ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ: ΕΠΤΑΜΗΝΟ…

ΕΠΤΑΜΗΝΟ προγραμμα MASTERING WORD FOR BUSINESS(400ωρών) Τα Προγράμματα Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Ενδυνάμωσηςτου Πανεπιστημίου Αιγαίου ανακοινώνουν την έναρξη...

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ: ΕΠΤΑΜΗΝΟ…

ΕΠΤΑΜΗΝΟ πρόγραμμα MASTERING EXCEL FOR BUSINESS (400ωρών) Τα Προγράμματα Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Ενδυνάμωσηςτου Πανεπιστημίου Αιγαίου ανακοινώνουν την...

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ: ΕΠΤΑΜΗΝΟ…

ΕΠΤΑΜΗΝΟ προγραμμα MASTERING WORDpress (400ωρών) Τα Προγράμματα Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Ενδυνάμωσηςτου Πανεπιστημίου Αιγαίου ανακοινώνουν την έναρξη της...

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ: INTERNAT…

 ΕΠΤΑΜΗΝΟ προγραμμα International Diploma in IT and Cyber Security (400ωρών) Τα Προγράμματα Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Ενδυνάμωσηςτου Πανεπιστημίου...

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ: ΕΠΤΑΜΗΝΟ…

ΕΠΤΑΜΗΝΟ προγραμμα Vellum Certified IT Project Manager (400ωρών) Τα Προγράμματα Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Ενδυνάμωσηςτου Πανεπιστημίου Αιγαίου ανακοινώνουν...

Μοριοδοτούμενα Επαγγελματικά Π…

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥΠρογράμματα Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Ενδυνάμωσης Επαγγελματικά Προγράμματα Ακαδημαϊκού Έτους 2019-2020 Τα Προγράμματα Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Ενδυνάμωσης...

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ: ΕΤΗΣΙΟ Π…

  ΕΤΗΣΙΟ προγραμμα ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ (436 ωρών) University PSYCHOLOGY LectureS Τα Προγράμματα Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Ενδυνάμωσης του Πανεπιστημίου...

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ: ΤΡΙΜΗΝΟ …

Τα Προγράμματα Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Ενδυνάμωσης του Πανεπιστημίου Αιγαίου ανακοινώνουν την έναρξη της διαδικασίας υποβολής...

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ: ΕΤΗΣΙΟ Π…

Τα Προγράμματα Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Ενδυνάμωσης του Πανεπιστημίου Αιγαίου ανακοινώνουν την έναρξη της διαδικασίας υποβολής...

Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016 17:02

Θεσσαλικός κάμπος

Βρρέθηκε ο ουρανός τα σκοτεινά τα ύψη και κατέβηκε βλοσυρός με τα σύννεφα και με τη σιγανή βροχή, με τη μελαγχολία τη δεσποτική και τον αέρα να φιλήσει το θεσσαλικό τον κάμπο.

Στη μικρή κωμόπολη οι άνθρωποι νωρίς μάζεψαν τις έγνοιες τους στα φωτισμένα σπίτια και οι δρόμοι έρημοι αντήχησαν τη σιωπή που κατευνάζει και τη μνήμη του αφανέρωτου διαβάτη.

Γιατί, όσοι τα μάτια της ψυχής ξεκλείδωτα έχουν, ξέρουν πως σε κάθε μέρος δεν είναι οι κάτοικοι οι τωρινοί μόνο, που τη γη ζωντανεύουν, αλλά και όσοι κάποτε περπάτησαν εκεί, περαστικοί ή πια πεθαμένοι.

Κι έτσι στην ακινησία του τοπίου και στα θροΐσματα και στους τοίχους μπορεί κανείς να ζαλιστεί και να μεθύσει απ’ τις φευγαλέες, ξαφνικές σκιές, τις φωνές τις σβησμένες που προσκαλούν ή προειδοποιούν και τους λεηλατημένους, ανήκεστους καημούς.

Εκείνους, που παίδεψαν τις βασανισμένες καρδιές κι ανέστιοι σέρνονται μια στο χώμα, μια στο νυχτερινό κυκλάμινο και μια στον αναπάντεχο στεναγμό του βρέφους, που κοιμάται.

Στο μπαρ της επαρχιακής καφετέριας, τα ποτά αντανακλούν το ημίφως και την πλήξη, παραπέμποντας σε ονομασίες νησιών τροπικών και σε ταξίδια που δεν πρόκειται να γίνουν.

