×

Προειδοποίηση

JUser: :_load: Αδυναμία φόρτωσης χρήστη με Α/Α (ID): 931

Displaying items by tag: Κοινωνία

Ο Bourdieu (1986) μελέτησε την έννοια του κεφαλαίου και διέκρινε τέσσερις διαφορετικές μορφές: το οικονομικό, το πολιτισμικό, το συμβολικό και το κοινωνικό. Όλες οι μορφές προκύπτουν από το οικονομικό κεφάλαιο μέσω μετασχηματιστικών διαδικασιών,που δεν είναι αυτοματοποιημένες, αλλά απαιτούν μακρόχρονη προσπάθεια προς αποκόμιση μακροπρόθεσμων ωφελειών.

Τα οφέλη που προκύπτουν από κάποιο είδος κεφαλαίου αποτελούν κόστος για κάποιο άλλο είδος κεφαλαίου.
Πιο συγκεκριμένα, ο Bourdieu όρισε το κοινωνικό κεφάλαιο ως «το σύνολο των πραγματικών ή συμβολικών πόρων οι οποίοι συνδέονται με πολλαπλά δίκτυα, που διατηρούνται στο χρόνο και συσχετίζονται με εν πολλοίς θεσμοθετημένες σχέσεις αμοιβαίας αποδοχής και αναγνώρισης» (1985, σελ.248). Με άλλα λόγια, το κοινωνικό κεφάλαιο αντιπροσωπεύει το άθροισμα των πλεονεκτημάτων που αποκομίζουν όσα άτομα ανήκουν σε κοινά δίκτυα ή σε ομάδες. Ο όγκος του κοινωνικού κεφαλαίου των φορέων εξαρτάται από το μέγεθος του δικτύου διασυνδέσεων που μπορεί να κινητοποιήσει επιτυχώς, καθώς και από τον όγκο του κεφαλαίου (οικονομικού, πολιτισμικού ή συμβολικού) που διαθέτει ο καθένας από εκείνους με τους οποίους συνδέεται. Σύμφωνα με τον Bourdieu, οι κοινωνικές διασυνδέσεις έχουν ευεργετικά αποτελέσματα σε θεμελιώδεις τομείς της ατομικής ζωής, δεδομένου ότι πολλαπλασιάζουν τις ευκαιρίες γνώσης και την πρόσβαση σε αυτήν μέσω της συναναστροφής με άτομα διαφόρων ειδικοτήτων και της οικειοποίησης του πολιτισμικού τους κεφαλαίου. Παράλληλα, τα κοινωνικά δίκτυα αυξάνουν τις οικονομικές δυνατότητες και αυτός είναι ο κυριότερος λόγος για την ένταξή τους σε αυτά. Κατά τον Bourdieu, τα αποτελέσματα του κεφαλαίου απορρέουν από την άνιση κατανομή του. Το κοινωνικό κεφάλαιο το διαθέτουν συνήθως οι κοινωνικά ισχυροί και αυτό εντείνει τις πρακτικές ανισότητας και κοινωνικού αποκλεισμού.

Ο Coleman (1988) θεώρησε ότι το κοινωνικό κεφάλαιο είναι έννοια σύμφυτη με την κοινωνική δομή, διευκολύνει την ατομική δράση και τη νοηματοδοτεί στο κοινωνικό πλαίσιο. Κατά τον ίδιο μελετητή, το κοινωνικό κεφάλαιο απαρτίζεται από επικαλυπτόμενα κοινωνικά δίκτυα, τα οποία διαθέτουν κοινές αξίες, εμπιστοσύνη και κοινά κριτήρια αποφάσεων. Σε δίκτυα με υψηλό επίπεδο κοινωνικού κεφαλαίου επικρατεί η αρχή της αμοιβαιότητας που συμβάλλει στην ατομική ευημερία, δεδομένου ότι οι συμμετέχοντες έχουν ευχερέστερη πρόσβαση στην πληροφορία ή άλλους πόρους, οι οποίοι αυξάνουν τις ευκαιρίες ατομικής ολοκλήρωσης. Ο Coleman διέκρινε τρεις παραμέτρους του κοινωνικού κεφαλαίου: της εμπιστοσύνης που οικοδομείται μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα και διασφαλίζει ότι οι υποχρεώσεις και τα καθήκοντα των μελών θα διεκπεραιωθούν ομαλά, της πληροφορίας που διοχετεύεται μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα και των κανονιστικών ρυθμίσεων και κυρώσεων που επιβάλλονται στα μέλη των δικτύων, υπαγορεύοντάς τους συγκεκριμένες συμπεριφορές.

Επιπλέον, διαχώρισε το κοινωνικό κεφάλαιο που διαμορφώνεται στα πλαίσια της οικογένειας από αυτό που σχηματίζεται σε επίπεδο κοινότητας. Η συμμετοχή στο τελευταίο έχει τις ρίζες της σε συγκεκριμένες δεξιότητες που επιτρέπουν τη δημόσια δράση και την ανάπτυξη κοινωνικών δικτύων, συνδέοντας κατ’ αυτό τον τρόπο το άτομο με την ομάδα και διαμορφώνοντας την αυτοαντίληψή του.

Σύμφωνα με τον ορισμό του Coleman για το κοινωνικό κεφάλαιο, οι δεξιότητες αυτές αποτελούν μία μορφή κεφαλαίου, με δική του αξία ως κοινωνικού πόρου.

Ο όρος κοινωνικό κεφάλαιο χρησιμοποιείται ολοένα και περισσότερο ως έννοια αλληλένδετη με την κοινότητα, αλλά δεν περιορίζεται σε αυτήν, εφόσον περιλαμβάνει τόσο τα τυπικά, όσο και τα άτυπα δίκτυα και τις κοινές αξίες. Ο ορισμός του Woolcock (1998) ότι το κοινωνικό κεφάλαιο περιλαμβάνει όλες τις αξίες και δίκτυα που διευκολύνουν την ομαδική δράση βασίζεται σε αυτή του τη σχέση με την κοινωνία των πολιτών.

Οι συμβατικές μέθοδοι ανάλυσης των αιτίων της συμμετοχής ή όχι στα κοινά επικεντρώνονται συνήθως στα δημογραφικά χαρακτηριστικά των μελών μιας ομάδας (φύλο, εκπαίδευση, κλπ.), παραγνωρίζοντας ορισμένες φορές τον κοινό συνδετικό κρίκο που ενοποιεί τους κοινωνικο-οικονομικούς αυτούς παράγοντες (Pattie et al., 2002). To κοινωνικό κεφάλαιο κατά τον Coleman (1988) περιγράφει όλους εκείνους τους μηχανισμούς και διαδικασίες συνεργασίας των πολιτών, που μετριάζουν τα διλήμματα της ομαδικής δράσης. Κατά τον Verbaetal. (1995), το κοινωνικό κεφάλαιο αυξάνει την αίσθηση αυτοαποτελεσματικότητας των πολιτών και αποτελεί το αναγκαίο υπόστρωμα της κοινωνικοποίησής τους.

Από κοινωνιολογικής απόψεως, οι διαστάσεις του κοινωνικού κεφαλαίου αποτελούν συγκριτικό πλεονέκτημα για την ατομική και ομαδική δράση, αλλά αυτό δεν μπορεί να αναχθεί σε κανόνα. Αν και μία ομάδα που χαρακτηρίζεται από υψηλή εμπιστοσύνη δύναται να κατορθώσει περισσότερα από ό,τι μία αντίστοιχη ομάδα που στερείται αυτού του χαρακτηριστικού, μια άλλη μορφή κοινωνικού κεφαλαίου μπορεί να είναι ακατάλληλη ή επιβλαβής για ορισμένες δράσεις.

Κατά τον Putnam (2000), το κοινωνικό κεφάλαιο είναι ίδιον των κοινωνικών μορφωμάτων και αναφέρεται στα κοινωνικά δίκτυα, στις κανονιστικές ρυθμίσεις και στην αμοιβαιότητα και εμπιστοσύνη που διευκολύνει τη δράση και τη συνεργασία για την κοινή ωφέλεια (Putnam, 2000). Ο Putnam πραγματεύεται επίσης τον τρόπο με τον οποίο οι εν λόγω κανονιστικές ρυθμίσεις και τα κοινωνικά δίκτυα εξελίσσονται, επισημαίνοντας ότι οι θετικές επιδράσεις του κοινωνικού κεφαλαίου αυξάνονται με τη χρήση τους και μειώνονται αντίστοιχα όταν παραμένουν σε αδράνεια. Οι κοινωνικές σχέσεις εξασθενούν, εάν δεν ανατροφοδοτούνται, και οι κανονιστικές ρυθμίσεις βασίζονται στη συχνή και ποιοτική επικοινωνία μεταξύ ατόμων και ομάδων.

Η ενίσχυση του κοινωνικού κεφαλαίου συσχετίζεται άμεσα με τη συμμετοχή στα κοινά. Όσο πιο ετερόκλητες είναι οι ομάδες στις οποίες συμμετέχει ένα άτομο, τόσο μεγαλύτερος είναι ο συγκερασμός απόψεων, στάσεων και συμπεριφορών και τόσο περισσότερο αναπτύσσεται η ευελιξία (Putnam, 1993).

Ο Putnam έγινε γνωστός κυρίως για τις απόψεις του σχετικά με την έκπτωση του κοινωνικού κεφαλαίου στην Αμερικανική κοινωνία (Bowling Alone, 2000). Συγκριτικά με τη δεκαετία του ’50, παρατηρήθηκε στροφή του μέσου Αμερικανού προς τον ατομοκεντρισμό, γεγονός που επέδρασε σε πολλές παραμέτρους της αμερικανικής ζωής. Οι ορισμοί που έδωσε ο Putnam, αν και ορθοί, δεν λαμβάνουν υπόψη την εξέλιξη της κοινωνικής πραγματικότητας και των ιστορικών συνθηκών που τη διαμορφώνουν. Ενδεχομένως, το κοινωνικό κεφάλαιο δεν μειώθηκε, αλλά διοχετεύτηκε σε άλλες μορφές συλλογικής δράσης.

Κάνοντας μία σύγκριση της θεωρίας του Bourdieu με αυτές των Coleman και Putnam, προκύπτει ότι ο Bourdieu είναι πιο ακριβής στην περιγραφή της κοινωνικής διάστασης του κεφαλαίου, ενώ οι υπόλοιποι ορισμοί είναι υπερβολικά γενικοί και περιλαμβάνουν κάθε είδους αλληλεπίδραση. Επίσης, ο Bourdieu δίνει έμφαση στην κοινωνική διαστρωμάτωση, στην κάστα, στην ιεραρχία και στην ανισότητα. Αντίθετα, ο Putnam αντιλαμβάνεται την έννοια του κοινωνικού κεφαλαίου μέσω οριζοντίων δικτύων. Έμφαση δίνεται στην πρόσβαση στα κοινωνικά δίκτυα, ενώ ο αποκλεισμός από αυτά αποτελεί την αρνητική διάσταση του κοινωνικού κεφαλαίου. Να τονιστεί ότι το κοινωνικό κεφάλαιο έχει έναν ιδιαίτερα συμβολικό χαρακτήρα, είναι ένα εν δυνάμει όφελος και όχι μόνο κάτι πραγματικό. Ο Bourdieu θεωρεί ως ωφέλιμη την μακρόχρονη επένδυση σε ανθεκτικά δίκτυα και όχι στις χαλαρές συνδέσεις, ενώ η προσέγγισή του έχει περισσότερο μακρο-κοινωνιολογικό παρά μικρο-κοινωνιολογικό χαρακτήρα.

Κοινός τόπος σε όλους τους ορισμούς του κοινωνικού κεφαλαίου (Loury, 1992; Bourdieu και Wacquant, 1992) είναι ότι εμφανίζεται ως δομικό χαρακτηριστικό της κοινωνίας και δεν εξαρτάται από την ατομική δράση, σε αντίθεση με τις έννοιες των κοινωνικών δικτύων και της κοινωνικής υποστήριξης, που αναφέρονται και σε πράξεις ατόμων. Τα αποτελέσματά του ενισχύουν την κοινωνική συνοχή (αλλά και έλεγχο), τη μεταβίβαση των αξιακών συστημάτων και την κοινωνική ενσωμάτωση πέρα από το οικογενειακό πλαίσιο.

Η Παγκόσμια Τράπεζα ορίζει το κοινωνικό κεφάλαιο ως μία έννοια που περιλαμβάνει όλο το πλέγμα σχέσεων, θεσμών και κανόνων που διαμορφώνουν την ποιότητα όλων των κοινωνικών αλληλοσυσχετίσεων. Ο ορισμός της επικεντρώνεται στη διάχυση των ωφελειών που απορρέουν από το κοινωνικό κεφάλαιο.

Ο Ο.Ο.Σ.Α. (2001) αναφέρεται στα δίκτυα, τις κοινές πεποιθήσεις και την αλληλοκατανόηση που διέπουν τη συνεργασία ανάμεσα σε ομάδες ή στα υπο-συστήματα μιας κοινής ομάδας.

Οι Kawachi et al. (1997) θεωρούν ότι το κοινωνικό κεφάλαιο είναι κοινό χαρακτηριστικό κοινωνικών μορφωμάτων και θεσμών και εμπεριέχει έννοιες, όπως η αμοιβαιότητα, η συμμετοχικότητα, η εμπιστοσύνη. Στοχεύει δε στο γενικό καλό και στην προαγωγή της κοινωνίας.

Ο Gillivray (2002) επίσης αναφέρεται στο κοινωνικό κεφάλαιο ως χαρακτηριστικό της κοινότητας, που διευκολύνει τη λειτουργία της.

Ο Randall Collins (1981) τόνισε ότι οι κανονιστικές ρυθμίσεις και τα δίκτυα έχουν κεντρικό ρόλο σε κάθε κοινωνική συνδιαλλαγή. Θεώρησε ότι βασίζονται σε ρουτίνες αλληλεπίδρασης μεταξύ των ατόμων, οι οποίες με την επανάληψη αποκτούν σταθερότερη κοινωνική υφή, μετατρέπονται σε κανόνες, ελαττώνουν την ανάγκη διαρκούς διαπραγμάτευσης και καθορίζουν το πλαίσιο της κοινωνικής ζωής. Μόλις σταθεροποιηθούν, διευκολύνουν τις διατομικές και δι-ομαδικές συναλλαγές με πολλά αντισταθμιστικά οφέλη για τα μέλη της κοινότητας, όπως αυξημένο πολιτισμικό κεφάλαιο, πρόσβαση σε πληροφορίες κλπ. Παρά τα εμφανή οφέλη, η σοβαρότητα των κοινωνικών δικτύων μπορεί να οδηγήσει σε φαινόμενα κοινωνικού εξοστρακισμού και απομόνωσης. Σε κάθε περίπτωση, τα κοινωνικά δίκτυα και το κοινωνικό κεφάλαιο αποτελούν συνδετικό κρίκο ανάμεσα στο τοπικό και το γενικό, την άτυπη διακυβέρνηση και την κρατική εξουσία.

Η δύναμη του κοινωνικού κεφαλαίου κατά τον Collins (1981) συσχετίζεται με το μέγεθος των ωφελειών που θα προκύψουν από αυτά και το βαθμό κινδύνου που προτίθεται να αναλάβει το άτομο ή η ομάδα. Σημαντικός παράγοντας στις κοινωνικές συνδιαλλαγές είναι η εμπιστοσύνη, δεδομένου του άτυπου – τις περισσότερες φορές – χαρακτήρα τους και της πιθανότητας τα μέλη μιας ομάδας να μην είναι συνεπή στις υποχρεώσεις τους (Portes, 1998). H δύναμη των κοινωνικών δικτύων εξασφαλίζει την υπακοή των μελών για το φόβο κυρώσεων ή περιθωριοποίησης (Putnam, 1993). Αντίθετα, οι Brehm και Rahn (1997) θεωρούν ότι ο φόβος της απόρριψης δεν αρκεί για να στηρίξει τη συμφωνία των μελών μιας ομάδας. Είναι η εσωτερίκευση των αξιών της ομάδας που εξασφαλίζει τη συνοχή της.

