Edu Seminar's Team - ΣΒΙΕ: Σεμ…

ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ Σε μια πρωτοποριακή σύμπραξη της ακαδημαϊκότητας με τον επαγγελματισμό και την ευελιξία του ιδιωτικού...

Πανεπιστήμιο Αιγαίου: ΔΩΡΕΑΝ σ…

Το Πανεπιστήμιο Αιγαίου στo πλαίσιο των Επαγγελματικών Προγραμμάτων Ενδυνάμωσης και Συμβουλευτικής, ανταποκρινόμενο στο αίτημα για...

ΕΠΙΜΟΡΦΩΤΙΚΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΠΟ Τ…

Το Αegean College διοργανώνει δύο καινοτόμα προγράμματα κατάρτισης, που απευθύνονται σε εργαζόμενους στην ψυχική υγεία...

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΣΥΜΒΟΥΛΕ…

Σας καλωσορίζουμε στο επιστημονικό συνέδριο με θέμα: "Συμβουλευτική-Coaching-Διαμεσολάβηση και Διευκόλυνση: Γεφυρώνοντας τις διάφορες για μια...

Ετήσιο Πρόγραμμα: “Επιμόρφωση …

Τα Επαγγελματικά Προγράμματα Ενδυνάμωσης και Συμβουλευτικής του Πανεπιστημίου Αιγαίου ανακοινώνουν την έναρξη της διαδικασίας υποβολής...

ΕΤΗΣΙΑ Σεμινάρια Εισαγωγής στη…

Ανοιχτά Προγράμματα Ψυχολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου Έναρξη: Νοέμβριος 2017 Δίδακτρα: 150 ευρώ Λήξη εγγραφών: 31/10 /2017 Το Πανεπιστήμιο Αιγαίου στα...

Μοναξιά

Η αρχή της κατ´ επιλογήν μοναξιάς μοιάζει με ελευθερία. Αποτινάσσεις από πάνω σου όλα όσα...

Ζωή

Καλώς ήλθατε στο ηλεκτρονικό παιχνίδι, που λέγεται Ζωή. Θα σας πείσουν με ευκολία πως έχετε ένα...

Μεσημέρι και το επισκεπτήριο τ…

Μεσημέρι και το επισκεπτήριο τελειώνει. Λαθραίοι συγγενείς πασχίζουν να παρατείνουν την παρουσία τους, περικυκλώνουν γιατρούς...

Τρίτη, 09 Αυγούστου 2016 13:12

Διαζύγιο και Παιδιά

Γράφει ο Διονύσης Σουρέλης,Ψυχολόγος, M.Sc., υπ. Διδάκτωρ συμβουλευτικής ψυχολογίας και ψυχοθεραπείας,
παν/μίου Middlesex, Λονδίνου. Εκπαιδευτής προγραμμάτων ψυχικής και κοινοτικής υγείας, παν/μίου Αιγαίου.

Το διαζύγιο είναι και αυτό ένα κομμάτι των ανθρώπινων σχέσεων, μέρος της οικογενειακής πραγματικότητας και φυσικά αποτελεί δικαίωμα των συντρόφων να το επιλέξουν. Οι συνθήκες χωρισμού ενός ζευγαριού διαφέρουν όπως διαφέρουν και τα στοιχεία της προσωπικότητας των ανθρώπων που πρέπει να τον διαχειριστούν. Όλοι αυτοί οι λόγοι καθιστούν το διαζύγιο μια πολυπαραγοντική διαδικασία που γίνεται ακόμα πιο πολύπλοκη όταν υπάρχουν ανήλικα παιδιά.

Μια λέξη κλειδί που θα μπορούσε να μας βοηθήσει είναι η ευθύνη και η ανάληψη της. Και οι δυο γονείς έχουν την υποχρέωση να είναι υπεύθυνοι για την ψυχική και σωματική υγεία των ανήλικων παιδιών τους και κατά συνέπεια θα έπρεπε να δρουν και να θέτουν τις προτεραιότητες τους σε σχέση με αυτή. Ένα διαζύγιο -και ως διαδικασία αλλά και ως ουσία- μπορεί να προκαλέσει στα παιδιά ποικίλα συναισθήματα και αντιδράσεις. Για παράδειγμα, το άγχος του αποχωρισμού κάποιου γονέα ή της συνεκτικότητας της οικογένειας, ο φόβος κατά τη διάρκεια πιθανών καυγάδων (που περιέχουν λεκτική ή σωματική βία), ο θυμός απέναντι σε κάποιον γονέα (ή και στους δύο) που το παιδί θα θεωρήσει υπεύθυνο για την διάλυση της σχέσης και κατά συνέπεια η θλίψη που μπορεί ακολουθήσει όλων αυτών είναι κάποια από αυτά.

Έτσι λοιπόν, η ποιότητα ζωής καθώς και η σωματική και ψυχική υγεία των ανήλικων παιδιών, θα πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα για τους γονείς. Ως πιο ώριμοι και ως ενήλικες πρέπει να βρουν ένα τρόπο να χτίσουν μια διαφορετικού τύπου σχέση με τον/την πρώην σύντροφο τους προς όφελος των παιδιών τους. Η σχέση αυτή θα πρέπει να δουλευτεί πάνω σε νέες βάσεις (μην ξεχνάμε ότι και οι δύο παραμένουν γονείς, άσχετα με το αν έχουν επιλέξει να χωρίσουν ως ζευγάρι) έτσι ώστε να είναι τουλάχιστον ανοιχτή σε συζητήσεις που θα έχουν ως στόχο την κοινή αλλά και σύμφωνη διαχείριση της φροντίδας των παιδιών.

Παρ’όλα αυτά πρέπει να επισημάνουμε πώς υπάρχουν πολλοί τρόποι διαχείρισης ενός διαζυγίου που σχετίζεται με ανήλικα παιδιά (κάθε ηλικίας), καθώς επίσης υπάρχουν πολλοί ειδικοί επαγγελματίες υγείας που θα μπορούσαν να βοηθήσουν εφόσον το ζευγάρι επιθυμεί μια επιστημονική προσέγγιση φροντίδας.

Κατηγορία Άρθρα Μελών
Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016 15:21

Σύνδρομο Γονικής Αποξένωσης

Η σημερινή μέρα ( 25 Απριλίου) είναι γνωστή ως Παγκόσμια Ημέρα Συνειδητοποίησης της Γονικής Αποξένωσης.

Μια ημέρα, που αν και δεν είναι τόσο παγκόσμια, όσο υπονοεί η ονομασία της, καθώς μέχρι στιγμής είναι καθιερωμένη μόνο σε δώδεκα αμερικανικές πολιτείες και τις Βερμούδες, έρχεται να επιβεβαιώσει ότι το συνηθέστατο πλέον και στη χώρα μας φαινόμενο των διαζυγίων, επηρεάζει ανεπανόρθωτα την παιδική ψυχή. Γιατί το Σύνδρομο Γονικής Αποξένωσης συμβαίνει, όταν ο ένας από τους δύο γονείς στρέφει εναντίον του άλλου το παιδί ή τα παιδιά τους. Και αυτός ο γονιός είναι συνήθως η μητέρα, η οποία κατά κανόνα αναλαμβάνει την κηδεμονία. Η μητέρα λοιπόν σε περίπτωση διαζυγίου στρέφει κάποιες φορές τα παιδιά εναντίον του πατέρα, καταστρέφοντας τα ψυχολογικά.Το Σύνδρομο Γονικής Αποξένωσης δεν είναι ακόμη αναγνωρισμένο από τον Αμερικανικό Ψυχολογικό Σύλλογο και φυσικά δεν αναγνωρίζεται από την Ελληνική Νομοθεσία. Μερικοί μελετητές προτιμούν αντ» αυτού τον όρο «Διαταραχή Γονικής Αποξένωσης».

Σύμφωνα με την ανοιχτή στις φεμινιστικές προσεγγίσεις και διακεκριμένη ψυχαναλύτρια Julia Kristeva, η οποία μιλάει από την πλευρά των γυναικών, οι σχέσεις μητέρας-παιδιού δεν είναι πάντα αγαστές. Για το παιδί η εικόνα της μητέρας, η οποία βρίσκεται εκτός των στερεοτύπων της πατριαρχικής «οργανωμένης» κοινωνίας, συνοδεύεται από μία πληθώρα συναισθημάτων και έτσι είναι δυνατό να παίρνει στο παιδικό ασυνείδητο μια μορφή, η οποία είναι όπως ακριβώς και ο πατέρας, φορέας εξουσίας. Αλλά, ενώ η εικόνα του πατέρα-κουβαλητή συνδέεται με το νόμο και την τάξη, η εικόνα της μητέρας, η οποία πλημμυρίζεται από συναισθήματα, μπορεί να είναι και τρομακτική. Ειδικά σε περιπτώσεις διαζυγίων, κατά τις οποίες το παιδί απομακρύνεται από τον ένα γονιό, συνήθως τον πατέρα, και διαμένει με τον άλλο, συνήθως τη μητέρα, τα χαρακτηριστικά του ενός γονιού είναι αυτά που υπερισχύουν στο παιδικό ασυνείδητο. Και αν το πατρικό πρότυπο λείπει, το οποίο ως συνδεόμενο με το νόμο και την τάξη, λειτουργεί ως εκλογικευτική δύναμη, η οποία δίνει μορφή στη μητρότητα και την απαλλάσσει από το συναισθηματικό πληθωρισμό, τότε η ισορροπία χάνεται και η μητρική εικόνα είναι δυνατόν, υπό όρους, να γίνεται στο επίπεδο τουλάχιστον του ασυνειδήτου, πραγματικό φόβητρο για το παιδί. Έτσι, αυτό το οποίο προέχει, σε περίπτωση διαζυγίου ή όχι, είναι η ισότιμη συμμετοχή και των δύο γονιών στην ανατροφή των παιδιών, ώστε να αποτρέπεται η ψυχική ανισορροπία που μπορεί να προκληθεί σε αυτά από την απουσία του ενός από τα δύο γονικά πρότυπα, η οποία είναι πιθανό να αλλοιώνει εκτός από – πράγμα αυτονόητο – την εικόνα του πατέρα, και αυτήν της μητέρας. Ίσως επομένως η αλλοιωμένη ασυνείδητη εικόνα της μητέρας, για την οποία μιλάει η Kristeva, να ενισχύεται σε περιπτώσεις διαζυγίων και για το λόγο αυτό να προκαλεί στα παιδιά την αποξένωση από τον πατέρα.

Σε πανελλήνια έρευνα ( Παπάνης, Ρουμελιώτου, Νάτσου, 2006) διαπιστώθηκε ότι το »σύνδρομο» αυτό έχει κάνει αισθητή την παρουσία του και στην Ελλάδα, δεδομένου ότι ο νόμος σκανδαλωδώς πριμοδοτεί τη μητέρα στην ανάληψη της κηδεμονίας των παιδιών. Η συχνότητά του μάλιστα αυξάνεται, όσο τα δικαστήρια λαμβάνουν ολοένα και περισσότερο υπόψη τη γνώμη των παιδιών κατά την εκδίκαση της επιμέλειας.

Τα στοιχεία της έρευνας είναι συντριπτικά:

* Η μητέρα αναλαμβάνει την κηδεμονία των παιδιών στο 87,1% των περιπτώσεων (85,7% των αγοριών και 88,1% των κοριτσιών) έναντι του 12,9% των περιπτώσεων, όπου ο πατέρας είναι ο υπεύθυνος κηδεμόνας των παιδιών (14,3% των αγοριών και 11,9% των κοριτσιών)

* Το 38,1% των αγοριών σε σχέση με το 68,3% των κοριτσιών διατηρεί επαφή μόνο με τη μητέρα του μετά το διαζύγιο. Αντιθέτως, το 11,9% των αγοριών και το 6,7% των κοριτσιών διατηρεί επαφές μόνο με τον πατέρα. Και με τους δύο γονείς έχει σχέσεις το 47,6% των αγοριών και το 23,3% των κοριτσιών, ενώ μόνο το 2,4% των αγοριών και το 1,7% των κοριτσιών δεν διατηρεί επαφές με κανέναν από τους δύο γονείς.

* Διαφοροποιήσεις παρουσιάζονται ανάμεσα στα δύο φύλα και όσον αφορά την απόδοση ευθυνών για το διαζύγιο. Συγκεκριμένα, το 46,3% των αγοριών και το 66,7% των κοριτσιών θεωρεί ότι υπεύθυνος για το χωρισμό είναι ο πατέρας. Τα ποσοστά αυτά μειώνονται σε 12,2% για τα αγόρια και 11,7% για τα κορίτσια, όταν υπεύθυνη για το χωρισμό θεωρείται μόνο η μητέρα. Το 41,5% των αγοριών και το 21,7% των κοριτσιών αποδίδουν την ευθύνη και στους δύο γονείς.

* Στους αστικούς χώρους περισσότερο υπεύθυνος για το χωρισμό θεωρείται ο πατέρας, γεγονός που ισχύει και για χωριά-μικρές πόλεις, σε μικρότερο ποσοστό.

* Το 61,1% των παιδιών ηλικίας 15-25 θεωρούν υπεύθυνο για το χωρισμό τον πατέρα, το 11,1% τη μητέρα και το 27,8% και τους δύο. Στην ηλικιακή ομάδα 26-36 ετών, το 22,2% θεωρεί υπεύθυνο τον πατέρα, το 22,2% τη μητέρα και το 55,6% και τους δύο.

* Ενώ μόλις το 28,9% των παιδιών ηλικίας 15-25 ετών διατηρεί επαφή και με τους δύο γονείς, στις ηλικίες 26-36 το ποσοστό αυτό αυξάνεται στο 88,9%. Η διαφοροποίηση αυτή είναι στατιστικώς σημαντική.

Πολλά από τα παιδιά των χωρισμένων γονιών θεωρούν ότι η απόφαση να αποπέμψουν συναισθηματικά τον πατέρα είναι απόρροια της δικής τους αυτόνομης βούλησης, ανεπηρέαστης από την επίδραση της μητέρας. Μάλιστα μερικές μητέρες διατρανώνουν σθεναρά ότι οι ίδιες προτρέπουν τα παιδιά τους να διατηρήσουν επικοινωνία με τον πατέρα. Κι όμως, οι πράξεις τους επιβεβαιώνουν το αντίθετο, με αποτέλεσμα να περνούν σχιζοειδή μηνύματα στα υπό την κηδεμονία τέκνα τους. Το παιδί που διατείνεται ότι έχει εν πλήρει συνειδήσει αρνηθεί τον πατέρα, συνήθως αγνοεί την υποσυνείδητή του επιθυμία να απαλλάξει τη μητέρα από κάθε ευθύνη, να την προφυλάξει από την αρνητική κοινωνική κριτική και ενδεχομένως, μέσω μιας περίεργης υπεραναπλήρωσης, να μετουσιώσει σε προστατευτικότητα την οργή που αισθάνεται γι» αυτήν, εξαιτίας της απόφασής της να χωρίσει τον πατέρα του (Gardner, R. Το σύνδρομο της γονικής αποξένωσης, σελ 74). Το σύνδρομο της γονικής αποξένωσης αποδίδεται στην μετάθεση της επιθετικότητας, που συνεπάγεται ένα συγκρουσιακό διαζύγιο, στα παιδιά και σε έναν συνδυασμό του Συνδρόμου της Στοκχόλμης (το παιδί αισθάνεται όμηρος της μητέρας και υιοθετεί τις συμπεριφορές που του υπαγορεύει, για να μην αντιμετωπίσει την οργή της) και του φαινομένου των »Ψευδών Αναμνήσεων» ( σύμφωνα με το οποίο η εικόνα του απόντος πατέρα σταδιακά αλλοιώνεται και αντικαθίσταται από μνήμες, που σπάνια ανιστοιχούν στην πραγματικότητα). Μητέρες που μισούν τον πρώην σύζυγο και χρησιμοποιούν τα παιδιά ως όπλο εναντίον του, που προσπαθούν να του αποσπάσουν περιουσιακά στοιχεία, που είναι κτητικές και διεκδικούν όλη την αγάπη των παιδιών, που θέλουν να διαγράψουν την προηγούμενη ζωή τους, για να κάνουν μια ανεμπόδιστη νεα αρχή, που υποκύπτουν σε ύποπτες παραινέσεις ακραίων φεμινιστριών, που πάσχουν από κατάθλιψη, που μειονεκτούν έναντι του πατέρα ή εξακολουθούν να τον ζηλεύουν, που βρίσκουν νέο σύντροφο, ενδεχομένως να υιοθετούν συμπεριφορές, που οδηγούν στο σύνδρομο αυτό. Σε κάθε περίπτωση, όμως, το σύνδρομο αποτελεί συναισθηματικό βιασμό για το παιδί και οι γονείς, που το υποκινούν πρέπει να παρακολουθήσουν οικογενειακή θεραπεία.

Το Σύνδρομο Γονικής Αποξένωσης αναγνωρίζεται από συμπεριφορές, όπως: Ξαφνικές δικαιολογίες των παιδιών, ώστε να ακυρώσουν τη συνάντηση με τον πατέρα, άρνηση να λάβουν δώρα ή χρήματα από αυτόν, απροθυμία να δουν πρόσωπα της οικογένειας του πατέρα, επισκέψεις της μητέρας σε μέρη που συχνάζουν τα παιδιά κα

ι απαγόρευση στους υπευθύνους να επιτρέπουν την πρόσβαση του πατέρα σε αυτά, απομάκρυνση της μητέρας από τον τόπο εργασίας και διαμονής του πατέρα κλπ.

