×

Προειδοποίηση

JUser: :_load: Αδυναμία φόρτωσης χρήστη με Α/Α (ID): 931

Displaying items by tag: Ευστράτιος Παπάνης

Σάββατο, 21 Μαϊος 2016 19:19

Σχέσεις και Κατάθλιψη

Μια κοινότατη ερώτηση σε κλίμακες αξιολόγησης των κοινωνικών δικτύων είναι ο αριθμός των φίλων και των γνωστών, που διαθέτει κάποιος και η συχνότητα επαφής μαζί τους. Δυστυχώς, και οι δυο αξιολογούν μη σημαντικές παραμέτρους, το βάθος και το εύρος ή έστω επιχειρούν να τα αποτυπώσουν με λάθος τρόπο.
Πολλές πλέον έρευνες έχουν επικυρώσει, αυτό το οποίο γνωρίζει ο κοινός νους, ότι δηλαδή η ποσότητα και η τακτικότητα των αλληλεπιδράσεων δεν έχουν τόση σημασία, όσο η ποιότητα και η ειλικρίνεια των σχέσεων.
Οι συσχετίσεις με την εμφάνιση κατάθλιψης είναι πια φανερές:
-Σύζυγοι που δεν λαμβάνουν συναισθηματική υποστήριξη από τον/την σύντροφό τους έχουν διπλάσια πιθανότητα να βιώσουν κατάθλιψη κατά τη διάρκεια του βίου τους, συγκρινόμενοι με όσα άτομα είναι ελεύθερα ή με παντρεμένους με μεγάλη ικανοποίηση από το γάμο.
-Οι λέξεις κλειδιά σε μια συμβιωτική σχέση, που απομακρύνουν τον κίνδυνο κατάθλιψης είναι η κοινωνική, επαγγελματική στήριξη, η συμμετοχή στο σχεδιασμό, στη φιλοσοφία ζωής και η ανάλυση των περίπλοκων συναισθηματικών μεταπτώσεων.
-Αν εγκαθιδρυθούν άκαμπτες, τετριμμένες, ελεγκτικές ή διεκπεραιωτικές μορφές επικοινωνίας μεταξύ συζύγων, χωρίς έκφραση και πηγαία κατανόηση συναισθήματος, η κατάθλιψη ελλοχεύει.
-Οι άνδρες, παρά τα αντίθετα στερεότυπα, επηρεάζονται πολύ περισσότερο από την κακή ποιότητα της σχέσης, ίσως επειδή αποτελεί μία από τις λίγες πηγές συναισθηματικής αποτοξίνωσης, εσωτερικής εκδήλωσης και χαλάρωσης. Οι γυναίκες αποκαλύπτονται ευκολότερα σε φίλες, συγγενείς και γνωστούς και είναι κοινωνικά επιθυμητό να συζητούν αυτά που νιώθουν.
-Όταν επέλθει η χαρτογράφηση των αντιδράσεων των συντρόφων και γίνει εφικτή η προβλεψιμότητα και η ασφάλεια, η σχέση τείνει να φθίνει, αν δεν εμπλουτιστεί από ένα νέο γνωστικό καταιγισμό πληροφοριών, τροφή και έλξη για τον εγκέφαλο.
-Οι εξωστρεφείς σύντροφοι κινδυνεύουν περισσότερο από μη έγκυρη και έγκαιρη αναγνώριση των συμπτωμάτων της κατάθλιψης, επειδή ο άλλος δεν παρατηρεί την αντίθεση με την προηγούμενη χαλαρή και κοινωνική συμπεριφορά, αλλά τις προσδοκίες του. Με λίγα λόγια οι εσωστρεφείς μοιάζουν πιο επιρρεπείς στην κατάθλιψη, αλλά οι εξωστρεφείς αποτυγχάνουν να δείξουν ότι κάτι έχει αλλάξει.
-Η υπερβολική αφοσίωση σε μία σχέση δημιουργεί προδιάθεση για κατάθλιψη, επειδή οι σύντροφοι εξαρτούν την αυτοεκτίμηση και την ταυτότητα της προσωπικότητας αποκλειστικά από αυτήν. Έρευνες αποδεικνύουν ότι, εάν συμβεί κάτι απρόοπτο στην αλληλεπίδρασή τους, οι αυτοαξιολογησεις τους είναι αρνητικές, παρουσιάζουν άγχος και καταθλιπτικά επεισόδια, ανεξάρτητα από το ποιος έφταιγε αρχικά για τη σύγκρουση. Τα γεγονότα αυτά επηρεάζουν επικίνδυνα την επαγγελματική και κοινωνική τους ζωή.
-Η αλλαγή της θέσης των γυναικών και η χειραφέτησή τους έχει επιφέρει αλλαγές στην πυρηνική οικογένεια, τις οποίες και τα δύο φύλα δεν μπορούν εύκολα να χειριστούν, με αποτέλεσμα να βιώνουν κενό στις διαπροσωπικές σχέσεις, κύριο χαρακτηριστικό της κατάθλιψης.
-Τα καταθλιπτικά μοτίβα που θα αναπτύξουν οι σύντροφοι εξαρτώνται εν πολλοίς από τις μνήμες από την οικογένεια καταγωγής και από τις εμπειρίες τους από προηγούμενες ερωτικές σχέσεις. Η κατάθλιψη, δυστυχώς, διδάσκεται...

Σάββατο, 21 Μαϊος 2016 19:11

Παιδική και εφηβική κατάθλιψη

Η παιδική κατάθλιψη άργησε να αναγνωριστεί ως κλινική οντότητα. Η άποψη ότι οι καταθλιπτικές διαταραχές είναι σπάνιες στα μικρά παιδιά, καθώς και η έννοια της ‘συγκαλυμμένης κατάθλιψης’ και των ‘καταθλιπτικών ισοδυνάμων’ κυριάρχησαν επί σειρά ετών στην παιδοψυχιατρική.

Υπήρξε έντονη διαμάχη σχετικά με το κατά πόσο ήταν αναπτυξιακά συμβατό για τα παιδιά να παρουσιάζουν κατάθλιψη, επειδή είναι κοινή παραδοχή ότι η παιδική ηλικία είναι η πιο χαρούμενη και ευχάριστη περίοδος της ανθρώπινης ζωής και είναι εμφανής η αδυναμία του παιδιού να εκφράσει με λόγια τα συναισθήματα θλίψης, απελπισίας και απόγνωσης.

Τέλος, οι περιγραφές που κάνουν οι δάσκαλοι και οι γονείς, για την ψυχολογική κατάσταση των μαθητών είναι πολλές φορές παραπλανητική.

Η καταθλιπτική συμπτωματολογία εκφράζεται κυρίως με σωματικά συμπτώματα (κοιλιακά άλγη, κεφαλαλγίες, ανορεξία, αϋπνία) και διαταραχές της συμπεριφοράς (ευερεθιστότητα, επιθετικότητα, απώλεια ενδιαφέροντος, απόσυρση).

Θεωρείται μια μακρόχρονη διαταραχή, με σαφή γενετική επιβάρυνση, που προκαλεί σοβαρά προβλήματα στη λειτουργικότητα των παιδιών.

Επιδημιολογία

Η συχνότητα της κατάθλιψης στα παιδιά κυμαίνεται ανάλογα με τις μελέτες από 0,4-2,5% για παιδιά κάτω τον 12 ετών.

Το ποσοστό ανέρχεται σε 10-13% κατά την εφηβεία, ενώ 5% των εφήβων παρουσιάζει σοβαρή κατάθλιψη (Angold et al. 1998). Στην όψιμη εφηβεία η συχνότητα κυμαίνεται από 10% έως 20% .

Το 0.6-1.7% των παιδιών και 1.6-8% των εφήβων πάσχουν από Δυσθυμία.

Στην Ελλάδα διαπιστώθηκαν ιδιαίτερα αυξημένα ποσοστά κατάθλιψης (20,3%).

Μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση είναι ότι η βαρύτητα της κατάθλιψης είναι μεγαλύτερη όταν οι ίδιοι οι έφηβοι συμπληρώνουν τις διαγνωστικές κλίμακες και μικρότερη όταν τις συμπληρώνουν οι γονείς τους.

Έχει υπολογιστεί ότι 1 στα 5 παιδιά που παραπέμπονται σε ψυχιατρικά τμήματα παρουσιάζει καταθλιπτική συμπτωματολογία.

Στα παιδιά, η μείζων καταθλιπτική διαταραχή εκδηλώνεται σε περίπου ίδια αναλογία σε αγόρια και κορίτσια, σε αντίθεση με τους εφήβους και τους ενήλικες, ηλικίες στις οποίες υπερτερούν οι γυναίκες.

Η διαφορά αποδίδεται σε διαφορετικές αιτίες, όπως αλλαγές στο επίπεδο των ορμονών, οι οποίες μπορούν να προδιαθέτουν σε ιδιαίτερη ευαισθησία. ( Angold et al. 1998).

Σε πολλές χώρες, η αυτοκτονία είναι μια από τις τρεις πιο κοινές αιτίες του θανάτου στην ομάδα ηλικίας 15-34 ετών. Οι περισσότεροι έφηβοι που αποπειρώνται να αυτοκτονήσουν πάσχουν από κάποιας μορφής συναισθηματική διαταραχή (Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας 1999).

Τα αγόρια εμφανίζουν μεγαλύτερα ποσοστά θανάτου εξαιτίας αυτοκτονίας, ενώ τα κορίτσια υπερτερούν στην απόπειρα αυτοκτονίας και τον ιδεασμό αυτοκτονίας, χωρίς όμως να επέρχεται ο θάνατος. Η σχέση μεταξύ πρώτης απόπειρας αυτοκτονίας και επόμενης κυμαίνεται μεταξύ 0,24% και 4,30%.

Σε έρευνα του Πανεπιστημίου Αιγαίου (Παπάνης, 2006) σε άτομα εφηβικής και μετεφηβικής ηλικίας αποτυπώθηκαν τα ποσοστά των νέων που νιώθουν συναισθηματικό κενό ή κατάθλιψη.

Το ποσοστό των αγοριών που βιώνουν συναισθηματικό κενό και κατάθλιψη ‘συχνά ή διαρκώς’ είναι 9,9%, ενώ των κοριτσιών προσεγγίζει το 24,7%.

Η απογοήτευση από τις διαπροσωπικές σχέσεις είναι έκδηλη και στα δύο φύλα κατά τη διάρκεια της εφηβείας:

Συνοσηρότητα

Η συνύπαρξη με άλλες διαταραχές είναι πολύ υψηλή (40-70%). Τα περισσότερα παιδιά και οι έφηβοι παρουσιάζουν ταυτόχρονα και κάποια άλλη ψυχιατρική διαταραχή. Συχνές είναι οι διαταραχές διαγωγής, σε ποσοστό 30-80% περίπου και οι αγχώδεις διαταραχές, με κυρίαρχο το άγχος αποχωρισμού, το ποσοστό των οποίων ανέρχεται σε 34% (Αngold et al.

1998). Μεγάλη συνοσηρότητα παρουσιάζει επίσης η κατάθλιψη με τις μαθησιακές διαταραχές (60-80%). H αναγνώριση των διαταραχών, που συνυπάρχουν, είναι πολύ σημαντική στην έκβαση και την αντιμετώπιση της κατάθλιψης, η οποία είναι πολύ εύκολο να αγνοηθεί στις περιπτώσεις που συνυπάρχει διαταραχή διαγωγής.

Αιτιολογία

Η αιτιολογία της παιδικής κατάθλιψης είναιπολυπαραγοντική.

Μελέτες οικογενειών δείχνουν αυξημένα ποσοστά κατάθλιψης μεταξύ συγγενών.

Μελέτες διδύμων υποστηρίζουν ότι οι γενετικές επιδράσεις στα καταθλιπτικά συμπτώματα είναι μέτριες. Ωστόσο, η σταθερότητα των συμπτωμάτων αποδίδεται σε γενετικούς παράγοντες. Σε μερικές περιπτώσεις, οι γενετικοί παράγοντες αυξάνουν την ευαισθησία σε αρνητικές εμπειρίες ζωής, ενώ σε άλλες αυξάνουν την τάση για αρνητικές εμπειρίες.

Οι διαταραχές του συναισθήματος είναι αυτές που έχουν μελετηθεί περισσότερο στα παιδιά καταθλιπτικών γονέων. Κατάθλιψη των παιδιών έχει διαπιστωθεί στις περισσότερες μελέτες με κίνδυνο που κυμαίνεται από 13-70%. Οι απόπειρες αυτοκτονίας ανέρχονται σε 7,8% στα παιδιά καταθλιπτικών γονέων, διαφορά στατικώς σημαντική, σε σύγκριση με το 1,4% στα παιδιά μη καταθλιπτικών γονέων

Εκτός από τη γενετική επιβάρυνση, οι οικογένειες καταθλιπτικών γονέων χαρακτηρίζονται

  • από εντονότερες συγκρούσεις,
  • περισσότερα προβλήματα επικοινωνίας,
  • μικρότερη έκφραση των συναισθημάτων,
  • λιγότερη υποστήριξη προς τα μέλη της και
  • υψηλότερα ποσοστά παιδικής κακοποίησης

Οι διαταραγμένες πρώιμες αλληλεπιδράσεις μεταξύ μητέρας και παιδιού μπορούν να οδηγήσουν το παιδί σε ανάπτυξη τρόπων διαχείριση του άγχους που προδιαθέτουν για κατάθλιψη. Οι γονείς διδάσκουν στα παιδιά τους να αποσύρονται όταν αντιμετωπίζουν ένα δύσκολο πρόβλημα και δεν δημιουργούν προσαρμοστικούς τρόπους για τη ρύθμιση των αρνητικών συναισθημάτων.

Η παιδική κατάθλιψη έχει συνδεθεί με αρνητικά γεγονότα ζωής (καταστάσεις παραμέλησης και συναισθηματικής αποστέρησης), κυρίως απώλειες.

Τέτοια γεγονότα, όπως το διαζύγιο, η αποστέρηση, ο θάνατος, η αυτοκτονία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες κινδύνου (π.χ. έλλειψη υποστήριξης), σηματοδοτούν την έναρξη της κατάθλιψης.