Το κοινωνικό κεφάλαιο περικλείει θεωρητικές και πρακτικές δυσκολίες στον προσδιορισμό του, επειδή δεν αποτελεί συμπαγή και ευρύτερα αποδεκτή έννοια σε επιστημολογικό και πρακτικό επίπεδο. Ο Bourdieu προσέδωσε σε αυτό μαρξιστική διάσταση θεωρώντας το ταξικό χαρακτηριστικό, ο Coleman εστίασε στον ατομικό παράγοντα, ενώ ο Putnam εισήγαγε την σκοπιά της οικονομίας στην διαπραγμάτευσή του. Κατά τους Fafchamps & Minten (1998), ο όρος αναφέρεται στο συναισθηματικό απόθεμα που είναι υπεύθυνο για την υπαγωγή του ατόμου στα διάφορα κοινωνικά μορφώματα. Κοινά σημεία όλων των ορισμών, που έχουν κατά καιρούς δοθεί είναι:
- Η εμπιστοσύνη, προϋπόθεση απαραίτητη για την κοινωνική συνδιαλλαγή
- Οι κανονιστικές ρυθμίσεις και ο αξιακός χαρακτήρας του κοινωνικού κεφαλαίου.

Η σχέση του με τα κοινωνικά δίκτυα.
Ο Collier (1998) τόνισε ότι το κοινωνικό κεφάλαιο περιλαμβάνει όλους τους μη οικονομικούς όρους και διαδικασίες, οι οποίοι επηρεάζουν την οικονομική πρόοδο.

Οι Bazan και Schmitz (1997) άσκησαν κριτική στις απόψεις του Putnam, επειδή δεν κατάφερε να διευκρινίσει τη σχέση μεταξύ των κοινωνικών πόρων και των προσδοκώμενων αποτελεσμάτων από αυτούς.

Ο Coleman (1988) υποστηρίζει ότι το κοινωνικό κεφάλαιο δεν αποτελεί μία ενιαία έννοια, αλλά ένα άθροισμα κοινών στοιχείων, τα οποία αποτελούν πλευρές των κοινωνικών δομών και παράλληλα διευκολύνουν ορισμένες ατομικές ή συλλογικές δράσεις. Προχωρά μάλιστα στη διάκριση φυσικού, ανθρώπινου και κοινωνικού κεφαλαίου. Το πρώτο αναφέρεται στον υλικό κόσμο, το δεύτερο στις δεξιότητες και γνώσεις των ατόμων και το τρίτο στις διαπροσωπικές σχέσεις.

Ο Mahieu (1998) ορίζει το κοινωνικό κεφάλαιο ως προσδοκία αποκόμισης κερδών που προκύπτουν από τις κοινωνικές συνθήκες που επηρεάζουν την παραγωγή.

Ο ορισμός του Dubois (1998) δίνει έμφαση στη γνωστική διάσταση του κοινωνικού κεφαλαίου και υπό την έννοια αυτή εισάγει τη γνώση των κανόνων που αναγκαστικά περιέχεται σε αυτό.

Ο Schiff (1998) ορίζει το κοινωνικό κεφάλαιο ως το σύνολο των στοιχείων της κοινωνικής δομής που επηρεάζουν τις σχέσεις των ατόμων και τα οποία καθορίζουν το βαθμό χρησιμότητας ή ανταποδοτικότητας της παραγωγής.

Μία παράμετρος του κοινωνικού κεφαλαίου είναι η «συνδεσιμότητα», που αναφέρεται στους δεσμούς του τοπικού κοινωνικού κεφαλαίου με ευρύτερες κρατικές, γεωγραφικές οικονομικές και πολιτικές δομές (κάθετη συνδεσιμότητα) και στην ενοποίηση του εκάστοτε περιφερειακού δυναμικού και υποσυστημάτων (οριζόντια συνδεσιμότητα) για την απρόσκοπτη διαχείριση των πόρων (Granovetter, 1973; Warner et al., 1997, 1999). Σε ατομικό επίπεδο η επέκταση αυτή των προσωπικών δικτύων ενισχύεται από την αλληλεπίδραση μέσω της εργασίας του σχολείου και της εργασίας, ενώ σε επίπεδο κοινότητας τονώνεται μέσω πολιτικών και πολιτισμικών δραστηριοτήτων.

Κοινωνικά δίκτυα
Συναφής προς τον όρο κοινωνικό κεφάλαιο είναι η έννοια των κοινωνικών δικτύων. Ως κοινωνικά δίκτυα μπορούν να οριστούν τα «πολυδιάστατα συστήματα επικοινωνίας και διαμόρφωσης της ανθρώπινης πρακτικής και της κοινωνικής ταυτότητας» (Χτούρης 2004). Οι Walker, MacBride, and Vachon (1977), όρισαν ως κοινωνικό δίκτυο το άθροισμα των προσωπικών επαφών μέσω των οποίων το άτομο διατηρεί την κοινωνική του ταυτότητα, λαμβάνει συναισθηματική υποστήριξη, υλική ενίσχυση και συμμετοχή στις υπηρεσίες, έχει πρόσβαση στις πληροφορίες και δημιουργεί νέες κοινωνικές επαφές. Τα κοινωνικά δίκτυα συνήθως αποτελούνται από τα μέλη της οικογένειας, τους φίλους και τους γνωστούς και περιλαμβάνουν τρεις κρίσιμες έννοιες: α) το μέγεθος ή το εύρος, το οποίο αναφέρεται στον αριθμό των ατόμων που συμμετέχουν στο δίκτυο, β) στη σύνθεση που αφορά το ποσοστό συμμετοχής στο δίκτυο μελών της ευρύτερης οικογένειας ή φίλων, γ) η συχνότητα που δηλώνει το πόσο συχνά τα μέλη ενός κοινωνικού δικτύου αλληλεπιδρούν (Χτούρης, 2004; Χτούρης, Παπάνης, Ρόντος, 2004).

Τα κοινωνικά δίκτυα ορίζονται ως οι κοινωνικές σχέσεις που περιβάλλουν ένα άτομο, τα χαρακτηριστικά τους και ο τρόπος με τον οποίο τα άτομα αντιλαμβάνονται και αξιολογούν τις εν λόγω σχέσεις. Τα κοινωνικά δίκτυα χαρακτηρίζονται από το μέγεθός τους, την πυκνότητα (συνδετικότητα μεταξύ των μελών), το δέσιμο, την ομοιογένεια, τη συχνότητα επαφής μεταξύ των μελών, τη διάρκεια και την αμοιβαιότητα (Berkman και Glass, 2000). Η συναισθηματική, ψυχολογική ή οικονομική στήριξη που μπορούν να αντλήσουν τα άτομα μέσω των κοινωνικών τους δικτύων είναι η κοινωνική στήριξη. Η έλλειψη κοινωνικής στήριξης και ο αποκλεισμός από τα δίκτυα θεωρείται ότι μειώνει τις δυνατότητες των ατόμων να αντιμετωπίσουν το άγχος, να αποκτήσουν κοινωνική ταυτότητα, να λάβουν συναισθηματική στήριξη ή υλική βοήθεια και να αποκτήσουν πρόσβαση σε υπηρεσίες και πληροφορίες (Walter et al., 1997). Από την άλλη πλευρά, η ύπαρξη κοινωνικής στήριξης έχει συνδεθεί με παράγοντες που επηρεάζουν την ποιότητα ζωής, όπως η ικανοποίηση από τη ζωή και η αίσθηση ευημερίας (Breezeet al., 2001).

Κατά την ανασκόπηση των ερευνών που διεξήχθη από το εργαστήριο Κοινωνικής και Πολιτισμικής Ψηφιακής Τεκμηρίωσης του Πανεπιστημίου Αιγαίου, οι μελέτες για τα κοινωνικά δίκτυα έχουν χρησιμοποιήσει διάφορες μεταβλητές, οι οποίες κατηγοριοποιούνται ως εξής: Καταγραφή των ατόμων στα οποία θα μπορούσε κάποιος να απευθυνθεί σε περίπτωση που ανακύψει κάποιο πρόβλημα. Τα άτομα αυτά μπορούν να σταθούν αρωγοί σε τυχόν οικονομικά και επαγγελματικά θέματα. Το εύρος των κοινωνικών δικτύων διαφαίνεται επίσης από τον αριθμό των ατόμων τα οποία γνωρίζει ο ερωτώμενος που έχουν αντιμετωπίσει παρεμφερές οικονομικό ή οικογενειακό πρόβλημα. Οι έρευνες επικεντρώνονται στην επιτυχή ή ανεπιτυχή έκβαση των παρόμοιων αυτών προβλημάτων, αλλά παράλληλα συσχετίζουν τα κοινωνικά δίκτυα με την αυτονομία, την υπευθυνότητα, την οικονομική άνεση, την ηλικία, το μορφωτικό επίπεδο κτλ.

Σύμφωνα με έρευνες των MacLanahan, Wedemeyer & Adelberg (1981), τα κοινωνικά δίκτυα παρέχουν συναισθηματική υποστήριξη, η οποία παίρνει τη μορφή κάλυψης απέναντι στα αρνητικά αποτελέσματα των αγχογόνων καταστάσεων. Παράλληλα, τα κοινωνικά δίκτυα βοηθούν στην εξεύρεση εργασίας, αλλά παράλληλα υποδεικνύουν στους εργοδότες τους κατάλληλους υποψήφιους. Κατά τον Bewley (1999), ο συνηθέστερος τρόπος εξεύρεσης εργασίας σε αγγλοσαξονικές χώρες είναι μέσω γνωστών και φίλων, οι οποίοι μπορούν να παρέχουν τις καταλληλότερες συστάσεις για τους υποψήφιους εργαζομένους.

Ο Granovetter (1973) θεώρησε ότι είναι οι αδύναμοι δεσμοί των κοινωνικών δικτύων που εξασφαλίζουν περισσότερες ευκαιρίες απασχόλησης συγκριτικά με τους στενούς φίλου και συγγενείς, δεδομένου ότι παρέχουν μεγαλύτερη πληθώρα πληροφοριών και διαθέτουν μεγαλύτερη διασπορά και ποικιλία στις ευκαιρίες απασχόλησης. Με την άποψη αυτήν συμφωνεί και ο Montgomery (1991).

Έχει παρατηρηθεί ότι η κοινωνική δικτύωση συσχετίζεται όχι μόνο με οικονομικούς και κοινωνικούς εξισορροπητικούς για την αγορά εργασίας παράγοντες, αλλά και με υψηλότερα ποσοστά εργασιακής ικανοποίησης (Granovetter 1985), χαμηλότερα ποσοστά παραιτήσεων (Datcher 1983) και υψηλότερους μισθούς (Granovetter 1985). Μάλιστα ο Ludwig (2000) και Topa (2001) παρατήρησαν ότι τα υψηλότερα ποσοστά εργασιακής ικανοποίησης σε δουλειές που επετεύχθησαν μέσω κοινωνικών δικτύων οφείλεται όχι στους υψηλότερους μισθούς αλλά στο ποιοτικότερο κοινωνικο- συναισθηματικό κλίμα που δημιουργείται σε μια επιχείρηση λόγω του γεγονότος ότι εργάζονται σε αυτό φίλοι.

Ο Brain V. Krauth (2001) θεωρεί ότι κρίσιμος παράγοντας για τα κοινωνικά δίκτυα είναι η σταθερότητα τους. Οι πιο πολλές κοινωνιολογικές θεωρίες λαμβάνουν τα κοινωνικά δίκτυα ως στατικά μορφώματα τα οποία αντιστέκονται στην αλλαγή, γεγονός που δεν επαληθεύεται από την πραγματικότητα. Αντιθέτως είναι η ευκαμψία των κοινωνικών δικτύων που εξασφαλίζει μεγαλύτερη πρόσβαση στην αγορά εργασίας.

Πολλές φορές ο ρόλος των κοινωνικών δικτύων όσον αφορά τα κοινωνικά, οικονομικά, επαγγελματικά και οικογενειακά προβλήματα των γυναικών είναι καθοριστικός, δεδομένου ότι παρέχει εναλλακτικές λύσεις σε θέματα όπως απασχόληση, οικονομική ανεξαρτησία μετά από διαζύγιο, φροντίδα παιδιών, διαχείριση άγχους, αυτοαπασχόληση και επαγγελματική συμβουλευτική.

Οι εμπειρικές έρευνες επιβεβαιώνουν ότι όσο μεγαλύτερο είναι ένα δίκτυο και όσο συχνότερη η επαφή των μελών του τόσο πιο αποτελεσματική είναι η βοήθεια που προσφέρουν κυρίως στις εργαζόμενες γυναίκες. Όσον αφορά τη σύνθεση του δικτύου βρέθηκε ότι για υλική βοήθεια τα μέλη της οικογένειας είναι τα καταλληλότερα πρόσωπα προς τα οποία καταφεύγουν οι γυναίκες με προβλήματα ανεργίας, ενώ για συναισθηματική υποστήριξη περισσότερο αποτελεσματικά είναι τα δίκτυα των φίλων.

Τα ευρήματα των περισσοτέρων εμπειρικών μελετών μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:

Τα κοινωνικά δίκτυα μεταφέρουν σημαντικές πληροφορίες τόσο στους εργαζόμενους όσο και στις επιχειρήσεις αυξάνοντας την παραγωγικότητα.

Η μακροπρόθεσμη απασχόληση είναι άμεση συνάρτηση του αριθμού των συνδέσμων του κοινωνικού κεφαλαίου, του ποσοστού αυτών των συνδέσμων που είναι ασθενείς και των ατομικών χαρακτηριστικών αυτών των εργαζομένων.

Η σχέση των κοινωνικών δικτύων με την απασχόληση είναι μη γραμμική.
Τα στενά κοινωνικά δίκτυα μπορούν να έχουν το αντίθετο αποτέλεσμα όσον αφορά την αποτελεσματικότητα τους για την εξεύρεση εργασίας, δεδομένου ότι έχουν επικαλυπτόμενες αντιλήψεις, στάσεις και πληροφορίες.

Σε μειονεκτικότερη θέση βρίσκονται οι υποψήφιοι εργαζόμενοι που δεν έχουν κοινωνικά δίκτυα.
Σημαντική επίδραση στην εξεύρεση εργασίας παίζει το κοινωνικό κεφάλαιο μιας περιοχής εφόσον αλληλεπιδρά με τα κοινωνικά δίκτυα. Έρευνες στο εξωτερικό έχουν δείξει ότι απλή συμμετοχή σε συλλόγους και σωματεία, αυξάνουν σημαντικά τον αριθμό των συνδέσμων των κοινωνικών δικτύων και κατά συνέπεια τις πιθανότητες απασχόλησης.

Η μελέτη των κοινωνικών δικτύων στον Ελλαδικό χώρο έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή έχει συνδεθεί με την επαγγελματική αποκατάσταση των νέων (Ζαννή Τελιοπούλου, ΕΚΕΠ 1999), τον κοινωνικό αποκλεισμό ειδικά σε οικογένειες με μικρά παιδιά (Home-Start International 2001) και έχει εξεταστεί ως διαμεσολαβητικός άτυπος θεσμός και προνομιακός μηχανισμός για την μετάβαση στην απασχόληση.

