ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ: ΕΠΤΑΜΗΝΟ…

ΕΠΤΑΜΗΝΟ προγραμμα MASTERING WORD FOR BUSINESS(400ωρών) Τα Προγράμματα Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Ενδυνάμωσηςτου Πανεπιστημίου Αιγαίου ανακοινώνουν την έναρξη...

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ: ΕΠΤΑΜΗΝΟ…

ΕΠΤΑΜΗΝΟ πρόγραμμα MASTERING EXCEL FOR BUSINESS (400ωρών) Τα Προγράμματα Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Ενδυνάμωσηςτου Πανεπιστημίου Αιγαίου ανακοινώνουν την...

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ: ΕΠΤΑΜΗΝΟ…

ΕΠΤΑΜΗΝΟ προγραμμα MASTERING WORDpress (400ωρών) Τα Προγράμματα Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Ενδυνάμωσηςτου Πανεπιστημίου Αιγαίου ανακοινώνουν την έναρξη της...

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ: INTERNAT…

 ΕΠΤΑΜΗΝΟ προγραμμα International Diploma in IT and Cyber Security (400ωρών) Τα Προγράμματα Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Ενδυνάμωσηςτου Πανεπιστημίου...

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ: ΕΠΤΑΜΗΝΟ…

ΕΠΤΑΜΗΝΟ προγραμμα Vellum Certified IT Project Manager (400ωρών) Τα Προγράμματα Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Ενδυνάμωσηςτου Πανεπιστημίου Αιγαίου ανακοινώνουν...

Μοριοδοτούμενα Επαγγελματικά Π…

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥΠρογράμματα Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Ενδυνάμωσης Επαγγελματικά Προγράμματα Ακαδημαϊκού Έτους 2019-2020 Τα Προγράμματα Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Ενδυνάμωσης...

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ: ΕΤΗΣΙΟ Π…

  ΕΤΗΣΙΟ προγραμμα ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ (436 ωρών) University PSYCHOLOGY LectureS Τα Προγράμματα Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Ενδυνάμωσης του Πανεπιστημίου...

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ: ΤΡΙΜΗΝΟ …

Τα Προγράμματα Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Ενδυνάμωσης του Πανεπιστημίου Αιγαίου ανακοινώνουν την έναρξη της διαδικασίας υποβολής...

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ: ΕΤΗΣΙΟ Π…

Τα Προγράμματα Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Ενδυνάμωσης του Πανεπιστημίου Αιγαίου ανακοινώνουν την έναρξη της διαδικασίας υποβολής...

Πρασσά Τερέζα

Πρασσά Τερέζα

Τεχνική Υποστήριξη

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Συντάκτρια: Μαρία Καδόγλου - Κοινωνική Λειτουργός,
MScστην Κοινωνική Ψυχιατρική της Ιατρικής Σχολής του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης

  • ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η μετανάστευση[1] αποτελεί ένα φαινόμενο με πολλές ανθρωπολογικές και κοινωνιολογικές διαστάσεις (Λειβαδίτης, 2003), καθώς συνέβαλε και συμβάλλει στις δημογραφικές αλλαγές (Carta & συν., 2005) και στην πολυμορφία των πολιτισμών στην Ευρώπη. Όμως, η μετανάστευση τις περισσότερες φορές, είναι έντονα αγχογόνα και τα άτομα που την πραγματοποιούν βιώνουν πολλαπλό στρες, το οποίο μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς την ψυχική τους υγεία (Bhugra & συν., 2005).

Η επικέντρωση τους ενδιαφέροντος των μελετών στους παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη σχιζοφρένειας στους μετανάστες δεν αποδεικνύει σε επιδημιολογικό επίπεδο ότι οι μετανάστες είναι επιρρεπείς στη σχιζοφρένεια (Λειβαδίτης, 2003). Ωστόσο, η μεγαλύτερη κατανόηση της πολύπλοκης αλληλεπίδρασης των δυνητικών παραγόντων ευαλωτότητας μπορεί να οδηγήσει στη λήψη προληπτικών μέτρων και στη μείωση της επιβάρυνσης της ψύχωσης στον πληθυσμό που μεταναστεύει (Bhugra & συν., 2005).

Αρκετές μελέτες έχουν ασχοληθεί με τις δυσκολίες προσβασιμότητας των μεταναστών με σχιζοφρένεια στις ευρωπαϊκές υπηρεσίες ψυχικής υγείας και τονίζουν ορισμένες βασικές στρατηγικές για την αντιμετώπιση της νόσου από τις αρμόδιες ψυχιατρικές υπηρεσίες (Bhugra & συν., 2007). Η επιστήμη της Ψυχιατρικής οφείλει να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή αντιμετώπισης των επιπτώσεων της μετανάστευσης στους σχιζοφρενείς, από τις προοπτικές παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας μέχρι και την πρόσβαση στις υπηρεσίες αυτές (Hutchinson & συν., 2004).

Σε αυτήν την εργασία γίνεται μια σύντομη ανασκόπηση πρόσφατης, διεθνούς βιβλιογραφίας, που αντλήθηκε κυρίως από διαδικτιακές μηχανές αναζήτησης (Pubmed, ScholarGoogleκαι Medline) και περιλαμβάνει ευρήματα προηγούμενων μελετών, σε σχέση με την επίδραση της μετανάστευσης και την εμπλοκή της ως παράγοντα κινδύνου για την ανάπτυξη της σχιζοφρένειας στην Ευρώπη (Cantor-Graae & συν. 2005).

 

  • ΤΟ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΟ ΕΓΧΕΙΡΗΜΑ ΩΣ ΨΥΧΟΠΙΕΣΤΙΚΟ ΓΕΓΟΝΟΣ

Τον 20ο αιώνα, η Ευρώπη γνώρισε έντονες περιόδους μετακινήσεων με αποτέλεσμα σήμερα, να συγκεντρώνει περισσότερα από 56 εκατομμύρια μετανάστες. Χώρες όπως η Ιρλανδία, η Ισπανία, η Ιταλία και η Πορτογαλία μετατράπηκαν από χώρες εκροής σε χώρες εισροής μεταναστών (Carta & συν., 2005) για λόγους οικονομικούς, πολιτικούς, εκπαίδευσης (Bhugra & συν., 2007) και κοινωνικούς (Bhugra & συν., 2005). Η παραπάνω μεταναστευτική κίνηση δημιούργησε πολιτική και κοινωνική δυσαρέσκεια και έκανε έντονη την ανάγκη για εφαρμογή στρατηγικών αντιμετώπισης της αύξησης του αριθμού του μετακινούμενου πληθυσμού και των επακόλουθών της (Hutchinson & συν., 2004).

Η Μετανάστευση, ως φαινόμενο, έχει διακριθεί σε διάφορες μορφές[2] (Λειβαδίτης, 2003) αλλά και τρία, διαδοχικά χρονικά στάδια[3] (βλ. σχήμα 1) (Bhugra & συν., 2007). Μέσω της διαδικασίας του αποχωρισμού, η μετανάστευση βιώνεται ως απώλεια με εκδηλώσεις άγχους και αισθήματα ενοχών (Λειβαδίτης, 2003). Ο αποχωρισμός και η απώλεια αφορούν στις οικογενειακές και κοινωνικές δομές, στις πολιτισμικές αξίες και στην προσωπική ταυτότητα (Eisenbruch, 1991). Πρόκειται ουσιαστικά για μια διαδικασία πένθους, η οποία χρονικά μπορεί να εκφράζεται από την περίοδο πριν τη μετανάστευση και να διαρκεί έως και αρκετά μετά την εγκατάσταση, παίρνοντας τη μορφή χρόνιας καταθλιπτικής συμπτωματολογίας. Παράλληλα, το πένθος έχει συνδεθεί με ψυχωτικές, αγχώδεις διαταραχές και άλλες διαταραχές της διάθεσης (Bhugra & συν., 2005).