Ζωγραφιές σουρεαλιστικές ανταγωνίζονται τα ηχεία, η αταίριαστη μουσική δίνει ρυθμό στη μονοτονία και μια τεράστια οθόνη προβάλλει το αδιάφορο πρόγραμμα.

Άντρες συζητούν, παίζουν με κινητά και καταπνίγουν τα βλέμματα, που απαιτητικά ή ντροπιασμένα ζητιανεύουν στις λιγοστές κοπέλες.

Κι εκεί, ανάμεσά τους, εσύ, σαν υποψία, που αθέλητα επαληθεύθηκε, σαν καθρέφτισμα άσπιλης εποχής και αντιφέγγισμα ουρανών ανεξίτηλων.

Κυρά μου, απροσδόκητη και βασανιστική των ξεχασμένων επαρχιών, που στη θλίψη μόνο και στα χρώματα μοιάζεις στην προσδοκία, που σε γέννησε.

Ηδονή νεανική, που ξεστράτισε και με τις αντιφάσεις της ξεγέλασε το χρόνο.

Εσύ γυναίκα, με τα μάτια τα δεητικά, που ξορκίζουν τη ματαίωση.

Και με την ομορφιά την εξεγερτική, να εξελίσσεσαι σε κατάρα και πεπρωμένο και αυταπάτη.

Εσύ ιδανική και αθέατη λαγνεία, που σε χωριά φθινοπωρινά και όνειρα δειλά, κάθε που ο ουρανός σκύβει να φιλήσει το υγρό χώμα, απρόσμενα κι ακατανίκητα εξευτελίζεις επανειλημμένα τις τρεμάμενες κι αδέξιες αντιστάσεις μου.

Κατηγορία Λογοτεχνία
Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016 16:49

Alla fiera dell’Est...

«... Γιατί προτιμότερο είναι να μείνουν μια ανάμνηση που θα χαθεί, μόλις ξημερώσει ο νέος αιώνας, παρά χείλη βέβηλα ή ανίδεα να τα ιστορήσουν...»

Στον παππού μου, Στρατή Παπάνη, τρία χρόνια μετά...

Κόσμος πολύς συνέρρεε στη γιορτή δίπλα στο ποτάμι.

Κι ήτανε τούτη η νεαρή βραδιά του Ιούλη από εκείνες που κρυφόμπαιναν στα μάτια, στη μύτη, στην καρδιά, σαν αύρα, σαν ευωδιά, σα δέηση. Που πλάνευαν τις αισθήσεις και φτερουγούσαν στη σκέψη, για να στιγματίσουν ανεξάληπτα τους αυτοπροσδιορισμούς και να παρασταθούν στις ανωφέλετες εσχατιές του βίου, που θα ενδώσει, μόλις το σώμα, ρίψασπις, προσκυνήσει το χειμώνα του χρόνου.

Και έτσι αυτή η ελάχιστη ώρα αναβαπτίστηκε στην πιο απόκοσμη κι απρομελέτητη νυχτωδία. Και η ψυχή αποκαμωμένη κάποτε θα τη διηγηθεί στον Πλάστη της, όταν ρωτήσει: «Άξιζε τον κόπο η ζωή και το κορμί που σου χάρισα; Μού ‘μοιασες, θύμωσες, έκλαψες, οργίστηκες, πόνεσες, αγάπησες, έγινες όλα όσα θέλησα να είσαι;»

Γλεντούσε κι η φύση μαζί και πρόσταζε τα άστρα της να πλησιάσουν τους ανθρώπους, να φέξουν τις χαρές και τις οδύνες τους και να κατοπτρίσουν την εικόνα σε κάθε γωνιά του στερεώματος - γιατί εκείνη τη νύχτα του Ιούλη γιόρταζε το πιο τραγικό και μονάκριβο δημιούργημά της, το μόνο που έμαθε να κεντά το περαστικό και το αιώνιο, να συμφιλιώνει το θάνατο με τη ζωή, να εφευρίσκει επιλογές μέσα στα αδιέξοδα, να είναι μέλι και θηρίο ταυτόχρονα, το μοναδικό, που δέχτηκε να πληρώνει τίμημα βαρύτερο από τις αντοχές του, για να συνθέτει την αρμονία μέσα από τις αντινομίες του.