Σε όλες τις προαναφερθείσες έρευνες η συμβολή τους κρίνεται ως καθοριστική, ειδικά ως πηγή άντλησης πληροφοριών, δεδομένου ότι οι νέοι δεν έχουν διαμορφώσει μια σαφή στρατηγική σχετικά με την επαγγελματική τους αποκατάσταση. Ειδικά τα οικογενειακά δίκτυα ενδυναμώνουν τα άτομα και τους συγγενικούς δεσμούς , την άσκηση ελέγχου στα γεγονότα της ζωής και έχουν ύψιστη σημασία ως προληπτική στρατηγική για οικογένειες που ζουν σε αγχογόνα περιβάλλοντα. Τα κοινωνικά δίκτυα συσχετίζονται με την καταναλωτική ισχύ και τους πόρους, το είδος της παραγωγής, την προσβασιμότητα των κρατικών υπηρεσιών, την κοινωνική δραστηριότητα και τις υποκειμενικές αντιλήψεις κοινωνικής ενσωμάτωσης.

Το κοινωνικό κράτος, τα πολιτικά κόμματα, τα νέα κοινωνικοπολιτικά κινήματα, οι αντιλήψεις για αυτοδιαχείριση και η εντεινόμενη διαδικασία παγκοσμιοποίησης έχουν αποδυναμώσει το σύστημα κοινωνικής προστασίας στην Ελλάδα, γεγονός που αναδεικνύει το κοινωνικό κεφάλαιο και τα δίκτυα σε μείζονος σημασίας αντισταθμιστικά μορφώματα, που στηρίζουν την κοινωνική συνοχή.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την έρευνα του Πανεπιστημίου Κρήτης και της ΑΔΕΔΥ, η ανεργία αποδίδεται στην έλλειψη κοινωνικών κεφαλαίων και δικτύων, στην ανεπάρκεια του εκπαιδευτικού κεφαλαίου και κατάρτισης και αποτελεί δομικό στοιχείο της Ελληνικής οικονομίας. Η οικογένεια και το ευρύτερο συγγενικό δίκτυο, ενεργοποιείται για την εύρεση εργασίας σε συνδυασμό δίκτυα προσωπικών σχέσεων, δεδομένου ότι οι κρατικοί θεσμοί- διαμεσολαβητές (ΟΑΕΔ) καθώς και τα απρόσωπα δίκτυα πληροφορήσεις (αγγελίες εφημερίδων) δεν είναι αποτελεσματικά.


Θέματα Κοινωνιολογίας της Εκπαίδευσης,Μυτιλήνη 2007

Των Ευστράτιου Παπάνη, Μυρσίνης Ρουμελιώτου 

Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016 16:44

Η ανομική κοινωνία

Τα τελευταία περιστατικά φανερώνουν με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο πως έχουμε εισέλθει στην ανομική περίοδο της κρίσης, κατά την οποία οι πολίτες αποσυνδέουν την προσωπική τους πορεία από τις αξίες, τους θεσμούς, τους νόμους και τη συλλογικότητα της κοινότητας, αποδομούν τις δυνάμεις, που συνείχαν τόσα χρόνια την κοινωνία, ανεχόμενοι ακραίες συμπεριφορές, όπως η βία, από όπου κι αν προέρχεται, επιδεικνύοντας ανεκτικότητα στην ηρωποίηση αμφιλεγόμενων προσώπων και πολιτικών και ασφυκτιώντας με την αθέλητη εμπλοκή τους σε μνημονιακά και αντιμνημονιακά ψευτοδιλήμματα.

Η εμπιστοσύνη έχει τρωθεί. Ξαφνικά και η πιο παράλογη ιδέα φαντάζει ως μια κάποια λύση, που θα εξαγνίσει δραστικά την παρακμή, που θα εγγυηθεί την προσωπική κι όχι τη συλλογική επιβίωση, που θα αποτολμήσει την παρθενορραφή της εξιλέωσης. Παράλληλα, την εμφάνισή τους έκαναν οι εραστές της σήψης και της ολικής φθοράς ενός συστήματος, που δεν τους ανέδειξε όσο θα ήθελαν, αλλά και θιασώτες της αποφοράς, που θα συντείνει στον πλουτισμό τους.

Τύποι προσωπικοτήτων της κρίσης οι τιμητές των πάντων, οι νοσταλγοί του παρελθόντος, οι υπερπατριώτες, οι εξόχως αριστεροί, οι δραπέτες στην ξενιτειά, οι ρομαντικά μεταφυσικοί της Ελλάδας που ανασταίνεται, οι εμβριθείς αναλυτές, οι εξαθλιωμένοι... όλοι σα μια συγχορδία, που όταν κατασταλάξει την ταλάντωση της παραφωνίας της, είτε θα γεννήσει την ιδεολογία της ανατροπής ή θα στραφεί στο οργανωμένο έγκλημα.

Μα μέσα σε όλο τον ορυμαγδό, κανείς δε δέχεται να επωμιστεί τις ωδίνες ενός τοκετού, που θα βγάλει τη χώρα από τη νέα βαρβαρότητα... αυτού που ιστορικά δικαίωσε τις γενιές, που τον επέλεξαν ως μόνη σωτηρία: την πίστη και την εργασία. Και κανείς δε φαίνεται να διδάσκεται το πολύτιμο μάθημα: πως η απαξίωση των θεσμών, όπως της πατρίδας, της ιστορίας, της θρησκείας, της δημοκρατίας, της γλώσσας και του σχολείου, φέρει καταιγιστικά και ολέθρια αποτελέσματα, ειδικά εάν δεν προτείνεις κάτι εξίσου καίριο για να τους υποκαταστήσεις.

Ας μην ξεχνάμε πως Δημοκρατία είναι η ενσυνείδητη υπακοή σε νόμους που υπηρετούν τον πολίτη, και όχι απλά η άκριτη γνώμη μιας αβέβαιης και συγκυριακής πλειοψηφίας· το πολίτευμα εκείνο, στο οποίο η Δικαιοσύνη και οι θεσμοί εγγυώνται τη βιολογική, κοινωνική και συναισθηματική ανάπτυξη των ανθρώπων και δίνουν αδιάκριτα σε όλους τη δυνατότητα να εξελίξουν τα όριά τους.

Η Ψυχολογία έχει εντατικά ασχοληθεί με τα συστατικά των στάσεων, δηλαδή των πεποιθήσεων, που έχουν οι άνθρωποι, οι οποίες μπορούν να νοηθούν ως οργανωμένα γνωστικά ή συναισθηματικά ή συμπεριφοριστικά σχήματα, που διαθέτουν σταθερότητα, αντιστέκονται στην αλλαγή και, εάν νοηθούν ως σύνολα, μπορούν να απαρτίσουν τα στοιχεία των αξιών, της κοσμοθεωρίας και της φιλοσοφίας του ατόμου.

Οι επιστήμονες γρήγορα κατάλαβαν ότι η διάκριση στο γνωσιακό-λογικό τομέα, στο συναισθηματικό και πραξιακό πεδίο ήταν αναγκαία, επειδή οι στάσεις δε διαμορφώνονται όλες με τον ίδιο τρόπο. Κάποιες από αυτές στηρίζονται στη λογική, π.χ. η αντίληψη που έχουμε για το επάγγελμα του παιδιού μας (θα εξασφαλίζει ένα ικανοποιητικό εισόδημα, θα παρέχει ευκαιρίες ανέλιξης κ.λπ.), ενώ άλλες θεμελιώνονται με συναισθηματική φόρτιση (π.χ. η αγάπη μας για ένα παλιό αυτοκίνητο, το οποίο έχει συνδεθεί με όμορφες αναμνήσεις). Το πραξιακό κομμάτι αφορά το παρατηρήσιμο μέρος των στάσεων, για παράδειγμα η προτίμηση κάποιου για τα ποιήματα του Ελύτη μπορεί να τον οδηγήσει στην αγορά DVD με μελοποιημένα έργα του. Πολλοί πιστεύουν ότι ένα ικανό τμήμα των στάσεων διαμορφώνεται γενετικά (βλ. έρευνες σε μονοζυγωτικούς διδύμους) και πολλές φορές οι αρχικές γενετικές προδιαθέσεις (π.χ. μία χαλαρή, άνετη προσωπικότητα) ενδεχομένως να καθορίσει τις μελλοντικές αντιλήψεις για τις σχέσεις ή για την ανεκτικότητα απέναντι στο διαφορετικό. Στην πραγματικότητα, τόσο η κλασσική εξαρτημένη, όσο και η μάθηση μέσω ενίσχυσης, μπορούν από μικρή ηλικία να ποδηγετήσουν τις αξίες και τα πιστεύω του ατόμου ως ενηλίκου: η συνεξάρτηση της μυρωδιάς των λουλουδιών με την επέτειο των γενεθλίων κατά την παιδική ανέμελη περίοδο, μπορεί να προκαλέσει αισθήματα γαλήνης και ευτυχίας κάθε φορά που ο ενήλικος μυρίζει μια παρόμοια οσμή. Αντίθετα, οι διαρκείς προειδοποιήσεις των γονιών προς τα παιδιά τους να μην παίζουν με συμμαθητές από ξένες χώρες, μπορεί να είναι το αίτιο για γενικευμένη εχθρότητα προς τους αλλοδαπούς και το λανθάνον υπόστρωμα για μία ανάλογη πολιτική τοποθέτηση. Φυσικά, ακόμα και η αντίθετη τελική αντίδραση, δηλαδή η ανοιχτή αποδοχή κάθε τι διαφορετικού, απλά διατρανώνει τη συναισθηματική φόρτιση προς τον αρνητισμό των γονέων.

Το πρόβλημα με τις στάσεις είναι ότι αρκετές φορές η διατήρησή τους μπορεί να είναι αίτιο συναισθηματικών προβλημάτων, ενώ η συχνή μεταβολή τους προκαλεί γνωστικές ασυμφωνίες. Οι παγιωμένες στάσεις είτε διασφαλίζουν την ισορροπία στο σύστημα της προσωπικότητας είτε μετατρέπονται σε άκαμπτα σχήματα, που γίνονται αφορμή για ενδοπροσωπικά και διαπροσωπικά ζητήματα. Σύμφωνα με τους ειδικούς, οι αντιλήψεις μας διαμορφώνονται και μετασχηματίζονται καθημερινά μέσω της κοινωνικής σύγκρισης και ελέγχου. Παράλληλα, τα μηνύματα που δέχεται το άτομο μέσω της επικοινωνίας, συνήθως στοχεύουν σε αυτό ακριβώς: την πειθώ.
Οι κοινωνικοί ψυχολόγοι έχουν καταλήξει ότι μεγάλο ρόλο στην αλλαγή των πεποιθήσεων διαδραματίζει η πηγή του μηνύματος (κατά πόσο αυτός που το εκπέμπει είναι πρόσωπο κύρους ή θεωρείται αυθεντία ή έχει στενή σχέση με τον αποδέκτη του μηνύματος). Το ίδιο θετικό ή αρνητικό αποτέλεσμα φαίνεται να έχει η ελκυστικότητα του συνομιλητή, αλλά και η θέση του ατόμου στην ομάδα στην οποία ανήκει.
Το περιεχόμενο του μηνύματος μπορεί να καθορίσει το αποτέλεσμα μιας διαλεκτικής διαδικασίας: οι άνθρωποι πείθονται περισσότερο εάν πιστεύουν ότι το εκπεμπόμενο μήνυμα δε σχεδιάστηκε αλλά ούτε χρησιμοποιείται για να πείσει.

Επιπλέον, έρευνες έχουν δείξει ότι τα άτομα με μέση αυτοεκτίμηση πείθονται ευκολότερα από άτομα με χαμηλή ή υψηλή αυτοεκτίμηση και το ίδιο φαίνεται να ισχύει και για το δείκτη ευφυΐας. Οι στάσεις μεταβάλλονται ευκολότερα στις ηλικίες 18 - 25 ετών.

* Ο Ευστράτιος Παπάνης είναι επίκουρος καθηγητής Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου

Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016 16:26

Μικρές συμβουλές για την κρίση

Αφήστε τους μωροφιλόσοφους να μιλούν για μνημόνια... Μη σαγηνεύεστε απερίσκεπτα από την παγίδα των εραστών της εξουσίας... Όσοι αγαπάτε την Ελλάδα, πιάστε δουλειά... να η έξοδος από κάθε κρίση...

Προκρίνετε τους βέλτιστους και διδάξτε τους μέτριους, γιατί και το καθάριο φως της ψυχής δοκιμάζεται σε όλα τα στάδια της ωχρότητας, μέχρι να φτάσει στην έξαρση της λάμψης του.

Προτάξτε την αλληλεγγύη για όσους βρίσκονται σε τέλμα, την αισιοδοξία για κείνους που λύγισαν, την υπομονή για αυτούς που έχασαν την ψυχραιμία τους, τη δικαιοσύνη για τους υβριστές και τη νέμεση για τους βέβηλους.

Σαν εραστές προσεκτικοί και φιλύποπτοι ζυγίστε την υπόσχεση, για να κερδίσετε το αυτονόητο.

Μα προπάντων διαφεντέψτε με σύνεση τους φόβους σας και λιπάνετε με φαντασία τους ανθόκηπους των προσδοκιών σας. Ξεριζώστε, σα γεωργοί προνοητικοί κι ανήσυχοι, τα ζιζάνια των καιρών, την έπαρση, την κομπορρημοσύνη, τη ματαιοδοξία, για να γίνει η σοδειά αντάξια του μόχθου σας και εφάμιλλη του χρέους σας προς τον άνθρωπο.

Συνάξτε σε αποθήκες υπήνεμες την ακριβή κληρονομιά για την επόμενη γενιά, έτσι ώστε να μιλά για σας και να λέει: «Εκείνοι πολέμησαν τον αγώνα τον καλό και το δύσκολο. Έτσι κι εμείς θα τους ξεπεράσουμε.»

Αποτάξτε τη ραστώνη, την αδράνεια, τις καφετέριες, τη φιλαυτία, την ελαφρότητα. Επιμερίστε την ευθύνη, τους καρπούς, την οδύνη, το όφλημα. Γιατί η ψυχή στα χρόνια τα δίσεκτα προεξοφλεί τις αντινομίες του αιώνιου και υποκύπτει στις ριπές του εφήμερου.

Διαπραγματευθείτε σαν έμποροι διορατικοί σθεναρά στα παζάρια της ζωής το μερτικό σας στην αξιοπρέπεια, την περηφάνεια και την αξιοσύνη...

Η γη μας είναι πλούσια και οι καρδιές πλασμένες έτσι, που να καθρεφτίζουν και στο ψυχορράγημά τους την ανάσταση.

Αρνηθείτε τη μιζέρια, την κατάθλιψη, κλείστε την τηλεόραση και συμφιλιωθείτε με τη θωπεία της πρόκλησης: Ο κόσμος τούτος μέσα από τη σύγκρουση και την αντινομία, ξαναανακαλύπτει τα στοιχεία που τον δημιούργησαν.

Βγείτε στους δρόμους, όπως έκαναν οι πρόγονοι, χαρούμενοι γιατί ο Θεός έστειλε άλλη μια δοκιμασία, για να αποδείξει πως η πατρίδα μας μπαινοβγαίνει στις αυλές του Χάρου κάθε που θέλει να εδραιώσει τη ζωή της.

 

Η ψυχοθεραπεία είναι η συστηματική προσπάθεια που με αποκλειστικό οδηγό την αγάπη για το συνάνθρωπο και τη γνώση, επιχειρεί να ανασυνθέσει την προσωπική ιστορία, να τη νοηματοδοτήσει κοινωνικά και να την αναγάγει σε επιχείρημα και αντίβαρο κατά του θανάτου. 