Στις παραπάνω διαδικασίες υπάρχει μια αλληλουχία συσσωρευόμενων ψυχοπιεστικών γεγονότων ζωής, τα οποία μερικές φορές επηρεάζουν έντονα την ψυχική κατάσταση του μετανάστη, αφού απαιτούν αλλαγές των συνηθειών του. Όταν οι διαδικασίες αυτές είναι έντονες ή παραταθούν υποσκάπτουν τη σωμα­τική και ψυχική υγεία του μετανάστη και δημιουργούν προβλήματα προσαρμογής και ψυχικές διαταραχές στα άτομα που έχουν τη σχετική προδιάθεση (Λειβαδίτης, 2003, Bhugra & συν., 2007). Τέτοια προβλήματα υγείας είναι μολυσματικές νόσοι, επιπλοκές από την τελετουργία των γυναικείων γεννητικών οργάνων, διαταραχή μετα-τραυματικού στρες, σωματοποίηση (Adams & συν., 2004), απόπειρες αυτοκτονίας, κατάχρηση αλκοόλ και ναρκωτικών ουσιών, άγχος, κατάθλιψη και ψύχωση (Carta & συν., 2005).  

Τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του μετανάστη διαπλέκονται με τις επιδράσεις που ασκούν οι εμπειρίες της μετανάστευσης στην ψυχική του ζωή. Η διαπλοκή αυτή καθορίζει τελικά την πιθανότητα εμφάνισης ψυχικών διαταραχών. Ανάμεσα στις κατηγορίες των ανθρώπων που μεταναστεύουν συμπεριλαμβάνονται και αυτοί που εμφανίζουν παρανοει­δή ή ψυχοπαθητικά χαρακτηριστικά προσωπικότητας ή και σχιζο­φρενική ψύχωση στην πρόδρομη ή στη λανθάνουσα φάση της, όταν τα παραγωγικά συμπτώματα δεν είναι εμφανή (Λειβαδίτης, 2003). Όμως το γεγονός αυτό δεν είναι αρκετό για να τεκμηριωθεί θεωρητικά αλλά ούτε και εμπειρικά η υπόθεση του Ödergard, σύμφωνα με την οποία «τα άτομα που είναι επιρρεπή στην ανάπτυξη της σχιζοφρένειας μεταναστεύουν ευκολότερα από ότι ο υπόλοιπος πληθυσμός» (Ödergard, 1932).

 

  • ΕΠΙΔΗΜΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ

Οι πρώτες επιδημιολογικές αξιολογήσεις των ψυχιατρικών διαταραχών των μεταναστών έγιναν πριν από τουλάχιστον 70 χρόνια (Carta & συν., 2005) με πρωτοπόρο τον Ödergard[4] (Cantor-Graae & συν. 2005), που προσπάθησε να αναγνωρίσει τη διαδικασία της μετανάστευσης ως παράγοντα κινδύνου για την ανάπτυξη της σχιζοφρένειας (Hutchinson & συν., 2004). Στην Ευρώπη, οι επιδημιολογικές μελέτες είναι ακόμη ελάχιστες (Carta & συν., 2005). Όμως την τελευταία 20ετία σημειώθηκε μια άνευ προηγουμένου αύξηση του αριθμού των μελετών (Hutchinson & συν., 2004), χωρίς μεθοδολογικά προβλήματα, γεγονός που οφείλεται κυρίως στην εισαγωγή τυποποιημένων διαγνωστικών κριτηρίων και δομημένων συνεντεύξεων (Carta & συν., 2005). Κάποιες από αυτές τεκμηριώνουν αυξημένα ποσοστά των ψυχώσεων, μεταξύ των μεταναστών σε μια σειρά ευρωπαϊκών χωρών (Hutchinson & συν., 2004) ενώ άλλες τα αμφισβητούν προβάλλοντας ενδιαφέροντα επιχειρήματα. Οι περισσότερες βασίζονται, σε μεγάλο βαθμό, στις εισαγωγές ασθενών σε νοσοκομεία, στις επισκέψεις σε γενικούς ιατρούς και στη χρήση συνεντεύξεων σε δείγματα του γενικού πληθυσμού (Λειβαδίτης, 2003). Παρακάτω γίνεται αναφορά στα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα:

Μεγάλη Βρετανία: Μέχρι και τη δεκαετία του 1980, εμφανίζονταν αυξημένα ποσοστά της σχιζοφρένειας, έως και πάνω από 14 φορές από τον αυτόχθονα λευκό βρετανικό πληθυσμό σε μη λευκούς μετανάστες 1ης γενιάς (Hutchinson & συν., 2004), δηλαδή άτομα από την Αφρική και αγγλόφωνα άτομα από την Καραϊβική (γνωστοί ως Δυτικές Ινδίες), που ζούσαν στο Ηνωμένο Βασίλειο (Cantor-Graae & συν. 2005, Hutchinson & συν., 2004). Στη συνέχεια διαπιστώθηκε ότι οι συντελεστές αυτοί ισχύουν και για τη 2η γενιά των μεταναστών της Καραϊβικής, καθώς και ότι τα αδέλφια των ασθενών της 2ης γενιάς αντιμετωπίζουν 4 έως 6 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο (Hutchinson & συν., 2004).

Πιο πρόσφατες μελέτες αποδεικνύουν ότι η έκταση του κινδύνου είναι πιθανό να είναι 2 έως 4 φορές περισσότερη σε μη λευκούς μετανάστες 1ης γενιάς από αυτή των ιθαγενών του λευκού Βρετανικού πληθυσμού (Hutchinson & συν., 2004). Τα ποσοστά μάλιστα εισαγωγής στο νοσοκομείο για σχιζοφρένεια είναι υψηλότερα και για τους Ιρλανδούς, Πολωνούς, Σκοτσέζους, Ινδούς και Πακιστανούς (Carta & συν., 2005). Υπάρχουν όμως και άλλες έρευνες, στα νησιά της Καραϊβικής (Λειβαδίτης, 2003), στο Τρινιντάντ και στο Λονδίνο, που συλλέγουν ποσοστά της πρώτης εμφάνισης σχιζοφρένειας και δείχνουν ότι οι χώρες αποστολής μεταναστών παρουσιάζουν χαμηλά ποσοστά σχιζοφρένειας (38/100.000) (Carta & συν., 2005, Λειβαδίτης, 2003).

Ολλανδία: Υψηλά ποσοστά εμφάνισης της σχιζοφρένειας έχουν βρεθεί για τα άτομα που προέρχονται από το Σουρινάμ, τις Ολλανδικές Αντίλλες, το Μαρόκο και για τους ολλανδόφωνους μετανάστες της Καραϊβικής (Cantor-Graae & συν. 2005, Hutchinson & συν., 2004). Οι Selten & Sibjen (1994) έδειξαν ότι η συχνότητα εμφάνισης της σχιζοφρένειας μεταξύ των μεταναστών της Καραϊβικής στην Ολλανδία είναι 5 φορές μεγαλύτερη από ότι στον αυτόχθων πληθυσμό (Selten & συν., 1994). Ο σχετικός κίνδυνος ανάπτυξης σχιζοφρένιας μεταξύ όσων κατάγονται από το Σουρινάμ και γεννήθηκαν μετανάστες και αυτών που γεννήθηκαν και έζησαν στο Σουρινάμ ήταν 1.46. Όμως, τα ποσοστά για τους Τούρκους και τις Δυτικές χώρες δε φανερώνουν κάτι αντίστοιχο (Carta & συν., 2005).

Γερμανία: Αρχικές αναφορές προτείνουν ότι οι μετανάστες στη Γερμανία, κυρίως από χώρες της Νότιας Ευρώπης (Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία, Γιουγκοσλαβία και ιδιαίτερα Τουρκία), είχαν χαμηλότερα ποσοστά ψυχικών διαταραχών σε σχέση με τους Γερμανούς ομολόγους τους. Η εισροή μεταναστών από την Ανατολική Ευρώπη συνοδεύτηκε από παρατηρήσεις ότι τα ποσοστά επικράτησης της ψυχωσικής διαταραχής αυξήθηκαν ιδιαίτερα μεταξύ των τούρκων μεταναστών (Hutchinson & συν., 2004).

Σουηδία: Η πιο ισχυρή επιδημιολογική μελέτη στη Σουηδία διαπίστωσε ότι οι μετανάστες από την Ανατολική Αφρική (Hutchinson & συν., 2004) και οι Φιλανδοί μετανάστες είχαν αυξημένο κίνδυνο για ψύχωση. Ο κίνδυνος στους πρόσφυγες 2ης γενιάς ήταν σημαντικά υψηλότερος σε σχέση με τους ντόπιους (Carta & συν., 2005).