Στις περιπτώσεις θανάτου ή αυτοκτονίας, ο κίνδυνος κατάθλιψης είναι ανάλογος με το πόσο κοντινό ήταν το απολεσθέν πρόσωπο και τη βιαιότητα της έκθεσης στο γεγονός. Επίσης, μη σοβαρά αγχογόνα γεγονότα, όπως δυσκολίες στις σχέσεις με τους φίλους (άσκηση βίας ενδοσχολικής, εκφοβισμός) ή με τους γονείς, προβλήματα στο σχολείο, ανευρίσκονται συχνά στη διάρκεια του χρόνου της έναρξης που προηγείται της κατάθλιψης.

H κύρια ιδέα του μοντέλου αυτού είναι ότι τα καταθλιπτικά άτομα αναπτύσσουν μια παραμορφωμένη αντίληψη του κόσμου (όπως, για παράδειγμα, ότι τα πράγματα δεν θα πάνε καλά), η οποία οφείλεται σε προηγούμενες κακές εμπειρίες.

Όταν το παιδί βρίσκεται σε δύσκολες συνθήκες, αυτή η παραμορφωμένη αντίληψη εμφανίζεται και οδηγεί σε κατάθλιψη. Σύμφωνα με την γνωσιακή θεωρία, η κατάθλιψη δεν ενεργοποιείται απλώς από αρνητικές εμπειρίες ζωής, αλλά κυρίως από τον τρόπο με τον οποίο το άτομο τις αντιλαμβάνεται και τις επεξεργάζεται.

Η μελέτη της γνωσιακής λειτουργίας καταθλιπτικών παιδιών έδειξε ότι τα παιδιά αυτά παρουσιάζουν χαμηλή αυτοκριτική, σημαντικές γνωσιακές διαστρεβλώσεις και αίσθημα έλλειψης ελέγχου σε αρνητικά γεγονότα. Διαφορετικές μελέτες υποστηρίζουν τη σχέση μεταξύ γνωστικών λαθών και κατάθλιψης στα παιδιά.

Οι έφηβοι με κατάθλιψη παρουσιάζουν ποικιλία γνωστικών λαθών, όπως επιλεκτική προσοχή στα αρνητικά χαρακτηριστικά των γεγονότων, ενώ τείνουν να αποδίδουν τα θετικά γεγονότα σε ασταθείς εξωτερικούς παράγοντες.

Κλινική εικόνα

H κλινική εικόνα της παιδικής κατάθλιψης παρουσιάζει αρκετές διαφορές από εκείνη των ενηλίκων.

Η λεκτική έκφραση των συναισθημάτων θλίψης, απόγνωσης, απελπισίας σπάνια συναντάται σε παιδιά. Μελαγχολικά ή ψυχωτικά συμπτώματα, υπολειμματική λειτουργικότητα, απόπειρες αυτοκτονίας και αυτοκτονίες συναντώνται συχνότερα όσο αυξάνει η ηλικία.

Αντίθετα, το άγχος αποχωρισμού, φοβίες, σωματικά συμπτώματα και διαταραχές συμπεριφοράς είναι συχνότερες στην παιδική ηλικία. Ακόμη και κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας, η κλινική εικόνα της κατάθλιψης αλλάζει ανάλογα με το αναπτυξιακό στάδιο του παιδιού

Βρεφική ηλικία

Ο Spitz, με τις έρευνές του στα ορφανοτροφεία μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, έδειξε ότι ένα βρέφος μπορεί να έχει αισθήματα λύπης και να ζήσει μια καταθλιπτική εμπειρία συνοδευόμενη από έντονη ψυχοκινητική επιβράδυνση.

Η κλινική εικόνα, όπως την περιέγραψε ο Spitz, σ’ ένα βρέφος 6-8 μηνών που χωρίζεται από τη μητέρα του περιλαμβάνει γενική απάθεια, άρνηση επαφής, αδιαφορία προς το περιβάλλον, ανορεξία και αϋπνία.

Εάν βρεθεί ένα μητρικό υποκατάστατο ανάμεσα στον 3ο – 5ο μήνα από τον αποχωρισμό, η εικόνα της κατάθλιψης, εξαφανίζεται προοδευτικά. Διαφορετικά, εξελίσσεται σε μια κατάσταση φυσικού και ψυχισμού μαρασμού.

Ο Spitz, αναφερόμενος στην ανακλητική κατάθλιψη, έστρεψε την προσοχή στις ψυχοσωματικές εκδηλώσεις της κατάθλιψης στην αρχή της ζωής.

Τα χαρακτηριστικά της βρεφικής κατάθλιψης

Συναισθηματική ατονία: Το βρέφος δεν ασκεί τις αισθητηριακές του ικανότητες, δεν έχει διάθεση να κοιτάει, να ακούει, να μυρίζει, να κινείται, να γνωρίζει, να λειτουργεί, να προοδεύει.

Μειωμένες κινητικές πρωτοβουλίες, φτωχή μιμική, μονοτονία, τάση για επανάληψη των ίδιων δραστηριοτήτων (απομονώνονται και κουνιούνται μπρος πίσω (rocking) με ενδείξεις ελαφράς νοητικής καθυστέρησης).

Φτωχή αλληλεπιδραστική σχέση με τη μητέρα, μείωση των πρωτοβουλιών αλλά και των απαντήσεων στις προτροπές, αποτυχία επικοινωνίας.

Παιδική ηλικία

Στην ηλικία αυτή η κατάθλιψη μπορεί να εκφραστεί με τα εξής συμπτώματα:

  • Σχολική αποτυχία με δυσκολία συγκέντρωσης της προσοχής
  • Ευερεθιστότητα, δυσκολία στις κοινωνικές σχέσεις και αδυναμία να αντέξουν ακόμα και μικρές ματαιώσεις
  • Ψυχοσωματικά συμπτώματα όπως: Κοιλιακά άλγη, κεφαλαλγίες, ενούρηση.

Στην ηλικία αυτή τα παιδιά έχουν μεγαλύτερη δυνατότητα να εκφράσουν τα συναισθήματά τους, αν και δεν ομολογούν ότι έχουν κατάθλιψη. Πιο συχνά όμως αναφέρουν ότι αισθάνονται πλήξη, ότι βαριούνται και ότι δεν έχουν ενδιαφέρον να κάνουν πράγματα.

Ένα σημαντικό θέμα έρευνας στην ψυχολογία αναφέρεται στο κατά πόσο οι αγχογόνες καταστάσεις της ζωής, που προέρχονται από κοινωνικούς ρόλους ή καταστάσεις, (π.χ. μη επιθυμητά γεγονότα, χρόνιες δυσκολίες, πολλαπλές απαιτήσεις ρόλων) έχουν ή δεν έχουν πάντοτε δυσμενείς συναισθηματικές συνέπειες.

Το νόημα, που έχει για το άτομο ο κοινωνικός ρόλος, που μπορεί να προκαλέσει άγχος αποτελεί το βασικό στοιχείο για την κατανόηση της ψυχολογικής του επίδρασης.

Κάποιοι ερευνητές προτείνουν ότι τα αρνητικά γεγονότα ζωής πιέζουν συναισθηματικά ή προκαλούν κατάθλιψη μόνο όταν το άτομο ταυτίζεται ή δεσμεύεται με τα βασικά χαρακτηριστικά του γεγονότος, που ζει.

Οι έφηβοι εγκαθιδρύουν τις αντιλήψεις για τον εαυτό τους μέσα από την ανάληψη ρόλων (π.χ. Είμαι παιδί, μαθητής, καλή κόρη, αδελφός κ.λπ.).

Οι ταυτότητες του εγώ ορίζονται ως στάσεις και αντιλήψεις, που παρεισφρέουν στην κοινωνική δομή, αναπαρίστανται στις σχέσεις ρόλων με τους άλλους και διαμορφώνουν την προσωπικότητα του εφήβου. Πρόκειται ουσιαστικά για απαντήσεις στην ερώτηση ‘Ποιος είμαι;’, αποτελούν πηγές υπαρξιακού νοήματος ή σκοπού της ζωής.

Οι προσδοκίες, που σχετίζονται με τους ρόλους αυτούς πολλές φορές οργανώνονται σε ‘θεατρική’ συμπεριφορά σε συγκεκριμένα πλαίσια. Η κατοχή πολλαπλών ρόλων και ταυτοτήτων μειώνει το άγχος, την απογοήτευση και τη διαταραγμένη επαφή με τους άλλους.

Οι μελέτες επιβεβαιώνουν ότι οι πολλαπλοί ρόλοι ή οι ταυτότητες ρόλων γενικά μειώνουν τα συμπτώματα ή την ψυχολογική διαταραχή. Κάποιοι ρόλοι είναι πιο ουσιώδεις και κεντρικοί στην αυτοαντίληψη του εφήβου, ειδικά αυτοί που μπορούν να ελεγχθούν από την κοινωνία ή από το υπερεγώ.

Περιστατικά, που βλάπτουν ή αφαιρούν ή απειλούν) προεξάρχουσες ταυτότητες ή αντιλήψεις, ενισχύουν τα ψυχοπαθολογικά συμπτώματα γρηγορότερα.

Κατά τη διάρκεια της εφηβείας και με αφετηρία τις σωματικές αλλαγές, η ανάπτυξη της αυτοαντίληψης και οι μεταβολές της αυτοεκτίμησης περνούν από πολλά στάδια αναδόμησης. Αργότερα (προς το τέλος της εφηβείας) θα έχουν ήδη διαμορφώσει μια νέα σταθερότερη αίσθηση της αξίας και του εαυτού τους.

Ο τομέας της εξωτερικής εμφάνισης είναι ο πρώτος – χρονικά – που θα υποστεί τις πολλές και δραματικές αλλαγές. Ο τρόπος που θα βιώσουν τις αλλαγές αυτές οι έφηβοι, ιδίως στο πρώτο στάδιο, προσδιορίζει σε μεγάλο βαθμό και το βαθμό και την ποιότητα της αυτοεκτίμησης.

Σημαντικότατος, γι’ αυτούς, είναι, όχι μόνο πώς βιώνουν τις αλλαγές του σώματός τους, αλλά κυρίως πώς νομίζουν ότι οι ‘γενικευμένοι άλλοι’ αποδέχονται τις αλλαγές αυτές.

Ο ‘καθρεφτιζόμενος εαυτός’ του Cooley, εδώ, είναι ρεαλιστικός και δεν δείχνει παθητικότητα, παρά μόνο επιφανειακά και στατικά ερευνώμενος, αλλά υποθάλπει μια κρυφή ‘ηφαιστειακή δραστηριότητα’. Αναζητώντας τη νέα τους ταυτότητα με σκοπό την ένταξή τους σε ευρύτερα κοινωνικά σύνολα και συνειδητοποιώντας την ύπαρξη ενός εαυτού με περισσότερα αφηρημένα στοιχεία, οι έφηβοι αναδομούν συνεχώς την προσωπικότητά τους.

Η νοητική τους εξέλιξη, μέσα από τις εμπειρίες που τώρα τις αντιλαμβάνονται διαφορετικά, τους επιτρέπει μεγαλύτερη πολλαπλότητα επιλογών, προβλεψιμότητα στις διερευνήσεις τους, εξατομίκευση της σκέψης τους, ευαισθησία.

Ενδιαφέρονται όλο και περισσότερο για τον εαυτό τους, ως δυναμικά εξελισσόμενο υποκείμενο παρατήρησης, και η αυτοεκτίμησή τους εμφανίζεται να ακολουθεί αυτή τη δυναμική. Άλλωστε στην περίοδο της εφηβείας, σύμφωνα με τον Erikson (1968), ολοκληρώνεται και η διαμόρφωση του ίδιου τους του εαυτού.

Οι έφηβοι, όμως, σήμερα βρίσκουν λιγότερες πηγές για κοινωνική και συναισθηματική υποστήριξη. Επιπρόσθετα, ένας αυξανόμενος αριθμός εφήβων βιώνει το συναισθηματικό τραύμα ενός χωρισμού, την αστάθεια που προκύπτει όταν ζει πρώτα με τον ένα από τους δύο γονείς κι έπειτα με τον άλλον ή όταν μετακινείται από σχολείο σε σχολείο, αλλά και τη μοναξιά, αποτέλεσμα της εξωτερικής εργασίας του ενός ή και των δύο γονιών για εκτεταμένες περιόδους στη διάρκεια της ημέρας.

Αποτέλεσμα τέτοιων αλλαγών είναι ότι πολλοί έφηβοι είναι λειτουργικά ανίκανοι να συγκεντρωθούν στα σχολικά τους καθήκοντα και βιώνουν ψυχολογικό πόνο και πίεση. Μέχρι να ικανοποιηθούν οι συναισθηματικές ανάγκες των παιδιών για ασφάλεια, ταυτότητα, αλλά και η αίσθηση ότι ανήκουν κάπου, είναι ανίκανα να λειτουργήσουν διανοητικά και ψυχικά.

Οι έφηβοι με χαμηλή αυτοεκτίμηση ενδιαφέρονται περισσότερο να διατηρήσουν τη δική τους αίσθηση αυτοσεβασμού παρά να προσπαθήσουν περισσότερο, για να πετύχουν. Εμπλέκονται σε αμυντικές συμπεριφορές προκειμένου να αποτρέψουν τους άλλους να καταλάβουν πόσο ανεπαρκείς και ανασφαλείς αισθάνονται.