Σε κάθε περίπτωση η απώλεια του παιδιού από το γονέα που χάνει την κηδεμονία αποτελεί περίοδο πένθους και συναισθηματικά μπορεί να αντιστοιχεί στο συμβολικό θάνατο του παιδιού.

Ευστράτιος Παπάνης * και Δρ Ιωάννης Λάμπρου

*Επίκουρος Καθηγητής Τμήματος Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου

Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016 20:27

Προσκόλληση

Το παιδί, ήδη από τον 7ο μήνα της ζωής του, αναπτύσσει έναν ισχυρό συναισθηματικό δεσμό με τη μητέρα του.

Το φαινόμενο αυτό λέγεται προσκόλληση του παιδιού στο μητρικό πρόσωπο. Απόρροια της προσκόλλησης αυτής είναι ότι το παιδί νιώθει το λεγόμενο άγχος του αποχωρισμού: φοβάται και ανησυχεί μήπως η μητέρα του το εγ¬καταλείψει και φύγει. Το άγχος αυτό κορυφώνεται μεταξύ του 13ου και του 18ου μήνα και ύστερα υποχωρεί σταδιακά. Από το 3ο έτος και ύστερα, τα περισσότερα παιδιά ξεπερνούν το άγχος του αποχω¬ρισμού και, χωρίς διαμαρτυρίες, μπορούν να βρεθούν μακριά από τη μητέρα τους και με άγνωστα πρόσωπα.

Η υπερνίκηση του άγχους του αποχωρισμού είναι ένα ορόσημο στην πορεία του ατόμου προς τη συναισθηματική ωριμότητα. Για το θέμα αυτό, ο κορυφαίος ψυχοδυναμικός στοχαστής Erik Erikson, το¬νίζει: «Το πρώτο κοινωνικό επίτευγμα του παιδιού είναι η επιθυμία του να αφήσει τη μητέρα έξω από το οπτικό του πεδίο, χωρίς να νιώ¬θει ιδιαίτερη ανησυχία ή οργή, διότι η μητέρα έχει πλέον γίνει για το παιδί τόσο μια εσωτερική βεβαιότητα όσο και μια εξωτερική προ¬βλεψιμότητα».
Δυστυχώς όμως, μερικά παιδιά συνεχίζουν να βιώνουν έντονο άγχος αποχωρισμού και πέραν του 3ου έτους, στις μεγαλύτερες ηλι¬κίες. Οι εκδηλώσεις του παρατεταμένου αυτού άγχους του αποχωρι¬σμού ποικίλλουν από τις ήπιες διαμαρτυρίες που προβάλλονται όταν π.χ. το παιδί πρέπει να πάει σχολείο τη Δευτέρα ή όταν οι γονείς το αφήνουν για να πεταχτούν στο γειτονικό σπίτι, έως τις έντονες πιε¬στικές παρορμήσεις για να παραμένει συνεχώς κοντά στη μητέρα του, όπως συμβαίνει π.χ. με το παιδί που παθολογικά απασχολείται συνεχώς με την υγεία της μητέρας του - και αυτό το χρησιμοποιεί, ως δικαιολογία, για να μένει μαζί της. Το παιδί λοιπόν που έχει έντο¬νο, παρατεταμένο, άγχος αποχωρισμού θεωρείται ότι είναι υπερε¬ξαρτημένο.
Κατά κανόνα, η προσκόλληση και η εξάρτηση του παιδιού από τη μητέρα δεν θεωρείται ότι αποτελεί πρόβλημα που πρέπει να μας ανησυχήσει. Στην πραγματικότητα, στα πρώτα χρόνια της ζωής του παιδιού, η εξάρτηση είναι όλως απαραίτητη, γιατί το ανθρώπινο γένος, αντίθετα από ό,τι συμβαίνει με τα μικρά των άλλων ζωικών ειδών, δεν είναι επαρκώς προετοιμασμένο να εξυπηρετήσει τις ανάγκες του, χωρίς την παρουσία των μεγάλων.
Ας δούμε ποιες είναι οι συνή¬θεις, οι τυπικές, αντιδράσεις του υπερεξαρτημένου παιδιού (Herbert, 1995).

Τυπικές αντιδράσεις του εξαρτημένου παιδιού

Μια μορφή συμπεριφοράς του παιδιού που δείχνει υπερβολική εξάρτηση είναι η αναζήτηση περιττής βοήθειας. Το εξαρτημένο παι¬δί, αντί να αυτενεργεί, πηγαίνει για βοήθεια στους μεγάλους, χωρίς να υπάρχει προφανής λόγος. Ζητάει βοήθεια όχι μόνο όταν συναντά κάποιο πραγματικό εμπόδιο, αλλά ακόμη και όταν πρέπει να κάνει κάτι το συνηθισμένο. Ένα άλλο σημάδι εξάρτησης είναι η συνεχής αναζήτηση σωματικής επαφής. Το παιδί π.χ. μπορεί να θέλει να κά¬θεται όλη την ώρα στην αγκαλιά της μητέρας του ή να κρατιέται σφι¬χτά επάνω της. Μια ακόμη συμπεριφορά ενδεικτική εξάρτησης είναι η αναζήτηση σωματικής εγγύτητας, η ανάγκη δηλαδή του παιδιού να βρίσκεται κοντά σε έναν μεγάλο. Μια άλλη ένδειξη είναι η συμπε¬ριφορά που αποβλέπει στην εξασφάλιση της προσοχής των άλλων. Το εξαρτημένο παιδί συστηματικά επιζητεί να το προσέχει ο ενήλι¬κος στον οποίο έχει προσκολληθεί, να του μιλάει, να κοιτάζει ή και να ασχολείται με κάτι που αυτό έχει φτιάξει κ.λπ. Σε τελευταία ανά¬λυση, υπερεξαρτημένο είναι το παιδί που επιζητεί αδιάλειπτα την επιβεβαίωση και την επιδοκιμασία των άλλων και που φανερώνει την προσωπική του ανικανότητα να βασίζεται στις δικές του δυνάμεις.
Πρέπει να μην ξεχνάμε ότι η φύση και η σπουδαιότητα των συμ¬πτωμάτων εξάρτησης αλλάζουν με την πάροδο της ηλικίας. Έτσι, οι παραπάνω μορφές συμπεριφοράς είναι απόλυτα φυσιολογικές για ένα παιδί ως το 3ο έτος της ηλικίας. Στο διάστημα, ανάμεσα στους 12 και στους 18 μήνες, όπως ήδη αναφέραμε, η ένταση της προσκόλ¬λησης φτάνει στο αποκορύφωμά της. Από το 3ο έτος όμως και ύστε¬ρα, τα περισσότερα παιδιά αποχωρίζονται τη μητέρα τους, τουλάχι¬στον για ένα μικρό χρονικό διάστημα, χωρίς να νιώθουν άγχος. Πριν όμως από αυτή την ηλικία, πριν από το 3ο έτος, πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί και να μην χαρακτηρίζουμε τις εκδηλώσεις προσκόλλησης του παιδιού ως προβληματικές.
¬Το πρόβλημα της υπερεξάρτησης μπορούμε να το κατανοήσου¬με καλύτερα, αν το εξετάσουμε μέσα στα πλαίσια ενός ευρύτερου τομέα της ψυχολογικής ανάπτυξης του παιδιού: πώς δηλαδή το βρέφος γίνεται μια ξεχωριστή, αυτόνομη, ατομικότητα.
Το θέμα αυτό της ατομικοποίησης του παιδιού παρουσιάζεται αμέσως παρακάτω (Herbert, 1995).


Η ασφαλής ανεξαρτητοποίηση προϋποθέτει την ασφαλή προσκόλληση

Το παιδί αρχίζει να ζει ως ξεχωριστό και ανεξάρτητο ήδη από τη γέννηση, όταν παύει η συντήρησή του διαμέσου του ομφάλιου λώρου. Αλλά στο στάδιο αυτό, το παιδί δεν είναι και ψυχολογικά απο¬χωρισμένο από τη μητέρα του.
Το βρέφος δεν αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως ξεχωριστό πρόσωπο, δεν τον αντιλαμβάνεται ως ένα άτομο ξεχωριστό από τους άλλους. Ο εαυτός του και το περιβάλλον του συγχέονται: δεν μπορεί να διακρίνει τον εξωτερικό κόσμο από τις εσωτερικές του εντυπώ¬σεις και τα συναισθήματά του. Η ουσία του προβλήματος είναι ότι το παιδί δεν έχει ακόμη αυτο-συνείδηση. Για να αποκτήσει το παιδί αυτή την αυτο-συνείδηση, πρέπει πρώτα να προσκολληθεί στη μητέρα του με το σημαντικότατο δεσμό της αγάπης. Η μητέρα είναι εκείνη που θα διαμορφώσει τις πρώτες «συναντησιακές» επαφές του παιδιού με τον κόσμο γύρω του και αυτές οι επαφές θα του αναπτύ¬ξουν τη συνείδηση του εαυτού και των άλλων.
Στη συνέχεια όμως, για να γίνει ένα άτομο αυτεξούσιο, πρέπει να αποσπαστεί, τουλάχιστον εν μέρει, από το προστατευτικό «κου¬κούλι» της μητέρας του και να αναπτύξει δικές του απόψεις, να αυ¬τονομηθεί.
Για να αναπτυχθούν οι απαραίτητες αυτές προσκολλήσεις και ο δεσμός της αγάπης, ο πρώτος χρόνος της ζωής είναι ο πιο αποφασι¬στικός. Μέσα στους πρώτους 12 μήνες, όλα σχεδόν τα βρέφη έχουν αναπτύξει ισχυρούς δεσμούς με τη μητέρα τους ή με κάποιο άλλο μητρικό πρότυπο. Και ευτυχώς που συμβαίνει αυτό! Γιατί ο άνθρω¬πος έχει μια μακρά «παιδική ηλικία», κατά την οποία δεν μπορεί να επιζήσει, χωρίς τη συνεχή παρουσία και τη φροντίδα των μεγάλων.
Έχει, λοιπόν, ζωτική σημασία να υπάρξει προσκόλληση ανάμεσα στο μητρικό πρόσωπο και στο παιδί. Το νεογέννητο είναι εξαρτημένο από τη στοργική παρουσία της μητέρας του, όχι μόνο για τη βιολογι¬κή του επιβίωση, αλλά και για την ψυχολογική του ολοκλήρωση. Για¬τί, όπως έχουν δείξει οι σχετικές έρευνες, η ασφαλής ανεξαρτητο¬ποίηση περνάει μέσα από την εξάρτηση. Πρέπει, στην πρώτη φάση, το παιδί να αναπτύξει ασφαλείς προσκολλήσεις και, στη συνέχεια, να κάνει τη μικρή του «αυτονομιστική επανάσταση» (γύρω στο 2ο προς το 3ο έτος) για να ανεξαρτητοποιηθεί.
Το θέμα της ανάπτυξης της προσκόλλησης εξετάζετε αμέσως παρακάτω (Herbert, 1995).

Η διαδικασία της προσκόλλησης

Τα περισσότερα βρέφη, ήδη από τον 4ο μήνα της ζωής τους, αν¬τιδρούν με διαφορετικό τρόπο στη μητέρα τους από ό,τι αντιδρούν στους άλλους ανθρώπους. Πολλοί θεωρητικοί πιστεύουν ότι η δια¬φορική αυτή αντίδραση έχει την αφετηρία της στη διαδικασία ικανο¬ποίησης, εκ μέρους της μητέρας, των βιολογικών αναγκών του παι¬διού και κυρίως της πείνας. Η βασική σκέψη εδώ είναι ότι τα βιώματα του παιδιού από το μητρικό θηλασμό ή το μπιμπερό είναι η πρώτη του εμπειρία κοινωνικής συμμετοχής και, συνάμα, η πρώτη του ευ¬καιρία για να μάθει να απολαμβάνει τη συναναστροφή του με τους άλλους. Η εμπειρία αυτή αποτελεί τη βάση για την κοινωνικότητά του. Επιπλέον, η σύνδεση ανάμεσα στην παρουσία της περιποιητικής μητέρας και στα ευχάριστα συναισθήματα που νιώθει το παιδί από την ανακούφιση της πείνας, ενσταλάζει μέσα του μια βασική συναισθηματική ανάγκη για τη μητέρα του – την εξάρτηση – που σιγά σιγά γίνεται περισσότερο επιτακτική από ό,τι οι απλές βιολογικές του ανάγκες.
Οι ερευνητές έχουν διαπιστώσει ότι τα παιδιά πολλές φορές φαίνεται να υπαγορεύουν εκείνα τη συμπεριφορά των γονέων τους, επιμένοντας ανυποχώρητα στις απαιτήσεις τους. Αρκετές μητέρες αναφέρουν ότι αναγκάζονται να ανταποκριθούν σε απαιτήσεις του παιδιού τους πολύ περισσότερο από ό,τι οι ίδιες θεωρούν πως είναι πραγματικά ευκταίο. Τα μωρά δεν κάθονται παθητικά, περιμένοντας να τους συμβεί κάτι, αλλά στρέφονται ενεργητικά προς το περιβάλ¬λον τους, αναζητώντας διερεθισμούς και διαπροσωπική αλληλεπί¬δραση. Από τους πρώτους κιόλας μήνες της ζωής του, το βρέφος χαμογελάει, γελάει, απλώνει τα χεράκια του και γουργουρίζει στη μητέρα του. Γρήγορα μαθαίνει ότι το κλάμα μπορεί να του εξασφα¬λίσει την προσοχή της μητέρας του και ότι, αν γελάσει ή σηκώσει τα χέρια του προς αυτήν, είναι πολύ πιθανό εκείνη να το πάρει στην αγκα¬λιά της. Έτσι, την χαιρετάει, την πλησιάζει και της προκαλεί ευχάρι¬στες αλληλεπιδράσεις που του εξασφαλίζουν την προσοχή της και ποικίλες ανταποδοτικές της αντιδράσεις, όπως να του κάνει ευχάρι¬στους ήχους, να το γαργαλάει, να το παίζει κ.λπ. Κάθε μητέρα έχει μια τεράστια επίδραση στη συμπεριφορά του παιδιού της, ενθαρρύ¬νοντας ορισμένες δραστηριότητες και αποθαρρύνοντας άλλες, και διαμορφώνει έτσι την προσωπικότητα του παιδιού. Αλλά και η δική της η συμπεριφορά διαμορφώνεται από το παιδί με πολλούς και πο¬λύπλοκους τρόπους.
Αυτό που θέλουμε εδώ να τονίσουμε είναι ότι οι ψυχολόγοι θεω¬ρούν τη μητέρα και το παιδί ως ένα ενιαίο και αμοιβαίο «σύστημα προσκόλλησης», το οποίο πάντοτε βρίσκεται σε λειτουργία, αλλά ιδιαίτερα στην αρχή της ζωής του παιδιού. Καθετί που επηρεάζει τον έναν από τους δύο έχει αντίκτυπο στον άλλον. Δεν μπορούμε, λοι¬πόν, να αναλύσουμε τα προβλήματα της υπερεξάρτησης του παι¬διού, χωρίς να μελετήσουμε τη συμπεριφορά της μητέρας προς το παιδί.
Έχουν γίνει πολλές προσπάθειες για να εξηγηθεί το φαινόμενο της προσκόλλησης του παιδιού στο μητρικό πρόσωπο. Ενδιαφέρου¬σα είναι η εργασία του Γερμανού ηθολόγου Konrad Lorenz. Ο Lorenz διαπίστωσε ότι τα νεογέννητα ζώα ακολουθούν σταθερά την πρώτη κινούμενη μορφή που θα τύχει να βρεθεί κοντά τους, έστω και αν αυτή δεν είναι η μητέρα τους. Αυτό το είδος της προσκόλλησης ονο¬μάζεται αποτύπωση και έχει παρατηρηθεί ότι είναι εντο¬νότερη σε κάποια συγκεκριμένη φάση της ανάπτυξης (κρίσιμη περίο¬δος) και, ακόμη, ότι μπορεί να αναπτυχθεί χωρίς η κινούμενη αυτή μορφή να έχει σχέση με την ικανοποίηση βιολογικών αναγκών του νεογέννητου.
Η πιο ολοκληρωμένη ερμηνεία για την ανάπτυξη της προσκόλλη¬σης έχει διατυπωθεί από τον Βρετανό ψυχίατρο John Bowlby. Ο Bowlby, στο βιβλίο του «Προσκόλληση και αποχωρισμός», υποστη¬ρίζει ότι, όπως και τα άλλα ζώα, έτσι και το ανθρώπινο βρέφος γεν¬νιέται με την ικανότητα της προσκόλλησης. Είναι «γενετικά προ¬γραμματισμένο» με έναν ιδιαίτερο τύπο βιολογικού και ψυχολογικού εξοπλισμού που κάνει το παιδί πιο ευαίσθητο στις διαπροσωπικές αλ¬ληλεπιδράσεις. Διαθέτει ένα ρεπερτόριο από αντιδράσεις (όπως το χαμόγελο, το βάδισμα, το βλέμμα), οι οποίες προσανατολίζουν την προσοχή των άλλων σε αυτό και στις ανάγκες του. Οι ανταποδοτικές επιδράσεις των προσώπων γύρω του στις προκλήσεις του αυτές ενι¬σχύουν ακόμη περισσότερο τις έμφυτές του αυτές αντιδράσεις, με αποτέλεσμα την έντονη επιθυμία του παιδιού να βρίσκεται κοντά
στο πρόσωπο αυτό. Αναπτύσσεται, δηλαδή, το φαινόμενο της προ¬σκόλλησης.
Στο παρακάτω κεφάλαιο αναφέρονται τα στάδια που ακολουθεί η διαδικασία αυτή ανά¬πτυξης της προσκόλλησης του παιδιού στο μητρικό πρόσωπο (Herbert, 1995).