Δανία: Οι Cantor-Graae & συν. (2003), χρησιμοποιώντας δεδομένα από το δανέζικο αστικό σύστημα καταγραφής συμπέραναν ότι η μετανάστευση έχει αυξήσει τον κίνδυνο για τη σχιζοφρένεια στη Δανία: α) σε μετανάστες που προέρχονται από τις γειτονικές χώρες, όπως η Νορβηγία, η Σουηδία και η Γερμανία (Cantoor-Graae, & συν., 2003) β) σε μετανάστες που προέρχονται από απομακρυσμένες γεωγραφικές περιοχές, όπως η Αυστραλία, η Αφρική και η Γροιλανδία (Cantor-Graae & συν. 2005) και γ) σε Δανούς, με ιστορικό διαμονής στο εξωτερικό (Carta & συν., 2005).

Βέλγιο: Μία μελέτη στο Βέλγιο έχει δείξει αυξημένο ποσοστό σχιζοφρένειας, σχιζοσυναισθηματικής διαταραχής και άτυπης ψύχωσης μεταξύ μεταναστών από την Ελλάδα και την Ιβηρική χερσόνησο, ιδίως μεταξύ των μεταναστών 2ης γενιάς (Hutchinson & συν., 2004). Παρομοίως, τα πορίσματα μιας άλλης μελέτης στις Βρυξέλλες έδειξαν αυξημένη συχνότητα εμφάνισης ψύχωσης στους μαροκινούς μετανάστες 2ης γενιάς (Carta & συν., 2005).

Οι έρευνες σε χώρες όπως η Ιρλανδία, η Αυστρία, η Ιταλία, η Ισπανία, η Γαλλία, η Πορτογαλία και η Ελλάδα είναι περιορισμένες και αναφέρονται κυρίως στην κατάθλιψη, το άγχος και τη χρήση αλκοόλ από τους μετανάστες. Ενδεικτικά, αναφέρονται για τη χώρα μας στοιχεία από τα αρχεία ψυχιατρικών υπηρεσιών της Θράκης για τους Ποντίους παλιννοστούντες μετανάστες της περιοχής, που αφορούν εισαγωγές ψυχιατρικών ασθενών στο Γ.Π.N. Αλεξανδρούπολης, κατά τα έτη 1997-1999. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν περίπου παρόμοια νοσηλευόμενη ψυχιατρική νοσηρότητα για ψυχωσικές διαταραχές, μεταξύ γηγενών και μεταναστών, που κυμαίνεται γύρω στα 80 περιστατικά/100.000 ανά έτος και για τις δύο κοινότητες (Λειβαδίτης, 2003).

 

  • ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΨΗΛΟΤΕΡΗ ΣΥΧΝΟΤΗΤΑ ΕΜΦΑΝΙΣΗΣ ΤΗΣ ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑΣ ΣΤΟΥΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ

Τα παραπάνω ευρήματα έχουν οδηγήσει πολλούς μελετητές, όπως τους Cochrane & Bal (1987) και τον Bhugra (2005) σε διάφορες υποθέσεις σχετικά με τις αιτίες τους, καθώς μελέτες επίπτωσης, όπως π.χ. στις Δυτικές Ινδίες, έχουν επανειλημμένα διαπιστώσει ότι τα ποσοστά της σχιζοφρένειας είναι ίδια με εκείνα του αυτόχθονα λευκού βρετανικού πληθυσμού (Cochrane & συν., 1987, Hutchinson & συν., 2004, Bhugra & συν., 2005). Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα επικρατούσε η άποψη ότι οι χώρες αποστολής μεταναστών είχαν υψηλά ποσοστά σχιζοφρένειας, γεγονός που υπονοεί μια βιολογική ευπάθεια που οδηγεί στην ασθένεια. Στη συνέχεια, όμως, παρατηρήθηκε ότι τα ποσοστά του στενού ορισμού της σχιζοφρένειας δεν ήταν αυξημένα σε σύγκριση με τους πληθυσμούς που είχαν μεταναστεύσει (Bhugra & συν., 2007). Σε γενικές γραμμές, το ευρύ φάσμα των μεταναστευτικών ομάδων που εμπλέκεται στις έρευνες φαίνεται να αντικρούει την άποψη ότι οποιοσδήποτε μεμονωμένος βιολογικός ή γενετικός παράγοντας θα μπορούσε να παρέχει επαρκή εξήγηση (Cantor-Graae & συν. 2005).

Η επιλεκτική μετανάστευση των ατόμων με σχιζοφρένεια αναφέρει ότι οι πιο ευάλωτοι άνθρωποι είναι πιο επιρρεπείς στη μετακίνηση. Ωστόσο, οι μελέτες δείχνουν ότι τα υψηλά ποσοστά της σχιζοφρένειας βρίσκονται στη 2η γενιά μεταναστών και ότι αν αυτό συνέβαινε, τα ποσοστά θα ήταν υψηλά μεταξύ όλων των ομάδων μεταναστών, τα οποία σαφώς δεν είναι. Επιπλέον, η φυσική διαδικασία της μετανάστευσης και η αντιμετώπιση των επίσημων διαδικασιών της είναι ένα τόσο δύσκολο και αγχώδες έργο, που τα άτομα με σχιζοφρένεια είναι απίθανο να την ολοκληρώσουν (Bhugra & συν., 2007).

Η έρευνα σε οικογένειες για την αιτιολογία της σχιζοφρένειας στους μετανάστες έχει καταδείξει ότι η αύξηση του κινδύνου γίνεται πρωτίστως με τη μεσολάβηση μηχανισμών του περιβάλλοντος (Hutchinson & συν., 2004), γεγονός που δικαιολογεί και τα ακόμη υψηλότερα ποσοστά της σχιζοφρένειας στη 2η γενιά, πάντοτε σε συνέργια (Carta & συν., 2005) με τη γενετική ευπάθεια (Hutchinson & συν., 2004). Τέτοιοι κοινωνικο-οικονομικοί παράγοντες μπορούν να είναι: η κοινωνική τάξη, η φτώχεια (Cooper, 2005), η παράνομη παραμονή, η οικονομική αστάθεια (Carta & συν., 2005), η ανεργία, οι κακές συνθήκες στέγασης, η εθνική πυκνότητα, η πολιτιστική ανομοιότητα, η γλώσσα, η έλλειψη πρόσβασης σε κατάλληλη ιατρική περίθαλψη και θρησκευτική πρακτική, η έλλειψη κοινωνικής υποστήριξης, ο ρατσισμός (Bhugra & συν., 2005) και η αστικοποίηση (Hutchinson & συν., 2004).

Παρομοίως, ψυχολογικοί παράγοντες προτείνονται για τις αυξημένες τιμές της εμφάνισης της σχιζοφρένιας στους μετανάστες: η πολύπλοκη διαδικασία και το άγχος της μεταναστευτικής διαδικασίας, το πολιτιστικό πένθος (Bhugra & συν., 2005), η διαδικασία «επιπολιτισμού», δηλαδή η έκθεση στις επιδράσεις του νέου περιβάλλοντος (Bhugra & συν., 2007, Berry, 2005), η αναστάτωση, ο κατακερματισμός (Hutchinson & συν., 2004) και η αποξένωση της οικογένειας αλλά και η πίεση για αποστολή χρημάτων στους συγγενείς (Carta & συν., 2005).

Παρόλο που κάποιες μελέτες υποστηρίζουν ότι η χρήση παράνομων ναρκωτικών ουσιών από τους μετανάστες μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη της σχιζοφρένειας (Cantor-Graae & συν., 2005), σε ένα γενικότερο πλαίσιο, διαφαίνεται ότι ακόμη ο ρόλος των ναρκωτικών είναι ασαφής (Hutchinson & συν., 2004).