Αυτοί οι αμυντικοί μηχανισμοί μπορεί να είναι:

  • Επανάσταση, αντίδραση, άμυνα ή εκδίκηση
  • Καχυποψία, πείραγμα και υποτίμηση των άλλων
  • Λοιδορίες προς τους άλλους, επιπολαιότητα
  • Ανευθυνότητα
  • Εκφοβισμός και απειλή
  • Απόσυρση, ντροπαλότητα, ονειροπόληση, θλίψη, έλλειψη διεκδικητικότητας
  • Φυγή, αποφυγή, εξάρτηση, σκασιαρχείο, βραδύτητα

Οι έφηβοι με χαμηλή αυτοεκτίμηση

  • Θεωρούν ότι δεν αξίζουν την προσοχή και τη φροντίδα των άλλων, αλλά ακόμα και όταν τη δέχονται την αντιμετωπίζουν καχύποπτα.
  • Επαναπαύονται, ακόμα κι αν είναι οι καταστάσεις της ζωής τους είναι προβληματικές, και προτιμούν τη διαιώνισή τους, παρά να πληρώσουν το τίμημα της αλλαγής. Οι περισσότερες νοσηρές συμπεριφορές είναι μαθημένες και πολλές φορές η αδυναμία αντιμετώπισής τους οφείλεται και στην έλλειψη θέλησης, αλλά και στα δευτερογενή οφέλη, που προκύπτουν από την διατήρησή τους, όπως για παράδειγμα η διαρκής προσοχή και το ενδιαφέρον των άλλων, η αποφυγή προκλήσεων κ.λπ.
  • Ο φόβος της απόρριψης κατατρύχει και οριοθετεί τις πράξεις τους. Όταν εμπλακούν σε κάποια συναισθηματική σχέση, γίνονται υπερβολικά ζηλόφθονες, εξαρτητικοί ή αναπτύσσουν μαζοχιστικά χαρακτηριστικά, φοβούμενοι ότι θα απολέσουν την αγάπη, που με τόση επίπονη υπέρβαση κέρδισαν. Συνήθως αυτή η συμπεριφορά εξωθεί τους υπόλοιπους να τους εγκαταλείπουν, επιβεβαιώνοντας έτσι τους αρχικούς τους φόβους.
  • Σπανίως γίνονται διεκδικητικοί. Η χαμηλή αυτοεκτίμηση τους αποτρέπει από το να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες, να εμπλέκονται σε συγκρούσεις, και να υπερασπίζονται τις απόψεις τους, ακόμα κι όταν έχουν το δίκιο με το μέρος τους. Πολλές φορές πίσω από τη χαμηλή αυτοεικόνα εμφωλεύει ένας λανθάνων ναρκισσισμός, δεδομένου ότι η δειλία τους προστατεύει από την έκθεση του εαυτού τους στην κρίση των άλλων.
  • Επιζητούν την επιδοκιμασία των άλλων και εξαρτούν τη διάθεσή τους από αυτήν.
  • Παρά το ότι μπορεί να διαθέτουν υψηλό δείκτη νοημοσύνης, δεν μπορούν να επιλύσουν προβλήματα κοινωνικού περιεχομένου. Είναι επιρρεπείς στο μυστικισμό και τη μοιρολατρία.
  • Πολλές φορές καταφεύγουν σε υπερωρίες στον ακαδημαϊκό ή εργασιακό τομέα, επιζητούν την υπερεπίδοση, την εξουσία ή το χρήμα, μέσα που πρόσκαιρα τους προσφέρουν ανακούφιση από την ανασφάλειά τους.
  • Ό,τι για τους υπόλοιπους δρα ως θετικός ενισχυτής, σε αυτούς είναι αδιάφορο. Είναι ανίκανοι να απολαύσουν τις μικροχαρές της ζωής, γεγονός που προοιωνίζει κατάθλιψη.
  • Αδυνατούν ή αρνούνται να αξιολογήσουν σωστά τις δυνατότητές τους και αισθάνονται αμηχανία, όταν οι άλλοι τους επαινούν.
  • Η ταυτότητα του εαυτού τους είναι απροσδιόριστη, χωρίς συνέπεια και στοχοθεσία. Υιοθετούν συμπεριφορές, για να γίνουν αρεστοί στους άλλους.
  • Έχουν χαμηλή συναισθηματική νοημοσύνη και επικοινωνιακά προβλήματα.
  • Γίνονται επιθετικοί, όταν απειληθούν, ειδικά εάν διαθέτουν υψηλή φαινομενική αυτοεκτίμηση.
  • Κάθε ματαίωση στη ζωή τους είναι πηγή ανεξέλεγκτου άγχους, μελαγχολίας και αποσυντονισμού.
  • Είναι εξαρτημένοι από την οικογένειά τους και διατηρούν τη σχέση αυτή και μετά την ενηλικίωση.
  • Εκδηλώνουν συχνά νευρωτικές συμπεριφορές, όπως ροπή προς τον αλκοολισμό, τη χαρτοπαιξία, τα ναρκωτικά, τον υπερκαταναλωτισμό, τις σεξουαλικές ακρότητες και τον ηδονισμό.

Εφηβεία και Κατάθλιψη

Η εφηβεία συχνά περιγράφεται με όρους που θα ταίριαζαν για την περιγραφή ενός καταθλιπτικού επεισοδίου.

Μιλώντας για την εφηβεία, αναφέρουμε αυθόρμητα τη λύπη, τη διέγερση, το θυμό.

Τα λογοτεχνικά έργα που αναφέρονται σε αυτή την περίοδο της ζωής περιγράφουν τη θλίψη, τον πεσιμισμό, την αυτουποτίμηση.

Η καθημερινή παρατήρηση προσφέρει πλείστα παραδείγματα εφήβων που περνούν ατέλειωτες ώρες απομονωμένοι, ξαπλωμένοι ή καθιστοί, δείχνοντας βαρεμάρα και αδιαφορία για το κάθε τι που αγγίζει η καθημερινότητα. Αν τύχει και μας εμπιστευθούν και συζητήσουν μαζί μας, διακρίνουμε αισθήματα ενοχής, ντροπής, απογοήτευσης που εναλλάσσονται με εξάρσεις πάθους και μεγαλομανίας.

Η απότομη αλλαγή της διάθεσης είναι γνωστό χαρακτηριστικό της εφηβείας, αλλά οι περισσότεροι έφηβοι παρουσιάζουν συχνά σταθερό καταθλιπτικό συναίσθημα. Αυτή η κατάσταση δημιουργεί ερωτηματικά για το αν και πότε η κατάθλιψη αποτελεί μια φυσιολογική εκδήλωση της εφηβείας ή εντάσσεται στο πλαίσιο του παθολογικού και αποτελεί ψυχιατρική διαταραχή.

Τα σύγχρονα ψυχιατρικά ταξινομικά συστήματα DSM-IV και ICD 10 την τοποθετούν πλησιέστερα στην κλινική εικόνα των ενηλίκων, τονίζοντας κάποιες διαφορές. Ανάλογα με την ένταση και τη διάρκεια των συμπτωμάτων, περιγράφονται δύο βασικές κλινικές εικόνες, η μείζων καταθλιπτική διαταραχή (πιο βαριά μορφή) και η δυσθυμία (πιο ήπια μορφή).

Η βασική διαφορά από την κατάθλιψη ενηλίκων είναι ότι ο έφηβος μπορεί να παρουσιάζει ευερεθιστότητα αντί του καταθλιπτικού συναισθήματος. Γκρινιάζει συνεχώς, όλα του φταίνε, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται προβλήματα στις διαπροσωπικές του σχέσεις, στην οικογένεια, αλλά και στο χώρο του σχολείου.

Περιορίζει τις δραστηριότητες που συνήθως του προσφέρουν ευχαρίστηση και τις δραστηριότητες που απαιτούν σημαντική ενέργεια.

Παραπονείται για κούραση, αλλά κυρίως δείχνει μια αδιαφορία και βαρεμάρα, που αποτελεί έκφραση της ψυχοκινητικής του επιβράδυνσης. Η χαμηλή αυτοεκτίμηση οδηγεί σε κρίσεις και σχόλια για τον εαυτό του, του τύπου ‘είμαι ηλίθιος, χαζός, βλάκας, αντιπαθητικός’.

Είναι συχνή και σημαντική η μείωση των σχολικών επιδόσεων, βασικό χαρακτηριστικό της κατάθλιψης στην εφηβεία. Η σχολική φοβία με έναρξη στην εφηβεία θεωρείται καταθλιπτικό ισοδύναμο. Οι διαταραχές της διαγωγής, επίσης με εικόνα ψυχοπαθητικής διαταραχής, μπορεί να αποτελούν καταθλιπτικό ισοδύναμο.

Τα συμπτώματα επιθετικότητας είναι πιο συχνά στα αγόρια, ενώ στα κορίτσια συχνότερα εμφανίζονται συμπτώματα διαταραχής της σεξουαλικής συμπεριφοράς.

Αν και η εφηβική κατάθλιψη μπορεί να αποδειχθεί μια χρόνια υποτροπιάζουσα διαταραχή και να έχει σοβαρές συνέπειες στη ζωή του παιδιού και της οικογένειας, λίγες είναι οι έρευνες που αναφέρονται στην πρόληψή της. Γενικά, είναι αποδεκτό ότι για την υγιή ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού καλό είναι να αποφεύγονται οι πρώιμοι αποχωρισμοί (π.χ.

μακροχρόνια απουσία μητέρας, ταξίδια, νοσηλεία).

Η μείζων κατάθλιψη συχνά προηγείται της χρήσης ουσιών και η θεραπεία της επομένως δρα προληπτικά για την ουσιοεξάρτηση. Ορισμένες προληπτικές στρατηγικές έχουν αναπτυχθεί με κύριο σκοπό την ελάττωση του κινδύνου εμφάνισης ψυχικών διαταραχών στα παιδιά καταθλιπτικών γονέων.

Προτείνονται τόσο παρεμβάσεις υποστηρικτικές –συμβουλευτικές στους γονείς και ολόκληρη την οικογένεια, όσο και ψυχοθεραπευτική αντιμετώπιση για να βοηθήσει το παιδί να διαχειριστεί τις δυσκολίες που προκαλούν οι συναισθηματικές διαταραχές των γονέων.

Σημαντικό είναι επίσης να εκπαιδευτούν τα παιδιά, οι γονείς και οι δάσκαλοι στηναναγνώριση συμπτωμάτων της κατάθλιψης. Μπορούν έτσι να ζητήσουν έγκαιρα βοήθεια και να επιδείξουν καλύτερη θεραπευτική συμμόρφωση.

Η πρώιμη ανίχνευση προστατεύει το παιδί από τις μακροχρόνιες συνέπειες της κατάθλιψης, που έχουν αρνητική επίδραση στα σχολικά επιτεύγματα, επηρεάζουν τις σχέσεις με τους γονείς και τους συνομηλίκους και αυξάνουν τον κίνδυνο αυτοκτονίας στην παιδική ηλικία ή την εφηβεία.

Αυτό, που φαίνεται από πολλές έρευνες και έχει γίνει πια αποδεκτό είναι ότι όταν ένας άνθρωπος έχει τον έλεγχο της ζωής του μπορεί να αναπτύξει συμπεριφορές, που προάγουν την υγεία του και να αναστείλει αυτές που προκαλούν βλάβη.

Η ευπαθής αυτοεκτίμηση του καταθλιπτικού ατόμου μεταβάλλεται περισσότερο από τις εξωτερικές διακυμάνσεις από ότι εκείνη των ‘φυσιολογικών’. Τα άτομα που βιώνουν κατάθλιψη είναι λιγότερο ικανά να ανταμείψουν τον εαυτό τους ή να νιώσουν πληρότητα για τις ανάγκες τους, αν δεν υπάρχει εξωτερική ανταμοιβή.

Η ανάλυση του κοινωνικού πλαισίου και η σημασία του για την κατάθλιψη πρέπει να ληφθεί υπόψη με έμφαση στις ακόλουθες περιοχές:

  • Διερεύνηση της φύσης και έντασης των γεγονότων της ζωής και των αντιξοοτήτων που βιώθηκαν από τον έφηβο.
  • Κοινωνική υποστήριξη που ισοδυναμεί με ποιότητα στενών σχέσεων.
  • Κοινωνική ευπάθεια, παράγοντες που μπορεί να είναι ιδιαίτεροι σε συγκεκριμένες καταστάσεις, όπως φτωχό βιοτικό επίπεδο, ανεργία ή γενικότερες κοινωνικο – πολιτισμικές αξίες και
  • Τέλος, παρατήρηση της φάσης ζωής κατά τη διάρκεια της οποίας οι σκοποί ή οι ρόλοι αναπτύσσονται παράλληλα με τη βίωση τραυματικών γεγονότων.

Γράφει: Παπάνης Ευστράτιος, Κοινωνιολόγος

Published in Ψυχολογία

Οι οικογενειακοί θεραπευτές έχουν εισαγάγει μια πλειάδα τεχνικών, οι οποίες αντανακλούν πολλές φορές το θεωρητικό πλαίσιο του συμβούλου. Αρκετές από αυτές περιγράφονται και στην κλασική συμβουλευτική διαδικασία, αλλά έχουν τροποποιηθεί κατάλληλα, ώστε να ενσωματώσουν τις βασικές αρχές της συστημικής θεώρησης.

Στο παρόν κεφάλαιο, θα παρουσιάσουμε αρκετές από αυτές, παροτρύνοντας τον αναγνώστη να μην τις χρησιμοποιήσει ασύνδετα και αποσπασματικά, αλλά να τις εντάξει στο ευρύτερο πλάνο της παρέμβασής του και να τις προσαρμόσει στις ιδιαιτερότητες του θεραπευόμενου και των οικείων του.