Τα τρία στάδια στην ανάπτυξη της προσκόλλησης

Στην πορεία ανάπτυξης του φαινομένου της προσκόλλησης έχουν εντοπιστεί τρία επάλληλα στάδια:
α) Από τις πρώτες μέρες της ζωής του, το βρέφος ηρεμεί με την κοινωνική επαφή (χάδι, κούνημα της κούνιας κ.ά.). Μέσα στις πρώτες εβδομάδες αρχίζει κιόλας να ανταποκρίνεται στην παρουσία των αν¬θρώπων, χωρίς όμως να μπορεί να ξεχωρίσει τον έναν από τους άλ¬λους. Αυτό είναι το στάδιο της αδιαφοροποίητης προσκόλλησης, κα¬τά το οποίο το βρέφος δείχνει σημεία προσκόλλησης, χωρίς όμως αναφορά σε συγκεκριμένα πρόσωπα.
β) Γύρω στον 4ο μήνα, το βρέφος συμπεριφέρεται γενικά με τον ίδιο περίπου φιλικό τρόπο προς όλους, όπως και πριν, αλλά αντιδρά με τρόπο πιο χαρακτηριστικό προς τη μητέρα του. Μεταξύ του 5ου και του 7ου μήνα υπάρχει πια εκείνος ο δεσμός που κάνει το παιδί να θέλει να διατηρεί τοπική εγγύτητα με τη μητέρα του. Όταν η μη¬τέρα βγαίνει έξω από το δωμάτιο, το μωρό κλαίει και «προσπαθεί» να την ακολουθήσει Εμφανίζει το λεγόμενο άγχος του αποχωρισμού. Το βρέφος βρίσκεται πια στο στάδιο της μονοπροσωπικής προσκόλλη¬σης. Στην ηλικία αυτή τα παιδιά φαίνεται ότι περνάνε και από μια φάση ντροπαλότητας απέναντι στους ξένους είναι το λεγόμενο άγ¬χος προς τα ξένα πρόσωπα.
γ) Μερικούς μήνες μετά την εμφάνιση της μονοπροσωπικής προσκόλλησης, το βρέφος αρχίζει να διαμορφώνει πρόσθετες προσ¬κολλήσεις, πρώτα σε ένα ακόμη πρόσωπο (συνήθως στον πατέρα) και αργότερα σε περισσότερα (στα μεγαλύτερα αδέλφια, γιαγιά). Τον 18ο μήνα τα περισσότερα βρέφη έχουν ήδη αναπτύξει πρόσθετες προ¬σκολλήσεις, κυρίως προς πρόσωπα που έχουν στενή επαφή και αλλη¬λεπίδραση μαζί του. Αυτό είναι το στάδιο της πολυπροσωπικής προ¬σκόλλησης.
Αυτή η διαμόρφωση πρόσθετων προσκολλήσεων αναπτύσσεται και προχωρεί τόσο γρήγορα σε μερικά παιδιά που δίνεται η εντύπω¬ση ότι η πολλαπλή προσκόλληση παρουσιάζεται ταυτόχρονα με την πρώτη, τη μονοπροσωπική προσκόλληση. Ο αριθμός των προσώπων, στα οποία το παιδί προσκολλάται, είναι ανάλογος του αριθμού των προσώπων που έχουν στενή επαφή και αλληλεπίδραση μαζί του. Γε¬νικά, έχει διαπιστωθεί ότι τα άτομα που δίνουν στο παιδί πολλά δια¬προσωπικά ερεθίσματα - ακόμη και αν δεν είναι στις υποχρεώσεις τους να ικανοποιούν και να φροντίζουν τις πρωταρχικές, τις βιολογι¬κές, ανάγκες του - γίνονται αντικείμενα προσκόλλησης.
Η περίοδος αυτή των δύο πρώτων ετών, κατά την οποία σχημα¬τίζονται οι πρώτες προσκολλήσεις του παιδιού, είναι πραγματικά ευ¬αίσθητη. Παρεμβάσεις ή διάσπαση αυτών των συναισθηματικών δε¬σμών μπορεί να έχουν σοβαρό αντίκτυπο. Στη φάση αυτή έχει απο¬φασιστική σημασία να υπάρχει ένα ή περισσότερα πρόσωπα πολύ κοντά στο παιδί. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον ένα πρόσωπο που να του παρέχει σταθερή φροντίδα καθώς και πλούσια και ποικίλα διαπροσωπικά ερεθίσματα (οπτικά, ακουστικά, απτικά). Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι ένα πρόσωπο πρέπει να είναι σε συ¬νεχή επιφυλακή κάθε στιγμή ή να βρίσκεται πλάι στο παιδί σε εικοσι¬τετράωρη βάση. Απλώς σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει μια σταθερή συνέχεια. Σημασία έχει, όπως θα δούμε και παρακάτω, όχι ο χρόνος που μένει ο γονέας με το παιδί, αλλά η ποιότητα των ερεθισμάτων που του παρέχει.
Μερικοί θεωρητικοί θα έλεγαν ότι, για να αναπτυχθούν αυτές οι ασφαλείς πολυπροσωπικές προσκολλήσεις, απαιτείται μια πολύ με¬γαλύτερη χρονική περίοδος (όχι μόνο τα δύο πρώτα χρόνια της ζωής), γιατί στα περισσότερα παιδιά, αντιδράσεις έντονης προσκόλ¬λησης, όπως φαίνεται από το φόβο του αποχωρισμού, υπάρχουν μέ¬χρι το τέλος του 3ου χρόνου. Αν και η άποψη αυτή θεωρείται από πολλούς υπερβολική (συντηρητική), εντούτοις, αξίζει να την έχει στο μυαλό του ο γονέας, όταν αφήνει κάθε πρωί το μικρό νήπιο στον παιδικό σταθμό ή στο νηπιαγωγείο και αναλόγως να ερμηνεύει τις αντιδράσεις του παιδιού στον αποχωρισμό. Γενικά, πρέπει τα παιδιά να έχουν κλείσει τα τρία τους χρόνια για να μπορούν να νιώθουν ασφαλή σε άγνωστα μέρη, με «άγνωστα» πρόσωπα. Από την ηλικία αυτή και ύστερα, αρχίζει σταθερά η ανεξαρτητοποίηση του παιδιού. Τότε αρχίζει το παιδί να βασίζεται στον εαυτό του. Τότε αρχίζει, πραγματικά, την προσπάθειά του - μια μακρά και επώδυνη υπόθεση -να αποκόψει τον «ψυχολογικό ομφάλιο λώρο» και να αυτονομηθεί (Herbert, 1995).


Ο αποχωρισμός του παιδιού από τους γονείς του: Επιπτώσεις στην ψυχοκοινωνική του ανάπτυξη

Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι οι πρόωροι, παρατεταμένοι ή μόνιμοι αποχωρισμοί του παιδιού από τους γονείς του διαταράσσουν τον συναισθηματικό του κόσμο. Η μελέτη της συμπεριφοράς υγιών¬ φυσιολογικών παιδιών, τα οποία για κάποιον λόγο – παρατεταμένη παραμονή του γονέα στο νοσοκομείο, τοποθέτηση του παιδιού σε βρεφοκομείο - αποχωρίστηκαν από τους γονείς τους στο 2ο και 3ο έτος της ζωής τους, έχει δείξει ότι οι αντιδράσεις του παιδιού στον αποχωρισμό ακολουθούν μια αρκετά προβλέψιμη πορεία.
Στο πρώτο στάδιο το παιδί αντιδρά με κλάματα και θυμό. Απαιτεί την επιστροφή της μητέρας του και φαίνεται να ελπίζει πως θα πετύ¬χει να την φέρει πίσω. Αυτό το στάδιο αποτελεί τη φάση της «διαμαρ¬τυρίας» και συχνά διαρκεί αρκετές ημέρες.
Σιγά-σιγά όμως, το παιδί γίνεται ολοένα και πιο ήρεμο. Ενώ είναι φανερό ότι η απουσία της μητέρας το απασχολεί έντονα και εξακο¬λουθεί να λαχταρά την επιστροφή της, ωστόσο οι ελπίδες του έχουν σε μεγάλο βαθμό εξασθενίσει. Αυτό το στάδιο είναι η φάση της «α¬πελπισίας». Συχνά οι φάσεις αυτές, η διαμαρτυρία και η απελπισία, εναλλάσσονται: η ελπίδα γίνεται απελπισία και η απελπισία γίνεται ανανεωμένη ελπίδα.
Τελικά, επισυμβαίνει μια μεγαλύτερη αλλαγή στη στάση του παι¬διού απέναντι στην απουσία της μητέρας: το παιδί μοιάζει σαν να ξέ¬χασε τη μητέρα του, έτσι που, όταν την ξαναβλέπει, παραμένει ανε¬ξήγητα αδιάφορο απέναντί της, και μπορεί ακόμη να δείχνει ότι δεν την αναγνωρίζει. Αυτό λέγεται στάδιο της «αποκόλλησης».

Σε όλες αυτές τις φάσεις του αποχωρισμού, το παιδί είναι επιρ¬ρεπές σε εκρήξεις οργής και σε άλλες μορφές αυτοκαταστροφικής και καταστροφικής συμπεριφοράς.
Η συμπεριφορά του παιδιού, μετά το ξανασμίξιμο με τους γονείς του, εξαρτάται από τη φάση στην οποία βρισκόταν κατά τη διάρκεια του αποχωρισμού. Συνήθως, για ένα διάστημα, το παιδί είναι απαθές και αδιάφορο, σε ποιον όμως βαθμό και για πόσο διάστημα γίνεται αυτό, εξαρτάται από τη διάρκεια του χωρισμού και από το αν δεχό¬ταν ή όχι το παιδί συχνές επισκέψεις κατά την περίοδο αυτή. Για πα¬ράδειγμα, αν του λείψανε οι επισκέψεις για αρκετές εβδομάδες και έχει φθάσει στα πρώτα στάδια της αποκόλλησης, είναι πιθανόν ότι η έλλειψη ανταπόκρισης από μέρους του θα διαρκέσει για ένα διά¬στημα που ποικίλλει από λίγες ώρες μέχρι αρκετές ημέρες. Όταν τελικά αυτή η έλλειψη ανταπόκρισης υποχωρήσει, τότε το παιδί εκ¬δηλώνει έντονα αμφιθυμικά συναισθήματα απέναντι στη μητέρα του. Το παιδί κατακλύζεται από θύελλα συναισθημάτων: συνεχώς είναι «κολλημένο» επάνω στη μητέρα του και, όταν η μητέρα πάει να το αφήσει μόνο του, έστω και για μια στιγμή, νιώθει έντονο άγχος και οργή. Το παρακάτω παράθεμα είναι ένα κομμάτι από συνέντευξη μη¬τέρας ενός 4χρονου κοριτσιού, σχετικά με τις αντιδράσεις του παι¬διού της στον πρώιμο αποχωρισμό τους:
Από τότε που την άφησα - το παιδί ήταν τότε δύο ετών - γιατί έπρεπε να μείνω στο νοσοκομείο (δύο φορές, 17 μέρες την καθεμία) δεν με εμπιστεύεται πια. Δεν μπορώ να πάω πουθενά - ούτε μέχρι τη διπλανή γειτόνισσα ή στα μαγαζιά στη γωνία. Πρέπει πάντα να την πάρω μαζί μου. Δεν εννοεί να με αφήσει. Σήμερα, την ώρα του μεγά¬λου διαλείμματος, βγήκε από την πόρτα του σχολείου και ήλθε σπίτι τρέχοντας σαν τρελή. «Μαμά.., μου είπε, «νόμιζα πως έφυγες... Δεν μπορεί να το ξεχάσει. Τριγυρνάει στα πόδια μου όλη την ώρα. Δεν μπορώ να κάνω τίποτε άλλο. Κάθομαι, την παίρνω στην αγκαλιά μου και την χαϊδεύω και προσπαθώ να της δείξω ότι την αγαπώ. Αν δεν το κάνω, λέει: «Μαμά, δεν με αγαπάς πια... Πρέπει να είμαι συνεχώς μαζί της.
Ο Bowlby υποστηρίζει ότι, αν ο αποχωρισμός είναι παρατεταμέ¬νος - αν διαρκέσει πάνω από 6 μήνες - και συμπέσει με την εποχή που αρχίζει το παιδί να αλληλεπιδρά με τα πρόσωπα γύρω του και να κοινωνικοποιείται, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος το παιδί να μείνει στη φάση της «αποκόλλησης» μόνιμα. Αυτό συμβαίνει κυρίως, όταν το σοκ δεν απαλυνθεί με πολλή στοργή από κάποιον στον οποίον το παιδί θα μπορούσε να βασιστεί. Ο Bowlby ερμηνεύει μια τέτοιου εί¬δους αλληλουχία γεγονότων ως κάτι παρόμοιο με αυτό που συμβαί¬νει με το βαρύ πένθος στους ενηλίκους. Επειδή όμως το παιδί δεν μπορεί να καταλάβει τι συμβαίνει, δεν κατορθώνει να ξεπεράσει την εμπειρία της «αποστέρησης» και παραμένει «καθηλωμένο» σε αυ¬τήν. Έχει παρατηρηθεί ότι πολλά τέτοια παιδιά παραμένουν, μονί¬μως πλέον, κοινωνικώς αδιάφορα και συναισθηματικώς ψυχρά.
Αυτό που θέλουμε να τονίσουμε εδώ είναι ότι υπάρχουν βέβαιοι κίνδυνοι για το παιδί που πρόωρα αποχωρίζεται από τους γονείς του και, ιδιαίτερα, για το ορφανό παιδί. Ο Rutter μετά από μια κριτική θεώρηση πολλών ερευνητικών δεδομένων για το θέμα αυτό, κατέλη¬ξε στις εξής διαπιστώσεις:
α) Πολλά από τα παιδιά που μπαίνουν σε νοσοκομείο ή σε οικο¬τροφείο δείχνουν μια άμεση αντίδραση έντονης στενοχώριας και λύ¬πης.
β) Πολλά παιδιά παρουσιάζουν καθυστέρηση στην ανάπτυξή τους, αν συμβεί να εισαχθούν σε κακής ποιότητας ίδρυμα. Ακόμη μπορεί να παρουσιάσουν μειωμένες νοητικές ικανότητες, αν παρα¬μείνουν εκεί για μακρό χρονικό διάστημα.
γ) Υπάρχει σημαντική σχέση ανάμεσα στην εγκληματικότητα και στις διαλυμένες οικογένειες.
δ) Ο ανάλγητος ψυχοπαθητικός εγκληματίας έχει περάσει αλλεπάλληλες εμπειρίες αποχωρισμού ή/και έχει μείνει σε ίδρυμα στα πρώτα χρόνια της ζωής του.
ε) Ο νανισμός παρατηρείται ιδιαίτερα σε παιδιά απορριπτικών και άστοργων οικογενειών.

Το πώς το παιδί αντιμετωπίζει το πρόβλημα του αποχωρισμού εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πώς χειρίστηκαν τα πρόσωπα γύ¬ρω του, την προσωρινή απουσία ή την απώλεια των γονέων του. Στην περίπτωση του ορφανού παιδιού που έχει χάσει τον έναν γονέα, πολ¬λά εξαρτώνται από τα ψυχικά αποθέματα που διατηρεί ο επιζών γο¬νέας. Στη διπλή ορφάνια - όπου δεν υπάρχει γονέας για να απαλύνει το σοκ - το παιδί γίνεται περισσότερο ευάλωτο.