Τέλος, η εσφαλμένη διάγνωση των μεταναστών με σχιζοφρένεια (Bhugra & συν., 2007), λόγω γλώσσας και διαφορών του πολιτισμού (Hutchinson & συν., 2004), υποστηρίχτηκε ότι μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην αύξηση των ποσοστών της σχιζοφρένειας στους μετανάστες. Μελέτες follow up, όμως, στη Μεγάλη Βρετανία δεν παρουσίασαν καμία απόδειξη μεγαλύτερης διαγνωστικής αστάθειας, με την πάροδο του χρόνου, μεταξύ των ασθενών από την Καραϊβική σε σχέση με τους ασθενείς από την Αφρική (Cantor-Graae & συν. 2005).

 

  • Η ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΚΑΙ Η ΧΡΗΣΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΜΕ ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ

Παράλληλα με τις προαναφερθείσες υποθέσεις, βρίσκεται ο προβληματισμός για τη χαμηλότερη εκπροσώπηση των σχιζοφρενών μεταναστών στις ευρωπαϊκές υπηρεσίες ψυχικής υγείας (Carta & συν., 2005) και κατ΄ επέκταση η έλλειψη θεραπείας τους, λόγω της αδυναμίας πρόσβασής τους σε αυτές (Cantor-Graae & συν. 2005). Ακόμη και οι χώρες που έχουν τη μεγαλύτερη εμπειρία στη μετανάστευση και παρέχουν κατά το μεγαλύτερο ποσοστό νόμιμα τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας καταγγέλλουν αδυναμία να τις παρέχουν. Μάλιστα, όχι μόνο η διαθεσιμότητα αλλά και η ποιότητα της παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών είναι αμφισβητήσιμη και πολύ άνιση (Carta & συν., 2005). Συγκριτικά αναφέρεται ότι κάτι αντίστοιχο βρέθηκε και στην πρώτη σχετική μελέτη που έγινε στις Η.Π.Α., σύμφωνα με την οποία περίπου το 1/3 των σχιζοφρενών μεταναστών χρησιμοποίησαν τις επίσημες υπηρεσίες ψυχικής υγείας, ενώ οι μετανάστες της 2ης γενιάς ήταν πιθανότερο να τύχουν περίθαλψης από ότι αυτοί της 1ης γενιάς. Η σημασία της εθνικής καταγωγής και της γενιάς της στιγμής της μετανάστευσης τονίστηκαν ως σχετικοί παράγοντες που επηρέασαν τη χρήση των υπηρεσιών ψυχικής υγείας (Jackson & συν., 2007).

Στις μελέτες του ευρωπαϊκού χώρου, όμως, φάνηκαν να ευθύνονται γι αυτό και άλλοι πολιτιστικοί και κοινωνικοοικονομικοί παράγοντες, άλλοτε υποκειμενικοί και συχνότερα αντικειμενικοί: οι πολιτικές αποκλεισμού, η έλλειψη επαρκούς πληροφόρησης σχετικά με τις διαθέσιμες εγκαταστάσεις υγειονομικής περίθαλψης, τα προβλήματα επικοινωνίας λόγω γλώσσας, ο στιγματισμός της ομάδας, τα διοικητικά εμπόδια και ο φόβος αναφοράς στην αστυνομία (Carta & συν., 2005).

Η πολιτική για την παροχή φροντίδας, που έχει σκοπό τη βελτίωση της προσβασιμότητας των υπηρεσιών ψυχικής υγείας από τους σχιζοφρενείς μετανάστες, είναι αναγκαία (Carta & συν., 2005). Αυτή μπορεί να περιλαμβάνει:

  1. Την ένταξη των μεταναστών σε ένα ανεπτυγμένο δίκτυο του συστήματος ψυχιατρικής περίθαλψης (Carta & συν., 2005).
  2. Τη διαπολιτισμική ψυχιατρική κατάρτιση των επαγγελματιών ψυχικής υγείας, που σύμφωνα με το Fernando (2003), είναι αναγκαίο να περιλαμβάνει, εκτός των άλλων, την αλλαγή του τρόπου αξιολόγησης των ψυχώσεων και της στενής, εξευρωπαϊσμένης φύσης της θεραπείας (Fernando, 2003).
  3. Την απασχόληση όλο και περισσότερων αλλοδαπών και δίγλωσσων εργαζομένων σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας, με την παράλληλη συμμετοχή των χρηστών των υπηρεσιών από τους μεταναστευτικούς πληθυσμούς, οι οποίοι θα μπορούν να βοηθήσουν να ξεπεραστούν τα προβλήματα των φυλετικών και των πολιτισμικών στερεότυπων (Carta & συν., 2005).
  4. Την επαρκή χρηματοδότηση και συνέχεια των επιχορηγήσεων για την έρευνα των αναγκών της πολυπολιτισμικής υγείας. Τα περισσότερα από τα προγράμματα που ολοκληρώνονται έχουν χαρακτηριστεί για βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση (Carta & συν., 2005).
  5. Την υιοθέτηση μιας ολοκληρωμένης προσέγγισης της ψυχικής υγείας, που δεν περιορίζεται μόνο στην ψυχιατρική περίθαλψη, όπως προσφάτως τονίστηκε στην έκθεση της Π.Ο.Υ. (Carta & συν., 2005), στο πλαίσιο διεθνών οργανισμών και ευρύτατων συμφωνιών (Λειβαδίτης, 2003).

 

  • ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Τα ευρήματα των μελετών που αναφέρθηκαν παραπάνω επηρέασαν πολύ την επιστήμη της ψυχιατρικής, καθώς οι κοινωνικοί παράγοντες ενισχύθηκαν και πάλι ώστε να θεωρούνται παράγοντες κινδύνου για την ψύχωση στους μετανάστες (Hutchinson & συν., 2004). Άλλωστε, το έργο των Bentall & συν. (2001) και των Garety & συν. (2000) στη Μεγάλη Βρετανία έχει αποδείξει ότι η ψύχωση δεν είναι μια καθαρά βιολογική συνέπεια εγκεφαλικής δυσλειτουργίας, αλλά μπορεί να έχει ψυχολογικές διαδικασίες που συμβάλλουν στην ανάπτυξη της ψυχοπαθολογίας (Bentall & συν., 2001, Garety & συν., 2000).

Όμως, οι πτυχές του περιβάλλοντος που μπορεί να συμβάλουν σε αυτόν τον κίνδυνο δεν είναι ακόμη επαρκώς κατανοητές και τεκμηριωμένες (Cantor-Graae & συν. 2005). Υπό αυτή την έννοια, είναι απαραίτητες ψυχοκοινωνικές μελέτες (Carta & συν., 2005) και εφαρμογή ειδικών στρατηγικών (Cantor-Graae & συν. 2005) για τον εντοπισμό των παραγόντων εκείνων που μπορούν, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να οδηγήσουν σε αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης της σχιζοφρένειας και αύξηση του αριθμού των μεταναστών που ζητούν ψυχιατρική περίθαλψη (Carta & συν., 2005). Έτσι, υπογραμμίζεται η σημαντικότητα της ψυχοκοινωνικής παρέμβασης στην πρόληψη και στη θεραπεία της ψύχωσης (Hutchinson & συν., 2004).

Επιπλέον, οι απαιτήσεις της ψυχικής υγείας των μεταναστών στις υπηρεσίες υγείας στις χώρες υποδοχής είναι επίσης πιθανό να εξελιχθούν σε σοβαρό πολιτικό θέμα, ιδίως με τη συνεχιζόμενη αστάθεια σε πολλές περιοχές της Ευρώπης. Ο αντίκτυπος της πολιτικής για την ψυχική υγεία θα πρέπει να καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από την έρευνα που πραγματοποιείται στον τομέα αυτό και να επιτρέπει στους ψυχιάτρους και τους λοιπούς επαγγελματίες ψυχικής υγείας να επηρεάσουν την κατεύθυνση αυτής της εξελισσόμενης πολιτικής (Hutchinson & συν., 2004).