Είναι ο ανήκεστος έρωτας για αναζήτηση χωρίς προσχήματα, η ανεπιτήδευτη αγωνία για κάθαρση χωρίς προφάσεις, υπεκφυγές, ενοχές και έπαρση. Φαίνεται παράδοξο, αλλά η ψυχολογική παρέμβαση κοσμείται περισσότερο από την κατάνυξη της πίστης και την απελπισία του ανέφικτου, παρά από την αδιαλλαξία της αποδεδειγμένης τεκμηρίωσης.
Ο ψυχολόγος, ο κοινωνιολόγος, ο σύμβουλος, ο κοινωνικός λειτουργός προσεγγίζουν την αλήθεια, αναδομώντας παράλληλα και τις δικές τους παραδοχές, περισσότερο ενορατικά, παρά λογικά, γεγονός που το βιώνουν έντρομοι όταν οι τεχνικές που διδάχτηκαν ενδίδουν και τα θεωρητικά οικοδομήματα τίθενται εν αμφιβόλω μπροστά στην πεισματική άρνηση της ανθρώπινης ψυχής να συναινέσει στην αποκάλυψη των συστατικών της. Μόνο όταν χαμηλώνουν με ταπεινότητα, δεητικό το βλέμμα, μπροστά στο εύρος των πιθανοτήτων και αναπλαισιώσουν τα αιτιοκρατικά δόγματα, τότε και μόνο δικαιούνται τη λυτρωτική χάρη, που θα λαμπρύνει εφεξής τις ερμηνείες.

Οι κοινωνικοί επιστήμονες σήμερα καλούνται, πιο πολύ από κάθε άλλο ερευνητή, να αντιτάξουν τη διεπιστημονικότητα στην κοντόφθαλμη προσήλωση, το οικουμενικό απέναντι στο τοπικό, το διαχρονικό ενώπιον της συγχρονικής διαστρέβλωσης. Οφείλουν να αναπλαισιώνουν, με άλλα λόγια, το ζήτημα της ιστορικότητας των ανθρώπινων και κοινωνικών σχέσεων, προσδιορίζοντας τελονομικά την προοπτική και νοηματοδότηση του υπό μελέτη φαινομένου. Η ενάργεια των συμπερασμάτων τους βασίζεται στο δεύτερο συστατικό της επιστήμης, την αρετή.
Ο κοινωνικός επιστήμονας είναι ο ίδιος η αλλαγή που επιχειρεί να προκαλέσει, η συλλογιστική με την οποία προσπαθεί να πείσει, η συμπεριφορά που αποσκοπεί να εγκαθιδρύσει. Είναι, εν ολίγοις, η ευαισθητοποιημένη συνείδηση, που συγκρουόμενη με τις δικές της αντινομίες, αποδέχεται την αγάπη ως το μοναδικό τρόπο ίασης και τη μέθεξη στην ανθρώπινη τραγικότητα ως ατραπό προς την αλήθεια.
Ο κοινωνικός επιστήμονας σήμερα είναι αυτός που συμπάσχει και που δακρύζει κάθε πρωί για το χαμένο, αλλά ζωοδότη αγώνα ενάντια στο πεπρωμένο.

* Ο Ευστράτιος Παπάνης είναι επίκουρος καθηγητής Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου

Σάββατο, 21 Μαϊος 2016 19:34

Η γενιά του εφήμερου

Αξίζει να μιλάς με νέους, ειδικά με τους σημερινούς, που λίγο πια θυμίζουν τις πρώτες γενιές της μεταπολίτευσης, με τα παχιά λόγια και τις ασθενικές πράξεις.

Τέσσερις είναι οι μεγάλες αλλαγές που τους κληροδοτήσαμε: Η επαγγελματική ανασφάλεια, η διακινδύνευση του ρόλου της πυρηνικής οικογένειας, η απαξίωση της παιδείας και η ολοένα μεγαλύτερη επίδραση του Διαδικτύου στη ζωή τους.
Απόρροια αυτών η αμφισβήτηση των θεσμών, η δυσπιστία στους νόμους, η αποδοκιμασία του πολιτικού συστήματος, η απενοχοποίηση της σεξουαλικότητας, η γενικότερη μετάλλαξη, που κυοφορείται και που θα διαφανεί όχι ως ανατροπή, αλλά ως μια μετάβαση σε κοινωνικές δομές, που μόνο στο εξωτερικό γνωρίζαμε πως υφίσταντο. Το κράτος πλέον είναι ο εχθρός, που θεσπίζει κεφαλικούς φόρους και έχει επιδοθεί στο παιδομάζωμα των ονείρων.
Κι αν οι μεγαλύτεροι επαναστατούν, ψηφίζοντας ακραίες παρατάξεις, οι νεαρότεροι, όσοι δεν έφυγαν, βιώνουν τη δική τους πραγματικότητα.

Οι σταθερές έχουν εκλείψει. Στη μνήμη τους διατηρούν μνήμες από χριστουγεννιάτικα τραπέζια και εκδρομές, αλλά και συγκρούσεις, διαζύγια, μάχες για επικράτηση, γονείς απόντες προς άγραν καταναλωτικών ιδεωδών και εξωσυζυγικών σχέσεων. Βλέπετε, η παραδοσιακή οικογένεια δεν προέβλεπε δύο αφέντες μέσα στο σπίτι. Σχεδόν μισές είναι οι πιθανότητες να χωρίσουν, αν παντρευτούν, να ζήσουν σε διάσταση, να αντιμετωπίσουν την κατάρα της μονογονεικότητας, να κάνουν μικτούς γάμους, να μείνουν μόνοι. Η τεκνοποίηση μετατίθεται για μετά τα τριάντα, οι ευκαιριακές σχέσεις ονομάζονται δέσμευση, αν διατηρηθούν για εξάμηνο, το σεξ αποτελεί το αδιάφορο happening μιας βραδιάς σε κάποιο μπαρ και η μοναξιά εξοβελίζεται στα chat του Facebook.
Πολλοί νέοι δεν έχουν την πολυτέλεια του σχεδιασμού, του πλάνου, της μεθόδευσης για την επιτυχία. Αυτό το καλοκαίρι σερβιτόρος σε κάποιο νησί, λίγος ΟΑΕΔ, κάποια αρπαχτή σε προγράμματα, αφαίμαξη των γονέων, τα πάντα για να περάσει η μέρα, η εβδομάδα, ο μήνας. Παραπέρα έχει ο Θεός και η συγκυρία. Καιροσκοπισμός, ατομική πορεία, εφήμερο. Αρκετοί μου είπαν πως δεν αντλούν αυτοεκτίμηση από την κατάκτηση μιας καλής θέσης, αλλά από το γεγονός και μόνο ότι επιβιώνουν, πως εξασφαλίζουν χαρτζιλίκι, και τα απαραίτητα για μοναχικές απασχολήσεις.

Η παιδεία εκπορνεύθηκε τη δεκαετία του '80, όταν με το ζόρι οι ψευτοπροοδευτικοί μας πέρασαν σε έναν μπάσταρδο μαθητοκεντρισμό, χωρίς έρευνες για την επίδραση των συστημάτων αυτών, και στην μαζική εισαγωγή ασχέτων στα Πανεπιστήμια. Σήμερα αποτελεί απαξία. Ακόμα και η διά βίου κατάρτιση κόλπο για μαζικές απολύσεις. Οι νέοι δε συνηγορούν στο παιχνίδι αυτό. Οι σχολές εγκαταλείπονται χωρίς ενοχές για τις ατέλειωτες ώρες αποστήθισης κατά την εφηβεία, για τον κολασμό σε φροντιστήρια, για τα χρήματα σε άχρηστες νεοπλουτίστικες ασχολίες, χωρίς μεταμέλεια για τα όνειρα των γονέων, που απότομα κηδεύτηκαν ή συμβιβάστηκαν.

Οι πιο πολλοί σκέφτονται κάποιο μεταπτυχιακό, αλλά ξέρουν πως δεν θα αλλάξει οτιδήποτε, εξετάζουν την πιθανότητα του εξωτερικού, της μετεγκατάστασης, της ριζικής αλλαγής, της νέας αρχής από το μηδέν.
Καγχάζουν για την θεατρινίστικη κάθαρση πρώην υπουργών, επειδή σκέφτονται πως, αν η τιμωρία των ενόχων έφτανε σε επίπεδο δήμων, θα έπρεπε να αποκεφαλιστεί ο μισός πληθυσμός, που κάποτε είχε ενδώσει στις πελατειακές ανομίες σε κάθε χωριό και πόλη.

Η κατάθλιψη αυξάνει τα ποσοστά της, η εσωστρέφεια κοινός τόπος και παντού μια δικαιολογία προβάλλει ως αφορισμός: Για όλα φταίει η κρίση.
Κι όμως, οι σημερινοί νέοι αξίζουν πολλά. Κι αν η συμπεριφορά μας τους ματαίωσε, έχουμε χρόνο μπροστά, για να προπαρασκευάσουμε τη γενιά, που θα φέρει την έξοδο από τη μιζέρια

Τρίτη, 17 Μαϊος 2016 19:30

Κοινωνικός Αποκλεισμός

Tο δέκατο ένατο αιώνα ο εκσυγχρονισμός και η εκβιομηχάνιση κα-τέληξαν σε ένα νέο είδος φτώχειας, που επέφερε σημαντικές αλλαγές στην εργατική τάξη.

Οι κοινωνικές εντάσεις άρχισαν να απειλούν την κοινωνική τάξη, ενώ άρχισαν να θεσμοθετούνται νέα μέτρα, όπως η εργοστασιακή νομοθεσία, η κοινωνική ασφάλιση και η θεσμοθέτηση των βιομηχανικών σχέσεων, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι εν λόγω κοινωνικές εντάσεις. Τα μέτρα αυτά αποτέλεσαν τις αρχές της ίδρυσης του κράτους πρόνοιας. O όρος κοινωνικός αποκλεισμός χρησιμοποιήθηκε στην αρχή της δεκαετίας του 70 για να αναφερθεί στα άτομα εκείνα που δεν προστατεύονταν από το κράτος πρόνοιας και θεωρούνταν κοινωνικά παρείσακτα. Οι κοινωνικά α-ποκλεισμένοι αποτελούσαν τα άτομα με βιολογικές και ψυχολογικές ανα-πηρίες, τους ηλικιωμένους, τους χρήστες ναρκωτικών, τους εγκληματίες, τους αυτοκτονικούς κτλ.
Στις δεκαετίες του ’70 και ’80, η παγκοσμιοποίηση και η νέα τάση προς την ιδιωτικοποίηση και τη μείωση παροχής των κρατικών υπηρεσιών, καθώς και η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας οδήγησαν σε αύξηση της μακροχρόνιας ανεργίας, καθώς και αστάθεια των κοινωνικών σχέσεων. Αναγνωρίστηκε ότι η απασχόληση δεν σχετιζόταν μόνο με το εισόδημα, αλλά και με την απόκτηση κοινωνικών δικτύων και με την αίσθηση της αυταξίας. Οι άνεργοι αποκλείονταν από τη συμμετοχή στις φυσιολογικές δραστηριότητες της κοινωνίας.
Κοινωνικός αποκλεισμός είναι η συσσώρευση αθροιστικών διαδι-κασιών με διαδοχικές ανακολουθίες του οικονομικού, του πολιτικού και κοινωνικού ιστού, που απομακρύνουν σταδιακά άτομα, ομάδες, κοινότητες και περιοχές οδηγώντας τα σε δυσμενή θέση σε σύγκριση με τα κέντρα ε-ξουσίας, τους πόρους και τις επικρατούσες αξίες.
Το Παρατηρητήριο των Ευρωπαϊκών Επιτροπών για τις Εθνικές Πολιτικές συνδέει τον κοινωνικό αποκλεισμό με τα κοινωνικά δικαιώματα των πολιτών, με ένα συγκεκριμένο βασικό βιοτικό επίπεδο και με τη συμ-μετοχή σε σημαντικές κοινωνικές και επαγγελματικές ευκαιρίες της κοινω-νίας.
Το Κέντρο Ανάλυσης του Κοινωνικού Αποκλεισμού στη Μ. Βρε-τανία κάνει διαχωρισμό ανάμεσα στον εκούσιο και ακούσιο αποκλεισμό (Βurchardt et al., 1999). Διάφοροι μελετητές έχουν κατά καιρούς ορίσει τον κοινωνικό αποκλεισμό:
Ο Le Grand θεωρεί ότι ένα άτομο είναι κοινωνικά αποκλεισμένο, εάν α) είναι κάτοικος μίας περιοχής, αλλά β) για λόγους που είναι πέρα από τον έλεγχό του δεν μπορεί να συμμετέχει στις συνήθεις δραστηριότητες της συγκεκριμένης κοινωνίας, αν και γ) θα ήθελε να συμμετέχει.
Ο Βarry (1998) περιόρισε τον παραπάνω ορισμό, υποστηρίζοντας ότι, αν και συχνά ορισμένα άτομα ή ομάδες εθελουσίως προκρίνουν να μη συμμετέχουν, εντούτοις η απόφαση αυτή είναι αποκύημα μιας λανθάνου-σας εντύπωσης ότι η συμμετοχή τους δεν θα εκτιμηθεί από τους υπόλοι-πους ανθρώπους. Επομένως, αποκλεισμός υφίσταται μόνο, εάν η κοινωνία πραγματικά αρνείται τη συμμετοχή.
Ο Amartia Sen διευρύνει την έννοια της φτώχειας εισάγοντας την έννοια της δυνατότητας. Συνδυάζει την έλλειψη εισοδημάτων με απουσία δυνατοτήτων να αποκτήσει ένα άτομο εισοδήματα ή να συμμετάσχει σε δραστηριότητες, που θα του προσφέρουν δυνατότητες για κοινωνική ενσω-μάτωση.
Ο Burchardt (2000) υποστηρίζει ότι ένα άτομο είναι κοινωνικά α-ποκλεισμένο, εάν δεν συμμετέχει σε λογικό βαθμό σε συγκεκριμένες δρα-στηριότητες της κοινότητάς του και αυτό οφείλεται σε αίτια που είναι πέρα από τον έλεγχό του, αν και θα ήθελε να συμμετέχει. Σε σχετική εμπειρική έρευνα, οι Burchardt et al. διέγνωσαν πέντε είδη δραστηριοτήτων, στις ο-ποίες οφείλει να συμμετέχει κάθε άτομο: στην κατανάλωση, στην αποταμί-ευση, στην παραγωγή, στην πολιτική δραστηριοποίηση και στην κοινωνική δράση.
Ο Atkinson (1998) προτείνει κάποιες διαστάσεις του κοινωνικού αποκλεισμού. Συγκεκριμένα θεωρεί ότι πρόκειται για έναν πολυδιάστατο όρο – ο κοινωνικός αποκλεισμός περιλαμβάνει πολύ περισσότερες πτυχές από μια απλή χρηματοοικονομική θεώρηση. Ο αποκλεισμός μπορεί να πε-ριγραφεί καλύτερα, όταν συμπεριληφθούν όλες οι διαστάσεις αυτές και κυρίως οι σχέσεις μεταξύ τους. Είναι έννοια αλληλεπιδραστική – παραδο-σιακά ο κοινωνικός αποκλεισμός αναφερόταν ως κατάσταση, που περιέ-γραφε την απομόνωση των νοικοκυριών και την ανικανότητα πρόσβασής τους σε πόρους. Σταδιακά όμως έγινε αντιληπτό ότι μια τέτοια ατομικιστι-κή προσέγγιση δεν λάμβανε υπόψη την αδυναμία της κοινότητας να παρά-σχει επιλογές και δυνατότητες στα νοικοκυριά που κινδύνευαν. Η Αγγλο-σαξονική Σχολή, επηρεασμένη από το φιλελευθερισμό, θεωρεί ότι η φτώ-χεια είναι αποτέλεσμα ατομικής ευθύνης και μέλημα της κοινωνικής πολι-τικής είναι να δώσει ίσες ευκαιρίες στον κάθε πολίτη, για να επιβιώσει σε μια ανταγωνιστική κοινωνία. Αντίθετα, η Γαλλική Σχολή θεωρεί ότι ο κοι-νωνικός αποκλεισμός είναι η διαδικασία απόσπασης από την κοινωνική ιεραρχία και σκοπός της κοινωνικής πολιτικής είναι η κοινωνική ενσωμά-τωση.
Ο κοινωνικός αποκλεισμός βασίζεται στη σχετικότητα (relativity) – την ιδέα ότι ο αποκλεισμός μπορεί να διαγνωσθεί συγκρίνοντας τις συνθή-κες μερικών ατόμων (ή ομάδων) σε σχέση με άλλα σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο. Οι άνθρωποι μπορεί ακόμα να αποκλείονται από τη δράση ορι-σμένων φορέων. Τα χαρακτηριστικά του αποκλεισμού μπορεί να γίνουν εμφανή μόνο με την πάροδο του χρόνου, ως μια συσσωρευμένη αντίδραση. Έμφαση δίνεται όχι μόνο στα αποτελέσματα της φτώχειας και στις πιθανό-τητές της, αλλά και στην έλλειψη προοπτικών για το μέλλον. Ο κοινωνικός αποκλεισμός νοείται ως διαδικασία και όχι ως στατικό αποτέλεσμα. Έμφα-ση επομένως δίνεται στην άρση των αιτίων του και όχι στην ενίσχυση ορι-σμένων κοινωνικών ομάδων. Η έρευνα πρέπει να αποτυπώνει τις διεξόδους από τη φτώχεια και τις αιτίες που οδηγούν σε αυτή.
Οι Χτούρης, Ζήση, Παπάνης και Ρόντος (2004) προτείνουν την α-ναγνώριση των σύνθετων (ανταγωνιστικών) διαδικασιών, στις οποίες ε-γκλωβίζεται το άτομο στη διάρκεια της κοινωνικοποίησής του, της εκπαι-δευτικής διαδικασίας ή της ενσωμάτωσής του στην αγορά εργασίας. Οι δι-αδικασίες αυτές έχουν σχέση με: α) τις αντιθέσεις ανάμεσα στην προσπά-θεια κοινωνικής ανέλιξης της συνολικής οικογένειας και τις ατομικές προ-σπάθειες, β) την αντίθεση ανάμεσα στην οικογενειακή οργάνωση παραγω-γής και την αδιαφάνεια του τραπεζικού συστήματος, την έλλειψη υποδο-μών και την απουσία συστημάτων στήριξης των επιχειρήσεων, γ) τις δυ-σκολίες πρόσβασης και επικοινωνίας, της εσωστρέφειας του οικογενειακού θεσμού, δ) την αντίθεση ανάμεσα στις δυσλειτουργίες των δημόσιων θε-σμών και την ισχυρή παρεμβατική τους λειτουργία, καθώς και το συγκε-ντρωτικό τρόπο οργάνωσης.
Σύμφωνα με τον Levitas (1999), υπάρχουν τρεις προσεγγίσεις του κοινωνικού αποκλεισμού:
α) η ολιστική προσέγγιση (integrationist), κατά την οποία η απα-σχόληση θεωρείται ως η βασική δύναμη ενσωμάτωσης μέσω του εισοδή-ματος, της αίσθησης ταυτότητας και αυταξίας, που προσφέρει η εργασία, και των δικτύων.
β) η προσέγγιση της φτώχειας (poverty), κατά την οποία τα αίτια του αποκλεισμού συσχετίζονται με χαμηλό εισόδημα και την έλλειψη υλι-κών πόρων.
γ) η προσέγγιση των χαμηλών στρωμάτων (underclass), η οποία θεωρεί ότι οι αποκλεισμένοι παρεκκλίνουν από τις ηθικές και πολιτισμικές νόρμες της κοινωνίας, χαρακτηρίζονται από μία «κουλτούρα φτώχειας» ή «εξάρτησης» και ευθύνονται για την κατάσταση φτώχειας, στην οποία βρί-σκονται, καθώς και τη μετάδοσή της από γενιά σε γενιά.
Σύμφωνα με το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Κοινωνική Ενσωμά-τωση (ΕΣΔΕΝ), ως κοινωνικά αποκλεισμένοι θεωρούνται: α) οι δικαιούχοι ΕΚΑΣ, β) οι υπερήλικες ανασφάλιστοι, γ) οι ανάπηροι, δ) οι πολύτεκνοι χαμηλών εισοδημάτων, ε) οι τσιγγάνοι, στ) οι μειονοτικές ομάδες, ζ) οι ά-νεργοι με ιδιαίτερα προβλήματα και η) κάθε άλλη κοινωνική ομάδα που στη φάση ανάπτυξης των κοινωνικοασφαλιστικών δομών δεν είχε γεωγρα-φικά, θεσμικά και χρονικά τη δυνατότητα κοινωνικής ενσωμάτωσης.
Οι προϋποθέσεις άσκησης επιτυχούς κοινωνικής πολιτικής είναι: η επαρκής χρηματοδότηση, οι διαρθρωτικές αλλαγές, η καινοτομία, οι στο-χευμένες παρεμβάσεις και οι υπηρεσίες υψηλής ποιοτικής στάθμης.
Οι βασικότεροι δείκτες κοινωνικού αποκλεισμού φαίνονται στον πίνακα 1.

