Σάββατο, 30 Ιουλίου 2016 14:20

Σχέση αυτοεκτίμησης με άλλες ψυχολογικές και κοινωνικές μεταβλητές

Written by
Rate this item
(1 Vote)

Η αυτοεκτίμηση έχει τεράστια επίδραση σε ένα πλήθος συμπεριφορών και ψυχολογικών αντιδράσεων, που αφορούν τις σχέσεις με τους άλλους, την ποιότητα της επικοινωνίας, τον ανταγωνισμό ή την άμιλλα, τη συμμόρφωση και υποταγή, τις άρρητες θεωρίες προσωπικότητας, την επίδοση και καταξίωση, την προσαρμογή, τη σεξουαλική έλξη, την αντίδραση στα αγχογόνα γεγονότα και γενικότερα στην αντιμετώπιση του εαυτού σε αντιπαραβολή με το περιβάλλον (Mruk,1999; Wells & Marwell,1976; Wylie,1974,1979;Baumeister,1993 Gilbert, Fiske, and Lindzey, 1999).

Πιο συγκεκριμένα διάφορες έρευνες έχουν επισημάνει τη σχέση της αυτοεκτίμησης με διάφορους παράγοντες :

1.3.1 Σχέση της αυτοεκτίμησης με τις τάσεις αυτοκτονίας

- Battle, 1990 και Bhatti, 1992 Επιβεβαιώνονται οι υποθέσεις για τη συσχέτιση της χαμηλής αυτοεκτίμησης των εφήβων και της αυτοκτονικής κατάθλιψης, καθώς και με αρνητικές σκέψεις και εξαρτησιογόνο συμπεριφορά ( κλινικές μελέτες).

1.3.2 Σχέση της αυτοεκτίμησης με την σχολική αποτυχία

Kite, 1989- Bloom, 1977- Earle, 1987 .Στις μελέτες τους διαπιστώθηκε ότι η συντριπτική πλειοψηφία των παραγόντων, που οδηγούν στην εγκατάλειψη του σχολείου, σχετίζονται με μειωμένη αυτοεκτίμηση για τις νοητικές ικανότητες του μαθητή, γεγονός που, μέσω της αυτοεκπληρούμενης προφητείας, επιτείνεται από τους γονείς και τους δασκάλους. Η ανατροφοδότηση του χαμηλού αυτοσυναισθήματος φαίνεται να ενισχύεται από τη διαπίστωση ότι όσοι εγκαταλείπουν τελικά το σχολείο , έχουν χαμηλότερη αυτοεκτίμηση σε σχέση με τους συνομηλίκους τους, που συνεχίζουν να φοιτούν. Η θετική αυτοαντίληψη θεωρείται απαραίτητη προϋπόθεση για την εξασφάλιση της συμμετοχής του ατόμου στην διαδικασία της μάθησης. Όταν το άτομο έχει ισχυρή αυτοεκτίμηση και δεν διακατέχεται από φόβους: όπως αυτός της απόρριψης του από τους γύρω του και της αποτυχίας, μπορεί να συμμετέχει ενεργητικά σε αυτήν. Η συχνή, όμως, σύνδεση της νοητικής ικανότητας και της εν γένει ικανότητας του παιδιού με τη σχολική επιτυχία ή αποτυχία αποτελεί απειλή για τη θετική αυτοαξιολόγησή του. (Bloom,1977)


1.3.3 Σχέση της αυτοεκτίμησης με τη σχολική επίδοση

Brookover, Thomas and Patterson, 1985- Coopersmith,1965- Wylie,1979- Holly,1987- Covington,1989- Walz and Bleuer,1992- Scheirer and Krant,1979

Στις έρευνές τους βρέθηκαν στατιστικώς σημαντικές συνάφειες μεταξύ αυτοεκτίμησης και σχολικής επίδοσης. Πιο συγκεκριμένα, η υψηλή αυτοεκτίμηση κατά την προσχολική ηλικία συνεπάγεται μεγάλη αναγνωστική ετοιμότητα στην πρώτη δημοτικού, καλύτερες επιδόσεις στην ανάγνωση και γραφή. Μάλιστα η μέτρηση της αυτοεκτίμησης είχε τόσο μεγάλη προγνωστική αξία, που εξισωνόταν σχεδόν με άλλα αιτιακά μεγέθη, όπως η ευφυία και η επίδρασή της στη σχολική επίδοση συνεχιζόταν μέχρι την αποφοίτηση από το λύκειο. Όπως συμβαίνει και με όλες τις συναφειακές μελέτες, δεν κατέστη δυνατό να βεβαιωθεί ποιο μέγεθος είναι το αίτιο και ποιο το αποτέλεσμα. Έτσι πολλοί υποστηρίζουν ότι η αυτοεκτίμηση είναι το προιόν της σχολικής επιτυχίας και όχι η γενεσιουργός αιτία της. Αντίθετα, άλλοι ερευνητές διατείνονται ότι δεν είναι δυνατόν να είναι κανείς καλός και αποδοτικός μαθητής, χωρίς κάποια δόση υψηλής αυτοεκτίμησης. Η αυτοεκτίμηση είναι κάτι που διδάσκεται και οποιαδήποτε μεταβολή της, μέσω ψυχολογικής παρέμβασης, συσχετίζεται με διαφοροποιημένη σχολική επίδοση ( αιτιακή απόδειξη), μείωση των αδικαιολογήτων απουσιών και εγκατάλειψη του σχολείου.