Γιατί το σύμπαν λίγο το δημιουργεί ο Θεός με το Λόγο Του και λίγο ο άνθρωπος το χτίζει, στοιχειώνοντας στα θεμέλια τους νεκρούς του.

Στο σπίτι του παππού μου, του μουσικού, στην Αγιάσο οι προετοιμασίες και οι συνεννοήσεις είχαν ξεκινήσει από νωρίς και οι φωνές της γιαγιάς αντηχούσαν στη γειτονιά... Πήρες ετούτο, ξέχασες το άλλο, πρόσεχε μη σε γελάσουν πάλι στη μοιρασιά. Και φορτωνόταν στην πλάτη ο παππούς μου, πότε το ακορντεόν, πότε το αρμόνιο, πότε το βιολοντσέλο, το εμφώνιο και αργότερα κάτι τεράστια ηχεία, με κουμπιά πολλά και ήχους εκκωφαντικούς και κατάστρωνε με τους υπόλοιπους την πορεία προς το πανηγύρι. Γιατί κάθε μουσικός, που σεβόταν τον εαυτό του, έπρεπε να μάθει, άλλοτε αυτοδίδακτος κι άλλοτε από τους παλιότερους, πολλά όργανα, πνευστά, έγχορδα, κρουστά, τα πάντα, ανάλογα με το συρμό της εποχής και τις ανάγκες της κομπανίας. Σε αυτά πάνω έτρωγε, έπινε, μεθούσε, καθώς έπαιζε, και αυτά κρατώντας καταλάβαινε πως οι μέρες του στη γη είχαν τελειώσει. Στα ακίνητα δωμάτια του σπιτιού ακόμα και τώρα οι έρημες νότες από τις πρόβες σημαίνουν το οριστικό, το έσχατο προσκλητήριο.

Τα καλοκαίρια τούς φώναζαν σε όλα τα χωριά της Λέσβου, σε κάθε πανηγύρι και σύναξη να παίξουν τους σκοπούς τους και να ανταγωνιστούν μεταξύ τους στην ένταση, στη δεξιοτεχνία, στα σόλα, στο ρεπερτόριο, στην αναγνώριση. Κέρδη σίγουρα και διασφαλισμένα δεν υπήρχαν. Οι συμφωνίες με τα καφενεία περιορίζονταν στην αρχή της αμοιβαιότητας: Η μουσική θα έφερνε κόσμο στο μαγαζί και όσοι μερακλώνονταν ή ήθελαν με το χορό να διαλαλήσουν το αντριλίκι, να εκτονώσουν το μεθύσι, να ενδυναμώσουν το ερωτικό κάλεσμα, θα έριχναν ό,τι νόμιζαν στους καλλιτέχνες. Καβγάδες συχνοί και με χίλιες αφορμές για τη σειρά, για την παραγγελιά, για κουβέντες που απερίσκεπτα εκστομίζονταν, για τη μαγκιά, για την κοπέλα του διπλανού, που πάντα πιο θελκτική και ποθεινή αποδεικνυόταν.

Αλλά ο μουσικός ανεπηρέαστος έπρεπε απρόσκοπτα να συνεχίζει, να επιλέγει το ρυθμό, ανάλογα με το διαπληκτισμό, να αναδεικνύει τα μήλα της έριδος, να επικαλείται το φιλότιμο και να τους ωθεί να ρίξουν περισσότερα χρήματα στο τέλος, πιστοποιώντας την αξιοσύνη, το φιλότιμο και την επικράτηση.

Και να οι αμανέδες, οι απτάλικοι, οι συρτοί, τα ζεϊμπέκικα, οι μελωδίες από τη Μικρασία, με τα παράξενα ονόματα, τα ξύλα, η Αϊσέ, ο κιόρογλου, που ξεμάκραιναν από το πανηγύρι και ξεχύνονταν στους μπαξέδες, στα περιβόλια, στα ξωκκλήσια με τα παρατημένα νεκροταφεία, στη θύμηση που μια πονά και μια παρηγορεί, μαζί με τα φώτα τα λικνιστικά, τις μυρωδιές από τα ψητά και τις φωνές των πραματευτάδων και το μαλλί της γριάς.