Οι δείκτες κοινωνικού αποκλεισμού μπορούν να κατανεμηθούν με δύο τρόπους: είτε ανάλογα με τους τομείς από τους οποίους αποκλείονται τα άτομα ή οι ομάδες (κάθετος αποκλεισμός) είτε αναφορικά με τη μορφο-λογία και διάρθρωση της κοινωνίας, δηλαδή με τις λεγόμενες «ευάλωτες ομάδες» (οριζόντιος αποκλεισμός):
1) παιδιά – νέοι – ηλικιωμένοι (ηλικιακές κατηγορίες)
2) γυναίκες (φύλο)
3) Άτομα εκτός εκπαιδευτικής διαδικασίας
4) Α.μ.Ε.Α.
5) εθνικές μειονότητες
6) μετανάστες/παλιννοστούντες
7) μονογονεϊκές οικογένειες
8) κάτοικοι υπαίθρου – γεωγραφικά αποκλεισμένοι
9) άνεργοι
10) τσιγγάνοι
11) ανήλικοι παραβάτες

Β.1.1 Ανάλυση βασικών δεικτών κοινωνικού αποκλεισμού

Χαμηλό εισόδημα
Το χαμηλό εισόδημα είναι ο κυριότερος δείκτης κοινωνικού απο-κλεισμού, καθώς συνδέεται με μικρό προσδόκιμο μέσο όρο ζωής, έλλειψη συμμετοχής στα κοινωνικά δρώμενα, περιθωριοποίηση και αποκλεισμό από την πλειονότητα των παροχών. Πέρα από τα όρια φτώχειας, που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, οι μελλοντικοί δείκτες πρέπει να καταγράφουν την εμμονή σε επίπεδα χαμηλού εισοδήματος και τη χρονική διάρκεια πα-ραμονής σε αυτήν την κατάσταση, την πιθανότητα εξόδου από τις χαμηλές εισοδηματικές τάξεις, την προσωπική εκτίμηση των πολιτών για τις οικο-νομικές τους δυσκολίες, τον αριθμό των ατόμων που βασίζουν την επιβίω-σή τους σε επιδόματα και τη γεωγραφική κατανομή της φτώχειας.
Ο ορισμός του Townsend για τη φτώχεια αναφέρεται σε άτομα, οι-κογένειες και ομάδες που δεν διαθέτουν τους πόρους, για να ακολουθήσουν έναν τρόπο διαβίωσης, δεν δύνανται να συμμετέχουν σε δραστηριότητες μιας κοινότητας και δεν διαθέτουν τις συνθήκες διαβίωσης και τις ανέσεις που είναι συνηθισμένες ή εγκρίνονται από τις κοινότητες. Οι πόροι τους είναι κάτω του ορίου που θεωρείται μέσος όρος. (Townsend, 1979).
Σύμφωνα με το ΕΣΔΕΝ, οι ηλικιωμένοι είναι η ομάδα με τη μεγα-λύτερη οικονομική επισφάλεια.
Η οικονομική ανάπτυξη μπορεί να αποτελεί απαραίτητη προϋπόθε-ση για την παρεμπόδιση και την αντιμετώπιση του κοινωνικού αποκλει-σμού, αλλά ορισμένα είδη οικονομικής ανάπτυξης μπορούν να προκαλέ-σουν αποκλεισμό, όταν τα οφέλη της μονοπωλούνται από συγκεκριμένες ομάδες.
Η κοινωνική ενσωμάτωση και ευημερία αναφέρεται στη δυνατότη-τα των πολιτών να εκδηλώνουν πλήρως τις δυνατότητές τους στον επαγ-γελματικό τομέα. Ο αποκλεισμός από την αγορά εργασίας, η υποαπασχό-ληση και η ανεργία μπορεί να έχουν αρνητικές συνέπειες στη φυσική και ψυχολογική υγεία. Ευάλωτες ομάδες υπό αυτήν την έννοια είναι οι μόνοι γονείς, τα άτομα με αναπηρίες, οι άνεργοι άνω των 45 ετών, οι νεοεισερχό-μενοι στον επαγγελματικό στίβο κτλ. Οι δείκτες που χρησιμοποιούνται εί-ναι το ποσοστό των ατόμων σε ηλικία για εργασία που είναι αποκλεισμένα από αυτήν, οι μακροχρόνια άνεργοι, οι χαμηλόμισθοι. Οι μελλοντικοί δεί-κτες οφείλουν να καταγράψουν το ποσοστό των νοικοκυριών, στα οποία δεν εργάζεται κανείς.
Η ελλιπής εκπαίδευση είναι αιτία κοινωνικού αποκλεισμού και ο καλύτερος τρόπος αποφυγής του είναι η πρόσβαση στην ποιοτική εκπαί-δευση. Τα κοινωνικώς αποκλεισμένα άτομα στερούνται των βασικών εφο-δίων ζωής, όπως τον αριθμητικό και γλωσσικό γραμματισμό, τις κοινωνι-κές δεξιότητες και την ικανότητα επικοινωνίας. Οι πολίτες που αποκλείο-νται ή εγκαταλείπουν πρόωρα το σχολείο δεν έχουν την ευκαιρία να απο-κτήσουν εξειδικευμένη γνώση και αυτοεκτίμηση και αδυνατούν να νοή-σουν τον εαυτό τους ως κοινωνικά ενταγμένο. Οι συνηθέστεροι δείκτες είναι το ποσοστό των απουσιών από το σχολείο, το ποσοστό των μαθητών που δεν ολοκληρώνουν την υποχρεωτική εκπαίδευση, το ποσοστό των ερ-γαζομένων χωρίς τυπικά προσόντα. Οι μελλοντικοί δείκτες πρέπει να κατα-γράψουν την επαγγελματική και κοινωνική πορεία των ατόμων που έχουν εγκαταλείψει την εκπαίδευση και τη δυνατότητα κατάρτισης και δια βίου εκπαίδευσης.
Σύμφωνα με τον Bourdieu (1986) βαρύνοντα ρόλο διαδραματίζει το πολιτισμικό κεφάλαιο: Η κοινωνικοποίηση ορισμένων ανθρώπων τους ωθεί να ενσωματώνουν αξίες, που τους επιτρέπουν να εκτιμούν τον «ανώ-τερο πολιτισμό», π.χ. την κλασική μουσική. Ο Bourdieu πιστεύει ότι η προτίμηση αυτή δεν οφείλεται στο προσωπικό γούστο. Αυτό το είδος κουλ-τούρας απαντάται σε μουσεία, θέατρα, γκαλερί και διδάσκεται σε ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Ο Bourdieu επίσης θεωρεί ότι η εκτίμηση του ανώ-τερου πολιτισμού συνεπάγεται την υποτίμηση λαϊκών μορφών πολιτισμού. Η ανώτερη κουλτούρα έχει να κάνει με την αφαίρεση και επομένως με τις απαιτήσεις του εκπαιδευτικού συστήματος. Τα άτομα που προτιμούν την ανώτερη κουλτούρα εκπαιδεύονται στη χρήση συμβολικών συστημάτων και, άρα, επιτυγχάνουν υψηλότερες αποδόσεις στην εκπαίδευση. Εν συνε-χεία, καταλαμβάνουν καλύτερα επαγγέλματα και ανελίσσονται οικονομικά και κοινωνικά.
Ο Bernstein (1989) απέδειξε ότι το σχολείο είναι φορέας ενός κοι-νωνιογλωσσικού κώδικα, που βοηθάει τα άτομα να εξελιχθούν κοινωνικά. Μελέτησε τις διαφορές στη γλώσσα των ατόμων, που προέρχονταν από διαφορετικές τάξεις και διαπίστωσε διαφορές στους γλωσσικούς κώδικές. Τα μέλη των ανώτερων τάξεων χρησιμοποιούσαν έναν επεξεργασμένο γλωσσικό κώδικα, σε αντίθεση με τα μέλη των κατώτερων εργατικών στρωμάτων, των οποίων ο κώδικας ήταν περιορισμένος.

Περίθαλψη
Ο τομέας της υγειονομικής περίθαλψης είναι ο καθρέπτης του κοι-νωνικού κράτους και πεδίο, όπου μπορεί να διαφανεί η ένταση του κοινω-νικού αποκλεισμού. Η παραοικονομία στο χώρο της υγείας και η συγκρου-σιακή σχέση των υπηρεσιών κράτους και ιδιωτικού τομέα είναι εμπόδια στην ισότιμη πρόσβαση και αναπαράγουν τις κοινωνικές ανισότητες. Ως μέτρα προτείνονται η ποιοτική αναβάθμιση των υπηρεσιών και η πρόσβα-ση σε αυτές, ασχέτως γεωγραφικής ή οικονομικής θέσεως.

Στέγαση
Η έλλειψη στέγης ή η κακή ποιότητα στέγασης είναι άλλος ένας δείκτης κοινωνικού αποκλεισμού, που επηρεάζει την ατομική και οικογε-νειακή υγεία, την ανάπτυξη των παιδιών. Δείκτες στέγασης περιλαμβάνουν το ποσοστό των αστέγων, το ποσοστό των νοικοκυριών σε πυκνοκατοικη-μένες περιοχές, τις ομάδες υψηλού κινδύνου, όσον αφορά την απώλεια της στέγης. Άλλοι παρεμφερείς δείκτες περιλαμβάνουν την έλλειψη θέρμανσης και την αδυναμία επισκευής των σπιτιών.
Η ιδιοκατοίκηση είναι κανόνας στην ύπαιθρο, ενώ στις πόλεις υψη-λότερο ποσοστό επισφάλειας παρουσιάζουν οι ενοικιαστές, για τους οποί-ους η στέγαση και οι συνθήκες κατοικίας είναι θέμα αιχμής και σημαντικό-τατος προσδιοριστικός παράγοντας του κινδύνου αποκλεισμού.