Συμπερασματικά θα έλεγε κανείς, ότι παρά τις δυσκολίες προσαρμογής, μετανάστες με σχιζοφρένεια μετακινούνται, αλλάζοντας τόπο και συνήθειες. Το πολιτισμικό αυτό επίτευγμα επιβεβαιώνει ότι ο άνθρωπος, ακόμα και όταν δυσφορεί ή αποδιοργανώνεται προσωρινά, συνήθως, καταφέρνει τελικά να συνδέει το παρελθόν του με το παρόν και το μέλλον του, να δημιουργεί νέα νοή­ματα και να ανακαλύπτει καινούριους ρόλους και στόχους (Λειβαδίτης, 2003).

 

  • ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  1. Λειβαδίτης, Μ. (2003). “Πολιτισμός και Ψυχιατρική”, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, σελ.: 229-279.
  2. Adams, K., Gardiner, L., Assefi, N. Healthcare challenges from the developing world: post-immigration refugee medicine. BMJ, 2004, 328:1548–52.
  3. Bentall, R.P., Corcoran, R., Howard, R., Blackwood, N., Kinderman, P.,Persecutory delusions: a review and theoretical integra­tion. Clin Psychol Rev., 2001, 21(8):1143–1192.
  4. Berry,,Acculturation: Living successfully in two cultures. International Journal of Intercultural Relations, 2005, 29:697-712.
  5. Bhugra, D., Becker, M., Migration, cultural bereavement and cultural identity. World Psychiatry, 2005, 4:1.
  6. Bhugra, D., Jones, P., Migration and mental illness. Advances in Psychiatric Treatment, 2007, 7:216-223.
  7. Cantoor-Graae, E., Pedersen, C.B., McNeil, T.F,, Mortensen, P.B., Migration as a risk factor for schizophrenia: a Danish popula­tion-based cohort study. Br J Psychiatry, 2003, 182:117–122.
  8. Cantor-Graae, E., Selten, J.-P., Schizophrenia and Migration: A Meta-Analysis and Review. Am J Psychiatry, 2005, 162:12–24.
  9. Carta, M.-G, Bernal, M., Hardoy, M.-C.,Haro-Abad, J.-M., Migration and mental health in Europe.Clinical Practice and Epidemiology in Mental Health, BioMed Central, 2005:1-16.
  10. Cochrane, R., Bal, S.S., Migration and schizophrenia- an examination of 5 hypotheses. Soc Psychiatry, 1987, 22(4):181–191.
  11. C
  12. Eisenbruch M., From post-traumatic stress disorder to cultural bereavement: diagnosis of Southeast Asian refugees. Soc Sci Med, 1991, 33:673-80.
  13. Fernando, S., (2003). “Cultural diversity, mental health and psychiatry. In The struggle against racism London”, Brunner-Routledge.
  14. Garety, P.A,, Fowler, D., Kuipers, E.,Cognitive-behavioral therapy for medication resistant symptoms. Schizophr Bull, 2000, 26(1):73–86.
  15. Hutchinson, G., Haasen, C., Migration and schizophrenia- The challenges for European psychiatry and implications for the future.
  16. Jackson, J., Neighbors, H., Torres, M., Martin, L., Williams, D., Baser, R., Use of Mental Health Services and Subjective Satisfaction With Treatment Among Black Caribbean Immigrants: Results From the National Survey of American Life. American Journal of Public Health, 2007, Vol 97, No. 1.
  17. Ödergard, D.. Emigration and insanity. Acta Psychiatrica Scandinavica, 1932, suppl. N. 4.
  18. Selten, J.P., Sijben, N., First admission rates of schizophrenia in immigrants to the Netherlands. The Dutch National Register. Soc Psychiatry Psychiatr Epidemiol, 1994, 29:71–77.

 


[1] Ως Μετανάστευση ορίζεται η διαδικασία κοινωνικής αλλαγής (Bhugra & συν.,2007), που προϋποθέτει την αναχώρηση, με­τάβαση και εγκατάσταση σ' ένα νέο φυσικό ή κοινωνικό περιβάλλον, με προοπτική τη σχετικά μακροχρόνια παραμονή (Λειβαδίτης, 2003).

[2] α) τον τρόπο λήψης της απόφασης, β) το συνειδητό κίνητρο του μετανά­στη, γ) τη σύνδεση μεταξύ κοινωνίας προέλευσης και εγκατάστασης δ) τα άτομα που με­τέχουν από κοινού στο εγχείρημα και ε) τη νομιμότητα του εγχειρήματος (Λειβαδίτης, 2003).

[3] Σε αυτά περιλαμβάνεται α) ο προβληματισμός, η οριστικοποίηση της απόφασης, η προετοιμασία για την αναχώρηση β) η μετάβαση, η εγκατάσταση και γ) ένταξη στο νέο περιβάλλον (Λειβαδίτης, 2003).

[4] Ο Ödegaard έδειξε ότι το ποσοστό της πρώτης ομολογίας για σχιζοφρένεια μεταξύ των Νορβηγών μεταναστών στις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν δύο φορές υψηλότερο από ότι των αυτοχθόνων Αμερικανών και των Νορβηγών που ζουν στη Νορβηγία (Cantor-Graae & συν. 2005).

Σάββατο, 06 Αυγούστου 2016 18:32

Το άγχος των διακοπών

Γράφει ο Διονύσης Σουρέλης,
Ψυχολόγος, M.Sc., υπ. Διδάκτωρ συμβουλευτικής ψυχολογίας και ψυχοθεραπείας, παν/μίου Middlesex, Λονδίνου
Εκπαιδευτής προγραμμάτων ψυχικής και κοινοτικής υγείας, παν/μίου Αιγαίου.

 

Το άγχος είναι μια (φυσιολογική) ψυχοσωματική αντίδραση σε ερεθίσματα τα οποία ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται ως απειλητικά ή απαιτητικά. Ως εκ τούτου, ενεργοποιεί μηχανισμούς των οποίων κύριος σκοπός τους είναι να αφυπνίσουν, να αμυνθούν κι εν τέλει να προστατεύσουν το άτομο από μια ενδεχόμενη απειλή. Σε κάποιους ανθρώπους το άγχος πυροδοτεί πληθώρα ψυχικών και σωματικών συμπτωμάτων (όπως οι επίμονες σκέψεις, σωματική ένταση, πόνους κλπ.) όσο και συναισθημάτων (θυμός, απογοήτευση, φόβος θλίψη κλπ.)

Όπως καταλαβαίνουμε το ζήτημα της οντότητας του άγχους είναι τόσο πολύ-παραγοντικό όσο και πολύπλοκο. Αυτό από την μια σημαίνει πως μπορούμε να το συναντήσουμε παντού και από την άλλη πως μπορούμε να το πλαισιώσουμε (και να το μελετήσουμε) με ποικίλους τρόπους. Στο κείμενο αυτό θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε το άγχος, που πολλοί άνθρωποι βιώνουν, κατά τη διάρκεια των διακοπών τους.

Καταρχάς να υπενθυμίσουμε πως το άγχος είναι μια φυσιολογική αντίδραση. Θα μπορούσαμε να πούμε πως μας δίνει ένα «μήνυμα» το οποίο καλούμαστε να ακούσουμε. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειώσουμε πως δεν χρειάζεται πάντα να εξηγούμε εις βάθος το «μήνυμα» του άγχους. Συχνά ο λαβύρινθος των εξηγήσεων μπορεί να προκαλέσει ακόμα εντονότερη αίσθηση του στρες και κάποιες φορές ο χρόνος και ο χώρος δεν είναι ιδανικός (ή αρκετός) για ενδεχόμενες και πολύπλοκες σκέψεις και επιλύσεις. Επίσης ορισμένες φορές ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα είδος άγχους που απλά «υπάρχει». Αυτό μπορεί να είναι άγχος αποφόρτισης (μετά από περιόδους έντονων δυσκολιών) ή απλά κομμάτι της ύπαρξης μας (υποσυνείδητο ή ασυνείδητο άγχος που συνδέεται με πολύ βαθύτερες εσωτερικές διεργασίες).