1. Φωτογραφίες της οικογένειας: Ο σύμβουλος ζητά από τους θεραπευόμενους να ξεχωρίσουν, ο καθένας ξεχωριστά, φωτογραφίες από τις κοινές οικογενειακές ή συντροφικές στιγμές και να τις κατατάξει σε ένα πραγματικό ή ψηφιακό άλμπουμ, σύμφωνα με κάποια συναισθηματικά ή λογικά κριτήρια, που έχουν τεθεί και συζητηθεί από πριν. Για παράδειγμα, μια συστάδα φωτογραφιών μπορεί να περιγράφει τις ανέμελες στιγμές, τις προσδοκίες εκείνης της εποχής, τα σχέδια και το ευρύτερο βιογραφικό πλαίσιο. Μια άλλη ομάδα ενδεχομένως να αφορά την προσθήκη ενός νέου μέλους στην οικογένεια και τα συνεπακόλουθα συναισθήματα. Ο σύμβουλος συζητά τους λόγους επιλογής των συγκεκριμένων φωτογραφιών, την αναγνώριση και την εξέλιξη των συναισθημάτων, προτρέπει για χρονικές αντιστροφές, ώστε να φωτιστούν κάποια σημαντικά γεγονότα, εστιάζει σε πρόσωπα που έχουν χαθεί, αλλά επηρέαζαν ή επιδρούν ακόμα στις δυναμικές της οικογένειας, ανακαλύπτει διαδικασίες και ιεροτελεστίες των ενδιαφερομένων, αποκαλύπτει αλλοτινούς και τωρινούς ρόλους, λειτουργικές και αδόκιμες συμπεριφορές, διαφωτίζει το παρόν με αφορμή το παρελθόν και την ιστορία, που διηγούνται οι φωτογραφίες ή τα βίντεο.
2. Αναπλαισίωση: Η γνωστική ψυχολογία έχει διαπιστώσει ότι εάν η ερμηνευτική των καταστάσεων ή συμπεριφορών τοποθετηθεί σε ένα διαφορετικό θετικό πλαίσιο, μπορεί να προκαλέσει αλλαγές στο γενικότερο τρόπο σκέψης, βοηθώντας τα ζευγάρια και τις οικογένειες να αναπροσδιορίσουν τις δυναμικές και να αναθεωρήσουν στερεότυπα και προκαταλήψεις. Ο ελεγκτικός προς τη σύζυγο σύντροφος μπορεί να θεωρηθεί δυναστικός, αλλά μια προσεκτικότερη ανάλυση θα αποκαλύψει μαθημένη ανασφάλεια ή και ενδιαφέρον. Η υπερπροστατευτική μητέρα ενδεχομένως να αναπαράγει καταστάσεις, που βίωσε στην οικογένεια καταγωγής ή να προσπαθεί να αποφύγει την παραμέληση, που είχε ζήσει η ίδια.
3. Έλεγχος συναισθήματος: Αυτή η παράδοξη τεχνική αποσκοπεί στην κατανόηση των συνεπειών ενός αρνητικού συναισθήματος πάνω στους άλλους με τον εκούσιο και προγραμματισμένο χειρισμό του από τον συμβουλευόμενο. Για παράδειγμα, ο θεραπευτής ζητά από τον πελάτη να επιδείξει αγχωτική ή υπερπροστατευτική συμπεριφορά προς κάποια πρόσωπα, έχοντας προκαθορίσει το πλαίσιο, τη χρονική διάρκεια και την κλιμάκωση του ρόλου. Ο πελάτης, για να μπορέσει να ανταπεξέλθει στη διαδικασία, πρέπει να μελετήσει και να προβάρει το συναίσθημα, να εξασκηθεί στην αυτοπαρατήρηση και στην καταγραφή των αντιδράσεων των άλλων και να εξηγήσει τα κίνητρα, τις θετικές και αρνητικές επιπτώσεις, καθώς και τη λειτουργικότητα της συμπεριφοράς στην επίλυση προβλημάτων ή στην πρόκληση συγκρούσεων. Σε μια άλλη παραλλαγή, ο θεραπευτής μπορεί να συστήσει αναποφασιστικότητα και αναβολή όλων των σημαντικών συζητήσεων μεταξύ των ενδιαφερομένων, ώστε να γίνει κατανοητή η συνεπακόλουθη περιπλοκότητα, που αποδομεί την οικογενειακή συνοχή, διαιωνίζει τα λανθάνοντα συναισθήματα και ενισχύει τις παρανοήσεις.
4. Εξάσκηση επικοινωνιακών δεξιοτήτων: Ο θεραπευτής εκπαιδεύει τα μέλη της οικογένειας στην ενεργητική ακρόαση, στην αντανάκλαση συναισθήματος (ανακάλυψη, προβολή και ερμηνεία των συναισθημάτων, που κρύβονται πίσω από περιστατικά και καταστάσεις), στην παράθεση επιχειρημάτων με τη σειρά, χωρίς διακοπές και περισπασμούς, στη θέσπιση κανόνων διαλόγου, στην ανάπτυξη θέσεων της αντίθετης πλευράς, στην ιδεοθύελλα, στην ιεράρχηση και επίλυση προβλημάτων.
5. Καθιέρωση περιόδων αλληλεγγύης και φροντίδας: Δεδομένου ότι η ρουτίνα, οι ιεροτελεστίες, η ανία και η προβλεψιμότητα είναι οι μέγιστοι αντίπαλοι του πόθου, της έκπληξης, του απρόσμενου, της ηδονής και της λαγνείας, ο σύμβουλος προτρέπει στην από κοινού οργάνωση ημερών αλληλοκατανόησης, διαφορετικότητας, πρόκλησης και ερωτικού παιχνιδιού, συνήθως σε πλαίσια που σε τίποτα δεν θυμίζουν τις τετριμμένες διαδικασίες (ταξίδια, αλλαγή χώρου, τροποποίηση ωραρίων κλπ).
6. Η τεχνική της άδειας καρέκλας: Ο σύμβουλος τοποθετεί μια άδεια καρέκλα και παροτρύνει τους θεραπευόμενους να εκφράσουν τα συναισθήματά τους προς το φανταστικό συνομιλητή, που κάθεται εκεί. Έπειτα ο πελάτης κάθεται κι αυτός και επιχειρεί να απαντήσει σε όσα πριν ο ίδιος εξέφρασε.
7. Οικογενειακός σχεδιασμός: Ο θεραπευτής συνδράμει τα μέλη της οικογένειας στην αναπαράσταση σκηνικών, συνήθως συγκρουσιακών, στο παίξιμο ρόλων και έπειτα ζητά την τροποποίηση της σκηνοθεσίας, ανάλογα με τις επιθυμίες του καθενός από τα μέλη. Έτσι διδάσκεται ο σχεδιασμός και ο επαναπροσδιορισμός των αναγκών, ενώ φωτίζονται πλευρές, που είχαν αποσιωπηθεί στην πραγματικότητα.
8. Το οικογενειακό δέντρο ή γενεόγραμμα: Με τη χρήση συμβόλων καταγράφεται η ιστορία, οι σημαντικές ημερομηνίες και τα κρίσιμα γεγονότα στη διαχρονική πορεία τριών γενεών. Ανακαλύπτονται σχήματα, που έχουν μεταβιβαστεί, πρότυπα και επαναλήψεις καταστάσεων, μέλη και συμβάντα, που αποτέλεσαν σταθμό στη διαμόρφωση της οικογενειακής ταυτότητας, προσδοκίες, που δεν ευτύχησαν της πραγμάτωσης, ματαιώσεις και μελλοντικές προβολές στα παιδιά.

* Ο Ευστράτιος Παπάνης είναι επίκουρος καθηγητής Κοινωνιονολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου.

Τρίτη, 17 Μαϊος 2016 19:21

Εγκληματολογία

Αν και η τρομοκρατία αποδίδεται κυρίως σε πολιτικούς, θρησκευτικούς και εθνικιστικούς λόγους, οι κοινωνικοί επιστήμονες από καιρό έχουν διαπιστώσει ότι η ιδεολογία δεν αποτελεί το μοναδικό κίνητρο της αποτρόπαιας πράξης και σίγουρα δεν είναι το σπουδαιότερο.

Θα λέγαμε ότι περισσότερο δρα ως απενοχοποιητικό στοιχείο, ως μια πρόφαση για να εξιδανικευτούν τα προσωπικά κίνητρα, που κρύβονται πίσω από όλα αυτά.

Η φτώχεια και η κοινωνική ανισότητα, το ιστορικό βίας σε μια κοινωνία, η αποτυχία των ειρηνευτικών προσπαθειών ή η έλλειψη κοινωνικού διαλόγου, ο ταξικός και φυλετικός διαχωρισμός, τα θρησκευτικά πάθη δεν μπορούν αποκομμένα να ερμηνεύσουν το προφίλ του τρομοκράτη και τις δυνάμεις που τον οδηγούν στο να δράσει περιθωριακά και ενάντια προς μια κοινωνική πραγματικότητα. Κάθε ιδεολόγημα θα μπορούσε να αποτελέσει αφορμή για μια τρομοκρατική πράξη: το περιβάλλον, τα δικαιώματα των ζώων, ο πόλεμος για το νερό ή τους πόρους, η προάσπιση των μεταναστών. Οι αφορμές μυριάδες και δεν εξηγούν γιατί όλοι οι πολίτες δεν καταφεύγουν στην τρομοκρατία, για να διαδηλώσουν τα αιτήματά τους απέναντι σε ένα ανάλγητο κράτος.
Τα μέλη των τρομοκρατικών οργανώσεων αισθάνονται πως ανήκουν σε μια πολιτική, θρησκευτική ή εθνική ελίτ, ότι είναι οι εκλεκτοί που επιλέχθηκαν για να προτάξουν την ιδεολογία τους ως αντίβαρο στην κοινωνική αδικία. Κανείς δε γεννιέται βομβιστής, αλλά σε ένα κρίσιμο αναπτυξιακό στάδιο, κατά το οποίο υπερισχύει η ηθική του καλού ή του κακού, του άσπρου ή μαύρου οι μελλοντικοί τρομοκράτες εγκαθιδρύουν μια περίεργη και επικίνδυνη συλλογιστική: υπάρχει μόνο μια σωστή θεώρηση και πρέπει να την προασπίσουν με κάθε τρόπο, βγάζοντας πολλές φορές την οργή τους για κάθε προσωπική ματαίωση, απώλεια ή απογοήτευση που έζησαν. Ο σκοπός καθαγιάζει τα μέσα. Αν πρέπει κάποιοι αθώοι να χάσουν τη ζωή τους για το γενικό καλό, τότε οι παράπλευρες απώλειες δικαιολογούνται.
Οι τρομοκράτες υποσυνείδητα αποκόπτονται από τις υπόλοιπες κοινωνικές ομάδες στις οποίες ανήκουν. Η οικογένεια, το επάγγελμα χάνουν τη σημασία τους και οι σύντροφοι μετατρέπονται σε δεύτερο σπίτι, σε αδέλφια, σε γείτονες, για τα οποία θα έδιναν και τη ζωή τους. Αποκτούν νέο ρόλο και προσωπική ταυτότητα με τη συμμετοχή τους σε μια τέτοια οργάνωση. Η αγάπη για την εσω-ομάδα μετατρέπεται σε μίσος για όσους δεν ανήκουν σε αυτήν, όπως ακριβώς ο τρομοκράτης για ένα πολιτικό σύστημα είναι ο μαχητής της ελευθερίας για ένα άλλο. Ο εαυτός νοηματοδοτείται μέσα από τις αξίες και τις δυναμικές της ομάδας, τις ιεροτελεστίες και την ιεραρχία της, τον ιδιότυπο γλωσσικό κώδικα, τα κοινά μυστικά που μοιράζονται, τη γνώση ότι κάτω από το μανδύα της καθημερινότητας κρύβουν έναν ήρωα που μπορεί να επηρεάσει την κοινωνική πορεία, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους πολίτες, που υπακούουν στις προσταγές της εξουσίας.
Οι τρομοκράτες είναι η κορυφή μιας πυραμίδας, που αποτελείται από όσους κατά κάποιο τρόπο συμφωνούν με την ιδεολογία τους. Εξάλλου να θυμάστε ότι οι πεποιθήσεις των τρομοκρατών συμπίπτουν πολλές φορές με αυτές του πολύ κόσμου, μόνο που είναι πιο ακραίες ως προς την εφαρμογή τους. Όταν οι πολίτες απογοητευθούν από τις αδυναμίες μιας δημοκρατίας, μπορεί θεωρητικά να δουν τους τρομοκράτες ως μια εναλλακτική, ως ένα μηχανισμό εξισορρόπησης της κρατικής εξουσίας. Το μέλος μιας οργάνωσης που είναι ο εκτελεστής εκτονώνει την προσωπική του οργή. Αυτός όμως που σχεδιάζει τη βίαιη πράξη επιδιώκει να προκαλέσει πολύ μεγαλύτερη ζημιά, να διασπείρει το φόβο, την αμφιβολία, την αβεβαιότητα, τη δυσπιστία στον πολίτη πως το κράτος μπορεί να εγγυηθεί για την ασφάλεια και τη ζωή του. Οι τρομοκράτες επιβάλλουν έναν δυσβάσταχτο και πολυετή φόρο στην κοινωνία, το κόστος των μέτρων περιφρούρησης, τα οποία φροντίζουν με θεαματικά χτυπήματα να διακωμωδούν, διασύροντας ακόμα περισσότερο την νόμιμα εκλεγμένη εξουσία.
Το χειρότερο όμως είναι πως οι μηχανισμοί που αναπτύσσονται στα πλαίσια μιας τρομοκρατικής ενέργειας είναι παρόμοια με αυτά μιας πολεμικής μάχης: Ο τρομοκράτης αποξενώνεται συναισθηματικά από τα αποτελέσματα των πράξεών του, δεν κατανοεί τον πόνο που προκαλεί, αποκόπτεται από την οδύνη των θυμάτων του. Μοιάζει με τον πιλότο ενός βομβαρδιστικού, που απασχολημένος με τη ρύθμιση των παραμέτρων της ρίψης μιας βόμβας, αγνοεί τον όλεθρο που επιφέρει. Όσο πιο δυναμικά αντιδράσει το σύστημα, τόσο μεγαλύτερη η επιτυχία του τρομοκράτη: Η στοχοποίηση πολιτών, το αστυνομικό κράτος, τα στερεότυπα, οι παρακολουθήσεις, η ένταση της κρατικής βίας αποτελούν την καλύτερη ένδειξη ότι πετυχαίνουν τους σκοπούς τους, ότι γίνονται υπολογίσιμη δύναμη και θεματοφύλακες της κοινωνικής δικαιοσύνης. Το αυταρχικό κράτος τρομοκρατεί και παράγει τρομοκράτες. Οι χειρότεροι αντίπαλοι των τρομοκρατών δεν είναι όσοι βρίσκονται στην αντίπερα όχθη, μα αυτοί που ιδεολογικά ανήκουν στην ίδια μεριά, αλλά επιλέγουν μη βίαιους τρόπους αντίδρασης και πάλης.
Ο πιο αποτελεσματικός εχθρός τους είναι μια πολυσυλλεκτική και ανοιχτή στη διαφορετικότητα δημοκρατία. Οι έφηβοι που αντιμετώπισαν την αστυνομική βία σε μια διαδήλωση συναισθηματικά εμπλέκονται σε μια διαδικασία, που το επίσημο κράτος γίνεται αντιπαθές και οι πολέμιοί του συμπαθείς. Μερικοί από αυτούς τους μαθητές θα προσεγγιστούν από μέλη ακτιβιστικών-αντιεξουσιαστικών οργανώσεων, στις παρυφές των οποίων μπορεί οι τρομοκράτες να στρατολογούν υποψήφια μέλη. Ο προσηλυτισμός μπορεί να γίνει και από έναν ερωτικό σύντροφο ή φίλο. Μετά από μια περίοδο δοκιμασίας κάποιοι από αυτούς θα ενταχθούν επίσημα στην τρομοκρατική οργάνωση και θα αποτελέσουν τους μελλοντικούς πυρήνες. Γι’ αυτό πολλοί ψυχολόγοι υποστηρίζουν ότι τα κίνητρα που εξωθούν κάποιο νέο εκτός κοινωνίας, κάλλιστα μπορούν να τον οδηγήσουν στο να γίνει αναχωρητής ή τρομοκράτης.
Δεν υπάρχει μέχρι στιγμής μια εμπεριστατωμένη θεωρία για την προσωπικότητα του τρομοκράτη. Ίσως γιατί η τρομοκρατία ανά ιστορική περίοδο ήταν διαφορετική. Όσες μελέτες διεξήχθησαν δεν βρήκαν κανένα στοιχείο που να διαφοροποιεί την προσωπικότητα του τρομοκράτη από αυτήν των υπολοίπων ανθρώπων. Παλαιότερα, στα πλαίσια της ψυχαναλυτικής θεώρησης πίστευαν ότι ο τρομοκράτης είναι ένας πληγωμένος ναρκισσιστής, ένας μεγαλομανιακός τύπος με επισφαλή αυτοεκτίμηση, με απορριπτικούς ή αυστηρούς, συντηρητικούς γονείς, που αρνείται κάθε κοινωνική πραγματικότητα, η οποία μπορεί να απειλήσει την αυτοεικόνα του. Μέσα του λανθάνει ένα διαχωρισμένο εγώ: από τη μια ένας ανίκανος, αποτυχημένος εαυτός (στο σχολείο, στην εργασία, στις ερωτικές σχέσεις) και από την άλλη ένας εξοργισμένος και απελπισμένος εαυτός, που πραγματώνεται μέσα από την συμμετοχή σε τρομοκρατικές ομάδες. Σε γενικές γραμμές, οι τρομοκράτες πολεμούν είτε για να καταστρέψουν τον κόσμο των γονιών τους είτε για να τον εκδικηθούν για όσες αδικίες οι αγαπημένοι τους υπέστησαν.
Υπάρχει ο μύθος ότι οι τρομοκράτες προέρχονται πάντοτε από ευάλωτα στρώματα, που έχουν βιώσει την κοινωνική αδικία. Κι όμως πληθαίνουν οι διαπιστώσεις ότι πολλοί από αυτούς είναι άνθρωποι κοινωνικά προσαρμοσμένοι ή ακόμα και ευκατάστατοι και με φυσιολογική οικογενειακή, επαγγελματική και συναισθηματική ζωή. Άνθρωποι της διπλανής πόρτας, που η συγκυρία πυροδότησε την αντικοινωνική συμπεριφορά. Το σίγουρο είναι ότι η ψυχολογία των μελών μιας οργάνωσης είναι διαφορετική από του ηγέτη της. Τα αίτια της ένταξης πολλά: Άλλοτε τα μέλη δεν έχουν καμιά άλλη κοινωνική διέξοδο. Η ανεργία, η χαμηλή μόρφωση, η πενία κάνουν τη βία μονόδρομο. Άλλοτε πάλι οι τρομοκράτες ως έφηβοι συστηματικά καλλιεργούσαν μια αντιεξουσιαστική κουλτούρα, εμπλέκονταν σε τροχαία αδικήματα, ανήκαν σε συμμορίες, φλέρταραν με τα ναρκωτικά, αλλά πάντοτε εμπνέονταν από την πατρική φιγούρα ενός ηγέτη - καθοδηγητή. Μερικοί από αυτούς ήταν υπερβολικά ντροπαλοί, χωρίς διεκδικητικότητα και κάποιοι άλλοι είχαν μεγάλες τεχνικές δεξιότητες, που αργότερα εκμεταλλεύτηκαν στην κατασκευή βομβών.
Ο τρομοκράτης σπάνια δρα μόνος του. Όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο, όπως σε αρκετές περιπτώσεις αεροπειρατών, συνήθως πρόκειται για ψυχιατρικές περιπτώσεις με βίαιους, αλκοολικούς γονείς, θρησκόληπτες μητέρες και τραυματική παιδική ηλικία. Συνήθως η άρνηση της κοινωνίας είναι αποτέλεσμα μιας υπέρμετρης ευαισθησίας, ο θυμός αποκύημα κοινωνικής προσβολής ή πόνου. Και σε κάθε περίπτωση αποδέκτης αυτού του θυμού είναι μια κοινωνία-θεατής παρά τα ίδια τα θύματα.

