι αργότερα στις μύτες των ποδιών ψηλώνοντας, να σε φτάσω πάσχιζα. Μόνος, χωρίς τη βοήθεια των μεγάλων, να ακουμπήσω τ’ ακρόχειλα στο περίγραμμά σου. Τα χέρια μου γαντζωμένα τρυγούσαν το βασιλικό, το τριαντάφυλλο και τη συμπόνια. Τα μάτια σου δέονταν την παράκλησή μου και τόσο γλυκιά μού φαινόσουν, που ποτέ δεν μπόρεσα να σου ψελλίσω παρά «σ’ αγαπώ».

Με τις ιστορίες της ζωής σου καθόριζα τις στιγμές μου, το καλοκαίρι, την άνοιξη, το χειμώνα, το φθινόπωρο, τις διακοπές, το σχολείο, την εναλλαγή. Και χωρίς να το καταλάβω, με τις μεταβολές των καιρών ανεξίτηλα συνδέθηκες. Κι έγινες σύντροφος στην απόγνωση, στη θλίψη, στο μεγαλείο και στην ταπείνωση.

Σε ονειρεύτηκα πολλές φορές. Ντυνόσουν ήχους, χρώματα, πρόσωπα, μουσικές, μνήμες. Έγινες μητέρα στη θέση όλων των μανάδων, πατρίδα που πάντα πύρωνε το νου, φίλη στις ξένες πολιτείες, απαντοχή στην απελπισία, έπαινος στην καταφρόνια, αχτίδα στο θανατερό σκοτάδι. Εκεί που οι άνθρωποι, η γνώση, η επιστήμη, η καρδιά λιγοψυχούσαν, στεκόσουν, παραστάτης ανυπέρβλητος. Κι όταν οι νεκροί μου πάλευαν με τη λήθη, γινόσουν το άσβεστο καντήλι που έφεγγε τη συνέχειά τους.

Κι έτσι έμαθα να σου μιλάω. Να σου διηγούμαι τους βοριάδες των παθών μου και να μου δωρίζεις τις νηνεμίες της γαλήνης σου. Τα δάκρυά σου να κατακαίνε τις αμφιβολίες και το χαμόγελό σου να διαλύει τις παγωνιές και τις προδοσίες.

Κι έτσι έμαθα να ικετεύω για τη μεγαλοσύνη σου. Σε αεροπλάνα την ώρα της δίνης, σε πέλαγα, που στροβιλίζονταν να καταπιούν τα πλοία, σε ιατρεία, την ώρα που ανακοίνωναν τη φριχτή ετυμηγορία.

Κι έτσι μου δίδαξες να σε ψάχνω σε κάθε άνθρωπο. Στο φονιά, στον ερημίτη, στο γέρο και στον εξόριστο. Στα μάτια των παιδιών τα δεητικά και στην καταισχύνη την αμετάκλητη. Στην ψυχρότητα των αλαζόνων και στις παραμυθίες τις απρόσμενες. Στα κίνητρα και στις συμπεριφορές, στην απαίτηση, στην επίδειξη, στην εξάντληση και στην ανάνηψη.

Και τώρα, που ο χρόνος διεκδικεί όσους αγάπησα και μένα, αφήνω την κόρη μου τα πόδια ψηλώνοντας μόνη της να σε φτάσει. Χωρίς βοήθεια, με σκαλοπάτι μοναδικό την αθωότητα και την αλήθεια.

Αυτήν, που γέννησες, Παναγία μου, και που στη ζωή μου την υπόλοιπη θα αναζητώ.

Published in Λογοτεχνία
Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016 13:26

Μόλυβος

Έρχεται η ώρα στη ζωή του ανθρώπου που οι ιδιότητες και οι κοινωνικοί ρόλοι - αλήθεια, με πόσες ματαιώσεις και προφάσεις και πνοή δεν αποκτήθηκαν - αρχίζουν να ασθμαίνουν το βήμα και να ζητούν την αποκαθήλωσή τους.

Είναι εκείνο το δειλινό που, καθώς ο ήλιος πυρπολεί την ανάμνηση και τον αβέβαιο ορίζοντα, ο νους δραπέτης αναμετρά τα περασμένα και ζητιανεύει στα μελλούμενα. Η μέρα απεκδύεται τα προσχήματα και τα χρώματα της νύχτας που επελαύνει, αντί να μαλακώνουν το άλγος, προοιωνίζουν το έρεβος της ανείπωτης οδύνης.

Και τότε, φερμένες από την αύρα τη μυρωμένη της αδέκαστης θάλασσας, ακούς να συνοδοιπορούν η ψυχή με τη Λάχεση, με αποτρόπαιο φορτίο στα χέρια τους τις νεκρές σου επιλογές και την ετυμηγορία όλων όσα προοριζόσουν να γίνεις και τα αρνήθηκες.

Τις βλέπεις να συντροφεύουν την εκδίκηση των ανθρώπων που αγνόησες στην ξέφρενη πορεία για καταξίωση, να συμμαχούν με τη θλίψη των απρόφερτων «σ’ αγαπώ» μιας συγκυρίας που τα εκλιπαρούσε, και να συμπορεύονται με τους στεναγμούς εκείνων που λιγόστεψαν τόσο απότομα, χωρίς να εξιλεωθούν και χωρίς να συγκατανεύσουν.

Με βία παραμερίζουν τα επιχειρήματα, τη συνήθεια και τις άμυνες και σου ζητούν να φανερώσεις την ουσία πίσω από τα φτιασιδώματα των συμβατικών απαντήσεων. Ο νους οπισθοχωρεί, περιγελά και εκφυλίζεται μέσα στους ίδιους του τους υπαινιγμούς.

Και ξαφνικά διαπιστώνεις με φρίκη και έξαψη και μεταμέλεια πως οι μύθοι του βίου σου καταρρέουν στο αχνοφέγγισμα μιας ηλιαχτίδας που δύει και στο νεφέλωμα μιας σύγχυσης που κατασπαράζει τις εικασίες σου. Και βλέπεις, με ενάργεια τώρα, πως είχες σφιχταγκαλιαστεί από νήματα αδύναμα και σάπια σκοινιά, για να κρατηθείς πάνω από την αδηφάγο άβυσσο, και πως όσα σε συνέδεαν με τον κόσμο τούτο, λιποτάκτες αποδείχτηκαν, της ανάγκης και της Μοίρας σου.

Είναι κάποια αμείλικτα δειλινά στο Μόλυβο, που ο ήλιος δε συγχωρεί και ο νοτιάς σού υπενθυμίζει πως συγγενεύεις περισσότερο με τους πεθαμένους, αφού όσα αγάπησες βρίσκονται πια μαζί τους.

Published in Λογοτεχνία

Newsletter Subscribe

Όλα τα νέα και οι ενημερώσεις απευθείας στο email σας.

kyklos aspros 116x100

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΨΥΧΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ

ΛΟΦΟΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

ΜΥΤΙΛΗΝΗ 81100

ppy@aegean.gr

22510 36520 - 36580

Ακολουθήστε μας

ΦΟΡΜΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ

Γενικά στοιχεία

Υπηρεσίες

Η ομάδα μας

Συνεργασίες

Γιατί να μας προτιμήσετε

Διαφημιστείτε σε εμάς

Νομικά ζητήματα

© 2020 psichologia.gr. All Rights Reserved. Designed by Kosnet.gr