Ένας εκ των βασικών λόγων του στρες των διακοπών είναι η έντονη προσδοκία να περάσουμε καλά. Συχνά, οι σκληρές απαιτήσεις της καθημερινότητας συρρικνώνουν τον διαθέσιμο χρόνο των διακοπών. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να υπάρχει έντονη προσδοκία να προκαλέσουμε τις συνθήκες που θα μας κάνουν να περάσουμε όσο το δυνατόν καλύτερα. Αυτό φυσικά δεν είναι λάθος. Παρ ‘όλα αυτά υπάρχουν διάφοροι λειτουργικοί τρόποι για να προσπαθούμε να προκαλέσουμε τα ερεθίσματα και να προετοιμάσουμε τις συνθήκες. Πρώτα απ’ όλα πρέπει να υπενθυμίσουμε και να προετοιμάσουμε τη σκέψη μας πως το σώμα και ο νους μας θα υποστούν αλλαγές. Αυτό είναι εύλογο καθώς θα αλλάξουν οι συνήθειες της καθημερινής μας ρουτίνας. Αλλαγή των ερεθισμάτων σημαίνει αλλαγή των αντιδράσεων (είτε του σώματος είτε του νου και κατά συνέπεια της συμπεριφοράς). Είναι δύσκολο για το σώμα μας να αντιδράσει άμεσα στις νέες συνθήκες όταν το έχουμε «προγραμματίσει» (και πιέσει) να δρα κάτω από ένα συγκεκριμένο μοτίβο για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Αυτό που έχουμε να κάνουμε είναι να «αγκαλιάσουμε» το άγχος αυτό, να το ερμηνεύσουμε ως φυσιολογικό, και να μας δώσουμε τον κατάλληλο χρόνο και χώρο να προσαρμοστούμε στις νέες συνθήκες. Για να το επιτύχουμε αυτό θα πρέπει να διερευνήσουμε και να συναντήσουμε τις πραγματικές μας ανάγκες (π.χ. αν θέλουμε να κοιμηθούμε περισσότερο, να ακολουθήσουμε έναν πιο χαλαρό τρόπο ζωής, να έχουμε ένα πλάνο διακοπών ή αντίθετα να βγούμε περισσότερο, να μην έχουμε συγκεκριμένο πρόγραμμα, να μην διακόπτουμε διαδικασίες που μας αρέσουν μόνο και μόνο επειδή είχαμε προγραμματίσει κάτι άλλο κλπ.).

Φυσικά οι διακοπές συχνά περιλαμβάνουν και τις προσδοκίες σημαντικών (ή μη) άλλων. Οι σύντροφοι, τα παιδιά, οι φίλοι έχουν τις δικές τους ανάγκες τις οποίες καλούμαστε (ή μας καλούν) να προσεγγίσουμε. Το κομμάτι των ανθρώπινων σχέσεων είναι ιδιαίτερα πολύπλοκο και φυσικά δεν μπορεί να αναλυθεί σε λίγες γραμμές. Παρ ‘όλα αυτά, η λέξη κλειδί είναι η «επικοινωνία». Καλούμαστε να βρούμε τον τρόπο να επικοινωνήσουμε εποικοδομητικά προκειμένου να διαχειριστούμε τον χρόνο, τις ανάγκες μας, τα όρια και τους περιορισμούς μας. Θα πρέπει να θυμόμαστε ότι οι άνθρωποι γύρω μας δεν είναι υποχρεωμένοι να γνωρίζουν τις πραγματικές μας ανάγκες. Θα πρέπει λοιπόν να τις εκφράσουμε και να τους ζητήσουμε ευγενικά να τις λάβουν υπόψιν τους. Έπειτα θα ακούσουμε τις δικές τους και θα προσπαθήσουμε να βρούμε κάτι που θα ικανοποιήσει και τις δύο πλευρές. Έτσι κι αλλιώς πάντα θα υπάρχουν περιορισμοί. Κάποιοι πιθανώς πιο ελεγχόμενοι, κάποιοι άλλοι όμως προερχόμενοι από εξωτερικούς (και μη ελεγχόμενους από εμάς) παράγοντες (π.χ. ασθένειες, οικονομική κατάσταση κλπ.). Η λύση για τους περιορισμούς που (πάντα) θα προκύπτουν προέρχεται πάλι από την επικοινωνία και την διαχείριση που θα επιλέξουμε να προκύψει.

Ας συσχετίσουμε τις σχέσεις με έναν «χορό». Ο χορός χρειάζεται συγχρονισμό, χρειάζεται το ταίρι σου να κάνει ένα βήμα πίσω εκεί που κάνεις εσύ κάνεις ένα βήμα μπροστά (και το αντίστροφο). Οι διαφωνίες είναι υγιές μέρος της επικοινωνίας, δεν χρειάζεται όμως να παίρνουν την διάσταση «καυγάδων» ή κουραστικών διαπληκτισμών. Οι άνθρωποι έχουμε την ικανότητα να βρίσκουμε τρόπους εποικοδομητικής επικοινωνίας αν νιώσουμε ασφαλείς, αποδεκτοί και ευπρόσδεκτοι. Καλό θα ήταν λοιπόν να μοιραζόμαστε τις διακοπές μας με ανθρώπους που γνωρίζουμε ότι έχουν τα χαρακτηριστικά και την διάθεση να συζητούμε και να βρίσκουμε μαζί τις λύσεις. Η αποδοχή των αναγκών των άλλων και ο συγχρονισμός τους με τις δικές μας είναι σίγουρα μια επίπονη διαδικασία. Μην ξεχνάτε όμως πως οι περισσότερες διαδικασίες που μας εξελίσσουν και κάνουν τις σχέσεις μας ποιοτικότερες είναι επίπονες.

Παρασκευή, 27 Μαΐου 2016 20:58

Εισαγωγή στη Θετική εκπαίδευση

Το Διεθνές Πρόγραμμα PISA του ΟΟΣΑ είναι μία εκπαιδευτική έρευνα η οποία διεξάγεται από το 2000 και έχει ως στόχο τη συλλογή πληροφοριών για τις ακαδημαϊκές επιδόσεις των 15χρονων μαθητών στα κράτη-μέλη ενώ συγχρόνως διερευνά την αποτελεσματικότητα των εκπαιδευτικών συστημάτων των χωρών που λαμβάνουν μέρος σε αυτή.

Έχοντας ως δεδομένο ότι η ποιότητα του εκπαιδευτικού συστήματος είναι βασικό στοιχείο κάθε ευημερούσας κοινωνίας, το PISA πρόσφατα διευρύνει την έρευνα του με στόχο να αξιολογηθεί η λειτουργία της εκπαίδευσης ολιστικά. Αναλυτικότερα από το 2012 και μετά για πρώτη φορά διερευνάται ο βαθμός ικανοποίησης των μαθητών στο σχολείο καθώς και τα επίπεδα ευτυχίας τους.

Συγκριτικά στοιχεία από 34 κράτη-μέλη του ΟΟΣΑ εμφανίζουν το Μεξικό, την Ισλανδία, το Ισραήλ, την Ισπανία και την Ελβετία ως τις χώρες με τους πιο ευτυχισμένους μαθητές. Συγκεκριμένα το 87 % των 15χρονων που ζουν σε αυτές τις χώρες αισθάνονται ευτυχείς στο σχολείο ενώ αντίθετα στην Κορέα και στην Φινλανδία - πρώην χώρα μοντέλο για την εκπαίδευση - συναντάμε τους λιγότερο ευτυχισμένους μαθητές. Είναι ενδιαφέρον ότι οι μαθητές της Κορέας οι οποίοι έχουν το υψηλότερο σκορ στα μαθηματικά από όλα τα κράτη-μέλη του ΟΟΣΑ είναι συγχρόνως και οι μαθητές οι οποίοι εμφανίζονται ως λιγότερο ευτυχείς. Επιπλέον από τα στοιχεία του ΟΟΣΑ φαίνεται, σαν οι χώρες με υψηλές ακαδημαϊκές επιδόσεις να πληρώνουν το τίμημα τους έχοντας τους λιγότερο ευτυχισμένους μαθητές.

Είναι προφανές ότι όλα τα παραπάνω οφείλονται κατά κύριο λόγο στην πίεση που δέχονται τα παιδιά να έχουν υψηλές επιδόσεις στο σχολείο, στην αγωνία της επιτυχίας και στο φόβο της αποτυχίας. Πρόσφατες δε έρευνες δείχνουν ότι τα ποσοστά κατάθλιψης ανάμεσα στα παιδιά σχολικής ηλικίας αυξάνονται παγκοσμίως με ανησυχητικούς ρυθμούς.