Ευστράτιος Παπάνης

Ο Bourdieu (1986) μελέτησε γενικά την έννοια του κεφαλαίου και διέκρινε τέσσερις διαφορετικές μορφές: το οικονομικό, το πολιτισμικό, το συμβολικό και το κοινωνικό.

Όλες οι μορφές κεφαλαίου προκύπτουν από το οικονομικό κεφάλαιο μέσω μετασχηματιστικών διαδικασιών, που δεν είναι αυτοματοποιημένες, αλλά απαιτούν μακρόχρονη προσπάθεια προς αποκόμιση μακροπρόθεσμων ωφελειών. Τα οφέλη που προκύπτουν από κάποιο είδος κεφαλαίου αποτελούν κόστος για κάποιο άλλο είδος κεφαλαίου.

Πιο συγκεκριμένα, ο Bourdieu1 όρισε το κοινωνικό κεφάλαιο ως «το σύνολο των πραγματικών ή συμβολικών πόρων οι οποίοι συνδέονται με πολλαπλά δίκτυα, που διατηρούνται στο χρόνο και συσχετίζονται με εν πολλοίς θεσμοθετημένες σχέσεις αμοιβαίας αποδοχής και αναγνώρισης» (1985, σελ.248). Με άλλα λόγια, το κοινωνικό κεφάλαιο αντιπροσωπεύει το άθροισμα των πλεονεκτημάτων που αποκομίζουν όσα άτομα ανήκουν σε κοινά δίκτυα ή σε ομάδες. Ο όγκος του κοινωνικού κεφαλαίου των φορέων εξαρτάται από το μέγεθος του δικτύου διασυνδέσεων που μπορεί να κινητοποιήσει επιτυχώς, καθώς και από τον όγκο του κεφαλαίου (οικονομικού, πολιτισμικού ή συμβολικού) που διαθέτει ο καθένας από εκείνους με τους οποίους συνδέεται. Σύμφωνα με τον Bourdieu, οι κοινωνικές διασυνδέσεις έχουν ευεργετικά αποτελέσματα σε θεμελιώδεις τομείς της ατομικής ζωής, δεδομένου ότι πολλαπλασιάζουν τις ευκαιρίες γνώσης και την πρόσβαση σε αυτήν μέσω της συναναστροφής με άτομα διαφόρων ειδικοτήτων και της οικειοποίησης του πολιτισμικού τους κεφαλαίου. Παράλληλα, τα κοινωνικά δίκτυα αυξάνουν τις οικονομικές δυνατότητες και αυτός είναι ο κυριότερος λόγος για την ένταξή τους σε αυτά. Κατά τον Bourdieu, τα αποτελέσματα του κεφαλαίου απορρέουν από την άνιση κατανομή του. Το κοινωνικό κεφάλαιο το διαθέτουν συνήθως οι κοινωνικά ισχυροί και αυτό εντείνει τις πρακτικές ανισότητας και κοινωνικού αποκλεισμού.

Ο Coleman (1988) θεώρησε ότι το κοινωνικό κεφάλαιο είναι έννοια σύμφυτη με την κοινωνική δομή, διευκολύνει την ατομική δράση και τη νοηματοδοτεί στο κοινωνικό πλαίσιο. Κατά τον ίδιο μελετητή, το κοινωνικό κεφάλαιο απαρτίζεται από επικαλυπτόμενα κοινωνικά δίκτυα, τα οποία διαθέτουν κοινές αξίες, εμπιστοσύνη και κοινά κριτήρια αποφάσεων. Σε δίκτυα με υψηλό επίπεδο κοινωνικού κεφαλαίου επικρατεί η αρχή της αμοιβαιότητας που συμβάλλει στην ατομική ευημερία, δεδομένου ότι οι συμμετέχοντες έχουν ευχερέστερη πρόσβαση στην πληροφορία ή άλλους πόρους, οι οποίοι αυξάνουν τις ευκαιρίες ατομικής ολοκλήρωσης. Ο Coleman διέκρινε τρεις παραμέτρους του κοινωνικού κεφαλαίου: της εμπιστοσύνης που οικοδομείται μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα και διασφαλίζει ότι οι υποχρεώσεις και τα καθήκοντα των μελών θα διεκπεραιωθούν ομαλά, της πληροφορίας που διοχετεύεται μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα και των κανονιστικών ρυθμίσεων και κυρώσεων που επιβάλλονται στα μέλη των δικτύων, υπαγορεύοντάς τους συγκεκριμένες συμπεριφορές.

Επιπλέον, διαχώρισε το κοινωνικό κεφάλαιο που διαμορφώνεται στα πλαίσια της οικογένειας από αυτό που σχηματίζεται σε επίπεδο κοινότητας. Η συμμετοχή στο τελευταίο έχει τις ρίζες της σε συγκεκριμένες δεξιότητες που επιτρέπουν τη δημόσια δράση και την ανάπτυξη κοινωνικών δικτύων, συνδέοντας κατ’ αυτό τον τρόπο το άτομο με την ομάδα και διαμορφώνοντας την αυτοαντίληψή του. Σύμφωνα με τον ορισμό του Coleman για το κοινωνικό κεφάλαιο, οι δεξιότητες αυτές αποτελούν μία μορφή κεφαλαίου, με δική του αξία ως κοινωνικού πόρου.

Ο όρος κοινωνικό κεφάλαιο χρησιμοποιείται ολοένα και περισσότερο ως έννοια αλληλένδετη με την κοινότητα, αλλά δεν περιορίζεται σε αυτήν, εφόσον περιλαμβάνει τόσο τα τυπικά, όσο και τα άτυπα δίκτυα και τις κοινές αξίες. Ο ορισμός του Woolcock (1998) ότι το κοινωνικό κεφάλαιο περιλαμβάνει όλες τις αξίες και δίκτυα που διευκολύνουν την ομαδική δράση βασίζεται σε αυτή του τη σχέση με την κοινωνία των πολιτών.

Οι συμβατικές μέθοδοι ανάλυσης των αιτίων της συμμετοχής ή όχι στα κοινά επικεντρώνονται συνήθως στα δημογραφικά χαρακτηριστικά των μελών μιας ομάδας (φύλο, εκπαίδευση, κλπ.), παραγνωρίζοντας ορισμένες φορές τον κοινό συνδετικό κρίκο που ενοποιεί τους κοινωνικο-οικονομικούς αυτούς παράγοντες (Pattie et al., 2002). To κοινωνικό κεφάλαιο κατά τον Coleman (1988) περιγράφει όλους εκείνους τους μηχανισμούς και διαδικασίες συνεργασίας των πολιτών, που μετριάζουν τα διλήμματα της ομαδικής δράσης. Κατά τον Verba et al. (1995), το κοινωνικό κεφάλαιο αυξάνει την αίσθηση αυτοαποτελεσματικότητας των πολιτών και αποτελεί το αναγκαίο υπόστρωμα της κοινωνικοποίησής τους.

Από κοινωνιολογικής απόψεως, οι διαστάσεις του κοινωνικού κεφαλαίου αποτελούν συγκριτικό πλεονέκτημα για την ατομική και ομαδική δράση, αλλά αυτό δεν μπορεί να αναχθεί σε κανόνα. Αν και μία ομάδα που χαρακτηρίζεται από υψηλή εμπιστοσύνη δύναται να κατορθώσει περισσότερα από ό,τι μία αντίστοιχη ομάδα που στερείται αυτού του χαρακτηριστικού, μια άλλη μορφή κοινωνικού κεφαλαίου μπορεί να είναι ακατάλληλη ή επιβλαβής για ορισμένες δράσεις.

Κατά τον Putnam (2000), το κοινωνικό κεφάλαιο είναι ίδιον των κοινωνικών μορφωμάτων και αναφέρεται στα κοινωνικά δίκτυα, στις κανονιστικές ρυθμίσεις και στην αμοιβαιότητα και εμπιστοσύνη που διευκολύνει τη δράση και τη συνεργασία για την κοινή ωφέλεια (Putnam, 2000). Ο Putnam πραγματεύεται επίσης τον τρόπο με τον οποίο οι εν λόγω κανονιστικές ρυθμίσεις και τα κοινωνικά δίκτυα εξελίσσονται, επισημαίνοντας ότι οι θετικές επιδράσεις του κοινωνικού κεφαλαίου αυξάνονται με τη χρήση τους και μειώνονται αντίστοιχα όταν παραμένουν σε αδράνεια. Οι κοινωνικές σχέσεις εξασθενούν, εάν δεν ανατροφοδοτούνται, και οι κανονιστικές ρυθμίσεις βασίζονται στη συχνή και ποιοτική επικοινωνία μεταξύ ατόμων και ομάδων.

Η ενίσχυση του κοινωνικού κεφαλαίου συσχετίζεται άμεσα με τη συμμετοχή στα κοινά. Όσο πιο ετερόκλητες είναι οι ομάδες στις οποίες συμμετέχει ένα άτομο, τόσο μεγαλύτερος είναι ο συγκερασμός απόψεων, στάσεων και συμπεριφορών και τόσο περισσότερο αναπτύσσεται η ευελιξία (Putnam, 1993).

Ο Putnam έγινε γνωστός κυρίως για τις απόψεις του σχετικά με την έκπτωση του κοινωνικού κεφαλαίου στην Αμερικανική κοινωνία (Bowling Alone, 2000). Συγκριτικά με τη δεκαετία του ’50, παρατηρήθηκε στροφή του μέσου Αμερικανού προς τον ατομοκεντρισμό, γεγονός που επέδρασε σε πολλές παραμέτρους της αμερικανικής ζωής. Οι ορισμοί που έδωσε ο Putnam, αν και ορθοί, δεν λαμβάνουν υπόψη την εξέλιξη της κοινωνικής πραγματικότητας και των ιστορικών συνθηκών που τη διαμορφώνουν. Ενδεχομένως, το κοινωνικό κεφάλαιο δεν μειώθηκε, αλλά διοχετεύτηκε σε άλλες μορφές συλλογικής δράσης.