Κοινωνική Ασφάλιση
Η κοινωνική υποστήριξη περιλαμβάνει την κοινωνική αρωγή (για την εξάλειψη της φτώχειας) και την κοινωνική ασφάλιση. Η κοινωνική α-σφάλεια βασίζεται σε ένα θεσμικό κράτος και σε μία καλά οργανωμένη αγορά εργασίας (Wood, 2001). Απαιτείται η σύσταση οργανωμένων και ρυθμιστικών οικονομικών αγορών, για την υποστήριξη τομέων που αφο-ρούν την αποταμίευση, τις συντάξεις και την ασφάλιση. Παρόλα αυτά, στις αναπτυγμένες χώρες, η κοινωνική ασφάλεια δεν αποτελεί μόνο μέριμνα του Κράτους, αλλά περιλαμβάνει και τη δραστηριοποίηση των δημόσιων, των μη κυβερνητικών οργανισμών και των κοινωνικοπολιτικών και αν-θρωπιστικών ιδρυμάτων (Ahmad et al., 1991). Η επιτυχής κοινωνική α-σφάλεια δεν πρέπει να κρίνεται με βάση τα μέσα που παρέχει, αλλά με βά-ση την επίδραση που έχει στη ζωή των πολιτών και τις δυνατότητες που τους παρέχει.
Παράλληλα με τον κοινωνικό αποκλεισμό, γίνεται λόγος και για πολιτισμικό αποκλεισμό στην περίπτωση που τα άτομα αποκλείονται από τη συμμετοχή τους σε συγκεκριμένα κοινωνικά δίκτυα (Figueroa et al., 1996).
Η αναθεώρηση του Συντάγματος θεσμοθέτησε το κοινωνικό κρά-τος. «Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνι-κού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους». Ενισχύεται το περιεχόμενο των κοινωνικών δικαι-ωμάτων και η ευχέρεια του νομοθέτη και της διοίκησης για την ενίσχυση της παρεχόμενης κοινωνικής προστασίας.
Η πρόσβαση στις κοινωνικές υπηρεσίες είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς ορίζεται και από το Σύνταγμα σχετικά με τα κοινωνικά δικαιώματα του πολίτη. Όλοι οι πολίτες έχουν ισότιμη πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας και φροντίδας.

Συμμετοχικότητα
Η συμμετοχικότητα είναι άλλος ένας δείκτης κοινωνικού αποκλει-σμού. Τα άτομα που δεν συμμετέχουν σε κοινωνικές ομάδες, δεν μπορούν να διασφαλίσουν την προσωπική τους εξέλιξη και δεν ενδιαφέρονται για το καλό των συνανθρώπων τους. Ο κυριότερος δείκτης είναι το ποσοστό απο-χής από τις εκλογές.

Υπογεννητικότητα
Οι δείκτες γονιμότητας μπορούν να αποτελέσουν ενδείξεις κοινω-νικού αποκλεισμού, καθώς συνδέονται με κακή ποιότητα υγείας και θνησι-μότητας. Οι πιο γνωστοί είναι το ποσοστό εγκυμοσύνης των γυναικών κά-τω των 16 ετών, τα ελλιποβαρή παιδιά (κάτω από 2500 γρ.) και ο αριθμός των θανάτων ατόμων κάτω των 65 ετών. Πιθανοί μελλοντικοί δείκτες θα καταγράφουν τα ποσοστά των θανάτων από συγκεκριμένες ασθένειες, ό-πως καρκίνους ή εμφράγματα, αυτοκτονίες και μακροχρόνιες αρρώστιες.

Νέες τεχνολογίες
Ο αποκλεισμός από την πρόσβαση στις νέες τεχνολογίες και συνε-πώς στη γνώση οδηγεί σε ένα άλλο είδος αποκλεισμού από τον κόσμο, που προσφέρει μια εικονική ενσωμάτωση σε όσους διαθέτουν ηλεκτρονικό υ-πολογιστή και γνωρίζουν τη χρήση του Διαδικτύου. Την ίδια στιγμή ανα-πτύσσεται και ο «πολιτισμικός αποκλεισμός», που προκαλείται από την επικράτηση ορισμένων γλωσσών, καθώς και πολιτισμικών και καταναλω-τικών προτύπων.
Το Σύνταγμα προβλέπει τη μέριμνα του Κράτους για την άρση των ανισοτήτων που υφίστανται στην πράξη, ιδίως σε βάρος των γυναικών. Δί-νεται η ευχέρεια στο Κράτος να λαμβάνει φαινομενικώς άνισα μέτρα, τα οποία όμως αντισταθμίζουν δυσμενείς καταστάσεις, όπως ο κοινωνικός αποκλεισμός.

Άτομα με αναπηρία (Α.μεΑ.)
«Τα άτομα με αναπηρίες έχουν δικαίωμα να απολαμβάνουν των μέτρων που εξασφαλίζουν την αυτονομία, την επαγγελματική ένταξη και τη συμμετοχή τους στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώ-ρας» (Σύνταγμα, άρθρο 21, παρ. 6). Λαμβάνονται όλα τα αναγκαία μέτρα για την προστασία και διευκόλυνση των Α.μεΑ. Πρόσβαση στην Παιδεία – προσαρμοσμένη στις ατομικές εκπαιδευτικές ανάγκες, παροχή σε όσο το δυνατό λιγότερο περιοριστικό ή απομονωμένο περιβάλλον εκπαίδευσης (ΕΣΔΕΝ). Οι δράσεις και οι παρεμβάσεις για την ενίσχυση και την προ-στασία των ανθρώπων με αναπτυξιακές δυσκολίες εξειδικεύονται στους παρακάτω τομείς: Προκατάρτιση, Κατάρτιση, Υποστήριξη, Προώθηση της απασχόλησης. Για το λόγο αυτό έχουν υιοθετηθεί κάποιες ενέργειες, ούτως ώστε να παρέχονται υπηρεσίες για επαγγελματική ένταξη, οι οποίες περι-λαμβάνουν: Ενημέρωση και Συμβουλευτική των ατόμων που ανήκουν στην ομάδα στόχο, αλλά και των οικογενειών τους σε θέματα ένταξης και επανένταξης. Παράλληλα διεξάγονται έρευνες στην τοπική αγορά, προκει-μένου να καταγραφούν οι ευκαιρίες και οι δυνατότητες απασχόλησης των ατόμων με κινητικά και αισθητηριακά προβλήματα. Παράλληλα, δημιουρ-γείται πλαίσιο συνεργασίας με τους εργοδότες, τους φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τους δημόσιους οργανισμούς και τον Ο.Α.Ε.Δ., ενώ χρη-ματοδοτείται η απασχόληση, αλλά και η αυτοαπασχόληση και προωθού-νται συνεταιριστικές δράσεις. Άλλες ενέργειες οι οποίες έχουν υιοθετηθεί είναι:
-Κοινωνική στήριξη στο άτομο, στην οικογένεια, αλλά και στο ευ-ρύτερο κοινωνικό περιβάλλον
-Αποκατάσταση των σχέσεων με την οικογένεια
-Φροντίδα σε κοινωνικό και παιδαγωγικό επίπεδο
-Παροχή συμβουλευτικής για την κοινωνική ένταξη ή επανένταξη
-Βοήθεια για τα μέλη της οικογένειας των ατόμων που συμμετέ-χουν στο πρόγραμμα
-Οικονομική στήριξη για τυχόν στεγαστικά προβλήματα της οικο-γένειας
-Λειτουργία ξενώνων για τους ανθρώπους που αντιμετωπίζουν κι-νητικά και αισθητηριακά προβλήματα
-Βοήθεια στη μετακίνηση στους τόπους προκατάρτισης, κατάρτι-σης, πρακτικής άσκησης και απασχόλησης
-Κατάλληλη εργονομική προσαρμογή των χώρων προκατάρτισης, κατάρτισης, άσκησης και απασχόλησης
-Δημιουργία δικτύων αλληλοστήριξης και αλληλοβοήθειας
-Λειτουργία «Κέντρων Ημέρας»
- Ενίσχυση της αποϊδρυματοποίησης των ατόμων που ανήκουν στην ομάδα στόχου
-Ενίσχυση των ικανοτήτων των ατόμων αυτών στους τομείς της αυτόνομης διαβίωσης, της αυτοφροντίδας και της τήρησης των κανόνων υγιεινής
-Εκμάθηση των βασικών κανόνων κοινωνικής συμπεριφοράς
-Ευαισθητοποίηση και σωστή ενημέρωση των αντιπροσωπευτικών εθελοντικών οργανώσεων για τα άτομα με αναπηρίες
-Ευαισθητοποίηση του κοινού και των εργοδοτών, καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού και στιγματισμού και άρση των προκαταλήψεων και των εμποδίων
-Ευαισθητοποίηση των επιχειρήσεων ή των οργανισμών που προω-θούν ευκαιρίες πρακτικής άσκησης για μόνιμη απασχόληση των ατόμων που καταρτίζονται επαγγελματικά
-Ίδρυση και λειτουργία τράπεζας πληροφοριών
-Δημιουργία δικτύων ανταλλαγής πληροφοριών και εμπειριών σε εθνικό και διακρατικό επίπεδο
-Σύσταση Μητρώου για τα άτομα με κινητικές δυσκολίες και αι-σθητηριακά προβλήματα.

Μετανάστες
Εκείνοι που είναι σε θέση να μεταναστεύουν δεν είναι συνήθως οι περισσότερο αποκλεισμένοι ή οι φτωχότεροι μιας περιοχής, αλλά εκείνοι που έχουν λάβει κάποια εκπαίδευση ή κατάρτιση, διαθέτουν δεξιότητες που χρησιμοποιούν στη χώρα τους και πολύ συχνά διατηρούν επαφές με άλλους μετανάστες (μεταναστευτικά δίκτυα). Παρόλα αυτά, από μία διεθνή σκοπιά και από την πλευρά της χώρας υποδοχής, θεωρούνται φτωχοί και συχνά αποκλεισμένοι. Όταν φτάνουν για πρώτη φορά σε μια χώρα, είναι πιθανόν να βρίσκονται σε μία πρώιμη κατάσταση (όσον αφορά το επίπεδο ζωής της χώρας υποδοχής) και σχεδόν πάντα είναι αποκλεισμένοι, καθώς δεν γνωρίζουν τη γλώσσα, τα ήθη και έθιμα, τους σχετικούς μηχανισμούς και τους πολιτισμικούς κώδικες. Η νομιμοποίησή τους οδήγησε στην εξο-μάλυνση της θέσης τους στην οικονομία και αναδείχθηκε έτσι η οικονομι-κή τους συνεισφορά. Παράλληλα, μειώθηκαν οι κίνδυνοι περαιτέρω περι-θωριοποίησης. Επιτακτική είναι η ανάγκη για δημιουργία μητρώου μετα-ναστών.
Η Ελλάδα από παραδοσιακή χώρα αποστολής μεταναστών μετα-τρέπεται σε χώρα υποδοχής μεταναστών, κυρίως από το 1990 και μετά, με την κατάρρευση των χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού. Η Ελλάδα δέχεται χιλιάδες μετανάστες, στην πλειοψηφία τους «παράνομους», χωρίς να είναι έτοιμη για κάτι τέτοιο και δίχως να διαθέτει το κατάλληλο εκείνο θεσμικό πλαίσιο, για να αντιμετωπίσει το φαινόμενο.
Οι περισσότερες έρευνες που πραγματοποιήθηκαν για τη μετανά-στευση στην Ελλάδα, προσπάθησαν να καλύψουν κενά των ερευνητικών υποδομών της πολιτείας, κυρίως σε θέματα σχετικά με τις άμεσες επιπτώ-σεις της εγκατάστασης και απασχόλησης των μεταναστών στη χώρα με έμφαση πάντοτε στις οικονομικές, κοινωνικές και άλλες επιπτώσεις που προκαλούν (Νιτσιάκος, 2003).
Ενδεικτικές έρευνες που ασχολούνται με τις συνθήκες διαβίωσης και απασχόλησης των μεταναστών στην Ελλάδα είναι οι έρευνες του Ιω-σηφίδη Θ. για τους Αλβανούς, τους Αιγύπτιους και τις Φιλιππινέζες στην Αθήνα και του Λαμπριανίδη Λ. για τους Αλβανούς στη Θεσσαλονίκη. Πιο συγκεκριμένα, ο Ιωσηφίδης συνδέει την τμηματοποιημένη ελληνική αγορά εργασίας, την κυριαρχία των μικρών οικογενειακών, αλλά και των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, καθώς και την ύπαρξη ενός διευρυμένου ανεπί-σημου τομέα, με τη θέση και το ρόλο των μεταναστών στην ελληνική αγο-ρά εργασίας (Ιωσηφίδης, 2001). Θεωρεί ότι οι παράγοντες που επηρεάζουν την ένταξη του μεταναστευτικού δυναμικού στο δευτερεύοντα τομέα είναι κυρίως εθνοτικοί, ηλικιακοί και φύλου και συγκρίνει και συσχετίζει παρά-γοντες, όπως την εθνικότητα, το εκπαιδευτικό επίπεδο, την ηλικία, το εισό-δημα, τη νομική τους κατάσταση και τον τύπο απασχόλησης. Η έρευνά του καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το μεταναστευτικό δυναμικό είναι ένα ευέ-λικτο, περιφερειακό εργατικό δυναμικό, το οποίο εργάζεται σε συνθήκες, όπου οι γηγενείς εργαζόμενοι δεν αποδέχονται, ενισχύοντας έτσι την υπό-θεση εργασίας ότι τελικά η απασχόληση των μεταναστών έχει περιορισμέ-νες επιπτώσεις στην απασχόληση των Ελλήνων εργαζομένων (Ιωσηφίδης, 2001).
Τις οικονομικές επιπτώσεις των μεταναστών στους μισθούς και στην απασχόληση των Ελλήνων αναλύει ο Ιωακείμογλου Η. στο «Οι μετα-νάστες και η απασχόληση» συμφωνώντας με την παραπάνω άποψη ότι δη-λαδή η υποκατάσταση των αυτόχθονων εργαζομένων από μετανάστες είναι περιορισμένη και αφορά κυρίως τους εργαζόμενους στους ίδιους ή σε πα-ρόμοιους τομείς, έχοντας παρόμοιες συνθήκες εργασίας με τους μετανά-στες κι ότι, αντιθέτως, οι μετανάστες δημιουργούν θέσεις εργασίας για το ημεδαπό εργατικό δυναμικό (Ιωακείμογλου, 2001). Ο Ιωακείμογλου διε-ρεύνησε μεταξύ άλλων παραγόντων που επηρεάζουν την ένταξη των μετα-ναστών στην ελληνική αγορά εργασίας και την παλαιότητα ή αλλιώς τα χρόνια παραμονής των μεταναστών στη χώρα υποδοχής. Έτσι, κατέληξε στα συμπεράσματα ότι πρώτον οι παλαιότεροι μετανάστες καταλαμβάνουν καλύτερες θέσεις εργασίας από τους νεοεισελθόντες, γεγονός που επιση-μαίνει και ο Λαμπριανίδης στην έρευνά του (Λαμπριανίδης & Λυμπεράκη, 2001) και ότι οι μισθοί των παλαιών μεταναστών επηρεάζονται σημαντικά από τους μισθούς των νεοεισερχομένων μεταναστών (Ιωακείμογλου, 2001).
Την κατανομή της εργασίας των μεταναστών, όπως ήδη προανα-φέρθηκε, βάσει της εθνικότητας, του φύλου και της ηλικίας επισημαίνει και ο Ψημμένος Ι. στο «Νέα Εργασία και Ανεπίσημοι Μετανάστες στη Μητροπο-λιτική Αθήνα» (Ψημμένος, 2001). Η συγκεκριμένη έρευνα επικεντρώνεται στις διαδικασίες εκείνες που επηρεάζουν την εργασία των μεταναστών και αναλύονται ορισμένοι από τους κοινωνικούς μηχανισμούς παραγωγής και αναπαραγωγής της εργασίας και του χώρου στέγασης των μεταναστών στην Αθήνα.
Παρόμοια συμπεράσματα προσφέρει και η ερευνητική δουλειά των Anderson και Phizacklea(1997) και Campani (2000) για τις μετανάστριες και ιδιαίτερα για όσες απασχολούνται ως οικιακοί βοηθοί, στη βιομηχανία του sex και στο χώρο της ψυχαγωγίας (Ψημμένος, 2001). Η έρευνα της G. Campani με θέμα την οικιακή εργασία και την πορνεία των μεταναστριών στην Ιταλία (Ψημμένος, 2001) η έρευνα της Chell V. για την οικιακή εργα-σία Σομαλών και Φιλιππινέζων μεταναστριών στη Ρώμη (Chell, 1997), κα-θώς και η έρευνα της Lazaridi G. για τις Φιλιππινέζες και τις Αλβανίδες μετανάστριες που εργάζονται στον ίδιο τομέα, επιβεβαιώνουν ότι οι μετα-νάστες έχουν γένος, εθνικότητα, ταξική προέλευση (Ψημμένος, 2001). Η αγορά πολώνεται μεταξύ των συνεχώς αυξανόμενων «λευκών» γυναικών σε καριέρες και των «εθνοτικών» σε υπηρεσίες και είναι αναμφισβήτητο ότι μετανάστριες με συγκεκριμένες εθνικότητες είναι περισσότερο μετανα-στεύσιμες και πιο ειδικευμένες στις προσωπικές υπηρεσίες από κάποιες άλλες (Campani, 2000). Οι παραπάνω ερευνήτριες, καθώς και η Μάρκοβα Ε. σε έρευνά της για τις Βουλγάρες εργαζόμενες στην Αθήνα (Μάρκοβα, 2001), μελέτησαν τις στρατηγικές που ακολουθεί κάθε εθνοτική ομάδα για την ενσωμάτωσή της στην αγορά εργασίας των χωρών υποδοχής. Ο τρόπος με τον οποίο μετανάστευσαν, τα δίκτυα εύρεσης εργασίας, η θέση και ο ρόλος τους μέσα στην οικογένεια, τα ατομικά χαρακτηριστικά και τα μετα-ναστευτικά σχέδια της κάθε μιας είναι κάποιοι από τους παράγοντες που επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο απορροφούνται και συμμετέχουν στις προσωπικές υπηρεσίες. Αντίστοιχη είναι και η έρευνα της Πετρονώτη Μ., η οποία μελέτησε τις Ερυθραίες μετανάστριες στην Αθήνα στον τομέα της οικιακής βοήθειας, βλέποντας το πώς αντιλαμβάνονται οι ίδιες οι μετανά-στριες τις εργασίες που κάνουν σε σχέση με τις οικογενειακές πρακτικές και την ανύψωση της κοινωνικής τους θέσης, καθώς και τους παράγοντες που διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο επιλέγουν και επιλέγονται στον τομέα της οικιακής εργασίας (Πετρονώτη, 1998).