Υπάρχει και ένα άλλο είδος αποχωρισμού, ανάμεσα στο γονέα και στο παιδί, ο οποίος συμβαίνει παρόλο που οι γονείς και το παιδί βρίσκονται σταθερά μαζί. Είναι ο ψυχολογικός αποχωρισμός που προκαλείται από την απορριπτική στάση των γονέων απέναντι στο παιδί. Η γονεϊκή απόρριψη παίρνει τη μορφή της ψυχρότητας και της αδιαφορίας (παθητική απόρριψη) ή και τη μορφή της έκδηλης εχθρότητας και σκληρότητας εκ μέρους των γονέων (ενεργητική απόρριψη). Η απόρριψη δεν παίρνει πάντα τη μορφή σωματικής βίας ή πλήρους παραμέλησης. Μπορεί να είναι απόρριψη συναισθηματική και εσώτερη, τελείως αθέατη, έτσι που το παιδί να φτάνει στο σημείο να πιστεύει ότι η απλή του παρουσία, αυτή καθαυτή, κάνει τους γο¬νείς του δυστυχισμένους- ότι είναι ένας ανεπιθύμητος-ενοχλητικός μπελάς και κάτι που πρέπει να ταπεινωθεί, να εξουθενωθεί.
Οι απορριπτικοί γονείς έχουν την τάση όχι μόνο να αποθαρρύ¬νουν το παιδί να απαιτεί τη φροντίδα και τη στοργή τους, αλλά και να το τιμωρούν, όταν δείχνει συμπεριφορά εξάρτησης. Θα περίμενε, λοιπόν, κανείς ότι οι βαριές μορφές απορριπτικής συμπεριφοράς οδηγούν το παιδί στην καταστολή των εκδηλώσεων εξαρτημένης συμπεριφοράς. Αυτό φαίνεται καθαρά σε ευρήματα ερευνών, όπου τα επιθετικά αγόρια που έχουν απορριπτικούς γονείς παρουσιάζουν λιγότερη εξάρτηση από ό,τι παρουσιάζουν τα μη επιθετικά αγόρια που έχουν στοργικούς γονείς. Υπάρχει όμως μία εξαίρεση. Αν οι γο¬νείς είναι συγκρατημένοι ή είναι φειδωλοί στις εκδηλώσεις ενδιαφέ¬ροντος, αγάπης και στοργής προς το παιδί, αλλά ωστόσο δεν τιμω¬ρούν τις εκδηλώσεις εξάρτησης, είναι πιθανό να ενταθούν ακόμη πε¬ρισσότερο οι ανάγκες του παιδιού για προσοχή και φροντίδα. Το παι¬δί, δηλαδή, όσο πιο πολύ «σπρώχνεται» μακριά από τους γονείς του, τόσο περισσότερο «γαντζώνεται» επάνω τους, ζητώντας τη στορ¬γή και τη φροντίδα τους.
Η δυσκολία με την τάση του παιδιού για εξάρτηση είναι ότι κάθε παιδί έχει γευθεί τις χαρές της γονεϊκής φροντίδας. Ακόμη και η πιο απρόθυμη και αδιάφορη μητέρα δεν μπορεί να αποφύγει να ικανο¬ποιήσει κάποιες από τις ανάγκες του παιδιού της. Έτσι, το παιδί ξέ¬ρει τι του λείπει και λαχταράει περισσότερα - ιδιαίτερα αν δεν το έχουν ειδικά αποθαρρύνει με την τιμωρία. Σε αυτό ακριβώς το ση¬μείο βρίσκεται η διαφορά στην αντιμετώπιση ανάμεσα στα προβλή¬ματα εξάρτησης και στα προβλήματα άλλων θεμάτων ανατροφής του παιδιού, όπως π.χ. είναι τα θέματα της σεξουαλικής ορμής. Το πιθα¬νότερο είναι ότι οι εκδηλώσεις ερωτικής μορφής ποτέ δεν ενθαρρύ¬νονται από τους γονείς μάλλον αποδοκιμάζονται ή, στην καλύτερη περίπτωση, αγνοούνται από τους γονείς. Αντίθετα, στην περίπτωση των εκδηλώσεων εξάρτησης, ακριβώς εξαιτίας της πλήρους αδυνα¬μίας του παιδιού να αυτοεξυπηρετηθεί, είναι αδύνατο το παιδί να μην αμείβεται, έστω και σποραδικά, με κάποιες εκδηλώσεις φροντί¬δας και στοργής (Herbert, 1995).

Η υπερπροστασία και η ενίσχυση της εξάρτησης

Είδαμε προηγουμένως ότι υπάρχει ο γονέας ο απορριπτικός, που η συμπεριφορά του χαρακτηρίζεται από ψυχρή και αδιάφορη πα¬ραμέληση ή και από σκληρότητα και εχθρότητα. Όπως όμως συμ¬βαίνει συνήθως με αυτά τα θέματα, υπάρχει και το αντίθετο άκρο. Δεν έχουμε μόνο ελλειμματική γονεϊκή φροντίδα και στοργή, αλλά και υπερβολική-υπέρμετρη προστασία. Σε μια τέτοια περίπτωση, το παιδί μπορεί να κοιμάται στο ίδιο δωμάτιο με τους γονείς του για χρόνια. Η μητέρα έχει την τάση να το παραχαϊδεύει, να είναι πάνω του όλη την ώρα και να το προσέχει συνεχώς, να το αποθαρρύνει να παίρνει πρωτοβουλίες, να το εμποδίζει να ενεργεί με τρόπο ανεξάρ¬τητο κ.λπ. Ανησυχεί υπερβολικά για την υγεία του και γι’ αυτό του δίνει πολλά φάρμακα και το ντύνει βαριά. Πολύ συχνά συμβαίνει, για κάθε πρόβλημα του παιδιού, η μητέρα να σκέφτεται και να αποφασί¬ζει για λογαριασμό του παιδιού. Σε αντάλλαγμα αυτής της απόλυτης υπακοής του παιδιού, η μητέρα δείχνει υπερβολική ανεκτικότητα σε κάθε του ιδιοτροπία, προσπαθώντας έτσι να παρατείνει την παιδική του ηλικία και να το κρατήσει «δεμένο στην ποδιά της».
Οι υπερπροστατευτικοί γονείς συχνά παραπαίουν ανάμεσα στην κυριαρχική και στην υποτακτική συμπεριφορά: άλλοτε υποτάσσο¬ντας το παιδί στις δικές τους θελήσεις και άλλοτε υποτασσόμενοι οι ίδιοι στις θελήσεις του παιδιού. Αυτού του είδους η υπερπροστατευ¬τικότητα συχνά αποτελεί την κύρια αιτία να προκληθούν ψυχολογικά προβλήματα στα παιδιά. Πρόκειται γι’ αυτό που συχνά έχει αποκλη¬θεί «η αγάπη που πνίγει». Αν το παιδί αποθαρρύνεται και εμποδίζεται να αποφασίζει και να ενεργεί αυτόνομα, να εξερευνά τον κόσμο γύ¬ρω του και να πειραματίζεται, κινδυνεύει να καταντήσει ένα δειλό, αδέξιο και γεμάτο φόβους και αβεβαιότητα άτομο.
Πρέπει όμως να διευκρινιστεί ότι, εδώ, μιλάμε για πραγματικά ακραία γονεϊκή συμπεριφορά, η οποία είτε εμπεριέχει υπερβολική επιείκεια και υποχωρητικότητα (ο γονέας που κακομαθαίνει - χαλάει το παιδί) ή υπερβολική κυριαρχική διάθεση (ο γονέας που συνεχώς περιορίζει και καταπιέζει το παιδί) είτε τα συνδυάζει και τα δύο (Herbert, 1995).

Το κακομαθημένο παιδί

Ο όρος «κακομαθημένο παιδί» είναι, χωρίς αμφιβολία, από τους όρους που αφήνουν περιθώρια για πολλές ερμηνείες. Τι ακριβώς ση¬μαίνει, είναι, σε μεγάλο βαθμό, θέμα προσωπικής εκτίμησης. Είναι, άραγε, αλήθεια ότι «κακομαθαίνει» το παιδί, όταν π.χ. οι γονείς το παίρνουν αγκαλιά κάθε φορά που εκείνο κλαίει για να τραβήξει την προσοχή τους; Άραγε, όταν το παιδί επιδιώκει να πάρει από τον κα¬θέναν μας γύρω του ό,τι περισσότερο και ό,τι καλύτερο μπορέσει, το κάνει αυτό γιατί θέλει να έχει το «επάνω χέρι»;

Όταν ένα μωρό κλαίει, το κάνει γιατί σίγουρα χρειάζεται κάτι. Όμως, ούτε το ίδιο ούτε οι γονείς του ξέρουν πάντοτε τι ακριβώς χρειάζεται. Ανάμεσα σε αυτά που πραγματικά χρειάζεται, και μάλιστα σε αφθονία, είναι ασφαλώς η ανθρώπινη στοργική παρουσία και προ¬σοχή, τα πλούσια ερεθίσματα και οι περιβαλλοντικοί διερεθισμοί, κα¬θώς και η συντροφιά και η στενή διαπροσωπική αλληλεπίδραση. Πολ¬λοί ειδικοί πιστεύουν ότι σε όλες τις περιπτώσεις (εκτός από μια μό¬νο περίπτωση, τα προβλήματα του νυκτερινού ύπνου - αν βέβαια τα προβλήματα αυτά τα παρουσιάσει το παιδί, αφού προηγουμένως έχει φτάσει στο στάδιο να μπορεί να κοιμάται κανονικά όλη τη νύχτα) δεν υπάρχει κανένας απολύτως φόβος «να χαλάσει» ο χαρακτήρας του παιδιού, «να κακομάθει» το παιδί, με τη δοτική συμπεριφορά μας κα¬τά τη βρεφική ηλικία. Από την άλλη όμως πλευρά, ο φόβος μήπως δημιουργηθούν στο παιδί κακές συνήθειες συχνά ενσταλάζετε και φωλιάζει όλο και περισσότερο στις νεαρές, άπειρες μητέρες από ποι¬κίλες πηγές: από τους δικούς τους γονείς - υποτίθεται ότι εκείνοι είναι πιο έμπειροι. από τη δική τους την αγωνία να δώσουν στο παιδί τους μια σωστή ανατροφή, ακόμη και από δογματικούς, ανενημέρω¬τους για το τι λέει η επιστημονική έρευνα, ειδικούς. Οι άπειρες μη¬τέρες συχνά ακούνε να τις συμβουλεύουν και να τις προειδοποιούν ότι πρέπει να προσέξουν, γιατί πολλές κακές συνήθειες των παιδιών οφείλονται στην υπερβολική προσοχή που τους έδωσαν οι γονείς τους όταν ήταν μικρά. Με άλλα λόγια, γιατί «τα κακόμαθαν» οι γονείς τους, και έτσι τους έδωσαν το «πάνω χέρι».
Δυστυχώς, οι ατυχείς γονείς σύρονται προς δύο αντίθετες κα¬τευθύνσεις: προς τη μια που τους λένε ότι αν είναι ανεκτικοί, το παι¬δί θα γίνει ένας εγωκεντρικός, καθόλου αγαπητός και ισχυρογνώμων τύραννος και προς την άλλη που τους λένε ότι, αν είναι υπερβολικά αυστηροί, αν είναι αυταρχικοί και τιμωρητικοί, η στάση τους αυτή θα έχει ως αποτέλεσμα το παιδί τους να γίνει ένα υποχωρητικό, άβουλο και υποτακτικό πλάσμα, μια χαμερπής ασημότητα.
Έχει λεχθεί ότι οι γονείς, κατά κανόνα, βρίσκονται κάπου ανά¬μεσα σε δύο ακραίες απόψεις σχετικά με την πραγματική φύση της παιδικής ηλικίας. Οι απόψεις τους αυτές - οι οποίες σημειωτέον δεν λειτουργούν πάντοτε στο συνειδητό επίπεδο - επηρεάζουν σημαντι¬κά τον τρόπο που χειρίζονται διάφορα θέματα ανατροφής και, ιδιαί¬τερα, το θέμα της πειθάρχησης-χειραγώγησης του παιδιού. Στο ένα άκρο βρίσκεται η απαισιόδοξη άποψη, η οποία βλέπει το παιδί ως «φύσει κακό» βλέπει, μέσα και ολόγυρα στο αναπτυσσόμενο παιδί, το «προπατορικό αμάρτημα». Σαν να βρίσκεται, ας πούμε, μέσα στο παιδί ένας «ανεξέλεγκτος», «όλο μηχανορραφίες», «άπληστος» μι¬κρός διάβολος που πρέπει να καταπνιγεί με κάθε τρόπο. Επιτήρηση και πειθαρχία είναι οι όροι «κλειδιά» αυτής της θεωρίας, η οποία θα μπορούσε να ονομαστεί η σχολή του «κτυπώ το κακό στη ρίζα του». Στο άλλο άκρο βρίσκεται η άποψη, η οποία βλέπει το παιδί ως «φύσει καλό», ως μια εξιδανικευμένη και ρομαντική έκφανση του «ευγενούς αγρίου». Οι οπαδοί αυτής της άποψης βλέπουν, μέσα και ολόγυρα στις δυνάμεις ανάπτυξης του παιδιού, την έμφυτη αρετή. Κάθε εί¬δους παρέμβαση στις «φυσικές», «ενστικτώδεις» ή «αυθόρμητες» διαδικασίες ανάπτυξης είναι λάθος. «Η φύση ξέρει καλύτερα, το παν είναι η ελευθερία» είναι το απόσταγμα αυτής της εξίσου απλουστευ¬τικής, αλλά αισιόδοξης, άποψης.
Αυτές οι δύο απόψεις φαίνονται καθαρά στη στάση που κρατάνε οι μητέρες απέναντι στο κλάμα των μικρών παιδιών. Ο John και η EIi¬zabeth Newson, στην έρευνά τους για την ψυχοδυναμική της οικο¬γένειας στο Nottingham, διαπίστωσαν ότι οι πιο αυστηρές μητέρες ήταν πεπεισμένες - το θεωρούσαν θέμα αρχής - ότι τα παιδιά πρέπει μερικές φορές να τα αφήνουμε να κλαίνε. Κατά την άποψή τους, όλα τα παιδιά έχουν την τάση να είναι πεισματάρικα και πονηρά. Ήδη από την ηλικία των 12 μηνών έχουν διαμορφώσει χαρακτηριστικά που χρειάζεται να αντιμετωπιστούν χωρίς υποχωρήσεις. Το παιδί πρέπει να μάθει «ποιος είναι το αφεντικό» και, στην ηλικία των12 μηνών, δεν ήταν και τόσο μικρό για να μην μπορεί να καταλάβει ότι δεν είναι δυνατό να γίνεται πάντα το δικό του. Αυτές οι μητέρες επέμεναν ότι τα παιδιά δεν πρέπει να τα αφήνουμε να συνηθίσουν στην επιείκεια και ότι κάθε πρόσκαιρη χαλάρωση των κανόνων θα μπορούσε να τα συνηθίσει σε κάτι τέτοιο. Οι Newsons, στις συνε¬ντεύξεις τους, άκουσαν συχνά τους γονείς να τους λένε ότι, όταν η οικογενειακή ζωή ξέφευγε από τον καθημερινό της ρυθμό – όπως π.χ. όταν είχαν κάποια επίσκεψη στο σπίτι ή σε περιόδους διακοπών, αναγκάζονταν συχνά να παίρνουν αγκαλιά το μωρό όταν έκλαιγε, «για να μην ενοχλούνται οι άλλοι» και ότι αυτό είχε ολέθρια αποτε¬λέσματα στο χαρακτήρα του παιδιού. Έπειτα από κάθε τέτοια παρα¬χώρηση-υπαναχώρηση, οι γονείς ένιωθαν ότι ήταν πολύ δύσκολο να κερδίσουν το «χαμένο έδαφος» στην ανατροφή του μωρού τους. Γι’ αυτή την ομάδα των μητέρων συνεπώς, το να αφήσουμε το παιδί να κλαίει ήταν ένα αναπόφευκτο μέρος της σωστής ανατροφής του παι¬διού.
Από την άλλη πλευρά, στην ομάδα των ανεκτικών μητέρων, ήταν κοινή η πεποίθηση ότι τα μωρά, ιδιαίτερα σε μια τέτοια τρυφερή ηλι¬κία, δεν κλαίνε χωρίς λόγο. Αυτές οι μητέρες πίστευαν ότι το κλάμα- και η δυσθυμία γενικότερα - θα πρέπει να αποφεύγεται όσο το δυ¬νατόν περισσότερο, για το καλό της ψυχικής και σωματικής υγείας του παιδιού. Οι Newsons βρήκαν ότι η βαθύτερη πίστη και στάση των γονέων αυτών είναι ότι ένα παιδί που κλαίει είναι ένα δυστυχισμένο παιδί. Ποτέ δεν πέρασε από το μυαλό των γονέων αυτών ότι η δοτική τους στάση απέναντι στο παιδί, ιδιαίτερα σε σχέση με το κλάμα, χα¬λάει το χαρακτήρα του παιδιού, ότι το παιδί κακομαθαίνει. Πίστευαν ότι η ανησυχία και η δυσθυμία του παιδιού δεν έχει καμιά ηθική διά¬σταση και φυσικά πρέπει, όσο είναι δυνατόν, να την προλαβαίνουμε στα παιδιά.
Αυτές οι αντικρουόμενες απόψεις περιπλέκουν επίσης και τις αντιλήψεις μας για θέματα πειθαρχίας και τιμωρίας, θέματα τα οποία δεν είναι (ή δεν θα πρέπει να είναι) σε καμιά περίπτωση ταυτόσημα.
Πάντως τα μέχρι τώρα δεδομένα δεί¬χνουν ότι είναι σχεδόν αδύνατο να «χαλάσει» ο χαρακτήρας ενός παιδιού, εξαιτίας της δοτικής συμπεριφοράς των γονέων, κατά τον πρώτο χρόνο της ζωής του. Όμως, είναι δυνατόν να πέσει τότε ο σπόρος, από την πλευρά των γονέων, για να συμβεί κάτι τέτοιο αρ¬γότερα. Είναι βέβαιο ότι τα παιδιά, που όταν ήταν βρέφη, οι γονείς τους έσπευδαν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους αμέσως μόλις τις εκδήλωναν, κλαίνε λιγότερο στις επόμενες ηλικίες από ό,τι τα παιδιά που οι γονείς τους έδειχναν αδιαφορία. Όμως η απλόχερη και άμεση αυτή ικανοποίηση των αναγκών του παιδιού από τους γονείς πρέπει να γίνεται μόνο κατά τον πρώτο χρόνο της ζωής, τότε δηλαδή που το παιδί βρίσκεται σε απόλυτη εξάρτηση από τους άλλους. Δεν πρέ¬πει να συνεχίζεται και στα επόμενα χρόνια. Από το 2ο έτος και ύστε¬ρα πρέπει να ενισχύεται η αυτονομία του παιδιού.
Σε μια έρευνα για την εξάρτηση, από τις πιο εμπεριστατωμέ¬νες, διαπιστώθηκε ότι σχεδόν το 50% των μητέρων, που εξετάστη¬καν, ανταποκρίνονταν στο κλάμα του μωρού τους - συνήθως (ή, σε μερικές περιπτώσεις, πάντοτε) παίρνοντας το μωρό αμέσως αγκαλιά. Μια τέτοια άμεση ανταπόκριση των μητέρων δεν είχε καμιά αιτιολο¬γική συνάφεια με την εξάρτηση που αργότερα παρουσίαζαν τα παι¬διά. Το 1/3 των μητέρων ήταν ευερέθιστες και τιμωρούσαν συχνά τα παιδιά τους, όταν πήγαιναν από πίσω τους και ήθελαν αγκαλιά. Δια¬πιστώθηκε ότι οι μητέρες αυτές με τα νευρικά τους αυτά μαλώματα, καθώς οι ίδιες προσπαθούσαν να κρατήσουν το παιδί μακριά τους, αύξαναν τη συχνότητα των εκδηλώσεων εξάρτησης. Τα πιο εξαρτη¬μένα παιδιά ανήκαν σε μητέρες, οι οποίες, ενώ στην αρχή για λίγο απέρριπταν θυμωμένες τις εκδηλώσεις της εξάρτησης, όμως τελικά ενέδιδαν, παρέχοντας έτσι στο παιδί μερική ενίσχυση.
Φαίνεται ότι οι μητέρες, που, κατά τη βρεφική ηλικία, πρόθυμα ανταποκρίνονται και ικανοποιούν τις ανάγκες του παιδιού, δημιουρ¬γούν στο παιδί τη λεγόμενη ασφαλή προσκόλληση δηλαδή, τα παι¬διά αυτά αργότερα νιώθουν σιγουριά και εσωτερική ασφάλεια, ακόμη και όταν η μητέρα τους δεν βρίσκεται μαζί τους. Αντίθετα, οι μητέ¬ρες, που, κατά τη βρεφική ηλικία, δεν ικανοποιούν τις ανάγκες του παιδιού, δημιουργούν στα παιδιά τους τη λεγόμενη ανασφαλή προσ¬κόλληση δηλαδή, τα παιδιά νιώθουν ανασφάλεια και αβεβαιότητα ακόμη και όταν η μητέρα τους βρίσκεται μαζί τους. Γι’ αυτό, τα παι¬διά αυτά θέλουν να είναι όλη την ώρα μαζί με τη μητέρα τους, αλλά και όταν είναι μαζί της, συνεχώς διαμαρτύρονται και παραπονούνται ότι η μητέρα τους θα τα εγκαταλείψει (Herbert, 1995).