Κάνοντας μία σύγκριση της θεωρίας του Bourdieu με αυτές των Coleman και Putnam, προκύπτει ότι ο Bourdieu είναι πιο ακριβής στην περιγραφή της κοινωνικής διάστασης του κεφαλαίου, ενώ οι υπόλοιποι ορισμοί είναι υπερβολικά γενικοί και περιλαμβάνουν κάθε είδους αλληλεπίδραση. Επίσης, ο Bourdieu δίνει έμφαση στην κοινωνική διαστρωμάτωση, στην κάστα, στην ιεραρχία και στην ανισότητα. Αντίθετα, ο Putnam αντιλαμβάνεται την έννοια του κοινωνικού κεφαλαίου μέσω οριζοντίων δικτύων. Έμφαση δίνεται στην πρόσβαση στα κοινωνικά δίκτυα, ενώ ο αποκλεισμός από αυτά αποτελεί την αρνητική διάσταση του κοινωνικού κεφαλαίου. Να τονιστεί ότι το κοινωνικό κεφάλαιο έχει έναν ιδιαίτερα συμβολικό χαρακτήρα, είναι ένα εν δυνάμει όφελος και όχι μόνο κάτι πραγματικό. Ο Bourdieu θεωρεί ως ωφέλιμη την μακρόχρονη επένδυση σε ανθεκτικά δίκτυα και όχι στις χαλαρές συνδέσεις, ενώ η προσέγγισή του έχει περισσότερο μακρο-κοινωνιολογικό παρά μικρο-κοινωνιολογικό χαρακτήρα.

Κοινός τόπος σε όλους τους ορισμούς του κοινωνικού κεφαλαίου (Loury, 1992; Bourdieu και Wacquant, 1992) είναι ότι εμφανίζεται ως δομικό χαρακτηριστικό της κοινωνίας και δεν εξαρτάται από την ατομική δράση, σε αντίθεση με τις έννοιες των κοινωνικών δικτύων και της κοινωνικής υποστήριξης, που αναφέρονται και σε πράξεις ατόμων. Τα αποτελέσματά του ενισχύουν την κοινωνική συνοχή (αλλά και έλεγχο), τη μεταβίβαση των αξιακών συστημάτων και την κοινωνική ενσωμάτωση πέρα από το οικογενειακό πλαίσιο.

Η Παγκόσμια Τράπεζα ορίζει το κοινωνικό κεφάλαιο ως μία έννοια που περιλαμβάνει όλο το πλέγμα σχέσεων, θεσμών και κανόνων που διαμορφώνουν την ποιότητα όλων των κοινωνικών αλληλοσυσχετίσεων. Ο ορισμός της επικεντρώνεται στη διάχυση των ωφελειών που απορρέουν από το κοινωνικό κεφάλαιο.

Ο Ο.Ο.Σ.Α. (2001) αναφέρεται στα δίκτυα, τις κοινές πεποιθήσεις και την αλληλοκατανόηση που διέπουν τη συνεργασία ανάμεσα σε ομάδες ή στα υπο-συστήματα μιας κοινής ομάδας.

Οι Kawachi et al. (1997) θεωρούν ότι το κοινωνικό κεφάλαιο είναι κοινό χαρακτηριστικό κοινωνικών μορφωμάτων και θεσμών και εμπεριέχει έννοιες, όπως η αμοιβαιότητα, η συμμετοχικότητα, η εμπιστοσύνη. Στοχεύει δε στο γενικό καλό και στην προαγωγή της κοινωνίας.

Ο Gillivray (2002) επίσης αναφέρεται στο κοινωνικό κεφάλαιο ως χαρακτηριστικό της κοινότητας, που διευκολύνει τη λειτουργία της.

Ο Randall Collins (1981) τόνισε ότι οι κανονιστικές ρυθμίσεις και τα δίκτυα έχουν κεντρικό ρόλο σε κάθε κοινωνική συνδιαλλαγή. Θεώρησε ότι βασίζονται σε ρουτίνες αλληλεπίδρασης μεταξύ των ατόμων, οι οποίες με την επανάληψη αποκτούν σταθερότερη κοινωνική υφή, μετατρέπονται σε κανόνες, ελαττώνουν την ανάγκη διαρκούς διαπραγμάτευσης και καθορίζουν το πλαίσιο της κοινωνικής ζωής. Μόλις σταθεροποιηθούν, διευκολύνουν τις διατομικές και δι-ομαδικές συναλλαγές με πολλά αντισταθμιστικά οφέλη για τα μέλη της κοινότητας, όπως αυξημένο πολιτισμικό κεφάλαιο, πρόσβαση σε πληροφορίες κλπ. Παρά τα εμφανή οφέλη, η σοβαρότητα των κοινωνικών δικτύων μπορεί να οδηγήσει σε φαινόμενα κοινωνικού εξοστρακισμού και απομόνωσης. Σε κάθε περίπτωση, τα κοινωνικά δίκτυα και το κοινωνικό κεφάλαιο αποτελούν συνδετικό κρίκο ανάμεσα στο τοπικό και το γενικό, την άτυπη διακυβέρνηση και την κρατική εξουσία.

Η δύναμη του κοινωνικού κεφαλαίου κατά τον Collins (1981) συσχετίζεται με το μέγεθος των ωφελειών που θα προκύψουν από αυτά και το βαθμό κινδύνου που προτίθεται να αναλάβει το άτομο ή η ομάδα. Σημαντικός παράγοντας στις κοινωνικές συνδιαλλαγές είναι η εμπιστοσύνη, δεδομένου του άτυπου – τις περισσότερες φορές – χαρακτήρα τους και της πιθανότητας τα μέλη μιας ομάδας να μην είναι συνεπή στις υποχρεώσεις τους (Portes, 1998). H δύναμη των κοινωνικών δικτύων εξασφαλίζει την υπακοή των μελών για το φόβο κυρώσεων ή περιθωριοποίησης (Putnam, 1993). Αντίθετα, οι Brehm και Rahn (1997) θεωρούν ότι ο φόβος της απόρριψης δεν αρκεί για να στηρίξει τη συμφωνία των μελών μιας ομάδας. Είναι η εσωτερίκευση των αξιών της ομάδας που εξασφαλίζει τη συνοχή της.

Το κοινωνικό κεφάλαιο περικλείει θεωρητικές και πρακτικές δυσκολίες στον προσδιορισμό του, επειδή δεν αποτελεί συμπαγή και ευρύτερα αποδεκτή έννοια σε επιστημολογικό και πρακτικό επίπεδο. Ο Bourdieu προσέδωσε σε αυτό μαρξιστική διάσταση θεωρώντας το ταξικό χαρακτηριστικό, ο Coleman εστίασε στον ατομικό παράγοντα, ενώ ο Putnam εισήγαγε την σκοπιά της οικονομίας στην διαπραγμάτευσή του. Κατά τους Fafchamps & Minten (1998), ο όρος αναφέρεται στο συναισθηματικό απόθεμα που είναι υπεύθυνο για την υπαγωγή του ατόμου στα διάφορα κοινωνικά μορφώματα. Κοινά σημεία όλων των ορισμών, που έχουν κατά καιρούς δοθεί είναι:

Η εμπιστοσύνη, προϋπόθεση απαραίτητη για την κοινωνική συνδιαλλαγή
Οι κανονιστικές ρυθμίσεις και ο αξιακός χαρακτήρας του κοινωνικού κεφαλαίου
Η σχέση του με τα κοινωνικά δίκτυα
Ο Collier (1998) τόνισε ότι το κοινωνικό κεφάλαιο περιλαμβάνει όλους τους μη οικονομικούς όρους και διαδικασίες, οι οποίοι επηρεάζουν την οικονομική πρόοδο.

Οι Bazan και Schmitz (1997) άσκησαν κριτική στις απόψεις του Putnam, επειδή δεν κατάφερε να διευκρινίσει τη σχέση μεταξύ των κοινωνικών πόρων και των προσδοκώμενων αποτελεσμάτων από αυτούς.

Ο Coleman (1988) υποστηρίζει ότι το κοινωνικό κεφάλαιο δεν αποτελεί μία ενιαία έννοια, αλλά ένα άθροισμα κοινών στοιχείων, τα οποία αποτελούν πλευρές των κοινωνικών δομών και παράλληλα διευκολύνουν ορισμένες ατομικές ή συλλογικές δράσεις. Προχωρά μάλιστα στη διάκριση φυσικού, ανθρώπινου και κοινωνικού κεφαλαίου. Το πρώτο αναφέρεται στον υλικό κόσμο, το δεύτερο στις δεξιότητες και γνώσεις των ατόμων και το τρίτο στις διαπροσωπικές σχέσεις.

Ο Mahieu (1998) ορίζει το κοινωνικό κεφάλαιο ως προσδοκία αποκόμισης κερδών που προκύπτουν από τις κοινωνικές συνθήκες που επηρεάζουν την παραγωγή.

Ο ορισμός του Dubois (1998) δίνει έμφαση στη γνωστική διάσταση του κοινωνικού κεφαλαίου και υπό την έννοια αυτή εισάγει τη γνώση των κανόνων που αναγκαστικά περιέχεται σε αυτό.

Ο Schiff (1998) ορίζει το κοινωνικό κεφάλαιο ως το σύνολο των στοιχείων της κοινωνικής δομής που επηρεάζουν τις σχέσεις των ατόμων και τα οποία καθορίζουν το βαθμό χρησιμότητας ή ανταποδοτικότητας της παραγωγής.

Μία παράμετρος του κοινωνικού κεφαλαίου είναι η «συνδεσιμότητα», που αναφέρεται στους δεσμούς του τοπικού κοινωνικού κεφαλαίου με ευρύτερες κρατικές, γεωγραφικές οικονομικές και πολιτικές δομές (κάθετη συνδεσιμότητα) και στην ενοποίηση του εκάστοτε περιφερειακού δυναμικού και υποσυστημάτων (οριζόντια συνδεσιμότητα) για την απρόσκοπτη διαχείριση των πόρων (Granovetter, 1973; Warner et al., 1997, 1999). Σε ατομικό επίπεδο η επέκταση αυτή των προσωπικών δικτύων ενισχύεται από την αλληλεπίδραση μέσω της εργασίας του σχολείου και της εργασίας, ενώ σε επίπεδο κοινότητας τονώνεται μέσω πολιτικών και πολιτισμικών δραστηριοτήτων


5.2. Κοινωνικά δίκτυα

Συναφής προς τον όρο κοινωνικό κεφάλαιο είναι η έννοια των κοινωνικών δικτύων. Ως κοινωνικά δίκτυα μπορούν να οριστούν τα «πολυδιάστατα συστήματα επικοινωνίας και διαμόρφωσης της ανθρώπινης πρακτικής και της κοινωνικής ταυτότητας» (Χτούρης 2004). Οι Walker, MacBride, and Vachon (1977), όρισαν ως κοινωνικό δίκτυο το άθροισμα των προσωπικών επαφών μέσω των οποίων το άτομο διατηρεί την κοινωνική του ταυτότητα, λαμβάνει συναισθηματική υποστήριξη, υλική ενίσχυση και συμμετοχή στις υπηρεσίες, έχει πρόσβαση στις πληροφορίες και δημιουργεί νέες κοινωνικές επαφές. Τα κοινωνικά δίκτυα συνήθως αποτελούνται από τα μέλη της οικογένειας, τους φίλους και τους γνωστούς και περιλαμβάνουν τρεις κρίσιμες έννοιες: α) το μέγεθος ή το εύρος, το οποίο αναφέρεται στον αριθμό των ατόμων που συμμετέχουν στο δίκτυο, β) στη σύνθεση που αφορά το ποσοστό συμμετοχής στο δίκτυο μελών της ευρύτερης οικογένειας ή φίλων, γ) η συχνότητα που δηλώνει το πόσο συχνά τα μέλη ενός κοινωνικού δικτύου αλληλεπιδρούν (Χτούρης, 2004 ; Χτούρης, Παπάνης, Ρόντος, 2004).

Τα κοινωνικά δίκτυα ορίζονται ως οι κοινωνικές σχέσεις που περιβάλλουν ένα άτομο, τα χαρακτηριστικά τους και ο τρόπος με τον οποίο τα άτομα αντιλαμβάνονται και αξιολογούν τις εν λόγω σχέσεις. Τα κοινωνικά δίκτυα χαρακτηρίζονται από το μέγεθός τους, την πυκνότητα (συνδετικότητα μεταξύ των μελών), το δέσιμο, την ομοιογένεια, τη συχνότητα επαφής μεταξύ των μελών, τη διάρκεια και την αμοιβαιότητα (Berkman και Glass, 2000). Η συναισθηματική, ψυχολογική ή οικονομική στήριξη που μπορούν να αντλήσουν τα άτομα μέσω των κοινωνικών τους δικτύων είναι η κοινωνική στήριξη. Η έλλειψη κοινωνικής στήριξης και ο αποκλεισμός από τα δίκτυα θεωρείται ότι μειώνει τις δυνατότητες των ατόμων να αντιμετωπίσουν το άγχος, να αποκτήσουν κοινωνική ταυτότητα, να λάβουν συναισθηματική στήριξη ή υλική βοήθεια και να αποκτήσουν πρόσβαση σε υπηρεσίες και πληροφορίες (Walter et al., 1997). Από την άλλη πλευρά, η ύπαρξη κοινωνικής στήριξης έχει συνδεθεί με παράγοντες που επηρεάζουν την ποιότητα ζωής, όπως η ικανοποίηση από τη ζωή και η αίσθηση ευημερίας (Breeze et al., 2001).

Κατά την ανασκόπηση των ερευνών που διεξήχθη από το εργαστήριο Κοινωνικής και Πολιτισμικής Ψηφιακής Τεκμηρίωσης του Πανεπιστημίου Αιγαίου, οι μελέτες για τα κοινωνικά δίκτυα έχουν χρησιμοποιήσει διάφορες μεταβλητές, οι οποίες κατηγοριοποιούνται ως εξής: Καταγραφή των ατόμων στα οποία θα μπορούσε κάποιος να απευθυνθεί σε περίπτωση που ανακύψει κάποιο πρόβλημα. Τα άτομα αυτά μπορούν να σταθούν αρωγοί σε τυχόν οικονομικά και επαγγελματικά θέματα. Το εύρος των κοινωνικών δικτύων διαφαίνεται επίσης από τον αριθμό των ατόμων τα οποία γνωρίζει ο ερωτώμενος που έχουν αντιμετωπίσει παρεμφερές οικονομικό ή οικογενειακό πρόβλημα. Οι έρευνες επικεντρώνονται στην επιτυχή ή ανεπιτυχή έκβαση των παρόμοιων αυτών προβλημάτων, αλλά παράλληλα συσχετίζουν τα κοινωνικά δίκτυα με την αυτονομία, την υπευθυνότητα, την οικονομική άνεση, την ηλικία, το μορφωτικό επίπεδο κτλ.

