ΕΠΙΜΟΡΦΩΤΙΚΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΠΟ Τ…

Το Αegean College διοργανώνει δύο καινοτόμα προγράμματα κατάρτισης, που απευθύνονται σε εργαζόμενους στην ψυχική υγεία...

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΣΥΜΒΟΥΛΕ…

Σας καλωσορίζουμε στο επιστημονικό συνέδριο με θέμα: "Συμβουλευτική-Coaching-Διαμεσολάβηση και Διευκόλυνση: Γεφυρώνοντας τις διάφορες για μια...

Ετήσιο Πρόγραμμα: “Επιμόρφωση …

Τα Επαγγελματικά Προγράμματα Ενδυνάμωσης και Συμβουλευτικής του Πανεπιστημίου Αιγαίου ανακοινώνουν την έναρξη της διαδικασίας υποβολής...

ΕΤΗΣΙΑ Σεμινάρια Εισαγωγής στη…

Ανοιχτά Προγράμματα Ψυχολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου Έναρξη: Νοέμβριος 2017 Δίδακτρα: 150 ευρώ Λήξη εγγραφών: 31/10 /2017 Το Πανεπιστήμιο Αιγαίου στα...

Μοναξιά

Η αρχή της κατ´ επιλογήν μοναξιάς μοιάζει με ελευθερία. Αποτινάσσεις από πάνω σου όλα όσα...

Ζωή

Καλώς ήλθατε στο ηλεκτρονικό παιχνίδι, που λέγεται Ζωή. Θα σας πείσουν με ευκολία πως έχετε ένα...

Μεσημέρι και το επισκεπτήριο τ…

Μεσημέρι και το επισκεπτήριο τελειώνει. Λαθραίοι συγγενείς πασχίζουν να παρατείνουν την παρουσία τους, περικυκλώνουν γιατρούς...

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ: ΣΥΝΕΔΡΙΟ…

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΣΕ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

Ο σαμποτέρ του μυαλού μας

Το παρακάτω άρθρο εξετάζει, με βάση επιστημονικά δεδομένα για τη λειτουργία της αντίληψης, το αν...

Οι βρικόλακες του συναισθήματος. Αντιμετωπίζοντας τους θύτες με εξαρτητική προσωπικότητα