Αναρωτιέται κανείς εύλογα πως μπορούμε να συνδυάσουμε ένα υψηλό ακαδημαϊκό επίπεδο σπουδών με ευτυχισμένους μαθητές και κατά συνέπεια αυριανούς ευτυχισμένους ενήλικες;

Σύμφωνα με τον Μάρτιν Σέλιγκμαν, καθηγητή και ιδρυτή της Θετικής Ψυχολογίας και της Θετικής Εκπαίδευσης, τα δυνατά σημεία του χαρακτήρα ενός ανθρώπου είναι ένα από τα κλειδιά για μια καλύτερη ζωή και εκπαίδευση. Η έρευνα του Σέλιγκμαν και της ομάδας του εστιάζει στα θετικά χαρακτηριστικά του ατόμου (δυνατά σημεία του χαρακτήρα, αξίες ,ενδιαφέροντα, ταλέντα) και υποστηρίζει ότι υπάρχει στενή σχέση μεταξύ των δυνατών σημείων και ευημερίας. Αυτό συμβαίνει διότι όταν γνωρίζουμε τα δυνατά σημεία του χαρακτήρα μας, νοιώθουμε περισσότερη αυτοπεποίθηση και είναι πιο εύκολο να πετύχουμε τους στόχους μας. Επιπλέον όταν εστιάζουμε στα δυνατά μας σημεία, είμαστε πιο αυθεντικοί, αποκτάμε περισσότερη ενέργεια και διάθεση για δράση, γινόμαστε πιο δημιουργικοί και κατά συνέπεια πιο ευτυχείς και υγιείς.

Η Θετική εκπαίδευση είναι ο συνδυασμός της παραδοσιακής εκπαίδευσης με τη μελέτη της ευτυχίας και της ευημερίας ενώ είναι ζωτικής σημασίας για δύο λόγους. Πρώτον γιατί μπορεί να βοηθήσει στην πρόληψη της κατάθλιψης στην εφηβεία και δεύτερον γιατί επικεντρώνεται στην οικοδόμηση του χαρακτήρα των νέων και στην προώθηση της ευημερίας τους. Με απλά λόγια η Θετική εκπαίδευση συνδυάζει μυαλό και καρδιά.

Oι οπαδοί της Θετικής Ψυχολογίας προτείνουν την εισαγωγή της θετικής εκπαίδευσης στα σχολεία μέσω της διδασκαλίας των δεξιοτήτων ευημερίας και δυνατών σημείων του χαρακτήρα . Επιπλέον εκπαιδευτικοί και γονείς εκπαιδεύονται να ψάχνουν την απάντηση στο ερώτημα τι πάει καλά στην απόδοση ενός μαθητή και όχι τι πάει λάθος.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο είναι ευκαιρία να ξαναθυμηθούμε ότι η κύρια αποστολή της εκπαίδευσης είναι να πλάθει ανθρώπους ευαισθητοποιημένους, με αξίες και αρχές, χαρακτήρες ικανούς να προσαρμόζονται στις μεταβαλλόμενες κοινωνικο- οικονομικές συνθήκες για να ευημερούν μέσα στην κοινωνία.

Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω και με δεδομένο ότι οι Έλληνες μαθητές δεν εμφανίζουν σημαντικά επίπεδα ευτυχίας αλλά ούτε και ιδιαίτερες ακαδημαϊκές επιδόσεις μάλλον ήρθε η ώρα και για το δικό μας εκπαιδευτικό σύστημα να υιοθετήσει τις αρχές της θετικής εκπαίδευσης.

Θεοδώρα Φούντα
Κοινωνιολόγος, Coach & Mentor

BΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. http://www.oecd.org/pisa/keyfindings/pisa-2012-results-overview.pdf, p.21

2. PISA 2012 Results: Ready to Learn (Volume III) Students’ Engagement, Drive and Self-Beliefs – OECD 2013

3. https://www.ggs.vic.edu.au/School/Positive-Education/What-is-Positive-Education-/Why-Positive-Education

4.http://www.aps.sg/files/GELC%202014/Prereading%20Articles/Keynote_5_Boniwell_Seligmans_Positive_Education.pdf

 

Η συναισθηματική νοημοσύνη ή αλλιώς η «νοημοσύνη της καρδιάς» όπως ονομάστηκε από τον Golemanδεν αποτελεί μια ανακάλυψη των τελευταίων ετών. Τα θεμέλια της εντοπίζονται από την αρχαιότητα μέσα από τις ρήσεις του Θαλή, του Ηράκλειτου και του Πλάτωνα. Ένα από τα γνωρίσματα της, η αυτογνωσία ήταν συνδεδεμένο με την με την ευδαιμονία του ανθρώπου και κατ’ επέκταση με την ευδαιμονία του κοινωνικού συνόλου.

Τι είναι η συναισθηματική νοημοσύνη;

Ο Goleman(1995), ορίζει την συναισθηματική ευφυϊα ως την ικανότητα του ατόμου να αναγνωρίζει τα συναισθήματα του (αυτογνωσία), τα συναισθήματα των υπολοίπων (ενσυναίσθηση) και παράλληλα να μπορεί να τα διαχειρίζεται (αυτό- οργάνωση). Συνδέεται με την ανάπτυξη των κοινωνικών δεξιοτήτων, την διαχείριση των σχέσεων και τη λήψη ηγετικής θέσης (McKinley&Phitayakom, 2015).

Πως συνδέεται με την εκπαιδευτική διαδικασία;

Η κατανόηση και η μνήμη μπορεί να αποτελούν τον άμεσο σκοπό του σημερινού   σχολείου. Ας αναρωτηθούμε όμως, επαρκούν μόνο αυτά για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου ατόμου; Όπως επίσης, ποια είναι η σημασία των συναισθημάτων στην εκπαιδευτική διαδικασία; Στο μυαλό μας έχουμε ταυτίσει τον «κακό μαθητή» του σχολείου με αυτόν που διαθέτει χαμηλή επίδοση και «παραβατική» συμπεριφορά (π.χ. είναι το παιδί που συνήθως κάθεται στο τελευταίο θρανίο και προκαλεί διαρκώς φασαρία ή καπνίζει στο προαύλιο του σχολείου). Όμως, μήπως είναι το ίδιο το σχολείο που τον ωθεί σε αυτή τη συμπεριφορά; Σε αυτή τη περίπτωση πρέπει εξεταστεί η ενσυναίσθηση, δηλαδή η συναισθηματική ταύτιση δασκάλου και μαθητή. Εάν ο δάσκαλος συνεχώς τον αγνοεί ή ακόμα χειρότερα τον υποτιμά τότε χάνεται η συναισθηματική επαφή. Έτσι, η αντίδραση αυτή θεωρείται φυσιολογική παρά παρεκκλίνουσα. Ίσως να αντιδρά για να τονίσει την παρουσία του και για να επανενταχθεί μέσα στην εκπαιδευτική διαδικασία, έστω και κατά αυτό το τρόπο. Το ένα άτομο πιθανώς να παρακινήσει και τα υπόλοιπα και έτσι να χαθεί τελείως ο έλεγχος. Υπάρχει δηλαδή, μια κακή διαχείριση των κοινωνικών σχέσεων, έλλειψη λήψης άμεσων αποφάσεων και αδυναμία ηγεσίας από τη πλευρά του εκπαιδευτικού. Μέσα από αυτό το παράδειγμα βλέπουμε τις συνέπειες της ανυπαρξίας της αλλά και την εικόνα ενός αδύναμου εκπαιδευτικού.

Ποιο είναι το «προφίλ» ενός εκπαιδευτικού με συναισθηματική νοημοσύνη;

Ο εκπαιδευτικός έρχεται αντιμέτωπος με ένα πλήθος προβλημάτων κατά τη διάρκεια της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Έτσι καλείται να παρέχει γρήγορες και αποτελεσματικές λύσεις οι οποίες δεν θα παρεκκλίνουν από την αρχική του στοχοθεσία. Ο εκπαιδευτικός που διαθέτει τα γνωρίσματα της συναισθηματικής νοημοσύνης είναι ικανός να διαχειριστεί ποικίλες συμπεριφορές, να ενθαρρύνει τους μαθητές του για περεταίρω συμμετοχή, να βοηθήσει στη διαδικασία λήψης αποφάσεων και να οργανώσει το αναλυτικό πρόγραμμα (Erdum&Demirel,2007).      