Δεξιότητες αυτοεξυπηρέτησης: Ένας δείκτης της ανεξαρτητοποίησης του παιδιού

Η ανεξαρτητοποίηση ενός παιδιού φαίνεται και στο βαθμό που κατορθώνει το παιδί να αυτοεξυπηρετείται. Το επίπεδο αυτοεξυπη¬ρέτησης που οι γονείς περιμένουν από τα παιδιά τους εξαρτάται όχι μόνο από τις προσωπικές τους αντιλήψεις, αλλά και από την κοινω¬νία στην οποία ζουν. Σε παλιότερες εποχές αναμενόταν ότι τα παιδιά θα άρχιζαν να συνεισφέρουν στο οικογενειακό εισόδημα από την πρώτη ακόμη παιδική ηλικία. Επίσης, σε μερικές κοινωνίες οι μητέ¬ρες συνεχίζουν το θηλασμό, τα χάδια και τις αγκαλιές για πολύ πε¬ρισσότερο χρόνο από ό,τι σε άλλες.
Η έρευνα των Newsons στο Nottingham, για το πώς μεγαλώνουν οι γονείς τα παιδιά τους, μας δίνει πληροφορίες για το πόση αυτοε¬ξυπηρέτηση αναμενόταν από παιδιά που μεγάλωναν στη βρετανική αυτή πόλη. Τα παιδιά, ήδη από την ηλικία των τεσσάρων ετών, σε ποσοστό 79%, μπορούσαν να κάνουν μικροψώνια στα μαγαζιά της γειτονιάς, αν και πολλές φορές οι μητέρες τους θα έπρεπε να τα περιμένουν έξω από το κατάστημα, ενώ γινόταν η συναλλαγή. Επί¬σης, σε ποσοστό 17% ντύνονταν μόνα τους το πρωί, σε ποσοστό 39% αναλάμβαναν να αλλάζουν το βράδυ και σε ποσοστό 34% τα¬κτοποιούσαν μόνα τους τα παιχνίδια τους. Σχετικά με την ανάγκη σωματικής επαφής με τους γονείς, οι Newsons διαπίστωσαν ότι το 97% των μητέρων καλοδέχονταν και ενθάρρυναν τις εκδηλώσεις τρυφερότητας σε αυτή την ηλικία, παρότι σε μερικές περιπτώσεις οι εκδηλώσεις αυτές δεν ευχαριστούσαν το παιδί. Η αποποίηση αυτή μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί ένα εντελώς φυσιολογικό βήμα στην ανάπτυξη του παιδιού ως αυτόνομης προσωπικότητας.
Υπάρχουν βασικές διαφορές στην ανάπτυξη της ανεξαρτητο¬ποίησης ανάμεσα στα αγόρια και στα κορίτσια. Τα κορίτσια, αν και μαθαίνουν τις διάφορες δεξιότητες αυτοεξυπηρέτησης περίπου στην ίδια ηλικία - αν όχι και νωρίτερα - με τα αγόρια, ωστόσο τεί¬νουν να δείχνουν πιο έντονη συμπεριφορά προσκόλλησης και μεγα¬λύτερη ανάγκη για σωματική επαφή με τους γονείς τους από ό,τι τα αγόρια της ίδιας ηλικίας. Αυτή η διαφορά πιθανόν να είναι το αποτέ¬λεσμα της διαφορικής συμπεριφοράς που η κοινωνία περιμένει από κάθε φύλο. Σε πολλές κοινωνίες η εξαρτημένη συμπεριφορά είναι αποδεκτή για τα κορίτσια, ενώ τα αγόρια, από νωρίς πρέπει να απο¬δεικνύουν την ανεξαρτησία τους, τόσο τη σωματική όσο και τη συ¬ναισθηματική.
Η ανάπτυξη της ανεξαρτησίας δεν προχωρεί πάντοτε με σταθε¬ρότητα. Μπορεί ακόμη καμιά φορά να γίνουν και βήματα προς τα πί¬σω. Μια έντονη εσωτερική σύγκρουση στη ζωή του παιδιού είναι δυ¬νατό να οδηγήσει σε ψυχολογική παλινδρόμηση και αυτό συνεπάγε¬ται κάποια απώλεια ανεξαρτησίας. Κλασικό παράδειγμα παλινδρόμη¬σης είναι το νήπιο που ξαφνικά βρίσκεται να μοιράζεται την αγάπη και την προσοχή της μητέρας του με ένα νεογέννητο αδελφάκι. Η ζήλια του τότε συχνά συνοδεύεται από ένα είδος συμπεριφοράς που φανερώνει επιστροφή σε προγενέστερης ηλικίας τρόπους προσαρ¬μογής. Μπορεί να αρχίσει πάλι να κλαίει και να παραπονιέται, να κρε¬μιέται από τη φούστα της μητέρας του, να μιλάει σαν μωρό και ακόμη «να βρέχεται» επάνω του. Αυτή η εκζήτηση της προσοχής των άλλων δείχνει ότι το παιδί έχει καταλήξει στο συμπέρασμα πώς, για να διεκ¬δικήσει την προηγούμενη μονοπωλιακή θέση του, το μόνο που μπο¬ρεί να κάνει είναι να ξαναγίνει «μωρό».
Αν οι γονείς παρατηρήσουν στο παιδί τους κάποια σημάδια πα¬λινδρόμησης, μπορεί να χρειαστεί, για να το βοηθήσουν, να του προ¬σφέρουν απλόχερα αγάπη και προσοχή, αλλά όχι με τρόπο και σε χρόνο που να φαίνεται ότι επιβραβεύουν τις ανώριμες παλινδρομι¬στικές πράξεις του. Ο Freud διατύπωσε την άποψη ότι, όταν ένα άτο¬μο δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις μιας περισσότερο ώριμης ζωής, παλινδρομεί σε ένα προγενέστερο στάδιο της εξέλιξής του, στο οποίο ήταν αποτελεσματικό και ευτυχισμένο. Έτσι, το νήπιο που βιώνει υπέρμετρο άγχος, γιατί η μητέρα του χρησιμοποιεί αυ¬στηρό και σκληρό τρόπο για να το ασκήσει στη χρήση της τουαλέτας, μπορεί να παλινδρομήσει στην ανημποριά και στην πλήρη εξάρτηση της βρεφικής ηλικίας. Τέτοιες όμως παλινδρομιστικές στρατηγικές είναι συνήθως αυτο-αναιρετικές, γιατί προκαλούν την οργή των γο¬νέων. Πάντως, το ζηλιάρικο παιδί, που νιώθει ότι κάποιος άλλος παίρ¬νει την αγάπη της μητέρας του, θα καλοδεχτεί κάθε ενασχόληση των γονέων μαζί του, έστω και αν αυτή είναι αρνητική, ακόμη και αν πρό¬κειται για πράξεις επώδυνης τιμωρίας (Herbert, 1995).

Καλύτερα να προλαμβάνουμε παρά να θεραπεύουμε

Φαίνεται ότι πρέπει να υπάρχει μια ενδιάμεση κατάσταση ανάμε¬σα αφενός στον υπερπροστατευτικό γονέα - που με τη συμπεριφορά του κάνει το παιδί ανασφαλές και προσκολλημένο επάνω του, γιατί δεν το αφήνει ποτέ να τον «αποχωριστεί» συναισθηματικά και να προσπαθήσει να κάνει κάτι μόνο του - και αφετέρου στον απορριπτι¬κό γονέα - που κάνει και αυτός το παιδί ανήσυχο και κολλημένο επάνω του, γιατί, για να το πειθαρχήσει, το απειλεί συνεχώς ότι θα το εγκαταλείψει, και που το αφήνει να καταλάβει ότι είναι ανεπιθύ¬μητο και δεν βλέπει την ώρα που θα απαλλαγεί από την παρουσία του. Επίσης, κάποια ενδιάμεση κατάσταση πρέπει να υπάρχει ανάμε¬σα στον υπερ-επιεική (τον απεριόριστα ανεκτικό) και τον υπερ-πε¬ριοριστικό και κυριαρχικό (τον αυταρχικό) τρόπο ανατροφής και πει¬θάρχησης του παιδιού.
Όταν οι γονείς επιχειρούν να καθορίσουν ποιες είναι οι βασικές αρχές που πρέπει να εφαρμόσουν για να βοηθήσουν το παιδί τους να ασκήσει αποτελεσματικό έλεγχο στο περιβάλλον, πρέπει να έχουν κατά νου ότι το παιδί, στην πορεία της ανάπτυξής του, περ¬νάει από διάφορα επάλληλα ποιοτικώς διαφοροποιημένα επίπεδα κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Κάθε τέτοιο επίπεδο αντιστοιχεί σε δια¬φορετικής μορφής κοινωνικές απαιτήσεις. Ο Danziger περιγράφει τις αναπτυξιακές αυτές διαφοροποιήσεις ως εξής:
Μια διάκριση των διαφόρων μορφών υποστήριξης, που το παιδί απαιτεί και δέχεται από τους γονείς, γίνεται με βάση το στάδιο ανάπτυξής του. Σε ένα πρώτο στάδιο, η υποστήριξη αυτή είναι βασικά βιο-σωματική και συνδέεται με την ικανοποίηση των πρωταρχικών βιολογικών αναγκών του παιδιού, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκών του για σωματική επαφή και περιβαλλοντική σταθερότητα. Στο επόμενο στάδιο, το παιδί χρειάζεται υποστήριξη στην ενεργό εξερεύνηση του φυσικού και κοινωνικού του περιβάλλοντος, διαμέ¬σου του πειραματικού χειρισμού των διαφόρων αντικειμένων και δια¬μέσου της υπόδυσης ρόλων. Τελικά, το παιδί ψάχνει για υποστήριξη στις προσπάθειές του να ακολουθήσει κανόνες και να συμμορφώνε¬ται προς τις ηθικές επιταγές.
Θα μπορούσε να πει κανείς ότι οι απαιτήσεις που έχει το παιδί για υποστήριξη από τους γονείς του είναι απαιτήσεις για αναγνώριση και για επιβεβαίωση του εαυτού του ως κάποιας ύπαρξης, μόνο όμως που η αναγνώριση και η επιβεβαίωση αυτή του εαυτού του παίρνει διαφορετική μορφή στις διάφορες ηλικίες. Στην αρχή, το παιδί έχει ανάγκη να αναγνωριστεί ως εξαρτημένη ύπαρξη που πρέπει να της παρασχεθεί προστασία και ανθρώπινη επαφή. Αργότερα, έχει ανάγκη να αναγνωριστεί ως ένα δραστήριο και εκτελεστικό πλάσμα που θέλει να το προσέχουν και που έχει ανάγκη τα πραγματικά ή φανταστικά του κατορθώματα να επιβεβαιώνονται από τους γύρω του. Τελικά, ζη¬τάει να επιβεβαιωθεί ως ένα καλό πλάσμα που γνωρίζει τους κοινωνι¬κούς και ηθικούς κανόνες και ενεργεί σύμφωνα με τους κανόνες αυ¬τούς (Herbert, 1995).
¬

Το παιδί του διαζυγίου

Ορισμένες φορές οι γονείς έπειτα από μια επώδυνη πορεία καταλήγουν στο διαζύγιο. Οι συνθήκες δεν είναι εύκολες για τους διαζευγμένους και κανένας δεν μένει ικανοποιημένος από μία τέτοια λύση. Εάν οι γονείς φτάσoυν τελικά σε αυτή την απόφαση, πρέπει να σκεφτoύν το αντίκτυπο που θα έχει στα παιδιά τους και πώς πρέπει να χειριστούν την κατάσταση. Το διαζύγιο είναι μία από τις χειρότερες εμπειρίες στη ζωή ενός παιδιού. Το αν θα τους προκαλέσει ψυχολογικά προβλήματα ή όχι εξαρτάται αφενός από την προσωπικότητα του παιδιού και αφετέρoυ από το χειρισμό των γονιών. Αυτοί έχουν την υποχρέωση να προστατεύσουν το παιδί και να το απομακρύνουν από τις συγκρούσεις και τις βίαιες καταστάσεις που πιθανόν εξελίσσονται στην οικογένεια. Το πιο σοβαρό λάθος είναι η εκμετάλλευση του παιδιού, η τοποθέτησή του στο μέσο της δίνης που παρασύρει τους ίδιους τους γονείς και η προσπάθεια του καθενός να το χρησιμοποιήσει για δικό του συμφέρον.

Η τραυματική εμπειρία του διαζυγίου έχει άμεσα και έμμεσα αποτελέσματα. Μελέτες δείχνουν ότι τα παιδιά ελπίζουν στην επανασύνδεση της οικογένειας ακόμη και έπειτα από δέκα με δεκαπέντε χρόνια. Στη ζωή τους ως ενήλικοι έχουν μειωμένη ικανότητα να διαμορφώσουν σταθερές σχέσεις με άτομα του άλλου φύλoυ. Το παιδί των διαζευγμένων γονιών έχει πολλές πιθανότητες να γίνει ένας οξύθυμος, ανασφαλής και επιθετικός ενήλικος. Υπάρχουν όμως και μελέτες σύμφωνα με τις οποίες τα παιδιά αυτά τα καταφέρνoυν καλύτερα από εκείνα που ζουν σε δυστυχισμένες οικογένειες με διαρκείς εντάσεις και καυγάδες, αλλά οι γονείς τους δεν είναι χωρισμένοι. Μία από τις σημαντικότερες παραμέτρους που καθορίζει τις επιπτώσεις της διάλυσης της οικογένειας στα παιδιά είναι η στάση των γονιών πριν από και μετά το διαζύγιο.

Η στάση των γονιών

Το πρώτο θέμα που συνήθως τίθεται είναι σχετικό με την ανακοίνωση του διαζυγίου. Οι εξηγήσεις που θα δοθούν στο παιδί θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο κοντά στην αλήθεια. Καλό είναι να τονιστεί ότι πρόκειται για μια κοινή απόφαση που αφoρά μόνο στους γονείς. Τα παιδιά -ιδίως μικρότερης ηλικίας- έχουν την τάση να ερμηνεύουν τα πάντα με επίκεντρο τον εαυτό τους. Έτσι, συχνά βιώνουν το διαζύγιο ως εγκατάλειψη, απόρριψη ή ενοχοποιούν τον εαυτό τους ότι είναι κακά παιδιά και γι’ αυτό ο γονιός που έφυγε δεν τα αγαπά. Τα μεγαλύτερα παιδιά μπορούν να καταλάβουν τις δυσμενείς συνέπειες που έχει για τους ενήλικους ένας αποτυχημένος γάμος και να αντιληφθούν τους πραγματικούς λόγους του διαζυγίου, χωρίς να πιστεύουν ότι ο χωρισμός επέρχεται εξαιτίας τους.