Σύμφωνα με έρευνες των MacLanahan, Wedemeyer & Adelberg (1981), τα κοινωνικά δίκτυα παρέχουν συναισθηματική υποστήριξη, η οποία παίρνει τη μορφή κάλυψης απέναντι στα αρνητικά αποτελέσματα των αγχογόνων καταστάσεων. Παράλληλα, τα κοινωνικά δίκτυα βοηθούν στην εξεύρεση εργασίας, αλλά παράλληλα υποδεικνύουν στους εργοδότες τους κατάλληλους υποψήφιους. Κατά τον Bewley (1999), ο συνηθέστερος τρόπος εξεύρεσης εργασίας σε αγγλοσαξονικές χώρες είναι μέσω γνωστών και φίλων, οι οποίοι μπορούν να παρέχουν τις καταλληλότερες συστάσεις για τους υποψήφιους εργαζομένους.

Ο Granovetter (1973) θεώρησε ότι είναι οι αδύναμοι δεσμοί των κοινωνικών δικτύων που εξασφαλίζουν περισσότερες ευκαιρίες απασχόλησης συγκριτικά με τους στενούς φίλου και συγγενείς, δεδομένου ότι παρέχουν μεγαλύτερη πληθώρα πληροφοριών και διαθέτουν μεγαλύτερη διασπορά και ποικιλία στις ευκαιρίες απασχόλησης. Με την άποψη αυτήν συμφωνεί και ο Montgomery (1991).

Έχει παρατηρηθεί ότι η κοινωνική δικτύωση συσχετίζεται όχι μόνο με οικονομικούς και κοινωνικούς εξισορροπητικούς για την αγορά εργασίας παράγοντες, αλλά και με υψηλότερα ποσοστά εργασιακής ικανοποίησης (Granovetter 1985), χαμηλότερα ποσοστά παραιτήσεων (Datcher 1983) και υψηλότερους μισθούς (Granovetter 1985). Μάλιστα ο Ludwig (2000) και Topa (2001) παρατήρησαν ότι τα υψηλότερα ποσοστά εργασιακής ικανοποίησης σε δουλειές που επετεύχθησαν μέσω κοινωνικών δικτύων οφείλεται όχι στους υψηλότερους μισθούς αλλά στο ποιοτικότερο κοινωνικο- συναισθηματικό κλίμα που δημιουργείται σε μια επιχείρηση λόγω του γεγονότος ότι εργάζονται σε αυτό φίλοι.

Ο Brain V. Krauth (2001) θεωρεί ότι κρίσιμος παράγοντας για τα κοινωνικά δίκτυα είναι η σταθερότητα τους. Οι πιο πολλές κοινωνιολογικές θεωρίες λαμβάνουν τα κοινωνικά δίκτυα ως στατικά μορφώματα τα οποία αντιστέκονται στην αλλαγή, γεγονός που δεν επαληθεύεται από την πραγματικότητα. Αντιθέτως είναι η ευκαμψία των κοινωνικών δικτύων που εξασφαλίζει μεγαλύτερη πρόσβαση στην αγορά εργασίας.

Πολλές φορές ο ρόλος των κοινωνικών δικτύων όσον αφορά τα κοινωνικά, οικονομικά, επαγγελματικά και οικογενειακά προβλήματα των γυναικών είναι καθοριστικός, δεδομένου ότι παρέχει εναλλακτικές λύσεις σε θέματα όπως απασχόληση, οικονομική ανεξαρτησία μετά από διαζύγιο, φροντίδα παιδιών, διαχείριση άγχους, αυτοαπασχόληση και επαγγελματική συμβουλευτική.

Οι εμπειρικές έρευνες επιβεβαιώνουν ότι όσο μεγαλύτερο είναι ένα δίκτυο και όσο συχνότερη η επαφή των μελών του τόσο πιο αποτελεσματική είναι η βοήθεια που προσφέρουν κυρίως στις εργαζόμενες γυναίκες. Όσον αφορά τη σύνθεση του δικτύου βρέθηκε ότι για υλική βοήθεια τα μέλη της οικογένειας είναι τα καταλληλότερα πρόσωπα προς τα οποία καταφεύγουν οι γυναίκες με προβλήματα ανεργίας, ενώ για συναισθηματική υποστήριξη περισσότερο αποτελεσματικά είναι τα δίκτυα των φίλων.

Τα ευρήματα των περισσοτέρων εμπειρικών μελετών μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:

Τα κοινωνικά δίκτυα μεταφέρουν σημαντικές πληροφορίες τόσο στους εργαζόμενους όσο και στις επιχειρήσεις αυξάνοντας την παραγωγικότητα.
Η μακροπρόθεσμη απασχόληση είναι άμεση συνάρτηση του αριθμού των συνδέσμων του κοινωνικού κεφαλαίου, του ποσοστού αυτών των συνδέσμων που είναι ασθενείς και των ατομικών χαρακτηριστικών αυτών των εργαζομένων.
Η σχέση των κοινωνικών δικτύων με την απασχόληση είναι μη γραμμική.
Τα στενά κοινωνικά δίκτυα μπορούν να έχουν το αντίθετο αποτέλεσμα όσον αφορά την αποτελεσματικότητα τους για την εξεύρεση εργασίας, δεδομένου ότι έχουν επικαλυπτόμενες αντιλήψεις, στάσεις και πληροφορίες.
Σε μειονεκτικότερη θέση βρίσκονται οι υποψήφιοι εργαζόμενοι που δεν έχουν κοινωνικά δίκτυα.
Σημαντική επίδραση στην εξεύρεση εργασίας παίζει το κοινωνικό κεφάλαιο μιας περιοχής εφόσον αλληλεπιδρά με τα κοινωνικά δίκτυα. Έρευνες στο εξωτερικό έχουν δείξει ότι απλή συμμετοχή σε συλλόγους και σωματεία, αυξάνουν σημαντικά τον αριθμό των συνδέσμων των κοινωνικών δικτύων και κατά συνέπεια τις πιθανότητες απασχόλησης.
Η μελέτη των κοινωνικών δικτύων στον Ελλαδικό χώρο έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή έχει συνδεθεί με την επαγγελματική αποκατάσταση των νέων (Ζαννή Τελιοπούλου, ΕΚΕΠ 1999), τον κοινωνικό αποκλεισμό ειδικά σε οικογένειες με μικρά παιδιά (Home-Start International 2001) και έχει εξεταστεί ως διαμεσολαβητικός άτυπος θεσμός και προνομιακός μηχανισμός για την μετάβαση στην απασχόληση.

Σε όλες τις προαναφερθείσες έρευνες η συμβολή τους κρίνεται ως καθοριστική, ειδικά ως πηγή άντλησης πληροφοριών, δεδομένου ότι οι νέοι δεν έχουν διαμορφώσει μια σαφή στρατηγική σχετικά με την επαγγελματική τους αποκατάσταση. Ειδικά τα οικογενειακά δίκτυα ενδυναμώνουν τα άτομα και τους συγγενικούς δεσμούς , την άσκηση ελέγχου στα γεγονότα της ζωής και έχουν ύψιστη σημασία ως προληπτική στρατηγική για οικογένειες που ζουν σε αγχογόνα περιβάλλοντα. Τα κοινωνικά δίκτυα συσχετίζονται με την καταναλωτική ισχύ και τους πόρους, το είδος της παραγωγής, την προσβασιμότητα των κρατικών υπηρεσιών, την κοινωνική δραστηριότητα και τις υποκειμενικές αντιλήψεις κοινωνικής ενσωμάτωσης.

Το κοινωνικό κράτος, τα πολιτικά κόμματα, τα νέα κοινωνικοπολιτικά κινήματα, οι αντιλήψεις για αυτοδιαχείριση και η εντεινόμενη διαδικασία παγκοσμιοποίησης έχουν αποδυναμώσει το σύστημα κοινωνικής προστασίας στην Ελλάδα, γεγονός που αναδεικνύει το κοινωνικό κεφάλαιο και τα δίκτυα σε μείζονος σημασίας αντισταθμιστικά μορφώματα, που στηρίζουν την κοινωνική συνοχή.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την έρευνα του Πανεπιστημίου Κρήτης και της ΑΔΕΔΥ, η ανεργία αποδίδεται στην έλλειψη κοινωνικών κεφαλαίων και δικτύων, στην ανεπάρκεια του εκπαιδευτικού κεφαλαίου και κατάρτισης και αποτελεί δομικό στοιχείο της Ελληνικής οικονομίας. Η οικογένεια και το ευρύτερο συγγενικό δίκτυο, ενεργοποιείται για την εύρεση εργασίας σε συνδυασμό δίκτυα προσωπικών σχέσεων, δεδομένου ότι οι κρατικοί θεσμοί- διαμεσολαβητές (ΟΑΕΔ) καθώς και τα απρόσωπα δίκτυα πληροφορήσεις (αγγελίες εφημερίδων) δεν είναι αποτελεσματικά.

Ευστράτιος Παπάνης, Μυρσίνη Ρουμελιώτου 

Κυριακή, 15 Μαϊος 2016 22:06

Εκπαιδευτική Αξιολόγηση

Μου ζητήθηκε να διδάξω εκπαιδευτική αξιολόγηση.

-Ποιο βιβλίο θα χρησιμοποιήσεις;

Βιβλίο; Μα φυσικά το μυαλό μου. Αυτά που λέει ο δάσκαλος δεν είναι γραμμένα σε PowerPoint, αλλά στην εμπειρία, στην ορμή, στο πάθος. Στο παράφορο και στο αιρετικό, στο ατίθασο και στο ημέρωμα. Αρκεί τα επιχειρήματα να δέσουν με το συναίσθημα. Σα γλυκόξινη συνταγή. Μια να τραβάς τα γκέμια της πειθαρχημένης σκέψης και μια να περιλούζεις με τους κατακλυσμούς του θυμικού.

Γιατί, τι είναι η διδασκαλία, παρά μια αναπαράσταση της αντινομίας. Παρά ένα ζευγάρωμα των αντιθέτων. Παρά μια πράξη αγάπης

-Και οι φοιτητές από πού θα διαβάσουν;

Δεν θα διαβάσουν. Θα ανακαλύψουν. Αυτοί θα προτείνουν τη βιβλιογραφία, από διηγήσεις, μνήμες, συνεντεύξεις, πηγές. Θα συνομιλήσουν με τον παλιό εκπαιδευτικό. Αυτόν που χάνεται. Αυτόν που βρίσκεις συνταξιούχο και αγνώριστο μετά από χρόνια και λες: Σε ευχαριστώ, μου έμαθες γράμματα. Γιατί ο καλός δάσκαλος θυμίζει τις νοσταλγίες της νεότητας. Ο καλός δάσκαλος θυμίζει σχολική γιορτή. Ο καλός δάσκαλος θυμίζει τον μαυροπίνακα της ψυχής, που χαράχτηκε ο ανεξάληπτος Λόγος.

Οι φοιτητές μου θα ψάξουν το μαθητή, που εγκατέλειψε. Να η αξιολόγηση της Παιδείας. Να η αξιολόγηση της κοινωνίας. Να η μοναδική αξιολόγηση: Να αποτρέψεις ένα παιδί από τη σχολική αποτυχία. Η ακόμα χειρότερα. Από τη θύμηση ενός σχολείου βαρετού και άχρηστου.

-Μα δεν έχουν κίνητρο να το κάνουν.

Φυσικά, ποιος έχει πόθους να ακολουθεί κανόνες, αν δεν έχει ερωτευθεί τα στοιχεία, που τους απαρτίζουν. Η διδασκαλία είναι θεατρική πράξη. Μια τραγωδία, που ο δάσκαλος θα φροντίσει για τη σύγκρουση, τη νέμεση, την κάθαρση. Σαν ποιητής, σα σκηνοθέτης, σα μαέστρος.

-Και συ νομίζεις πως είσαι καλός δάσκαλος.

Ναι είμαι, γιατί όταν διδάσκω, φοιτητή στα έδρανα έχω τον εαυτό μου.

 Στράτος Παπάνης

Κυριακή, 15 Μαϊος 2016 22:03

Αυθάδες Γέλιο

Πώς έτσι είναι καμωμένα, ώστε η εμπειρία, η σοφία και η σύνεση να υποκλίνονται υποτακτικά μπροστά σε ένα αύθαδες γέλιο της νεότητας.

Ποια πόλη νομίζαμε πως οχυρώναμε με τα τείχη τα αραχνοΰφαντα της λογικής.. Πώς τόσο παράφορα είμαστε διατεθειμένοι να επαναλάβουμε τα λάθη, που κάποτε μέσα από τον πόνο, μας έμαθαν τι θα πει ζωή; Ειδικά τώρα, που οι καιροί μας έδειξαν πόσο όλα ανωφέλετα ήταν..

Στράτος Παπάνης

 

Published in Λογοτεχνία
Κυριακή, 15 Μαϊος 2016 21:52

Αναγνωρίστε την προπαγάνδα

Η ενδελεχής και ώριμη απόφαση είναι ο εχθρός της προπαγάνδας και η μισή αλήθεια ο καλύτερος σύμμαχος.

Εάν έχετε προσωπικότητα, που συναινεί, αισθάνεστε ασφάλεια στις προτιμήσεις της μάζας, διαθέτετε κοινή λογική, χαρακτηρίζεσθε ως μέσος πολίτης, τότε η πιθανότητα είναι πως κάποτε εμπιστευθήκατε ένα προϊόν ή ασπασθήκατε μια ιδεολογία, αποκύημα ψυχολογικών και κοινωνιολογικών σχεδιασμών. Η χαρά, δηλαδή, όσων ασχολούνται με τις στατιστικές και κυρίως όσων τις εκμεταλλεύονται, για να διακινήσουν σκέψεις, αντιλήψεις, εμπορεύματα.

Αν κάποτε παρακολουθήσατε χωρίς να οργισθείτε, τη σύγκριση ενός προϊόντος με ανώνυμα άλλα παρεμφερή είδη και σπεύσατε να το αγοράσετε, επειδή αξιολογήσατε ορθά την εγκυρότητα του τεστ ή γιατί αφέθηκε να εννοηθεί πως η σιωπηλή και άμορφη πλειοψηφία το ενέκρινε, τότε απολαύστε την ένταξή σας στη μεγάλη τάξη «της μαρίδας», που αποκαλούν υποτιμητικά οι έμποροι των εθνών.

Αν ανήκετε σε όσους δέχονται να βομβαρδίζονται από μεγάλης διάρκειας, καθημερινές, συχνότατες ρεκλάμες με μαρτυρίες συνηθισμένων, οικείων ανθρώπων, που σας μοιάζουν, με παρεμβαλλόμενες απόψεις πληρωμένων ή ψεύτικων ειδικών, τότε έχετε πέσει θύματα πλύσης εγκεφάλου.