Αστικός χώρος
Η διαφορά ποιότητας ζωής ανάμεσα στους κατοίκους των πόλεων και της υπαίθρου μπορεί να αποτελέσει αιτία κοινωνικού αποκλεισμού. Η οικονομική ανάπτυξη πρέπει να σχεδιάζεται με βάση τις αρχές της αειφο-ρίας και του σεβασμού προς το περιβάλλον και η παροχή κοινωνικών υπη-ρεσιών πρέπει να εστιάζεται με γνώμονα την πρόσβαση σε υπηρεσίες υγεί-ας και φροντίδας, καθώς και την πρόσβαση στην πληροφορία.

Αγροτικός χώρος
Η ύπαιθρος από τόπος μόνιμης κατοικίας και απασχόλησης του με-γαλύτερου μέρους του πληθυσμού μετατράπηκε μεταπολεμικά σε ανεπιθύ-μητη περιοχή σε πολλά επίπεδα. Ως τόπος κατοικίας ήταν απομονωμένος και ανασφαλής χωρίς τις υποδομές και τις υπηρεσίες που έχει ανάγκη ο σύγχρονος πολίτης αλλά και η σύγχρονη επιχείρηση. Ως τόπος οικονομικής δραστηριότητας δεν προσέφερε πολλές ευκαιρίες πέρα από την ενασχόλη-ση με την αγροτική παραγωγή, και ως ιδεολογικός χώρος συνδέθηκε με την «συντήρηση» και τις «οπισθοδρομικές ιδέες» σε αντίθεση με την «πρόοδο» και τον «εκσυγχρονισμό» των πόλεων (Γούσιος, 1999).
Mέσα από τη διάκριση της υπαίθρου σε πεδινές, ορεινές και ημιο-ρεινές περιοχές αποδεικνύονται ταυτόχρονα και οι δυνατότητες ανάπτυξης σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο που έχει κάθε μία από αυτές. Η αγρο-τική πολιτική που εφαρμόστηκε μεταπολεμικά, η οποία έχει χαρακτηριστεί ως α-διάστατη και α-χωρική, σχεδιάστηκε σε επίπεδο κεντρικής εξουσίας χωρίς να λαμβάνει υπόψη της τις γεωγραφικές διαφορετικότητες και ιδιαι-τερότητες του ελληνικού χώρου (μεσογειακό κλίμα, ορεινότητα, μικρός ιστορικά διαμορφωμένος κλήρος κτλ.), σηματοδότησε την απαρχή μιας άνισης χωροοικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης στο εσωτερικό της Ελ-ληνικής υπαίθρου (Ανθοπούλου, 1999). Ως εκ τούτου, μόνο οι πεδινές, αρ-δεύσιμες αγροτικές ζώνες μπόρεσαν να ανταποκριθούν στο κυρίαρχο μο-ντέλο εντατικοποίησης της γεωργίας με την υιοθέτηση των εκάστοτε νέων τεχνολογιών. Αντίθετα οι ζώνες που φέρουν φυσικές μειονεξίες, όπως οι ορεινές, νησιωτικές και φτωχές σε φυσικούς πόρους, παρέμειναν στο περι-θώριο της ανάπτυξης και των επενδύσεων ως μη ανταγωνιστικές σε όρους οικονομικής αποδοτικότητας.
Η Ανθοπούλου αναφέρει ότι ο F. Pingaud, σε μια μαρξιστική προ-σέγγιση, διακρίνει τρεις τύπους αγροτικών χώρων ανάλογα με το βαθμό ενσωμάτωσης στον κοινωνικό σχηματισμό: α) τους ενσωματωμένους χώ-ρους, με τις πιο προχωρημένες οικονομικές δραστηριότητες παραγωγής (γεωργία, βιομηχανία) και αναπαραγωγής (κατοικία, τουρισμός), των ο-ποίων η κοινωνική δομή δεν απέχει ιδιαίτερα από τις αστικές περιοχές, β) τους χώρους αναμονής, οι οποίοι δεν αποτέλεσαν αντικείμενο εκσυγχρονι-σμού ή σημαντικού μετασχηματισμού κυρίως λόγω της γεωγραφικής τους θέσης, αλλά διατήρησαν μια κάποια παραδοσιακή δραστηριότητα. Τέτοιες περιοχές είναι οι ορεινές και δυσπρόσιτες και γ) τους χώρους σε επιτήρηση, που είναι υποβαθμισμένοι υλικά και κοινωνικά, δεν είναι όμως στην πραγ-ματικότητα εγκαταλελειμμένοι, με την έννοια ότι επιτηρούνται από το σύ-νολο της κοινωνίας (Ανθοπούλου, 1999).

Νησιωτικός χώρος
Η έννοια του νησιού παραδοσιακά έχει χαρακτηριστεί ως συνώνυ-μο της απομόνωσης. Ακόμα και ετυμολογικά, στις λατινογενείς περιοχές η λέξη νησί (insula, isola, ile) έχει την ίδια ρίζα με την έννοια της απομόνω-σης (isolation) (Μπεριάτος, 2002).
Ωστόσο, τα νησιά της Μεσογείου ως το τέλος του 19ου αιώνα θω-ρούνταν μάλλον ελκυστικές περιοχές, ως εμπορικοί κόμβοι με εύκολη πρόσβαση σε σχέση με τις απομονωμένες ορεινές ηπειρωτικές περιοχές. Η μεταβολή στις μεταφορές προϊόντων (σιδηρόδρομος, αυτοκινητόδρομοι) και στην τεχνολογία των πλοίων, μαζί με τη γενικότερη μεταβολή των α-ναπτυξιακών προτύπων, μετέβαλαν τα νησιά σε μη ελκυστικές περιοχές, γεγονός που αντικατοπτρίζεται στην πληθυσμιακή αποψίλωσή τους, την απώλεια οικονομικών δραστηριοτήτων και την υπανάπτυξη (Σπιλάνης, Κί-ζος & Ιωσηφίδης, 2003).
Είναι γνωστό σε όλους ότι ένα σημαντικό μέρος της ελληνικής επι-κράτειας χαρακτηρίζεται από διάσπαρτα νησιωτικά συμπλέγματα - ομάδες νησιών με πολλά κοινά γεωγραφικά και αναπτυξιακά χαρακτηριστικά, που παρουσιάζουν όμως και σημαντικές διαφοροποιήσεις και προοπτικές.
Τα κυριότερα χαρακτηριστικά που στοιχειοθετούν τα βασικά ανα-πτυξιακά προβλήματα του νησιωτικού χώρου είναι:
α) Ο χωρικός κατακερματισμός, πολυδιάσπαση και γεωγραφική δι-ασπορά σε πολλές μικρού μεγέθους χωρικές ενότητες με ανεπαρκείς δια-συνδέσεις και συνδέσεις με τα μεγάλα αστικά κέντρα.
β) Γεωγραφική απομόνωση και περιφερειακή θέση ως προς τα με-γάλα αστικά κέντρα και τις κύριες αγορές προϊόντων και
γ) Θέση στα σύνορα του ευρωπαϊκού χώρου (Κοκκώσης, 2000).
Οι γεωγραφικές ανισότητες στη δυνατότητα πρόσβασης αφορούν κυρίως τις ανισότητες στα δίκτυα μεταφορών ως αποτέλεσμα των γεωγρα-φικών ιδιαιτεροτήτων κάθε περιοχής, καθώς και στις υπάρχουσες υποδο-μές, ως αποτέλεσμα των εκάστοτε πολιτικών. Ως εκ τούτου οι νησιωτικές περιοχές σε σχέση με την ηπειρωτική Ελλάδα δεν έχουν ίσες ευκαιρίες πρόσβασης στα δίκτυα μεταφορών, γεγονός που θεωρήθηκε από πολλούς ως η γενεσιουργός αιτία για μια σειρά από μειονεξίες, που χαρακτηρίζουν το νησιωτικό κόσμο, σε ό,τι αφορά την εργασία, την υγεία, την εκπαίδευ-ση, την πληροφορία, τις δυνατότητες αξιοποίησης του ελεύθερου χρόνου κτλ.
Όλα τα παραπάνω ακούγονται μάλλον παράλογα, αν σκεφτεί κα-νείς ότι η θάλασσα, που σήμερα αποτελεί το βασικό παράγοντα γεωγραφι-κού αποκλεισμού των νησιών, τουλάχιστον μέχρι τις αρχές του εικοστού αιώνα, ήταν στοιχείο σύνδεσης και επικοινωνίας με τον άλλο κόσμο και όχι διαχωρισμού. Το γεγονός ότι τα νησιά περιβάλλονται από το υγρό στοιχείο δεν συνεπάγεται έλλειψη προσπελασιμότητας. Αντίθετα, η προβληματικό-τητα θα μπορούσε να ιδωθεί σήμερα μέσα από τους όρους εξάρτησης των νησιών από το κοινωνικοοικονομικό γίγνεσθαι της ηπειρωτικής χώρας με όλα τα φαινόμενα που αυτό συνεπάγεται (μετανάστευση, ακτινοποίηση του δικτύου συγκοινωνιών, έλλειψη διανησιωτικής επικοινωνίας κτλ. Η σημε-ρινή οργάνωση του χώρου στα ελληνικά νησιά εκφράζει ακριβώς το απο-τέλεσμα της επίδρασης αυτών των παραγόντων εξάρτησης από το κέντρο, που αναπτύχθηκαν κυρίως την μεταπολεμική περίοδο (Μπεριάτος, 2002).
Τα δυσμενή αυτά αποτελέσματα άφησαν εντονότερα ίχνη στα μι-κρά και κοινώς αποκαλούμενα «άγονα» νησιά, όπου υπήρχαν και εξακο-λουθούν να υπάρχουν οι αδυναμίες και τα προβλήματα της έλλειψης υπο-δομής, του αποκλεισμού από τα κέντρα, του αναποτελεσματικού μεταφο-ρικού και τηλεπικοινωνιακού συστήματος, του χαμηλού τεχνικού και εκ-παιδευτικού επιπέδου, τα οποία σε συνδυασμό με τις γεωγραφικές ιδιομορ-φίες συνθέτουν το πλέγμα των εμποδίων για την επίτευξη της περιφερεια-κής ανάπτυξης και την κατάκτηση της ευημερίας για τους πολίτες (Λογο-θέτης, 1998).
Η κατάσταση της απομόνωσης και του αποκλεισμού μιας νησιωτι-κής περιοχής μπορεί να αναλυθεί σε τρία επίπεδα: το τοπικό, το περιφερει-ακό και το διαπεριφερειακό.
Σε τοπικό επίπεδο: η απομόνωση μελετάται μέσα στα όρια του ίδι-ου του νησιού μέσω της δυνατότητας προσβασιμότητας που έχουν οι κά-τοικοι κάθε κοινότητας στην κεντρική περιοχή (πόλη), καθώς και στο λιμέ-να ή και αερολιμένα του νησιού. Στα μεγάλα νησιά η μετακίνηση εξαρτά-ται από την ποιότητα στα δίκτυα μεταφοράς, τη συχνότητα των υπηρεσιών των δημόσιων συγκοινωνιών και την ιδιοκτησία αυτοκινήτου.
Σε περιφερειακό επίπεδο ο αποκλεισμός μελετάται χωριστά για κά-θε νησί ως χωρική μονάδα, σε σχέση με τη δυνατότητα πρόσβασης στην ηπειρωτική χώρα, αλλά και τα άλλα νησιά. Στην περίπτωση αυτή η προ-σβασιμότητα εξαρτάται από την απόσταση με την ενδοχώρα, την ποιότητα των μεταφορών και τις υπάρχουσες υποδομές.
Τέλος, σε διαπεριφερειακό επίπεδο η απομόνωση μετράται στις νη-σιωτικές περιοχές συνολικά σε σχέση με άλλες περιοχές σε εθνικό επίπεδο. Η δυνατότητα προσβασιμότητας εξαρτάται από τη σύνδεση των περιοχών αυτών με τα εθνικά, αλλά και διεθνή δίκτυα μεταφορών, τις υποδομές, τη συχνότητα και την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, σε σύγκριση πάντα με τις αντίστοιχές της ηπειρωτικής χώρας (Nutley, 1980).