Ο χωρισμένος γονιός πρέπει να μην ξεχνά ότι η εκδήλωση οποιασδήποτε μορφής εχθρότητας και η εκτόξευση κατηγοριών προς τον πρώην σύζυγο τρομάζουν και στενοχωρούν το παιδί. Αν πρόκειται για το γονιό του ίδιου φύλoυ, μια τέτοιου είδους συμπεριφορά παρεμποδίζει την ταυτοποίηση του παιδιού μαζί του, διαδικασία απαραίτητη για την ολοκλήρωση της ταυτότητάς του. Σημαντικό είναι να παραμένει συχνή η επαφή του παιδιού με το γονιό που φεύγει. Πρέπει μάλιστα να είναι απαλλαγμένη από τη ζήλια και τον ανταγωνισμό που μαστίζουν τις σχέσεις των γονιών μετά το διαζύγιο, με σκοπό τη μονοπώληση της αγάπης και της αφoσίωσης του παιδιού. Οι επισκέψεις επιβάλλεται να είναι σαφείς, καθορισμένες και συνεπείς όσον αφoρά στην ημέρα και στην ώρα. Το παιδί που περιμένει το γονιό ο οποίος δεν έρχεται, βλέπει το φόβο του για εγκατάλειψη να επιβεβαιώνεται και βυθίζεται σε πραγματική απελπισία. Η μόνιμη κατοικία του παιδιού θα πρέπει να είναι το σπίτι του ενός γονιού. Με το να μοιράζει εξίσου το χρόνο του σε δύο σπίτια χάνει κάθε έννοια του μόνιμου δικού του χώρου και βρίσκεται σε μια διαρκή σύγχυση. Μπορεί όμως να περνά Σαββατοκύριακα ή σχολικές διακοπές στο σπίτι του άλλου γονιού και καλό θα είναι να έχει και εκεί ένα δικό του δωμάτιο με τα αγαπημένα του παιχνίδια.

Αν υπάρχουν αδέρφια, δεν θα πρέπει να χωρίζονται τις μέρες των επισκέψεων. Καθώς προχωρά η διαδικασία του διαζυγίου, τα άλλα μέλη της οικογένειας γίνονται ακόμη πιο σημαντικά. Τα αδέρφια ισχυροποιούν τις σχέσεις τους και προστατεύονται μεταξύ τους από τυχόν αυθαιρεσίες των γονιών και από το άγχος του αποχωρισμού. Τα ζητήματα πειθαρχίας είναι ένα άλλο θέμα που δεν πρέπει να παραβλεφθεί. Ο γονιός με τον οποίο μένει το παιδί έχει συνήθως την τάση να το υπερπροστατεύει και να χαλαρώνει τους κανόνες πειθαρχίας για να απαλύνει τον πόνο και το στρες του. Οι διαζευγμένες μητέρες ανησυχούν ιδιαίτερα μήπως δεν μπορέσουν να επιβάλουν την πειθαρχία σε ένα αγόρι, λόγω της έλλειψης του ανδρικού προτύπου.

Τα περισσότερα παιδιά έχουν ανάγκη από σταθερά όρια και κανόνες πειθαρχίας. Σε μια φάση της ζωής τους κατά την οποία νιώθουν ότι τα πάντα αλλάζουν γύρω τους, η πειθαρχία αποτελεί μια ασφαλή βάση για να μπορέσουν να κυριαρχήσουν στο άγχος τους και να συνεχίσουν να τα καταφέρνoυν στο σχολείο και στην κοινωνική τους ζωή. Το ιδανικό θα είναι οι ίδιοι κανόνες και οι ίδιες συνήθειες να υιοθετούνται στα σπίτια και των δύο γονιών.


Ψυχολογικά προβλήματα των παιδιών των διαζευγμένων

Τα ψυχολογικά προβλήματα εκδηλώνονται κυρίως όταν το παιδί βρίσκεται στο μέσο της σύγκρουσης, όταν είναι μάρτυρας σε σκηνές εχθρότητας μεταξύ δύο ανθρώπων που αγαπά και πρέπει να αποφασίσει ποιος από τους δύο έχει δίκιο. Μάλιστα, η ψυχική του ένταση είναι πολύ μεγάλη, όταν αποτελεί αντικείμενο της διαμάχης των εμπόλεμων γονιών και σημείο αναφοράς για τις κατηγορίες που εκτοξεύουν ο ένας εναντίον του άλλου για αδιαφορία, εγκατάλειψη, ανεπάρκεια ή μεροληπτική στάση.
Συχνά επίσης το παιδί χρησιμοποιείται για τη ρύθμιση των οικονομικών διαφορών τους. Τα παιδιά που παρουσιάζουν ψυχολογικά προβλήματα είναι εκείνα που έχουν παίξει το ρόλο του εξιλαστήριου θύματος σε μια περίοδο κατά την οποία οι γονείς είναι βαθιά δυστυχισμένοι και απογοητευμένοι.

Η τραυματική εμπειρία του διαζυγίου επηρεάζει κατ’ αρχάς τις επιδόσεις στο σχολείο. Παιδιά που ήταν καλοί μαθητές παύουν να ενδιαφέρονται για τα μαθήματα ή παρουσιάζουν δυσκολία να συγκεντρωθούν και να διαβάσουν. Η συμπεριφορά τους διακρίνεται από έντονες διακυμάνσεις και υπάρχει περίπτωση να είναι υπερβολικά υπάκουα ή έντονα προκλητικά. Εκδηλώνουν κρίσεις θυμού, λένε ψέματα ή καταστρέφουν αντικείμενα. Τα μικρότερα παιδιά μπορεί να παλινδρομήσουν και να παρουσιάσουν ενούρηση, τραυλισμό, διαταραχές στον ύπνο και στη διατροφή ή γενικότερα να υιοθετήσουν προηγούμενες συμπεριφορές. Εκδηλώνουν επιθυμία να κοιμούνται με το γονιό που μένει σπίτι και δυσκολεύονται για οποιονδήποτε λόγο να τον αποχωριστούν. Καλύπτοντας τις δικές τους προσωπικές ανάγκες, οι γονείς πολλές φορές ικανοποιούν αυτές τις επιθυμίες. Στερούν όμως από το παιδί τη δυνατότητα να αναπτύξει την ανεξαρτησία του και να καλλιεργήσει την εμπιστοσύνη στον εαυτό του. Οι στενές σχέσεις με το γονιό του αντίθετου φύλου, χωρίς την εξισορροπιστική συμβολή του τρίτου προσώπου, αντενδείκνυνται κυρίως στην εφηβεία.

Τα προβλήματα του παιδιού ίσως ενταθούν όταν ο γονιός ξαναπαντρευτεί. Το νέο πρόσωπο μπορεί να θεωρηθεί εισβολέας και το παιδί να βιώσει μία νέα εγκατάλειψη. Χρειάζονται μεγάλη προσπάθεια και υπομονή εκ μέρους του γονιού για να γίνει αποδεκτή η νέα κατάσταση, χωρίς να νιώσει το παιδί ότι περνά σε δεύτερη μοίρα. Πρέπει επίσης να διαφυλαχθεί η θέση του άλλου φυσικού γονιού, του οποίου η παρουσία θα είναι πάντα αισθητή στη ζωή της μεικτής οικογένειας. Όσο καλύτερη διατηρηθεί η σχέση των δύο πρώην συζύγων, τόσο λιγότερα είναι το στρες και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει το παιδί.


Το υιοθετημένο παιδί

Η υιοθεσία αποτελεί την κατάληξη της επιθυμίας των ενηλίκων να αποκτήσουν παιδί, όταν όλοι οι άλλοι τρόποι δεν έχουν φέρει αποτέλεσμα. Είναι μια λύση για εκείνους που πραγματοποιούν με αυτό τον τρόπο την επιθυμία τους να γίνουν γονείς, ταυτόχρονα όμως και για το παιδί, που αποφεύγει τις συνέπειες ενός προβληματικού περιβάλλοντος και τη ζωή στο ίδρυμα. Η υιοθεσία όμως ενέχει και κινδύνους. Συνήθως υπάρχει άγνοια της κληρονομικότητας που προέρχεται από τους βιολογικούς γονείς. Επίσης, εντοπίζεται πάντα ένας βαθμός συναισθηματικής στέρησης που ποικίλλει ανάλογα με την ηλικία κατά την οποία το παιδί αποχωρίστηκε τη φυσική του μητέρα. Αν το παιδί ξεκίνησε τη ζωή του σε ίδρυμα, η έλλειψη αισθητηριακών ερεθισμάτων είναι πιθανόν να επιβραδύνει τη νοητική του εξέλιξη.

Το υιοθετημένο παιδί είναι εύθραυστο και ενδεχομένως υπάρχει κίνδυνος να αντιμετωπίσει ψυχολογικά προβλήματα. Οι θετοί γονείς επίσης είναι περισσότερο ευάλωτοι στο άγχος και την αβεβαιότητα και ανησυχούν υπερβολικά ακόμη και για φυσιολογικές αντιδράσεις που παρατηρούνται στην εξελικτική πορεία του παιδιού. Θα ήταν λάθος όμως να υποθέσουμε ότι η ανησυχία για ορισμένες πλευρές της υιοθεσίας ή ο εντοπισμός πιθανών πηγών άγχους οδηγεί απαραίτητα σε ψυχολογικά προβλήματα. Πολλά από τα υιοθετημένα παιδιά έχουν ευτυχισμένα και δημιουργικά παιδικά χρόνια. Ορισμένα παρουσιάζουν διαταραχές στην παιδική ηλικία, οι οποίες όμως μπορεί να εξαφανιστούν όταν φτάσουν στην ενηλικίωση. Κάτω από κατάλληλες συνθήκες, οι πρώιμες δυσκολίες -οι οποίες προέρχονται από τις ψυχολογικές διεργασίες που είναι απαραίτητες για την αποδοχή της υιοθεσίας- μπορούν να ξεπεραστούν και να μην ακολουθήσουν τα υιοθετημένα άτομα στο υπόλοιπο της ζωής τους.

Ψυχολογικές διεργασίες της υιοθεσίας

Η διαμόρφωση της ταυτότητας είναι μια φυσιολογική διεργασία που ακολουθεί κάθε παιδί. Η αίσθηση της ταυτότητας αναπτύσσεται σταδιακά και αναφέρεται στην εικόνα που έχει κανείς για τον εαυτό του. Παράμετροι όπως η εθνικότητα, η οικογενειακή ιστορία, η σύνθεση της οικογένειας και η ποιότητα των γονεϊκών φροντίδων συμμετέχουν στο χτίσιμο της ταυτότητας του ατόμου. Όσο πιο σταθερά είναι αυτά τα στοιχεία, τόσο πιο ολοκληρωμένη είναι η ταυτότητα και τόσο πιο ικανοποιημένοι νιώθουμε για τον εαυτό μας. Η αβεβαιότητα και η σύγχυση που διακατέχουν ορισμένα υιοθετημένα άτομα για τη βιολογική τους οικογένεια σχετικά με το ποιοι είναι και γιατί δόθηκαν για υιοθεσία αυξάνουν την αίσθηση ανασφάλειας και δυσχεραίνουν τη διαμόρφωση της ταυτότητας. Τα υιοθετημένα παιδιά πρέπει να ενσωματώσουν στην αναπτυσσόμενη προσωπικότητά τους δύο οικογένειες, μία βιολογική και μία ανάδοχη, η οποία έχει την ευθύνη για την ψυχοσωματική του ανάπτυξη. Από την πρώτη υπάρχουν τα αισθήματα της απόρριψης και της απώλειας. Δεν απασχολεί το παιδί μόνο το γεγονός ότι διαλύθηκε η οικογένειά του. Εξίσου βασανιστικές είναι και οι ερωτήσεις αν το ήθελαν, αν το αγαπούσαν, αν άξιζε να το αγαπούν. Αν μείνουν αναπάντητα αυτά τα ερωτήματα, μπορεί να οδηγήσουν σε έλλειψη αυτοεκτίμησης και αρνητική εικόνα για τον εαυτό του. Συναισθήματα κατάθλιψης, απελπισίας, ενοχής, θυμού συνυπάρχουν και συχνά εκφράζονται στους βιολογικούς γονείς. Η επούλωση αυτών των πληγών προϋποθέτει αγάπη, ζεστασιά, σταθερότητα και συνεχή φροντίδα εκ μέρους των θετών γονιών. Το νέο στοργικό, σταθερό και θετικό περιβάλλον στο οποίο ζει το παιδί, μπορεί να ανατρέψει τις πρώιμες αρνητικές εμπειρίες.

Δεν είναι όμως μόνο το οικογενειακό περιβάλλον, αλλά και η κοινωνική αποδοχή που παίζει ρόλο στη διαμόρφωση της ταυτότητας του υιοθετημένου παιδιού. Συχνά το κοινωνικό κατεστημένο που εκφράζεται από την ευρύτερη οικογένεια και το σχολείο, στιγματίζει αυτά τα παιδιά. Το υιοθετημένο παιδί αρχίζει να βλέπει τον εαυτό του διαφορετικό από τα άλλα παιδιά και πρέπει να καταβάλλει μια επιπρόσθετη προσπάθεια για να αποδεχτεί αυτήν τη διαφορά. Σε οικογένειες άλλης εθνικότητας, πολιτισμού ή φυλής, η βιολογική διαφορά είναι εμφανής, τα υιοθετημένα παιδιά βρίσκονται σε δυσκολότερη θέση και καλούνται να επιδείξουν επιτεύγματα που τα άλλα παιδιά δεν είναι αναγκασμένα να πραγματοποιήσουν. Τα υιοθετημένα παιδιά ανάλογα με την ηλικία υιοθεσίας έχουν αυξημένες πιθανότητες να παρουσιάσουν μαθησιακές δυσκολίες ή προβλήματα συμπεριφοράς. Έρευνες δείχνουν ότι για τις σχολικές επιδόσεις η ηλικία της υιοθεσίας δεν παίζει κανένα ρόλο μέχρι τους 18 μήνες. Υπάρχουν αυξημένα ποσοστά αποτυχίας στο σχολείο όταν η υιοθεσία γίνει ανάμεσα στους 18 μήνες και τα τρία έτη, ενώ μετά τα τέσσερα έτη εμφανίζονται και διαταραχές της συμπεριφοράς.

Συμπερασματικά, καλό είναι η υιοθεσία να γίνεται σε όσο το δυνατόν μικρότερη ηλικία, έτσι ώστε η επίδραση των αρνητικών παραγόντων ενός αντίξοου περιβάλλοντος να παραμείνει περιορισμένη. Το αν θα παρουσιαστούν προβλήματα στη συνέχεια εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πόσο θετική εικόνα έχει αναπτύξει το παιδί για τον εαυτό του, από την ποιότητα των σχέσεων με τη θετή οικογένεια, καθώς και από το πόσο επιτυχής ήταν ο χειρισμός για την ενημέρωση και την παροχή πληροφοριών γύρω από την υιοθεσία.

Η στάση των θετών γονιών

Οι φορείς υιοθεσίας συμβουλεύουν τους θετούς γονείς να ενημερώνουν τα παιδιά πολύ νωρίς, έτσι ώστε να μεγαλώνουν με αυτή την ιδέα και να αποτελεί μέρος της συνείδησής τους. Παιδιά που δεν γνωρίζουν ότι είναι υιοθετημένα και το ανακαλύπτουν πολύ αργότερα, βιώνουν μεγάλη δυστυχία και παρουσιάζουν ψυχολογικά προβλήματα.
Η κατάλληλη ηλικία για να ενημερωθεί το παιδί από τους θετούς γονείς είναι τότε που θα αρχίσει να ρωτά από πού έρχονται τα μωρά, δηλαδή ανάμεσα στα δύο με τέσσερα χρόνια. Σε αυτή την ηλικία οι εξηγήσεις πρέπει να πάρουν τη μορφή ενός παραμυθιού, μιας ιστορίας που να μπορεί να γίνει κατανοητή από το παιδί. Το γεγονός ότι τα παιδιά ενημερώνονται νωρίς δεν σημαίνει ότι καταλαβαίνουν πλήρως το νόημα της υιοθεσίας. Μόνο μετά την ηλικία των έξι έως επτά ετών αρχίζουν σταδιακά να συνειδητοποιούν και να αντιλαμβάνονται την ιδιαιτερότητα της θέσης τους. Ενημέρωση για την υιοθεσία πρέπει να γίνεται σε πρώιμα στάδια και να λαμβάνεται υπόψη το στάδιο της νοητικής και της συναισθηματικής ανάπτυξης του παιδιού. Η αποδοχή όμως γίνεται σταδιακά και συνεχίζεται μέχρι την ενήλικη ζωή. Οι θετοί γονείς έχουν δικαιολογημένους φόβους μήπως η αλήθεια σε αυτή την πρώιμη ηλικία πληγώσει το παιδί. Πρέπει όμως να γνωρίζουν ότι έχει δικαίωμα να μάθει την αλήθεια που το αφορά και ότι η σαφήνεια σχετικά με το παρελθόν του και τις συνθήκες γέννησής του παίζει σημαντικό ρόλο στην εικόνα που σχηματίζει για τον εαυτό του και στην αυτοεκτίμησή του.

Οι θετοί γονείς έχουν και οι ίδιοι να αντιμετωπίσουν αισθήματα αποστέρησης και απώλειας. Το γεγονός ότι δεν κατάφεραν να αποκτήσουν φυσικά παιδιά αυξάνει το φόβο τους μήπως δεν φερθούν καλά και χάσουν το θετό παιδί. Οι αντιδράσεις τους μπορεί να είναι ακραίες, από την υπερπροστασία μέχρι την απόρριψη, και οι προσδοκίες τους πολύ υψηλές ή πολύ χαμηλές. Θα πρέπει και οι ίδιοι να αποδεχτούν την πραγματικότητα και την ιδέα ότι πιθανόν δεν θα έχουν το τέλειο παιδί, δηλαδή εκείνο που θα ταυτίζεται πλήρως με τις επιθυμίες τους. Η συμπεριφορά τους και η σταθερότητα των θετικών συναισθημάτων τους αντικαθιστούν το ρόλο των πραγματικών γονιών, γεγονός που αναγνωρίζεται από το παιδί. Αν όμως εκείνο πιέζεται υπερβολικά για να ανταποκριθεί στις προσδοκίες τους, νιώθει ότι δεν το σέβονται και διακατέχεται από το αίσθημα της απελπισίας και της μοναξιάς. Εάν το παιδί λυπάται που έχει αυτού

Επιμέλεια: Αγνή Βίκη και Ευστράτιος Παπάνης

 

Κατηγορία Εξαρτήσεις
Σάββατο, 21 Μαΐου 2016 22:11

Παιδική και εφηβική κατάθλιψη

Η παιδική κατάθλιψη άργησε να αναγνωριστεί ως κλινική οντότητα. Η άποψη ότι οι καταθλιπτικές διαταραχές είναι σπάνιες στα μικρά παιδιά, καθώς και η έννοια της ‘συγκαλυμμένης κατάθλιψης’ και των ‘καταθλιπτικών ισοδυνάμων’ κυριάρχησαν επί σειρά ετών στην παιδοψυχιατρική.