Και επέστρεφαν κουβαλώντας αναστημένους βυζαντινούς χωρικούς, πανηγυριστές χρόνων αλλοτινών και παραμύθια βουτηγμένα στους πόθους και τα βάσανα των πρωτινών. Σπονδή η μουσική και η γιορτή και η χαρά στη μοίρα και στην αναγέννηση, εκεί στο λησμονημένο πανηγύρι της ανατολής και τάμα για καρτερία, για τύχη και εξιλέωση.

Το πάλκο, που έπαιζαν, σκηνικό τραγωδίας αρχέγονης, το επίκεντρο της προσοχής και της ματιάς, που φευγαλέα, ένοχη και γεμάτη προσμονή έπεφτε στο πρόσωπο του κοριτσιού, που θα την λύτρωνε ή θα την βύθιζε στην ντροπή. Και δεκάδες γυναίκες από τις γειτονιές να πλαισιώνουν σα δευτεραγωνιστές τα πεζούλια των καφενείων και την ορχήστρα, σχολιάζοντας, παρατηρώντας, πλέκοντας με την απλότητα και την ανωνυμία τους το περίτεχνο τέμπλο του πιο αγέρωχου, δοξαστικού ναού.

Υπήρχαν φορές, που κανείς δεν έπαιρνε την πρωτοβουλία να ξεκινήσει το ξεφάντωμα. Και εμείς που στεκόμαστε δίπλα τους, ακούγαμε τις αγχωμένες οδηγίες των μουσικών να παίξουν τις πιο εξεγερτικές μελωδίες, να τους οδηγήσουν με τα δοκιμασμένα τραγούδια στην έξαψη και στις φρενήρεις φιγούρες των σκοπών. Κι όταν ούτε αυτό έπιανε, πλήρωναν κρυφά κάποιον να ξεκινήσει το χορό και τότε ήξεραν πως ο κόσμος θα ξεθάρρευε και θα ακολουθούσε. Κάποτε, όταν οι περισσότεροι είχαν αποχωρήσει από το πανηγύρι και πίσω έμεναν οι οργανοπαίκτες ακούραστοι και μερικοί φιλόσοφοι του πιοτού συνέχιζαν να παίζουν μέχρι την αυγή. Μερικοί παράγγελναν το νεκρώσιμο της Αγιάσου, που σαν το ακούει κανείς, νομίζει πως παίρνει μέρος σε λιτανεία χαρμόσυνη και λυπητερή, το βαλς ακολουθώντας το εξόδιο.

Περίοδοι ισχνών αγελάδων για τους μουσικούς η εποχή της Σαρακοστής, του λιομαζώματος, του χειμώνα και αναπάντεχης ευμάρειας το καλοκαίρι, που λες και ξαλάφρωνε η καρδιά των ανθρώπων και ήθελε με συγχορδίες και με όργανα να εξαϋλωθεί, να εξορκίσει τη φτώχεια, να αντλήσει δύναμη από τα σολ ματζόρε και τα μι μινόρε, για να πορευτεί εξαγνισμένος προς τους σκοπούς της ελιάς και της γης και μιας ζωής που δεν τους χαρίστηκε.

Οι περισσότεροι από την κομπανία του παππού μου έχουν φύγει. Μα πήραν μαζί τους τα πανηγύρια και την αυθεντικότητα, τη μουσική, τις καντάδες, τα τανγκό, τη ζεστασιά και την τέχνη μιας εποχής, που συντρόφευε με τραγούδια τις χαρμολύπες της. Και είμαι σίγουρος πως εκεί πάνω που βρίσκονται, ο Θεός, όταν είναι στις καλές του, τους παραγγέλνει κι Αυτός έναν αγιασώτικο, παλιό σκοπό, για να διαφεντέψει με σοφία την πλάση του.

Κατηγορία Λογοτεχνία
Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016 16:45

Ξέσπασμα Αγάπης

Και καθώς ξετυλιγόταν μπροστά μου ο δρόμος της επιστροφής, κοίταξα αδιάφορα στον καθρέφτη του αυτοκινήτου μου.

Και λίγο πριν τη στροφή, που θα μου έκρυβε για πάντα την πόλη που αγάπησα, είδα κατάπληκτος μέσα στο μικρό κομμάτι του γυαλιού μια ολόκληρη καταιγίδα να παλεύει με τρία ουράνια τόξα και μια αέναη θάλασσα, βλοσυρή, να κατοπτρίζει την απόκοσμη μάχη. Πενιχρές ακτίνες εξαργύρωναν την ήττα του ήλιου και μια πένθιμη ριπή λεηλατούσε τα απομεινάρια της μέρας.