Ακόμα, υποστηρίχθηκε ότι είναι αυτός που διαθέτει πνευματική ωριμότητα και μπορεί ευκολότερα να ταυτιστεί με την συναισθηματική κατάσταση των μαθητών του. Το αποτέλεσμα αυτής της ταύτισης συνδέεται με την καλύτερη επίδοση τους. Παράλληλα, μεταδίδει και ο ίδιος τη θετική του ενέργεια και συνάμα αφήνει περιθώρια για ελεύθερη έκφραση και δημιουργικότητα. Είναι ένας εκπαιδευτικός με υψηλή αυτοεκτίμηση και σίγουρος για τις αποφάσεις του και ικανός να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που προκύπτουν (Yosof, Ishak, Zahidi, Abidin & Bakar, 2014). Σύμφωνα με ευρήματα ερευνών πάνω στη μελέτη της σχέσης συναισθηματικής νοημοσύνης και του ρόλου του εκπαιδευτικού έδειξαν ότι νιώθουν λιγότερη επαγγελματική εξουθένωση, διατηρούν καλύτερη σχέση με τον εκπαιδευτικό φορέα που εργάζονται και παρουσιάζουν καλύτερες ακαδημαϊκές επιδόσεις (Corcoran & Tormey, 2012).

Ποια είναι η χρησιμότητα της σήμερα;

Στις μέρες μας διαρκώς ακούγεται ότι οι μαθητές έρχονται αντιμέτωποι με ένα δασκαλοκεντρικό σύστημα που προάγει την αποστήθιση ύλης τεραστίου όγκου (όσο πιο πολλά «παπαγαλίσεις» τόσο πιο καλά θα γράψεις). Η συναισθηματική νοημοσύνη είναι δυνατόν να αποτελέσει ένα ισχυρό εργαλείο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον εκπαιδευτικό τόσο για τη δική του βελτίωση όσο και για τη διαχείριση ποικίλων συμπεριφορών και για την οργάνωση ενός ευχάριστου μαθησιακού κλίματος. Το «ιδανικό» αυτό κλίμα, σαφώς, είναι δύσκολο να επιτευχθεί σε ένα τμήμα συγκροτημένο από μαθητές με διαφορετική προσωπικότητα, κοσμοθεωρία και αντιλήψεις. Ωστόσο, η διδασκαλία μπορεί να βασιστεί σε αυτές τις διαφορές και να αποβεί πιο παραγωγική. Η δημιουργία ενός κλίματος βασισμένου στη συναισθηματική νοημοσύνη αυξάνει το ενδιαφέρον των μαθητών και την επιθυμία τους για συμμετοχή. Επιπροσθέτως, αυξάνει την προσοχή τους, τους παρέχει περισσότερα κίνητρα για μάθηση, καθώς επίσης αντιλαμβάνονται και αισθάνονται ότι ανήκουν σε μια ομάδα (Trigwell, 2012).

Πώς να αναπτύξω τη συναισθηματική μου νοημοσύνη;

Στην περίπτωση που κάποιος ενδιαφέρεται να αναπτύξει τη συναισθηματική του νοημοσύνη, είτε είναι εκπαιδευτικός είτε όχι, μπορεί να το πραγματοποιήσει μέσα από τη συμμετοχή του στη δια βίου μάθηση. Η εκπαιδευτική ενδυνάμωση στην Ελλάδα έχει γίνει γνωστή τα τελευταία χρόνια και αυτό φαίνεται μέσα από την αύξηση των εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Είναι ένα χάρισμα το οποίο αποκτάται και αναπτύσσεται στη διάρκεια της ζωής του ανθρώπου και εξαρτάται από την θέληση του να το αναπτύξει. Η ανάπτυξη αυτή επέρχεται μέσα από τη συμμετοχή του σε προγράμματα επιμορφωτικά που στοχεύουν στην ανάπτυξη αυτών των δυνατοτήτων του. Ωστόσο, η ανάπτυξη αυτή απαιτεί μια εσωτερική διεργασία από το ίδιο το άτομο στην πορεία της ζωής του και μια επιθυμία για πνευματική πρόοδο που θα έχει άμεσο αντίκτυπο στην καλυτέρευση της εκπαιδευτικής-επαγγελματικής του απόδοσης και, γενικότερα, των κοινωνικών του σχέσεων. Η αλλαγή αυτή θα φανεί σταδιακά τόσο μέσα από την βελτιωμένη αντίληψη για την αυτοεικόνα του, όσο και μέσα από τη σχέση με τους γύρω (Wonganich, Sujiva, Jiraro, 2014).

Ελισσάβετ Γκινάλα

 

 

Δευτέρα, 16 Μαΐου 2016 01:06

Εκπαιδευτική Αξιολόγηση

Μου ζητήθηκε να διδάξω εκπαιδευτική αξιολόγηση.

-Ποιο βιβλίο θα χρησιμοποιήσεις;

Βιβλίο; Μα φυσικά το μυαλό μου. Αυτά που λέει ο δάσκαλος δεν είναι γραμμένα σε PowerPoint, αλλά στην εμπειρία, στην ορμή, στο πάθος. Στο παράφορο και στο αιρετικό, στο ατίθασο και στο ημέρωμα. Αρκεί τα επιχειρήματα να δέσουν με το συναίσθημα. Σα γλυκόξινη συνταγή. Μια να τραβάς τα γκέμια της πειθαρχημένης σκέψης και μια να περιλούζεις με τους κατακλυσμούς του θυμικού.

Γιατί, τι είναι η διδασκαλία, παρά μια αναπαράσταση της αντινομίας. Παρά ένα ζευγάρωμα των αντιθέτων. Παρά μια πράξη αγάπης

-Και οι φοιτητές από πού θα διαβάσουν;

Δεν θα διαβάσουν. Θα ανακαλύψουν. Αυτοί θα προτείνουν τη βιβλιογραφία, από διηγήσεις, μνήμες, συνεντεύξεις, πηγές. Θα συνομιλήσουν με τον παλιό εκπαιδευτικό. Αυτόν που χάνεται. Αυτόν που βρίσκεις συνταξιούχο και αγνώριστο μετά από χρόνια και λες: Σε ευχαριστώ, μου έμαθες γράμματα. Γιατί ο καλός δάσκαλος θυμίζει τις νοσταλγίες της νεότητας. Ο καλός δάσκαλος θυμίζει σχολική γιορτή. Ο καλός δάσκαλος θυμίζει τον μαυροπίνακα της ψυχής, που χαράχτηκε ο ανεξάληπτος Λόγος.

Οι φοιτητές μου θα ψάξουν το μαθητή, που εγκατέλειψε. Να η αξιολόγηση της Παιδείας. Να η αξιολόγηση της κοινωνίας. Να η μοναδική αξιολόγηση: Να αποτρέψεις ένα παιδί από τη σχολική αποτυχία. Η ακόμα χειρότερα. Από τη θύμηση ενός σχολείου βαρετού και άχρηστου.

-Μα δεν έχουν κίνητρο να το κάνουν.

Φυσικά, ποιος έχει πόθους να ακολουθεί κανόνες, αν δεν έχει ερωτευθεί τα στοιχεία, που τους απαρτίζουν. Η διδασκαλία είναι θεατρική πράξη. Μια τραγωδία, που ο δάσκαλος θα φροντίσει για τη σύγκρουση, τη νέμεση, την κάθαρση. Σαν ποιητής, σα σκηνοθέτης, σα μαέστρος.

-Και συ νομίζεις πως είσαι καλός δάσκαλος.

Ναι είμαι, γιατί όταν διδάσκω, φοιτητή στα έδρανα έχω τον εαυτό μου.

 Στράτος Παπάνης

Σελίδα 5 από 18
Top
We use cookies to improve our website. By continuing to use this website, you are giving consent to cookies being used. More details…