Υπήρξε έντονη διαμάχη σχετικά με το κατά πόσο ήταν αναπτυξιακά συμβατό για τα παιδιά να παρουσιάζουν κατάθλιψη, επειδή είναι κοινή παραδοχή ότι η παιδική ηλικία είναι η πιο χαρούμενη και ευχάριστη περίοδος της ανθρώπινης ζωής και είναι εμφανής η αδυναμία του παιδιού να εκφράσει με λόγια τα συναισθήματα θλίψης, απελπισίας και απόγνωσης.

Τέλος, οι περιγραφές που κάνουν οι δάσκαλοι και οι γονείς, για την ψυχολογική κατάσταση των μαθητών είναι πολλές φορές παραπλανητική.

Η καταθλιπτική συμπτωματολογία εκφράζεται κυρίως με σωματικά συμπτώματα (κοιλιακά άλγη, κεφαλαλγίες, ανορεξία, αϋπνία) και διαταραχές της συμπεριφοράς (ευερεθιστότητα, επιθετικότητα, απώλεια ενδιαφέροντος, απόσυρση).

Θεωρείται μια μακρόχρονη διαταραχή, με σαφή γενετική επιβάρυνση, που προκαλεί σοβαρά προβλήματα στη λειτουργικότητα των παιδιών.

Επιδημιολογία

Η συχνότητα της κατάθλιψης στα παιδιά κυμαίνεται ανάλογα με τις μελέτες από 0,4-2,5% για παιδιά κάτω τον 12 ετών.

Το ποσοστό ανέρχεται σε 10-13% κατά την εφηβεία, ενώ 5% των εφήβων παρουσιάζει σοβαρή κατάθλιψη (Angold et al. 1998). Στην όψιμη εφηβεία η συχνότητα κυμαίνεται από 10% έως 20% .

Το 0.6-1.7% των παιδιών και 1.6-8% των εφήβων πάσχουν από Δυσθυμία.

Στην Ελλάδα διαπιστώθηκαν ιδιαίτερα αυξημένα ποσοστά κατάθλιψης (20,3%).

Μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση είναι ότι η βαρύτητα της κατάθλιψης είναι μεγαλύτερη όταν οι ίδιοι οι έφηβοι συμπληρώνουν τις διαγνωστικές κλίμακες και μικρότερη όταν τις συμπληρώνουν οι γονείς τους.

Έχει υπολογιστεί ότι 1 στα 5 παιδιά που παραπέμπονται σε ψυχιατρικά τμήματα παρουσιάζει καταθλιπτική συμπτωματολογία.

Στα παιδιά, η μείζων καταθλιπτική διαταραχή εκδηλώνεται σε περίπου ίδια αναλογία σε αγόρια και κορίτσια, σε αντίθεση με τους εφήβους και τους ενήλικες, ηλικίες στις οποίες υπερτερούν οι γυναίκες.

Η διαφορά αποδίδεται σε διαφορετικές αιτίες, όπως αλλαγές στο επίπεδο των ορμονών, οι οποίες μπορούν να προδιαθέτουν σε ιδιαίτερη ευαισθησία. ( Angold et al. 1998).

Σε πολλές χώρες, η αυτοκτονία είναι μια από τις τρεις πιο κοινές αιτίες του θανάτου στην ομάδα ηλικίας 15-34 ετών. Οι περισσότεροι έφηβοι που αποπειρώνται να αυτοκτονήσουν πάσχουν από κάποιας μορφής συναισθηματική διαταραχή (Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας 1999).

Τα αγόρια εμφανίζουν μεγαλύτερα ποσοστά θανάτου εξαιτίας αυτοκτονίας, ενώ τα κορίτσια υπερτερούν στην απόπειρα αυτοκτονίας και τον ιδεασμό αυτοκτονίας, χωρίς όμως να επέρχεται ο θάνατος. Η σχέση μεταξύ πρώτης απόπειρας αυτοκτονίας και επόμενης κυμαίνεται μεταξύ 0,24% και 4,30%.

Σε έρευνα του Πανεπιστημίου Αιγαίου (Παπάνης, 2006) σε άτομα εφηβικής και μετεφηβικής ηλικίας αποτυπώθηκαν τα ποσοστά των νέων που νιώθουν συναισθηματικό κενό ή κατάθλιψη.

Το ποσοστό των αγοριών που βιώνουν συναισθηματικό κενό και κατάθλιψη ‘συχνά ή διαρκώς’ είναι 9,9%, ενώ των κοριτσιών προσεγγίζει το 24,7%.

Η απογοήτευση από τις διαπροσωπικές σχέσεις είναι έκδηλη και στα δύο φύλα κατά τη διάρκεια της εφηβείας:

Συνοσηρότητα

Η συνύπαρξη με άλλες διαταραχές είναι πολύ υψηλή (40-70%). Τα περισσότερα παιδιά και οι έφηβοι παρουσιάζουν ταυτόχρονα και κάποια άλλη ψυχιατρική διαταραχή. Συχνές είναι οι διαταραχές διαγωγής, σε ποσοστό 30-80% περίπου και οι αγχώδεις διαταραχές, με κυρίαρχο το άγχος αποχωρισμού, το ποσοστό των οποίων ανέρχεται σε 34% (Αngold et al.

1998). Μεγάλη συνοσηρότητα παρουσιάζει επίσης η κατάθλιψη με τις μαθησιακές διαταραχές (60-80%). H αναγνώριση των διαταραχών, που συνυπάρχουν, είναι πολύ σημαντική στην έκβαση και την αντιμετώπιση της κατάθλιψης, η οποία είναι πολύ εύκολο να αγνοηθεί στις περιπτώσεις που συνυπάρχει διαταραχή διαγωγής.

Αιτιολογία

Η αιτιολογία της παιδικής κατάθλιψης είναιπολυπαραγοντική.

Μελέτες οικογενειών δείχνουν αυξημένα ποσοστά κατάθλιψης μεταξύ συγγενών.

Μελέτες διδύμων υποστηρίζουν ότι οι γενετικές επιδράσεις στα καταθλιπτικά συμπτώματα είναι μέτριες. Ωστόσο, η σταθερότητα των συμπτωμάτων αποδίδεται σε γενετικούς παράγοντες. Σε μερικές περιπτώσεις, οι γενετικοί παράγοντες αυξάνουν την ευαισθησία σε αρνητικές εμπειρίες ζωής, ενώ σε άλλες αυξάνουν την τάση για αρνητικές εμπειρίες.

Οι διαταραχές του συναισθήματος είναι αυτές που έχουν μελετηθεί περισσότερο στα παιδιά καταθλιπτικών γονέων. Κατάθλιψη των παιδιών έχει διαπιστωθεί στις περισσότερες μελέτες με κίνδυνο που κυμαίνεται από 13-70%. Οι απόπειρες αυτοκτονίας ανέρχονται σε 7,8% στα παιδιά καταθλιπτικών γονέων, διαφορά στατικώς σημαντική, σε σύγκριση με το 1,4% στα παιδιά μη καταθλιπτικών γονέων

Εκτός από τη γενετική επιβάρυνση, οι οικογένειες καταθλιπτικών γονέων χαρακτηρίζονται

  • από εντονότερες συγκρούσεις,
  • περισσότερα προβλήματα επικοινωνίας,
  • μικρότερη έκφραση των συναισθημάτων,
  • λιγότερη υποστήριξη προς τα μέλη της και
  • υψηλότερα ποσοστά παιδικής κακοποίησης

Οι διαταραγμένες πρώιμες αλληλεπιδράσεις μεταξύ μητέρας και παιδιού μπορούν να οδηγήσουν το παιδί σε ανάπτυξη τρόπων διαχείριση του άγχους που προδιαθέτουν για κατάθλιψη. Οι γονείς διδάσκουν στα παιδιά τους να αποσύρονται όταν αντιμετωπίζουν ένα δύσκολο πρόβλημα και δεν δημιουργούν προσαρμοστικούς τρόπους για τη ρύθμιση των αρνητικών συναισθημάτων.

Η παιδική κατάθλιψη έχει συνδεθεί με αρνητικά γεγονότα ζωής (καταστάσεις παραμέλησης και συναισθηματικής αποστέρησης), κυρίως απώλειες.

Τέτοια γεγονότα, όπως το διαζύγιο, η αποστέρηση, ο θάνατος, η αυτοκτονία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες κινδύνου (π.χ. έλλειψη υποστήριξης), σηματοδοτούν την έναρξη της κατάθλιψης.

Στις περιπτώσεις θανάτου ή αυτοκτονίας, ο κίνδυνος κατάθλιψης είναι ανάλογος με το πόσο κοντινό ήταν το απολεσθέν πρόσωπο και τη βιαιότητα της έκθεσης στο γεγονός. Επίσης, μη σοβαρά αγχογόνα γεγονότα, όπως δυσκολίες στις σχέσεις με τους φίλους (άσκηση βίας ενδοσχολικής, εκφοβισμός) ή με τους γονείς, προβλήματα στο σχολείο, ανευρίσκονται συχνά στη διάρκεια του χρόνου της έναρξης που προηγείται της κατάθλιψης.

H κύρια ιδέα του μοντέλου αυτού είναι ότι τα καταθλιπτικά άτομα αναπτύσσουν μια παραμορφωμένη αντίληψη του κόσμου (όπως, για παράδειγμα, ότι τα πράγματα δεν θα πάνε καλά), η οποία οφείλεται σε προηγούμενες κακές εμπειρίες.

Όταν το παιδί βρίσκεται σε δύσκολες συνθήκες, αυτή η παραμορφωμένη αντίληψη εμφανίζεται και οδηγεί σε κατάθλιψη. Σύμφωνα με την γνωσιακή θεωρία, η κατάθλιψη δεν ενεργοποιείται απλώς από αρνητικές εμπειρίες ζωής, αλλά κυρίως από τον τρόπο με τον οποίο το άτομο τις αντιλαμβάνεται και τις επεξεργάζεται.

Η μελέτη της γνωσιακής λειτουργίας καταθλιπτικών παιδιών έδειξε ότι τα παιδιά αυτά παρουσιάζουν χαμηλή αυτοκριτική, σημαντικές γνωσιακές διαστρεβλώσεις και αίσθημα έλλειψης ελέγχου σε αρνητικά γεγονότα. Διαφορετικές μελέτες υποστηρίζουν τη σχέση μεταξύ γνωστικών λαθών και κατάθλιψης στα παιδιά.

Οι έφηβοι με κατάθλιψη παρουσιάζουν ποικιλία γνωστικών λαθών, όπως επιλεκτική προσοχή στα αρνητικά χαρακτηριστικά των γεγονότων, ενώ τείνουν να αποδίδουν τα θετικά γεγονότα σε ασταθείς εξωτερικούς παράγοντες.

Κλινική εικόνα

H κλινική εικόνα της παιδικής κατάθλιψης παρουσιάζει αρκετές διαφορές από εκείνη των ενηλίκων.

Η λεκτική έκφραση των συναισθημάτων θλίψης, απόγνωσης, απελπισίας σπάνια συναντάται σε παιδιά. Μελαγχολικά ή ψυχωτικά συμπτώματα, υπολειμματική λειτουργικότητα, απόπειρες αυτοκτονίας και αυτοκτονίες συναντώνται συχνότερα όσο αυξάνει η ηλικία.

Αντίθετα, το άγχος αποχωρισμού, φοβίες, σωματικά συμπτώματα και διαταραχές συμπεριφοράς είναι συχνότερες στην παιδική ηλικία. Ακόμη και κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας, η κλινική εικόνα της κατάθλιψης αλλάζει ανάλογα με το αναπτυξιακό στάδιο του παιδιού

Βρεφική ηλικία

Ο Spitz, με τις έρευνές του στα ορφανοτροφεία μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, έδειξε ότι ένα βρέφος μπορεί να έχει αισθήματα λύπης και να ζήσει μια καταθλιπτική εμπειρία συνοδευόμενη από έντονη ψυχοκινητική επιβράδυνση.

Η κλινική εικόνα, όπως την περιέγραψε ο Spitz, σ’ ένα βρέφος 6-8 μηνών που χωρίζεται από τη μητέρα του περιλαμβάνει γενική απάθεια, άρνηση επαφής, αδιαφορία προς το περιβάλλον, ανορεξία και αϋπνία.

Εάν βρεθεί ένα μητρικό υποκατάστατο ανάμεσα στον 3ο – 5ο μήνα από τον αποχωρισμό, η εικόνα της κατάθλιψης, εξαφανίζεται προοδευτικά. Διαφορετικά, εξελίσσεται σε μια κατάσταση φυσικού και ψυχισμού μαρασμού.

Ο Spitz, αναφερόμενος στην ανακλητική κατάθλιψη, έστρεψε την προσοχή στις ψυχοσωματικές εκδηλώσεις της κατάθλιψης στην αρχή της ζωής.

Τα χαρακτηριστικά της βρεφικής κατάθλιψης

Συναισθηματική ατονία: Το βρέφος δεν ασκεί τις αισθητηριακές του ικανότητες, δεν έχει διάθεση να κοιτάει, να ακούει, να μυρίζει, να κινείται, να γνωρίζει, να λειτουργεί, να προοδεύει.

Μειωμένες κινητικές πρωτοβουλίες, φτωχή μιμική, μονοτονία, τάση για επανάληψη των ίδιων δραστηριοτήτων (απομονώνονται και κουνιούνται μπρος πίσω (rocking) με ενδείξεις ελαφράς νοητικής καθυστέρησης).

Φτωχή αλληλεπιδραστική σχέση με τη μητέρα, μείωση των πρωτοβουλιών αλλά και των απαντήσεων στις προτροπές, αποτυχία επικοινωνίας.

Παιδική ηλικία

Στην ηλικία αυτή η κατάθλιψη μπορεί να εκφραστεί με τα εξής συμπτώματα:

  • Σχολική αποτυχία με δυσκολία συγκέντρωσης της προσοχής
  • Ευερεθιστότητα, δυσκολία στις κοινωνικές σχέσεις και αδυναμία να αντέξουν ακόμα και μικρές ματαιώσεις
  • Ψυχοσωματικά συμπτώματα όπως: Κοιλιακά άλγη, κεφαλαλγίες, ενούρηση.

Στην ηλικία αυτή τα παιδιά έχουν μεγαλύτερη δυνατότητα να εκφράσουν τα συναισθήματά τους, αν και δεν ομολογούν ότι έχουν κατάθλιψη. Πιο συχνά όμως αναφέρουν ότι αισθάνονται πλήξη, ότι βαριούνται και ότι δεν έχουν ενδιαφέρον να κάνουν πράγματα.

Ένα σημαντικό θέμα έρευνας στην ψυχολογία αναφέρεται στο κατά πόσο οι αγχογόνες καταστάσεις της ζωής, που προέρχονται από κοινωνικούς ρόλους ή καταστάσεις, (π.χ. μη επιθυμητά γεγονότα, χρόνιες δυσκολίες, πολλαπλές απαιτήσεις ρόλων) έχουν ή δεν έχουν πάντοτε δυσμενείς συναισθηματικές συνέπειες.

Το νόημα, που έχει για το άτομο ο κοινωνικός ρόλος, που μπορεί να προκαλέσει άγχος αποτελεί το βασικό στοιχείο για την κατανόηση της ψυχολογικής του επίδρασης.

Κάποιοι ερευνητές προτείνουν ότι τα αρνητικά γεγονότα ζωής πιέζουν συναισθηματικά ή προκαλούν κατάθλιψη μόνο όταν το άτομο ταυτίζεται ή δεσμεύεται με τα βασικά χαρακτηριστικά του γεγονότος, που ζει.

Οι έφηβοι εγκαθιδρύουν τις αντιλήψεις για τον εαυτό τους μέσα από την ανάληψη ρόλων (π.χ. Είμαι παιδί, μαθητής, καλή κόρη, αδελφός κ.λπ.).

Οι ταυτότητες του εγώ ορίζονται ως στάσεις και αντιλήψεις, που παρεισφρέουν στην κοινωνική δομή, αναπαρίστανται στις σχέσεις ρόλων με τους άλλους και διαμορφώνουν την προσωπικότητα του εφήβου. Πρόκειται ουσιαστικά για απαντήσεις στην ερώτηση ‘Ποιος είμαι;’, αποτελούν πηγές υπαρξιακού νοήματος ή σκοπού της ζωής.

Οι προσδοκίες, που σχετίζονται με τους ρόλους αυτούς πολλές φορές οργανώνονται σε ‘θεατρική’ συμπεριφορά σε συγκεκριμένα πλαίσια. Η κατοχή πολλαπλών ρόλων και ταυτοτήτων μειώνει το άγχος, την απογοήτευση και τη διαταραγμένη επαφή με τους άλλους.

Οι μελέτες επιβεβαιώνουν ότι οι πολλαπλοί ρόλοι ή οι ταυτότητες ρόλων γενικά μειώνουν τα συμπτώματα ή την ψυχολογική διαταραχή. Κάποιοι ρόλοι είναι πιο ουσιώδεις και κεντρικοί στην αυτοαντίληψη του εφήβου, ειδικά αυτοί που μπορούν να ελεγχθούν από την κοινωνία ή από το υπερεγώ.