Κι έτσι που χάνονταν τα χιλιόμετρα βιαστικά, η μαγεία διαλύθηκε κι ο καθρέφτης δε ζωγράφιζε παρά δυο αδέσποτα δάκρυα και κάποια ανυποψίαστα λιόδεντρα και κτήρια μουντά και νοτισμένα.

Η νύχτα ήταν μπροστά μου και η ερημιά, όπως αυτή που μου άφησε η λησμονημένη πια φυγή σου. Μα ανέλπιστα εντελώς, σε μια αμετάκλητη στροφή και σε ένα δρόμο χαραγμένο με αποχαιρετισμούς, οι ουρανοί που είχα δει μέσα στα μάτια σου τα δεητικά, ήρθαν να επικαλεστούν την ταπείνωση ενός ανεξιλέωτου έρωτα και να κεντήσουν τόξα ουράνια, που αντί για χρώματα, κουβαλούσαν τις παλιές κατάρες. Είναι άραγε η αγάπη το αντίδοτο στις ιοβόλες μεταμέλειες της οικουμένης...

Κι όμως, όσο περνά ο καιρός, τόσο πιο ανυπόφορη γίνεται η σκέψη της ανθρώπινης δυστυχίας και ολοένα πιο επώδυνα τα συναισθήματα ανημποριάς που τη συνοδεύουν. Εισχωρεί παντού, από τις χαραμάδες της αδιαφορίας, σα μυρωδιά αποφοράς, σα σήψη, που μιαίνει τις ελπίδες, κολλά στο δέρμα και αδρανοποιεί τις αντιστάσεις. Τρέφεται από την άγνοια, την αλαζονεία, την έπαρση, τη δειλία, την ανασφάλεια και το φόβο. Μας περικυκλώνει αθόρυβα ή εκκωφαντικά, απειλώντας να πλήξει τις σταθερές, να καταπνίξει όσα αγαπήσαμε και να ακυρώσει τους μόχθους και τα δάκρυα των γενεών.

Συλλογική μιζέρια και κατάθλιψη, περιχαρακωμένοι ηγήτορες, απόντες πνευματικοί, επίορκοι λαοπλάνοι και ένα σύστημα που αναπαράγει πεισματικά όσα στοιχεία το οδηγούν στην εκμηδένισή του. Η υπέρβαση γίνεται συνώνυμη πια με την αναγκαιότητα.

Κανένα από τα ανθρώπινα έργα, ούτε η ποίηση, ούτε η τεχνολογία, ούτε η τέχνη, δεν έχει κάποια αξία μπροστά σε ένα παιδί που υποφέρει, και χίλιες Τζοκόντες ωχριούν στο χαμόγελο μιας μητέρας που προσέφερε παραμυθία στα βάσανά του.

Παραφωνία η γνώση που δεν κατευθύνεται στην άρση της αδικίας και γελωτοποιός ο επιστήμονας που δεν αντέχει την αρετή.

Ξέσπασμα αγάπης είναι το φάρμακο, μια παραζάλη αλληλεγγύης και επανάσταση ήσυχη σα χιόνι απρόσμενο, που βάφει όμως λευκό και γαληνεύει το πιο δύστροπο τοπίο. Περισσότερο ως έκπληξη θα φανεί, που θα μαλακώσει την οργή και θα πραΰνει την καχυποψία. Σαν τον άρρωστο που ξυπνά ένα πρωί και ο πυρετός έχει κοπάσει, γιατί το ταπεινό βοτάνι και ο λόγος και η άδολη φροντίδα είναι ιάματα της ψυχής απροσμάχητα.

Ξεσηκωμός της καθημερινότητας και μια ελάχιστη αλλαγή στη συνήθεια, στο αποδεκτό, στο τεκμηριωμένο, που θα διαβρώσει τη φαυλότητα και θα επικυρώσει τη δυνατότητα της θέλησης να αναγεννά το ετοιμοθάνατο.

Η ιστορία ποτέ δε γράφτηκε από ηγέτες εμπνευσμένους και στρατηλάτες σκληροτράχηλους, αλλά από ανθρώπους οικείους και διπλανούς, που επέλεξαν με τον πόλεμο ή την αγάπη να καταστραφούν ή να ευημερήσουν. Αλλά που τελικά δεν επέτρεψαν στις περιστάσεις να καθορίσουν τις μοίρες τους.