Εάν εύκολα αποδέχεστε γενικόλογα συμπεράσματα, όπως αυτά που ακούμε στα ζώδια ή γράφουμε στο Facebook και αν σας έλκουν οι μεγαλοστομίες και η επίκληση των ιδανικών, όπως ελευθερία, αδελφοσύνη, ισότητα, αγώνας, αλήθεια, δικαιοσύνη, τότε είστε επιρρεπής στην αποδοχή πολιτικών θέσεων, που θα μηρυκάσουν οι ποπολάροι…

Αν στις λεκτικές, τηλεοπτικές διαμάχες των παρουσιαστών και των πολιτικών, αντί να ακούτε επιχειρήματα επί της ουσίας, αρέσκεστε να μαθαίνετε τα άπλυτα προσωπικά δεδομένα των πρωταγωνιστών και επαναλαμβάνετε άκριτα μομφές για τον ιδιωτικό τους βίο, τότε επέσατε αδέλφια θύματα εσείς της ψυχολογικής τεχνικής, που διατείνεται πως, όταν πλήττουμε την πηγή ενός μηνύματος, καταρρέει και η φιλοσοφία της..

Αν μαγνητίζεστε από σύμβολα, ιεροτελεστίες, μυστικιστικές αναφορές, μεταφυσικά ιδεώδη, πανάρχαιες δοξασίες, τότε προσέξτε, γιατί σκοτεινές σύγχρονες οργανώσεις και ακραία συμφέροντα θα τα επικαλεστούν ή θα τα χρησιμοποιήσουν ως σημαία, που θα σας εντυπωσιάσει και θα υπαινιχθεί πως με κάποιο μαγικό τρόπο οι ιδιότητές τους αγκάλιασαν τη σημερινή ενσάρκωσή τους..

Αν προβληματίζεσθε από τα διπολικά διλήμματα του στυλ ή υποστηρίζεις κάτι ή ευνοείς το αντίθετό του, ας σημάνει συναγερμός μέσα σας, επειδή Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΔΕΝ ΘΕΤΕΙ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ και γιατί Η ΛΥΣΗ ΚΑΘΕ ΔΙΛΗΜΜΑΤΟΣ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΕΞΩ ΑΠΟ ΑΥΤΟ. Στη ζωή η επιλογές είναι πάντα περισσότερες από δύο.

Αν ο Ιησούς παρομοίασε τη Βασιλεία των Ουρανών με χίλια δυο καταληπτά για την εποχή πράγματα, πχ με άμπελο, με οικοδεσπότη, το έπραξε, για να τον κατανοήσουν οι άνθρωποι της εποχής και με αγνές προθέσεις. Τα αναλογικά επιχειρήματα σήμερα δεν έχουν καμιά αξία, επειδή αυτός, που τα επικαλείται, πρέπει να αποδείξει πρώτα τι σχέση έχει το Α με το Β, να σας πει, για παράδειγμα, ποιες οι ομοιότητες της κατοχής ή του φασισμού με τη σημερινή εποχή και τις τωρινές συνθήκες.. φυσικά καμιά.. Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΕΝ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ, ΑΠΛΩΣ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΔΕΝ ΔΙΔΑΣΚΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΑ ΛΑΘΗ ΤΟΥΣ.

Αν θεωρείτε ότι το παρελθόν κάποιου, προδικάζει τη συμπεριφορά του στο μέλλον, ή νομίζετε πως κάποιος επιδεικνύει μια ιδιότητα σε κάθε περίσταση, πχ φέρεται πάντα αλτρουιστικά, πλανάσθε πλάνην οικτράν, επειδή οι πράξεις δεσμεύονται περισσότερο από τις εκάστοτε συνθήκες, παρά από νομοτέλεια και ντετερμινισμό

Οι βασικές προϋποθέσεις της προπαγάνδας, σύμφωνα με τον Lippmann (1922) είναι οι ακόλουθες:

1. Πρόθεση του κράτους να εναρμονίσει τους στόχους των πολιτών με τις δικές του επιδιώξεις.

2. Ύπαρξη διαχωριστικών ορίων ανάμεσα στο συμβάν και στην κοινή γνώμη

3.Επιλεκτική διάχυση πλευρών της πληροφορίας.

4. Κοινή γνώμη, που έχει συνηθίσει να ερμηνεύει τον κόσμο με στερεότυπα, γενικευμένες κατηγορίες, διπολικές αναπαραστάσεις. Τα ΜΜΕ εμφανίζονται ως η ενδιάμεση ρυθμιστική αρχή ανάμεσα στις υποκειμενικές αντιλήψεις και την πραγματικότητα.

5. Κοινή γνώμη, η οποία αγνοεί πως η συμμετοχή της στις διεργασίες του δημοκρατικού πολιτεύματος υφίστανται μόνο κατ' επίφαση, επειδή η κυρίαρχη τάξη ελέγχει τη ροή της πληροφορίας, ανάλογα με τα συμφέροντά της.

6. Η προπαγάνδα πρέπει να διαχέεται σε όλες τις εκφάνσεις τη καθημερινότητας, για να είναι αποτελεσματική.

7. Το συναίσθημα νοείται ως συμπλήρωμα των ορθολογιστικών αντιλήψεων για την απεικόνιση της πραγματικότητας και μάλιστα αναπληρώνει σε μεγάλο βαθμό την έλλειψη σφαιρικής πληροφόρησης. Τα ΜΜΕ επιχειρούν μέσω μιας επιτυχούς ή ανεπιτυχούς μείξης συναισθήματος και εκλογίκευσης να παρουσιάσουν το γεγονός ή την είδηση υπό το πρίσμα της κυρίαρχης ιδεολογίας.

8. Οι πολίτες εσωτερικεύουν ως δικές τους πολιτικές τοποθετήσεις, ιδεολογίες και κουλτούρες, που παρουσιάζονται ως υποδειγματικές από τα ΜΜΕ. Ο άνθρωπός, εξαιτίας της περιορισμένης εμπειρίας, της έλλειψης εναλλακτικών, της ανεπαρκούς καλλιέργειας θεωρείται ως παθητικός δέκτης, ανίκανος να διαχειριστεί το συλλογικό, αλλά παραμένει υπεύθυνος μόνο για τον ατομικό προσδιορισμό του.

9. Η προπαγάνδα εμπερικλείει την έννοια του σχεδιασμού, της στρατηγικής και της βαθιάς γνώσης των ψυχολογικών – κοινωνικών δυναμικών της κοινής γνώμης.. Η απλοϊκή άποψη ότι οι ομάδες εξουσίας μπορούν εύκολα να διαχειριστούν τη μάζα, έχει προ πολλού ανασκευαστεί.

10. Η προπαγάνδα σήμερα νοείται ως ένα είδος συμβολαίου, οι όροι του οποίου μπορούν ανά πάσα στιγμή να τεθούν σε επαναδιαπραγμάτευση.

Κατά τον Ellul (1965) η προπαγάνδα αποτελεί ένα άθροισμα τεχνικών από ένα κέντρο εξουσίας προς μια ομογενοποιημένη, μέσω ψυχολογικών χειρισμών, ομάδα με σκοπό τη διασφάλιση της ενεργούς συμμετοχής ή της ανοχής ή της συναίνεσής της.

• Η προπαγάνδα δημιουργεί ανάγκες ή επιτείνει τις υπάρχουσες.

• Δραματοποιεί λανθάνοντα ή υπαρκτά συναισθήματα.

• Αναζωογονείται με την επανάληψη.

• Γίνεται πιστευτή, όταν εκπέμπεται από πολλές πηγές, που αλληλοσυμπληρώνονται.

• Είναι αποτελεσματικότερη όταν προβάλλει τα μηνύματά της σε φαινομενικά ουδέτερο πλαίσιο..

• Γίνεται περισσότερο πετυχημένη όταν τα νοήματά της δεν είναι διεκδικητικά ή απαιτητικά, αλλά φαντάζουν ως λογικά αποκυήματα της σκέψης των πολιτών.

• Δηλητηριάζει τον κριτικό λόγο, όταν ενσωματώνει τα αντίθετα επιχειρήματα με τέτοιο τρόπο, ώστε να τα γελοιοποιήσει, κάνοντας την κοινή γνώμη να υποθέσει πως μετέχει μιας δημοκρατικής αντιπαράθεσης.Εκτροχιάζει την ορθή σκέψη παρουσιάζοντας ψευδή δεδομένα ή αποσιωπώντας άλλα. Για παράδειγμα εμφανίζει μια ιδέα, ως πολύ πιο διαδεδομένη απ’ ό,τι πραγματικά είναι, έναν υποθετικό κίνδυνο ως απειλή, οδηγεί την κοινή γνώμη σε εκβιαστικά διλήμματα του τύπου «πτώχευση ή ξεπούλημα των βασικών δικαιωμάτων», «ανοχή στους μετανάστες ή διασάλευση της δημόσιας ασφάλειας», χωρίς να την εκθέτει σε ενδιάμεσες πιο μετριοπαθείς λύσεις.

Ευστράτιος Παπάνης, Επίκουρος Καθηγητής Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου

Κυριακή, 15 Μαϊος 2016 21:38

Ο τόπος των χαμένων ευχών

Ο τόπος των χαμένων ευχών είναι μια μικρή γωνιά στην ιστορία και ένας αθέλητος αναστεναγμός στην καρδιά μας.

Είναι η θλίψη στη χαρά, ο φόβος, καθώς ψελλίζουμε ‘και του χρόνου’, η νοσταλγία όσων ξεχάσαμε, παρά τις αναπνοές, που κάποτε αφιερώσαμε γι αυτούς. Είναι ο εαυτός μας, που δεν έγινε, και οι άνθρωποι, που η αγάπη δεν ήρκεσε να σταματήσει τη φυγή τους. Είναι οι συνθήκες και τα γεγονότα, που δεν έγιναν μοίρα, επειδή άλλα πιο δυνατά μας συμπαρέσυραν. Στον τόπο των χαμένων ευχών κρύβονται και τα πρωτοχρονιάτικα λόγια, εκείνων, που δεν είναι πια μαζί μας και οι σκιές των πόθων τους, που δεν πρόλαβαν να εκπληρωθούν. Στον τόπο των χαμένων ευχών κρύβονται τα ιδανικά που δείλιασαν και τα δάκρυα, που δεν μουσκεύτηκαν στην ψυχή μας.

Εύχομαι καμιά επιθυμία σας να μην πάει φέτος εκεί, αν και στον τόπο των χαμένων ευχών ζουν όλα όσα μας κάνουν ανθρώπους.

Ευστράτιος Παπάνης, Επίκουρος Καθηγητής Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου

Published in Λογοτεχνία
Κυριακή, 15 Μαϊος 2016 21:33

Μάθημα Πρώτο Έρευνας

Όσοι από σας καταραμένοι είστε να μη συμβιβάζεστε από την επιφανειακή ερμηνεία και πίσω από το προφανές επιχειρείτε στοχαστική ματιά να ρίχνετε στις αιτίες των πραγμάτων, όσοι στην καταδίκη της αναζήτησης έχετε αφεθεί, και οι υποθέσεις σας σε δρόμους περίπλοκους και μοναχικούς σας οδηγούν, να θυμάστε πως το μυαλό και η καρδιά, αν επιβάλλουν τους δικούς τους νόμους, χωρίς πειθαρχία, μέθοδο, κίνητρο και δίχως πράξη, σε αδιέξοδα καταθλιπτικά και ναρκισσιστικά θα σας παρασύρουν.

Μην ξεχάσετε ποτέ ότι το μόνο που μπορείτε να τεκμηριώσετε είναι η παρατήρηση, η ταξινόμηση και η φευγαλέα απόδειξη. Γιατί η αλήθεια τόσο απροσπέλαστη γίνεται, όσο κάποιος θεωρεί πως την προσεγγίζει. Δίχτυ είναι, που εγκλωβίζει, που παγιδεύει, φανατίζει, ξεγελά, πόρνη και ίσκιος, που ξεφεύγει από την αγκαλιά, όποιου νομίζει πως την κατέχει.

Τότε να γνωρίζετε πως στο ορθό μονοπάτι βαδίζετε, όταν η απορία γεννά κι άλλα ερωτηματικά, όταν η πεποίθηση ξαναγίνεται αμφιβολία, όταν οι αλήθειες αμφισβητούν τις ρίζες τους και επιτίθενται στον κάτοχό τους, όταν ο νους φρικιά καταλαβαίνοντας πόσο πεπερασμένος είναι.

Οι ανθρώπινες ανάγκες ίδιες θα παραμένουν, επειδή περιγράφουν την περιπέτεια της ύπαρξης ανά τους αιώνες. Μεταβάλλονται όμως οι συνθήκες και τα όρια που τις εκφράζουν, και μέσα από την αλλαγή οι άνθρωποι, που μπορούν να τις τιθασεύουν. Στόχος σας τη σκυτάλη να δώσετε σε αυτούς, τους διαδόχους, που τη δική σας τόλμη θα αξιοποιήσουν, θα επεκτείνουν και θα σταθεροποιήσουν. Επειδή, σημάδι και οιωνός αναμφισβήτητος πως έχετε πλανηθεί, αν θεωρήσετε ότι οι άλλοι δεν σας καταλαβαίνουν και ότι προηγείστε της εποχής σας. Καμία επιστήμη ή γνώση ή συναίσθημα δεν θάλλει, παρά μόνο στο χώμα που το γέννησε, την ψυχή των ανθρώπων. Κι αυτό είναι εξίσου εύφορο, ακόμα κι αν έχει ρυπανθεί από το πρόσκαιρο και το ματαιόδοξο.

Ευστράτιος Παπάνης, Επίκουρος Καθηγητής Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου

Published in Life Coaching

Newsletter Subscribe

Όλα τα νέα και οι ενημερώσεις απευθείας στο email σας.

kyklos aspros 116x100

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΨΥΧΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ

ΛΟΦΟΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

ΜΥΤΙΛΗΝΗ 81100

ppy@aegean.gr

22510 36520 - 36580

Ακολουθήστε μας

ΦΟΡΜΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ

Γενικά στοιχεία

Υπηρεσίες

Η ομάδα μας

Συνεργασίες

Γιατί να μας προτιμήσετε

Διαφημιστείτε σε εμάς

Νομικά ζητήματα

© 2020 psichologia.gr. All Rights Reserved. Designed by Kosnet.gr