Περιστατικά, που βλάπτουν ή αφαιρούν ή απειλούν) προεξάρχουσες ταυτότητες ή αντιλήψεις, ενισχύουν τα ψυχοπαθολογικά συμπτώματα γρηγορότερα.

Κατά τη διάρκεια της εφηβείας και με αφετηρία τις σωματικές αλλαγές, η ανάπτυξη της αυτοαντίληψης και οι μεταβολές της αυτοεκτίμησης περνούν από πολλά στάδια αναδόμησης. Αργότερα (προς το τέλος της εφηβείας) θα έχουν ήδη διαμορφώσει μια νέα σταθερότερη αίσθηση της αξίας και του εαυτού τους.

Ο τομέας της εξωτερικής εμφάνισης είναι ο πρώτος – χρονικά – που θα υποστεί τις πολλές και δραματικές αλλαγές. Ο τρόπος που θα βιώσουν τις αλλαγές αυτές οι έφηβοι, ιδίως στο πρώτο στάδιο, προσδιορίζει σε μεγάλο βαθμό και το βαθμό και την ποιότητα της αυτοεκτίμησης.

Σημαντικότατος, γι’ αυτούς, είναι, όχι μόνο πώς βιώνουν τις αλλαγές του σώματός τους, αλλά κυρίως πώς νομίζουν ότι οι ‘γενικευμένοι άλλοι’ αποδέχονται τις αλλαγές αυτές.

Ο ‘καθρεφτιζόμενος εαυτός’ του Cooley, εδώ, είναι ρεαλιστικός και δεν δείχνει παθητικότητα, παρά μόνο επιφανειακά και στατικά ερευνώμενος, αλλά υποθάλπει μια κρυφή ‘ηφαιστειακή δραστηριότητα’. Αναζητώντας τη νέα τους ταυτότητα με σκοπό την ένταξή τους σε ευρύτερα κοινωνικά σύνολα και συνειδητοποιώντας την ύπαρξη ενός εαυτού με περισσότερα αφηρημένα στοιχεία, οι έφηβοι αναδομούν συνεχώς την προσωπικότητά τους.

Η νοητική τους εξέλιξη, μέσα από τις εμπειρίες που τώρα τις αντιλαμβάνονται διαφορετικά, τους επιτρέπει μεγαλύτερη πολλαπλότητα επιλογών, προβλεψιμότητα στις διερευνήσεις τους, εξατομίκευση της σκέψης τους, ευαισθησία.

Ενδιαφέρονται όλο και περισσότερο για τον εαυτό τους, ως δυναμικά εξελισσόμενο υποκείμενο παρατήρησης, και η αυτοεκτίμησή τους εμφανίζεται να ακολουθεί αυτή τη δυναμική. Άλλωστε στην περίοδο της εφηβείας, σύμφωνα με τον Erikson (1968), ολοκληρώνεται και η διαμόρφωση του ίδιου τους του εαυτού.

Οι έφηβοι, όμως, σήμερα βρίσκουν λιγότερες πηγές για κοινωνική και συναισθηματική υποστήριξη. Επιπρόσθετα, ένας αυξανόμενος αριθμός εφήβων βιώνει το συναισθηματικό τραύμα ενός χωρισμού, την αστάθεια που προκύπτει όταν ζει πρώτα με τον ένα από τους δύο γονείς κι έπειτα με τον άλλον ή όταν μετακινείται από σχολείο σε σχολείο, αλλά και τη μοναξιά, αποτέλεσμα της εξωτερικής εργασίας του ενός ή και των δύο γονιών για εκτεταμένες περιόδους στη διάρκεια της ημέρας.

Αποτέλεσμα τέτοιων αλλαγών είναι ότι πολλοί έφηβοι είναι λειτουργικά ανίκανοι να συγκεντρωθούν στα σχολικά τους καθήκοντα και βιώνουν ψυχολογικό πόνο και πίεση. Μέχρι να ικανοποιηθούν οι συναισθηματικές ανάγκες των παιδιών για ασφάλεια, ταυτότητα, αλλά και η αίσθηση ότι ανήκουν κάπου, είναι ανίκανα να λειτουργήσουν διανοητικά και ψυχικά.

Οι έφηβοι με χαμηλή αυτοεκτίμηση ενδιαφέρονται περισσότερο να διατηρήσουν τη δική τους αίσθηση αυτοσεβασμού παρά να προσπαθήσουν περισσότερο, για να πετύχουν. Εμπλέκονται σε αμυντικές συμπεριφορές προκειμένου να αποτρέψουν τους άλλους να καταλάβουν πόσο ανεπαρκείς και ανασφαλείς αισθάνονται.

Αυτοί οι αμυντικοί μηχανισμοί μπορεί να είναι:

  • Επανάσταση, αντίδραση, άμυνα ή εκδίκηση
  • Καχυποψία, πείραγμα και υποτίμηση των άλλων
  • Λοιδορίες προς τους άλλους, επιπολαιότητα
  • Ανευθυνότητα
  • Εκφοβισμός και απειλή
  • Απόσυρση, ντροπαλότητα, ονειροπόληση, θλίψη, έλλειψη διεκδικητικότητας
  • Φυγή, αποφυγή, εξάρτηση, σκασιαρχείο, βραδύτητα

Οι έφηβοι με χαμηλή αυτοεκτίμηση

  • Θεωρούν ότι δεν αξίζουν την προσοχή και τη φροντίδα των άλλων, αλλά ακόμα και όταν τη δέχονται την αντιμετωπίζουν καχύποπτα.
  • Επαναπαύονται, ακόμα κι αν είναι οι καταστάσεις της ζωής τους είναι προβληματικές, και προτιμούν τη διαιώνισή τους, παρά να πληρώσουν το τίμημα της αλλαγής. Οι περισσότερες νοσηρές συμπεριφορές είναι μαθημένες και πολλές φορές η αδυναμία αντιμετώπισής τους οφείλεται και στην έλλειψη θέλησης, αλλά και στα δευτερογενή οφέλη, που προκύπτουν από την διατήρησή τους, όπως για παράδειγμα η διαρκής προσοχή και το ενδιαφέρον των άλλων, η αποφυγή προκλήσεων κ.λπ.
  • Ο φόβος της απόρριψης κατατρύχει και οριοθετεί τις πράξεις τους. Όταν εμπλακούν σε κάποια συναισθηματική σχέση, γίνονται υπερβολικά ζηλόφθονες, εξαρτητικοί ή αναπτύσσουν μαζοχιστικά χαρακτηριστικά, φοβούμενοι ότι θα απολέσουν την αγάπη, που με τόση επίπονη υπέρβαση κέρδισαν. Συνήθως αυτή η συμπεριφορά εξωθεί τους υπόλοιπους να τους εγκαταλείπουν, επιβεβαιώνοντας έτσι τους αρχικούς τους φόβους.
  • Σπανίως γίνονται διεκδικητικοί. Η χαμηλή αυτοεκτίμηση τους αποτρέπει από το να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες, να εμπλέκονται σε συγκρούσεις, και να υπερασπίζονται τις απόψεις τους, ακόμα κι όταν έχουν το δίκιο με το μέρος τους. Πολλές φορές πίσω από τη χαμηλή αυτοεικόνα εμφωλεύει ένας λανθάνων ναρκισσισμός, δεδομένου ότι η δειλία τους προστατεύει από την έκθεση του εαυτού τους στην κρίση των άλλων.
  • Επιζητούν την επιδοκιμασία των άλλων και εξαρτούν τη διάθεσή τους από αυτήν.
  • Παρά το ότι μπορεί να διαθέτουν υψηλό δείκτη νοημοσύνης, δεν μπορούν να επιλύσουν προβλήματα κοινωνικού περιεχομένου. Είναι επιρρεπείς στο μυστικισμό και τη μοιρολατρία.
  • Πολλές φορές καταφεύγουν σε υπερωρίες στον ακαδημαϊκό ή εργασιακό τομέα, επιζητούν την υπερεπίδοση, την εξουσία ή το χρήμα, μέσα που πρόσκαιρα τους προσφέρουν ανακούφιση από την ανασφάλειά τους.
  • Ό,τι για τους υπόλοιπους δρα ως θετικός ενισχυτής, σε αυτούς είναι αδιάφορο. Είναι ανίκανοι να απολαύσουν τις μικροχαρές της ζωής, γεγονός που προοιωνίζει κατάθλιψη.
  • Αδυνατούν ή αρνούνται να αξιολογήσουν σωστά τις δυνατότητές τους και αισθάνονται αμηχανία, όταν οι άλλοι τους επαινούν.
  • Η ταυτότητα του εαυτού τους είναι απροσδιόριστη, χωρίς συνέπεια και στοχοθεσία. Υιοθετούν συμπεριφορές, για να γίνουν αρεστοί στους άλλους.
  • Έχουν χαμηλή συναισθηματική νοημοσύνη και επικοινωνιακά προβλήματα.
  • Γίνονται επιθετικοί, όταν απειληθούν, ειδικά εάν διαθέτουν υψηλή φαινομενική αυτοεκτίμηση.
  • Κάθε ματαίωση στη ζωή τους είναι πηγή ανεξέλεγκτου άγχους, μελαγχολίας και αποσυντονισμού.
  • Είναι εξαρτημένοι από την οικογένειά τους και διατηρούν τη σχέση αυτή και μετά την ενηλικίωση.
  • Εκδηλώνουν συχνά νευρωτικές συμπεριφορές, όπως ροπή προς τον αλκοολισμό, τη χαρτοπαιξία, τα ναρκωτικά, τον υπερκαταναλωτισμό, τις σεξουαλικές ακρότητες και τον ηδονισμό.

Εφηβεία και Κατάθλιψη

Η εφηβεία συχνά περιγράφεται με όρους που θα ταίριαζαν για την περιγραφή ενός καταθλιπτικού επεισοδίου.

Μιλώντας για την εφηβεία, αναφέρουμε αυθόρμητα τη λύπη, τη διέγερση, το θυμό.

Τα λογοτεχνικά έργα που αναφέρονται σε αυτή την περίοδο της ζωής περιγράφουν τη θλίψη, τον πεσιμισμό, την αυτουποτίμηση.

Η καθημερινή παρατήρηση προσφέρει πλείστα παραδείγματα εφήβων που περνούν ατέλειωτες ώρες απομονωμένοι, ξαπλωμένοι ή καθιστοί, δείχνοντας βαρεμάρα και αδιαφορία για το κάθε τι που αγγίζει η καθημερινότητα. Αν τύχει και μας εμπιστευθούν και συζητήσουν μαζί μας, διακρίνουμε αισθήματα ενοχής, ντροπής, απογοήτευσης που εναλλάσσονται με εξάρσεις πάθους και μεγαλομανίας.

Η απότομη αλλαγή της διάθεσης είναι γνωστό χαρακτηριστικό της εφηβείας, αλλά οι περισσότεροι έφηβοι παρουσιάζουν συχνά σταθερό καταθλιπτικό συναίσθημα. Αυτή η κατάσταση δημιουργεί ερωτηματικά για το αν και πότε η κατάθλιψη αποτελεί μια φυσιολογική εκδήλωση της εφηβείας ή εντάσσεται στο πλαίσιο του παθολογικού και αποτελεί ψυχιατρική διαταραχή.

Τα σύγχρονα ψυχιατρικά ταξινομικά συστήματα DSM-IV και ICD 10 την τοποθετούν πλησιέστερα στην κλινική εικόνα των ενηλίκων, τονίζοντας κάποιες διαφορές. Ανάλογα με την ένταση και τη διάρκεια των συμπτωμάτων, περιγράφονται δύο βασικές κλινικές εικόνες, η μείζων καταθλιπτική διαταραχή (πιο βαριά μορφή) και η δυσθυμία (πιο ήπια μορφή).

Η βασική διαφορά από την κατάθλιψη ενηλίκων είναι ότι ο έφηβος μπορεί να παρουσιάζει ευερεθιστότητα αντί του καταθλιπτικού συναισθήματος. Γκρινιάζει συνεχώς, όλα του φταίνε, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται προβλήματα στις διαπροσωπικές του σχέσεις, στην οικογένεια, αλλά και στο χώρο του σχολείου.

Περιορίζει τις δραστηριότητες που συνήθως του προσφέρουν ευχαρίστηση και τις δραστηριότητες που απαιτούν σημαντική ενέργεια.

Παραπονείται για κούραση, αλλά κυρίως δείχνει μια αδιαφορία και βαρεμάρα, που αποτελεί έκφραση της ψυχοκινητικής του επιβράδυνσης. Η χαμηλή αυτοεκτίμηση οδηγεί σε κρίσεις και σχόλια για τον εαυτό του, του τύπου ‘είμαι ηλίθιος, χαζός, βλάκας, αντιπαθητικός’.

Είναι συχνή και σημαντική η μείωση των σχολικών επιδόσεων, βασικό χαρακτηριστικό της κατάθλιψης στην εφηβεία. Η σχολική φοβία με έναρξη στην εφηβεία θεωρείται καταθλιπτικό ισοδύναμο. Οι διαταραχές της διαγωγής, επίσης με εικόνα ψυχοπαθητικής διαταραχής, μπορεί να αποτελούν καταθλιπτικό ισοδύναμο.

Τα συμπτώματα επιθετικότητας είναι πιο συχνά στα αγόρια, ενώ στα κορίτσια συχνότερα εμφανίζονται συμπτώματα διαταραχής της σεξουαλικής συμπεριφοράς.

Αν και η εφηβική κατάθλιψη μπορεί να αποδειχθεί μια χρόνια υποτροπιάζουσα διαταραχή και να έχει σοβαρές συνέπειες στη ζωή του παιδιού και της οικογένειας, λίγες είναι οι έρευνες που αναφέρονται στην πρόληψή της. Γενικά, είναι αποδεκτό ότι για την υγιή ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού καλό είναι να αποφεύγονται οι πρώιμοι αποχωρισμοί (π.χ.

μακροχρόνια απουσία μητέρας, ταξίδια, νοσηλεία).

Η μείζων κατάθλιψη συχνά προηγείται της χρήσης ουσιών και η θεραπεία της επομένως δρα προληπτικά για την ουσιοεξάρτηση. Ορισμένες προληπτικές στρατηγικές έχουν αναπτυχθεί με κύριο σκοπό την ελάττωση του κινδύνου εμφάνισης ψυχικών διαταραχών στα παιδιά καταθλιπτικών γονέων.

Προτείνονται τόσο παρεμβάσεις υποστηρικτικές –συμβουλευτικές στους γονείς και ολόκληρη την οικογένεια, όσο και ψυχοθεραπευτική αντιμετώπιση για να βοηθήσει το παιδί να διαχειριστεί τις δυσκολίες που προκαλούν οι συναισθηματικές διαταραχές των γονέων.

Σημαντικό είναι επίσης να εκπαιδευτούν τα παιδιά, οι γονείς και οι δάσκαλοι στηναναγνώριση συμπτωμάτων της κατάθλιψης. Μπορούν έτσι να ζητήσουν έγκαιρα βοήθεια και να επιδείξουν καλύτερη θεραπευτική συμμόρφωση.

Η πρώιμη ανίχνευση προστατεύει το παιδί από τις μακροχρόνιες συνέπειες της κατάθλιψης, που έχουν αρνητική επίδραση στα σχολικά επιτεύγματα, επηρεάζουν τις σχέσεις με τους γονείς και τους συνομηλίκους και αυξάνουν τον κίνδυνο αυτοκτονίας στην παιδική ηλικία ή την εφηβεία.

Αυτό, που φαίνεται από πολλές έρευνες και έχει γίνει πια αποδεκτό είναι ότι όταν ένας άνθρωπος έχει τον έλεγχο της ζωής του μπορεί να αναπτύξει συμπεριφορές, που προάγουν την υγεία του και να αναστείλει αυτές που προκαλούν βλάβη.

Η ευπαθής αυτοεκτίμηση του καταθλιπτικού ατόμου μεταβάλλεται περισσότερο από τις εξωτερικές διακυμάνσεις από ότι εκείνη των ‘φυσιολογικών’. Τα άτομα που βιώνουν κατάθλιψη είναι λιγότερο ικανά να ανταμείψουν τον εαυτό τους ή να νιώσουν πληρότητα για τις ανάγκες τους, αν δεν υπάρχει εξωτερική ανταμοιβή.

Η ανάλυση του κοινωνικού πλαισίου και η σημασία του για την κατάθλιψη πρέπει να ληφθεί υπόψη με έμφαση στις ακόλουθες περιοχές:

  • Διερεύνηση της φύσης και έντασης των γεγονότων της ζωής και των αντιξοοτήτων που βιώθηκαν από τον έφηβο.
  • Κοινωνική υποστήριξη που ισοδυναμεί με ποιότητα στενών σχέσεων.
  • Κοινωνική ευπάθεια, παράγοντες που μπορεί να είναι ιδιαίτεροι σε συγκεκριμένες καταστάσεις, όπως φτωχό βιοτικό επίπεδο, ανεργία ή γενικότερες κοινωνικο – πολιτισμικές αξίες και
  • Τέλος, παρατήρηση της φάσης ζωής κατά τη διάρκεια της οποίας οι σκοποί ή οι ρόλοι αναπτύσσονται παράλληλα με τη βίωση τραυματικών γεγονότων.

Γράφει: Παπάνης Ευστράτιος, Κοινωνιολόγος

Top
We use cookies to improve our website. By continuing to use this website, you are giving consent to cookies being used. More details…