Κατηγορία Λογοτεχνία
Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016 16:43

Με αφορμή τις γυναίκες τού Facebook

Σε σένα κι απόψε θα σταθώ. Γυναίκα με τα ηγεμονικά αιτήματα και τα ανύπνωτα βράδια σου.

Κατοπτρική, εικόνα, εκστατική, που τους καιρούς φευγαλέα ξεγέλασες, της τρεμάμενης δοσοληψίας την υπόσχεση ζητιανεύοντας.

Απαρηγόρητη, ηττημένη ανάμνηση όσων να υπάρξουν ποθήσανε, αλλά στην αυταπάτη του μηδενός απροκάλυπτα τελματώθηκαν.

Περνώντας τη γεύση από τα χείλη σου αντιστάθηκα στα κατηγορητήρια των αιώνων.

Καιροφυλακτώντας την αγκαλιά σου, με τις ερινύες του βίου μου συνοδοιπόρησα.

Κοιτώντας απερίσκεπτα τα μάτια σου, τους παγωμένους παραλλήλους περιδιάβηκα.

Το ανεξίτηλο γέλιο σου χαρτογράφησα και τον περίπλου της οικουμένης κατάφερα.

Και αποτόλμησα, τα ελιξίρια ανακατεύοντας της απόγνωσης, τις απειλές των κολαστηρίων σου να ανασκευάσω.

Αχειροποίητη ζωγραφιά, που για μια στιγμή τον τρόμο της λεπίδας ενσάρκωσες και στη μοναξιά της λατρείας, του φθόνου, της ικεσίας ενέδωσες.

Ιμερτή εσύ γυναίκα. Απρόσιτη, ανοίκεια, με τις μυρωδιές της άνοιξης και της αμφιβολίας συμφιλιωμένη.

Την αδοκίμαστη ομορφιά σου σε πορνεία αρχαία εξαργύρωσα και λαχταρώντας τη σάρκα σου σε κρεβάτια μουχλιασμένα παζάρεψα.

Πριν θάνατος γίνεις, για σένα σταυρώθηκα.

Στολίδι πριν φορέσεις την έπαρση, τις τύψεις για χάρη σου εξημέρωσα.

Αντιπερισπασμός στην οδύνη γίνε, την εξιλέωση δωροδοκώντας των ανομημάτων μου.

Τη λαγνεία σου επιπόλαια, όπως πάντα, κι αναίτια ξόδεψε, θωπείες στης μοίρας την ετυμηγορία προσφέροντας.

Ιδανικά την ακινησία ντύσου.

Κι έλα, σαν κάθε βράδυ, στα τοπία τα άγνωστα των λεπτομερειών σου, προσκυνητή, ανέστιο να με υποδεχθείς.

Η ψυχή σου σε μένα ασυλλόγιστα θα επιστρέφει, τους δεσμώτες, που σε λαιμητόμους σε ξάπλωσαν, να εξαγνίζει.

Κατηγορία Λογοτεχνία
Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016 16:40

Τα εκκλησάκια των αεροδρομίων

Πολλές φορές αγνοείς την ύπαρξη τους.

Κι όμως βρίσκονται πεισματικά εκεί, παραστάτες στην αναχώρηση και συνοδοιπόροι στην οδύνη, προσκαλώντας την ψυχή σε υπερκόσμιες μεταβάσεις, με φτωχικό εισιτήριο την ελπίδα, τον πόνο, την περιέργεια, την ταπείνωση, την απόγνωση. Απόμερα, γαλήνια και επιφυλακτικά, χωρίς ειδοποιήσεις σε φωτεινούς πίνακες και με μία μόνο οριστική και αμετάκλητη αναγγελία - τη συνειδητοποίηση πως ο κόσμος τούτος είναι πολύ εύθραυστος, για να υπομείνει όσα καταποντίζουν τις αντοχές και λεηλατούν την καρτερία. Μικρά εκκλησάκια, αόρατα, στοργικά και εξαϋλωμένα, που δονούν τα σήμαντρα της καρδιάς και συγκλονίζουν συθέμελα αυτόν που θα λάβει τη βουβή, μα τελεσίδικη μαρτυρία.