Κοινωνική Συνοχή
O Beckley (1994) όρισε την κοινωνική συνοχή ως το βαθμό κατά τον οποίο μια γεωγραφική περιοχή κατορθώνει να λειτουργήσει ως μία «κοινότητα», όταν τα μέλη της συμμερίζονται τις ίδιες αρχές και διακατέ-χονται από πνεύμα συνεργασίας και αμοιβαιότητας.
Ο Reimer (2002) επεκτείνει την έννοια αυτή της συνεργασίας και ορίζει την κοινωνική συνοχή ως το βαθμό κατά τον οποίο τα άτομα δρουν συλλογικά, για να επιτύχουν τα επιθυμητά αποτελέσματα και για να αντι-μετωπίσουν τα οικονομικά, κοινωνικά, πολιτικά ή περιβαλλοντικά θέματα (θετικά ή αρνητικά), που τους απασχολούν. Και στις δύο περιπτώσεις βα-σικές έννοιες είναι η συλλογικότητα και η κοινότητα.
Ο όρος κοινότητα μπορεί να προσλάβει πολλαπλές έννοιες σε δια-φορετικά πλαίσια. Ο Halseth (1998) θεωρεί την κοινότητα ως ένα σύνολο σχέσεων παρά μία συμπαγή οντότητα. Περιγράφει δυο παραδοσιακές δια-στάσεις, για να οριστεί η κοινότητα: με βάση τη γεωγραφική θέση και με βάση τα ενδιαφέροντα. Η πρώτη αναφέρεται στην οριοθέτηση μιας περιο-χής με φυσικά ή διοικητικά σύνορα, ενώ η δεύτερη αναφέρεται στην αλλη-λεπίδραση μεταξύ των μελών ενός κοινωνικού ή χωροταξικού πλαισίου, μέσα στο οποίο τα άτομα βιώνουν και εκτελούν τις καθημερινές τους δρα-στηριότητες, ενώ χαρακτηρίζονται από μία αμοιβαία αίσθηση ότι ανήκουν στην εν λόγω κοινότητα.
Η κοινωνική συνοχή παράγεται μέσα από την οριοθέτηση ορισμέ-νων κοινωνικών δικαιωμάτων και τη θέσπιση των σχέσεων εργασίας στα πλαίσια ενός διευρυμένου καθεστώτος καπιταλιστικής συσσώρευσης.
Ο κοινωνικός αποκλεισμός στον αστικό χώρο προκαλείται από σύνθετες διαδικασίες οικονομικού, κοινωνικού, πολιτιστικού και θεσμικού χαρακτήρα, που αλληλεπιδρούν με διαφορετική βαρύτητα σε βάρος των λιγότερο ευνοημένων ομάδων. Βάση τους είναι οι νοοτροπίες του βιωματι-κού χώρου και ο τρόπος δράσης των δημοσίων θεσμών. Όλα αυτά οδηγούν στην ελαχιστοποίηση της κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης μιας πε-ριοχής. Η φτώχεια δεν είναι, λοιπόν, ζήτημα κοινωνικής ανισότητας, αλλά συνολικής κοινωνικής και οικονομικής υπανάπτυξης.

Β2. Μέτρα για την άρση του κοινωνικού αποκλεισμού

Παρακάτω παρατίθενται ορισμένα από τα μέτρα που προτείνονται από το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Κοινωνική Ενσωμάτωση προς άρση του κοινωνικού αποκλεισμού:
• Ανάπτυξη της εκπαίδευσης ενηλίκων (Σχολείο Δεύτερης Ευ-καιρίας).
• Υλικοτεχνική αναβάθμιση της υγειονομικής περίθαλψης και ί-δρυση νέων νοσοκομείων. Έμφαση στην πρόληψη και την πρωτοβάθμια περίθαλψη υγείας, για να επιτευχθεί η καλύτερη προσπέλαση του πληθυσμού στις υπηρεσίες υγείας.
• Πρόσβαση στην πληροφορία του πολίτη και ανάπτυξη – βελτί-ωση του θεσμού του Συνήγορου του Πολίτη.
• Εστίαση στην ποιότητα της Κοινωνικής Πολιτικής και εκπόνη-ση κοινωνικού-προνοιακού χάρτη για τη διαμόρφωση κοινωνι-κής πολιτικής.
• Διαρκής διάλογος με την κοινωνία των πολιτών, αποκέντρωση δράσεων και συνέργια φορέων και δράσεων.
• Εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης, αποκέντρωση και ε-ξατομίκευση των δράσεων της κοινωνικής πολιτικής στο χώρο της Πρόνοιας.
• Συμφιλίωση επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής με προ-γράμματα, όπως η Βοήθεια στο Σπίτι, Ολοήμερα σχολεία, Βρε-φονηπιακοί σταθμοί.
• Χρήση των νέων τεχνολογιών και εξασφάλιση της πρόσβασης σε αυτές από όλους για την αποφυγή ψηφιακού αποκλεισμού (ψηφιακή ενσωμάτωση / e-inclusion).
Το ΕΣΔΕΝ, επίσης, κάνει λόγο για Δίκτυο Κοινωνικών Υπηρεσιών για την αντιμετώπιση του κατακερματισμού των κοινωνικών υπηρεσιών, θέτοντας τους εξής στόχους: α) σφαιρικότητα στην προαγωγή της αντιμε-τώπισης προβλημάτων, β) ενίσχυση της συμπληρωματικότητας, γ) ενίσχυ-ση της αποκέντρωσης, δ) εξορθολογισμός της κατάστασης, ε) βελτίωση ποιότητας πληροφόρησης και εξυπηρέτησης (ΕΣΔΕΝ, σελ. 18). Επιπλέον, προτείνει τη θεσμοθέτηση Επιτροπής Κοινωνικής Προστασίας για την προώθηση του κοινωνικού διαλόγου για την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, την ανάπτυξη του δικτύου για την κοι-νωνική προστασία και την κοινωνική ενσωμάτωση.

Ευστράτιος Παπάνης

Η ιστορία ενός σύγχρονου στίγματος

Παρά το τεράστιο ποσοστό των ανθρώπων (περίπου το 85% του πληθυσμού) που έχουν μολυνθεί από τον ιό HPV [Human Papilloma Virus-ιός των ανθρωπίνων θηλωμάτων-] οι ψυχολογικές συνέπειες μετά τη διάγνωση είναι σοβαρές επειδή οι περισσότεροι έχουν παντελή άγνοια των συνεπειών του στην υγεία.

Κάθε σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα, ακόμα και στην εποχή της ελευθεριότητας του σεξ, αποτελεί στίγμα, ειδικά σε κοινωνίες με χαμηλή ανεκτικότητα, η οποία επιτείνεται από προκαταλήψεις και στερεοτυπικές αντιλήψεις.

Το τεράστιο ποσοστό που λαμβάνει μορφή πανδημίας δεν αποτρέπει από την ενοχή, τη ντροπή, την αγωνία για την εξέλιξη της νόσου, τη μυστικοπάθεια και τη δαιμονοποίηση.

Η σύνδεσή του ιού με τη σεξουαλικότητα κάνει απευθείας αναφορές στην ηθική, στον κοινωνικό έλεγχο και προκαλεί αντιδράσεις όπως άρνηση, απώθηση, εκλογίκευση και στρέβλωση των ερωτικών σχέσεων.

Οι κυριότερες αντιδράσεις είναι:

Απώθηση: το τραυματικό γεγονός απωθείται στο υποσυνείδητο σα να μην έχει συμβεί ποτέ.

Άρνηση της κατάστασης, η οποία εκλαμβάνεται ως τραυματική και επομένως η σημασία της μπορεί να αγνοηθεί ή να υποτιμηθεί κι έτσι το νόημά της ενδέχεται να αλλοιωθεί.

Ενοχή και μεταμέλεια για τις ερωτικές επιλογές.

Ανούσιες ενέργειες, όπως η προσπάθεια διακρίβωσης από ποιο σύντροφο προήλθε η ασθένεια.

Στις μονογαμικές σχέσεις: αλληλοκατηγορία, υποψία για απιστία, κλονισμός της εμπιστοσύνης και διάλυση του δεσμού.  

Ανεπαρκής έρευνα και άγνοια, από τους πάσχοντες, που οδηγεί σε παρανοήσεις, οι οποίες επιτείνονται από τη μοναχική αναζήτηση πληροφοριών στο διαδίκτυο.

Οι ψυχολογικές συνέπειες γίνονται πιο αλγεινές εξαιτίας της αδυναμίας των ιατρών να επικοινωνήσουν αποτελεσματικά με τους πάσχοντες.

Ο χειρότερος από τους μηχανισμούς άμυνας είναι η προβολή, η οποία οδηγεί σε αρνητικές κρίσεις και κατηγορίες για τους άλλους, οι οποίοι έφεραν τον πάσχοντα/την πάσχουσα σ’ αυτή την κατάσταση.

Οι ψευδείς αντιλήψεις σχετικά με τον ιό αφορούν στην προσωποποίησή του (εγώ φταίω για ό,τι μου συνέβη), στην εσωτερίκευσή του (πάσχω από μια επονείδιστη ασθένεια, έκανα κάτι κακό και ο Θεός με τιμωρεί), τη μεγιστοποίησή των συνεπειών (θα πάθω καρκίνο), την υπερβολή (δεν πρόκειται ποτέ να απαλλαγώ από τον ιό), την κατάθλιψη (έχει καταστραφεί η σεξουαλική μου ζωή), την εκδίκηση (κι εγώ με τη σειρά μου θα μεταδώσω τον ιό σε όσους περισσότερους μπορώ), την ντροπή για το σώμα και τη γενετήσια λειτουργία (πολλές γυναίκες, αν και έχουν υποστηρικτικό σύζυγο, για μεγάλα διαστήματα αρνούνται το σεξ)  

Επειδή το προφυλακτικό προσφέρει μόνο 70% προστασία, η επιφυλακτικότητα σχετικά με τη σεξουαλική δραστηριότητα επιτείνεται.

Δεδομένου ότι ο οικογενειακός προγραμματισμός και οι ιατρικές εξετάσεις δεν είναι υποχρεωτικές και στο σχολείο η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση είναι ανεπαρκής, η εξάπλωση του ιού τα επόμενα χρόνια προβλέπεται να είναι ραγδαία, αλλά η ψυχολογική περιπέτεια των εμπλεκομένων θα γίνει ακόμα πιο οδυνηρή.

Παρά το φαινομενικό προοδευτισμό των κοινωνιών, η ανισοκατανομή της εξουσίας εξακολουθεί να οδηγεί σε στιγματισμό, περιθωριοποίηση και απομόνωση.

Ο HPV μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κοινωνικό έλεγχο και απειλή για οποιαδήποτε παρέκκλιση. Κατά τη διάρκεια των αιώνων, οι στιγματισμένοι αρχικά εντοπίζονταν κι έπειτα η διαφορετικότητα γινόταν ορμή για εκφοβισμό των υπολοίπων μελών της κοινωνίας. Η σύγκριση με τους μη πάσχοντες τονίζει την υπεροχή, την ηθική ανωτερότητα ή την παραδειγματική τιμωρία όσων ήταν ύποπτοι για παραβίαση των κανόνων. Ο αρχικός στιγματισμός οδηγούσε σε προκαταλήψεις και ρατσισμό και η αναπλαισίωση με ηθικές νόρμες σε γενικευμένους χαρακτηρισμούς απαξίωσης και διαπόμπευσης.

Η ασθένεια επομένως επηρεάζει τις διαπροσωπικές και κοινωνικές σχέσεις του ατόμου και ξεφεύγει από την αρχική οριοθέτηση της ώστε να καταστεί επικίνδυνη για το κοινωνικό σύνολο.

Το στίγμα δεν αφορά μονάχα τους ασθενείς αλλά και όσους συσχετίζονται με αυτούς και όσους επιχειρούν να τους υποστηρίξουν ενώ ολόκληρη η οικογένεια ταυτίζεται με το πρόσωπο του πάσχοντα/της πάσχουσας και τις αρνητικές αναπαραστάσεις γι’ αυτόν.

Εξ’ άλλου, ο πάσχων/η πάσχουσα έχοντας αντιληφθεί τις άκαμπτες στάσεις της κοινωνίας σχετικά με την ασθένεια πέφτει θύμα μιας ψυχολογικής διεργασίας που ονομάζεται αυτοστιγματισμός.

Με άλλα λόγια, εσωτερικεύει ως ενοχές τις αιτιάσεις, φοβάται τις πιθανές τιμωρίες, δεν μπορεί να χειριστεί τον κοινωνικό αποκλεισμό, με αποτέλεσμα να βιώνει από πριν την κατακραυγή και την καταδίκη. Η προσδοκία της τιμωρίας είναι πάντα πιο οδυνηρή από την ίδια την τιμωρία.

Το στίγμα που προέρχεται από τα σεξουαλικά νοσήματα δύσκολα εγείρει τη συμπάθεια των υπολοίπων, επειδή υπάρχει διάχυτη αίσθηση της υπαιτιότητας του πταίσαντος, δηλ. το άτομο επέλεξε μόνο του την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει ή χειρότερα η νόσος αποτελεί θεία τιμωρία για τις αμαρτίες του ίδιου ή της κοινωνικής ομάδας στην οποία ανήκει.

Αντίθετα, τα νοσήματα για τα οποία δεν υπάρχει προσωπική ευθύνη (π.χ. καρκίνος μαστού) η συμπάθεια των υπολοίπων μελών αυξάνεται.

Οι σεξουαλικώς μεταδιδόμενες ασθένειες απειλούν τον καθένα και γι’ αυτό εύκολα δαιμονοποιούνται. Η σύνδεσή τους με τον έρωτα, την ικανοποίηση και την ηδονή τις καθιστούν ταμπού, το οποίο δύσκολα θα συζητηθεί. Όσοι, λοιπόν, στερούνται σεξουαλικών εμπειριών αυξάνουν την κατακραυγή τους για να δικαιολογήσουν τα συμπλέγματά τους.

Η καταρράκωση της προσωπικότητας του στιγματισμένου οδηγεί στην αλλοίωση της αντίληψης του σώματος, της υγείας και στη θεαματική διασάλευση της αυτοεκτίμησής του.

Ο φόβος της κοινωνικής απαξίωσης συνδυαζόμενος με μηχανισμούς αυτοεκπληρούμενης προφητείας, αναστέλλει την ενεργητικότητα του ατόμου και οδηγεί στην περιθωριοποίησή και στην παραίτησή του από κάθε προσπάθεια ίασης. Σ’ αυτού του είδους τις ασθένειες ο άπαξ στιγματισμός είναι καταισχύνη εφ’ όρου ζωής.

Ο HPV έχει ακόμα ένα επικίνδυνο χαρακτηριστικό: είναι ασυμπτωματικός. Επομένως, ο πάσχων θα πρέπει να αντιμετωπίσει το δίλημμα αν θα αποκρύψει ολοκληρωτικά την κατάστασή του ή θα ενημερώσει εκείνους με τους οποίους έχει συνευρεθεί, ούτως ώστε να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα. Το ίδιο ακριβώς ισχύει για την ενημέρωση των μελλοντικών συντρόφων, σχετικά με τις προφυλάξεις που θα πρέπει να πάρουν, με το φόβο πάντα της ενδεχόμενης απόρριψης.

Έρευνες αναφέρουν ότι η συσκότιση του γεγονότος, μπορεί να λάβει τη μορφή εκδίκησης προς μια κοινωνία ελάχιστα υποστηρικτική.

Τέλος, η δυνατότητα αποσιώπησης οδηγεί στη μεγαλύτερη εσωτερίκευση των συνεπειών του ιού, με αποτέλεσμα οι πάσχοντες να μην ξέρουν σε ποιον να απευθυνθούν ή να εκτονώσουν τα αρνητικά συναισθήματά τους.

του Ευστράτιου Παπάνη, Επίκουρου Καθηγητή Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου.

Published in Ψυχολογία

Newsletter Subscribe

Όλα τα νέα και οι ενημερώσεις απευθείας στο email σας.

kyklos aspros 116x100

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΨΥΧΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ

ΛΟΦΟΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

ΜΥΤΙΛΗΝΗ 81100

ppy@aegean.gr

22510 36520 - 36580

Ακολουθήστε μας

ΦΟΡΜΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ

Γενικά στοιχεία

Υπηρεσίες

Η ομάδα μας

Συνεργασίες

Γιατί να μας προτιμήσετε

Διαφημιστείτε σε εμάς

Νομικά ζητήματα

© 2021 psichologia.gr. All Rights Reserved. Designed by Kosnet.gr