1.3.4 Σχέση μεταξύ χρήσης ναρκωτικών, αλκοόλ και αυτοεκτίμησης
Keegan,1987- Skager,1988- Gossop,1976- Miller,1988. Οι εμπειρικές έρευνές τους πιστοποίησαν στατιστικώς σημαντικές συσχετίσεις ανάμεσα στη χαμηλή αυτοεκτίμηση, το νευρωσικό άγχος, και την παθητικότητα, καταστάσεις που ευνοούσαν τη χρήση ουσιών.Μάλιστα, έγινε φανερό ότι η ανάγκη για εξάρτηση υποκαθιστούσε τη μειονεξία της χαμηλής αυτοεκτίμησης, δηλαδή δρούσε ως μηχανισμός άμυνας. Το κρίσιμο σημείο στις διαπιστώσεις αυτές είναι ότι στην πραγματικότητα τα ναρκωτικά και το αλκοόλ έδιναν μια ψευδαίσθηση ελέγχου, χαρακτηριστικό, που δεν διαθέτει ένα άτομο χωρίς αυτοεκτίμηση. Αντίθετα, άτομα με υψηλή και αυθεντική αυτοεκτίμηση δεν είχαν την ανάγκη να εξαρτηθούν από συνανθρώπους τους, για να αυτοεπιβεβαιωθούν, ούτε προσπαθούσαν να ταπεινώνουν τους σημαντικούς άλλους, όπως μερικές φορές επιχειρούσαν άτομα με ευάλωτη αυτοεκτίμηση, για να καλύψουν την ανασφάλειά τους. Το πρόβλημα γίνεται ιδιαιτέρως αισθητό κατά την περίοδο της εφηβείας, όπου η απευθείας έκθεση σε περιβάλλον με ναρκωτικά πολλαπλασιάζει τον κίνδυνο. Προγράμματα καταπολέμησης εξαρτήσεων από ναρκωτικά και αλκοόλ χρησιμοποίησαν μεθόδους ενίσχυσης της αυτοεκτίμησης και είχαν μακροπρόθεσμα θετικά αποτελέσματα απεξάρτησης.
1.3.5 Σχέση αυτοεκτίμησης και ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης κατά την εφηβεία.
Crockenberg και Soby, 1989- Hogg,1979- Beane,1984 H επισκόπηση πολλών αγγλοσαξωνικών ερευνών έδειξε ότι η ελλιπής, μη σταθερή και αναποτελεσματική χρήση αντισυλληπτικών, ειδικά κατά τη νεαρή ηλικία, ακόμα και από γυναίκες με καλή ενημέρωση επί του θέματος, είχε θετική συνάφεια με το μειωμένο αίσθημα αυτοεκτίμησης γενικά και για την εξωτερική τους εμφάνιση ειδικότερα. Η καλλιέργεια αρνητικής ταυτότητας, που ήταν συνήθως αποτέλεσμα άσχημων εμπειριών, οδηγούσε πολλές νεαρές μαθήτριες στην πορνεία. Πλείστες παρεμβάσεις για την κοινωνική επανένταξη των γυναικών αυτών επετύγχαναν μόνο όταν ελαμβάνετο υπόψη ο παράγοντας αυτοεκτίμηση.Τέλος η απόφαση νεαρών μητέρων να κρατήσουν τα παιδιά τους, ακόμα κι όταν λόγω ηλικίας ή πόρων ήταν αδύνατο να το καταφέρουν, αφορούσε την πεποίθησή τους ότι τα παιδιά τους θα τους παρείχαν χωρίς όρους αποδοχή και αγάπη, που τόσο είχαν στερηθεί.
1.3.6 Σχέση μεταξύ αυτοεκτίμησης, βίας και παραπτωματικής συμπεριφοράς.
Kelley,1978- Kaplan,1975- Toch και Davis,1993- Johnson,1977- Sahagan,1991- Lopez,1992, Παγκόσμια Ένωση Αστυνομικών,1979- Steffenhagen και Burns,1987. Η συνάφεια μεταξύ της χαμηλής αυτοεκτίμησης και της παραβατικότητας, ακόμα και στο χώρο του σχολείου, διαπιστώνεται συστηματικά από πολλές έρευνες. Άτομα με ανεπαρκή αυτοεκτίμηση, τα οποία βιώνουν διαρκείς ματαιώσεις και αποτυχίες, στρέφονται προς την αντικοινωνική συμπεριφορά ως αντεκδίκηση προς το κοινωνικό σύνολο. Η αυτοεκτίμησή τους αναπτερώνεται από τις βίαιες συμπεριφορές, γιατί η επιβολή ή η ένταξη σε κάποια συμμορία, αναπληρώνουν τα κενά και τα στίγματα, που τους κληροδότησε ο περίγυρός τους. Η καταξίωση επιτυγχάνεται από τη συμμετοχή σε ένα ιεραρχικό σύστημα (π.χ. συμμορία), με πολλές ευκαιρίες ανέλιξης, αναγνώρισης της στερηθείσας αξίας και απόκτησης ταυτότητας. Η χαμηλή αυτοεκτίμηση αποτελεί μια ανεξάντλητη πηγή μίσους και οργής, η οποία, αν διοχετευθεί προς τον εαυτό, γίνεται κατάθλιψη και αν εκτονωθεί επιθετικά, εξισορροπεί την απωλεσθείσα ή τρωθείσα αυτοεικόνα. Κατά την ψυχαναλυτική άποψη όλες οι βίαιες αποκλίνουσες συμπεριφορές ερμηνεύονται μέσω της συσχέτισής τους με την αυτοεκτίμηση και &ta