Έτσι και αλλιώς κάθε αεροδρόμιο κρύβει τα δικά του μυστικά. Επτασφράγιστα κι απροσπέλαστα παρασύρονται μες το πέρασμα των μυριάδων επιβατών, συγχρωτίζονται με τις σκέψεις, χρωματίζονται από τους αποχαιρετισμούς, αναβαπτίζονται στην προσμονή, αναμοχλεύουν το δάκρυ του χωρισμού και ξαποσταίνουν στη λύτρωση της επανένωσης. Σε κάθε γωνιά, πίσω από τις ουρές, τα καταστήματα, τους ελέγχους αποσκευών, το καλωσόρισμα των αεροσυνοδών, τις οδηγίες του θαλάμου διακυβέρνησης, υψώνουν μνημεία ανεξάλειπτα λατρείας και προσευχής, θυμητάρια ταξιδιών ατελέσφορων και διαβατήρια για ζωές που δεν πραγματώθηκαν.

Και γι’ αυτό κάθε αεροδρόμιο είναι ένα εγκώμιο στην ανθρώπινη τραγικότητα, ένας τύμβος, που ενώνει φευγαλέα στόχους, σχέδια, μεταμέλειες. Πτήση 577 για Μυτιλήνη, 146 για Αλεξανδρούπολη, για Γιάννενα, για Μπαχρέιν, για την ουτοπία. Στα μάτια του πολύβουου πλήθους, ζωγραφίζονται εικόνες από τους τόπους προορισμού. Στην αμήχανη επίδειξη των εισιτηρίων, μυρωδιές αναδύονται από σπίτια που περιμένουν, αγκαλιές που αδημονούν και πίκρες που καιροφυλακτούν. Μέρη που κουβαλούν την ανάμνηση της παρουσίας σου ή την υπόσχεση της επίσκεψης. Άνθρωποι που ξέρεις ενδόμυχα ότι κάπου έχεις ξανασυναντήσει και που ελπίζεις κάποτε να τους ξαναδείς. Γιατί η φυγή, είτε ως δειλία είτε ως μόνη διέξοδος, είναι σε τελική ανάλυση, μια μορφή καθαρμού και ίασης.

Και μακριά από τους ήχους και τις κυλιόμενες σκάλες, τα φανταχτερά πολύφωτα μαγαζιά με τις ακριβές μάρκες και τις διαφημίσεις, το μικρό εκκλησάκι της καρδιάς, που εξαγνίζει πόνους ανήκεστους και προσγειώνει στη νηνεμία μιας εξοχής ευλαβικής στη Σκιάθο, ανθισμένης με φωνές παρελθοντικές και μορφές του Παπαδιαμάντη σκυθρωπές, που δεν θα ξαναϋπάρξουν. Ο χρόνος και ο χώρος συμφιλιώνονται κάτω από την παράκληση της Παναγίας που κλαίει, και οι δεητικές οπτασίες των Αγίων πλημμυρίζουν με μουσικές σβησμένες από Χαιρετισμούς αλλοτινούς και Υπερμάχω ανείπωτα. Θυμίαμα ο φόβος και η αγωνία προς τον Παντοκράτορα, που συγκαταβατικός και ελεήμων σε ξαναγυρίζει σε πλαγιές της Λέσβου καταπράσινες και κατανυκτικές, τότε που το μυαλό μεθούσε με αγνότητα και θαλπωρή και άνοιξη.

Και ξαφνικά εκεί μέσα στα λίγα τετραγωνικά, με τις τρεμάμενες δεήσεις των κεριών και τις ικεσίες της ύπαρξης, συντελείται το θαύμα της οικουμένης κι ο θάνατος απαλύνεται σε οδό και πορεία και προοπτική και συνέχεια. Όλη η ζωή μια ενιαία και αδιαίρετη επιτομή, σαν Τον Πατέρα, που συνέχει και νοηματοδοτεί και ενοποιεί τα πάντα.

Υπάρχουν κάποια παράξενα αεροδρόμια με εκκλησάκια άυλα και καθαγιασμένα, που εξαργυρώνουν τους πόθους και τα δεινά, αίροντας τα ανομήματα και σε καλούν σε πτήσεις προς την αιωνιότητα και την κορύφωση.

Κατηγορία Λογοτεχνία
Σελίδα 5 από 20
Top
We use cookies to improve our website. By continuing to use this website, you are giving consent to cookies being used. More details…