Ευστράτιος Παπάνης, Επίκουρος Καθηγητής Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου
Προσφέρουν αδιαπραγμάτευτο θαυμασμό και εξιλεώνονται με ανενδοίαστη παραδοχή της αυθεντίας σου, ιδιότητα δυσεύρετη σε ανταγωνιστικές εποχές. Εξαρτώνται από τα λόγια σου, θεοποιούν τις στιγμές, που τους δίνεις σημασία, αναπολούν τις ώρες, που αφιερώνεις, ακούγοντάς να μηρυκάζουν την ανασφάλειά τους. Σου περιγράφουν με λεπτομέρειες επικαλυπτόμενες συναισθήματα παρεμφερή. Και το πράττουν επίμονα, ψυχαναγκαστικά, αδιάλειπτα. Κρέμονται από τα χείλη σου και υπομένουν τις ιδιοτροπίες σου. Ακόμα κι αν εκνευριστείς, δεν θα διακινδυνεύσουν να σε χάσουν. Θα υποχωρήσουν, μέχρι να βεβαιωθούν πως παραμένεις κοντά τους. Τη στάση σου ως αδιαφορία αν εκλάβουν, θα επιδοθούν σε αναλύσεις ατέρμονες: Γιατί μου φέρθηκε έτσι, πώς ύψωσε τον τόνο της φωνής του. Μήπως δεν με αγαπά; Γιατί δε με καταλαβαίνει. Ένα απύθμενο χωνευτήρι περιττολογίας και αυτοτροφοδοτούμενων ενοχών.
Ποιος δεν έλκεται από μία άνευ όρων παράδοση, με πενιχρό φαινομενικά αντάλλαγμα λίγο χάδι. Ποιος δε γοητεύεται από ένα πρόσωπο, που σε αποδέχεται δίχως ενστάσεις, όπως ακριβώς η μητέρα.
Μόνο που το τίμημα είναι η αφαίμαξη, η αυξανόμενη μετάγγιση συναισθηματικής ρώμης και η τελική απώλεια του ελέγχου: Όταν θα σταματήσει η παρασιτική αυτή σχέση, οι ρόλοι θα έχουν αντιστραφεί και ο εξαρτώμενος αλώβητος θα κινήσει για νέες περιπέτειες.
Ο τρόμος της μοναξιάς και της εγκατάλειψης διακατέχει την ύπαρξή τους. Και γι αυτό επιζητούν ενίσχυση για κάθε τους πράξη ή, χειρότερα, σε εξαναγκάζουν να πάρεις αποφάσεις για αυτούς. Είλωτες για τον έπαινο του οποιουδήποτε, κόλακες για νεύματα συγκατάβασης.
Σπουδαίοι δραματουργοί, σκηνοθετούν την επόμενη θεατρική κατάρρευση, διαδηλώνουν πόσο εύθραυστους οι περιστάσεις τους κατέστησαν και τι ευάλωτοι από τις τραυματικές εμπειρίες έχουν γίνει, προσφέρουν γη και ύδωρ για στήριξη, θαλπωρή, αγαλλίαση. Παρουσιάζονται στους αδαείς ως αλτρουιστές, δοτικοί, αλλά στην πραγματικότητα δεν εμβαθύνουν σε καμία σχέση, από την οποία δεν θα προκύψει κάποιο όφελος συναισθηματικό ή δεν θα είναι εγγυημένη η πολυπόθητη αναγνώριση.
Και φυσικά δεν αποτολμούν καμία μάχη. Ο ξενιστής είναι εκείνος, που θα πολεμήσει όλους τους δικούς τους πολέμους, που οφείλει να τους υποστηρίξει, ακόμα κι αν δεν έχουν αντιληφθεί ορθά τα δεδομένα, επειδή οι άλλοι διαρκώς τους πληγώνουν, δεν τους κατανοούν, τους μειώνουν, δε θωπεύουν το θαυμαστό πήλινο κόσμο τους.
Καταδυναστεύονται από συντριπτικό άγχος για όσα βιώνουν, επιδιώκουν, αντιλαμβάνονται. Πληγώνονται εύκολα, αλλά δεν αποτολμούν την έξοδο από το περιήλιο της προσωπικότητας σου, παρά μόνο αν βεβαιωθούν για τρία πράγματα: Πως δεν σου έχουν αφήσει καμία ικμάδα ή αντοχή, πως αποστράγγισαν κάθε δυνατότητα ανάνηψης και τελικά πως ανακάλυψαν έναν νέο φορέα εξουσίας, έναν άφθαρτο και ανυποψίαστο αφελή, του οποίου την αφαίμαξη θα σχεδιάσουν και θα ενορχηστρώσουν με χειρουργική ακρίβεια.
Είναι οι άνθρωποι, που πάσχουν, εξαιτίας της εξαρτητικής προσωπικότητας, που αναπτύχθηκε κατά την παιδική ηλικία, τότε που ήταν αδύνατο να διαγνωσθεί. Υποφέρουν γιατί οι σημαντικοί ενήλικες είτε με την αδιαφορία τους είτε με την υπερπροστατευτικότητα είτε με την απουσία δεν τους επέτρεψαν να καλλιεργήσουν ένα ακέραιο εγώ, μια αυτόνομη ηθική και μία λογική πέρα από το εδώ και τώρα.
Κι έτσι επαναλαμβάνουν βασανιστικά την ξέγνοιαστη εξάρτηση των αθώων χρόνων, επαιτώντας για μπράβο και ξεπουλώντας την αυτοεκτίμηση για λίγη αναγνώριση. Σαν βαμπίρ αναβιώνουν το χειριστικό παιδί, που κλαίει, κάνει θόρυβο, απαιτεί άμεση ικανοποίηση των θέλω του, θηρεύει τις αγκαλιές. Στο κενό πέφτουν οι προσπάθειές τους να σπάσουν αυτήν την καθήλωση, εις μάτην επιθυμούν να διαρρήξουν τη νοσηρή και υποσυνείδητη προσκόλληση. Και τελικά υποδουλώνοντας την ωριμότητα στη σκιά όσων εκλαμβάνουν ως ισχυρούς, παράδοξα, μα αποτελεσματικά, διασφαλίζουν τον έλεγχο.
Τα δεινά τους, όμως, είναι ασήμαντα μπροστά στις δοκιμασίες, που θα περάσει το θύμα τους, ειδικά αν και το ίδιο εμφορείται από το σύνδρομο του σωτήρα.
Συχνά παραπονούνται για αδιαθεσίες και ημικρανίες, μιμούμενοι το παιδί, που δε θέλει να πάει σχολείο. Μοιρασμένη η συχνότητά τους στα δύο φύλα, εγκαθιδρύουν αθόρυβα τις μικρές δυναστείες τους και ομιλούν με τέτοιο ζήλο για τον εαυτό τους και τις οδύσσειες του, που έντρομος διαπιστώνεις πως δε χρειάζεται καν να τους απαντάς: Έτσι κι αλλιώς θα υποπέσουν σε μάντεμα σκέψης αυθαίρετες γενικεύσεις και προσωποποίηση των πάντων.
Πώς θα τους αναγνωρίσετε
Δυσκολεύονται να πάρουν αποφάσεις, ακόμα και απλές, και αναζητούν διαρκή συμβουλευτική υποστήριξη και αναλυτική καθοδήγηση.
Επαφίενται σε άλλους για τη λήψη καθοριστικών αποφάσεων.
Αναλαμβάνουν την περαίωση αγγαρειών, εργασιών, που οι υπόλοιποι αποφεύγουν, για να γίνουν αρεστοί και αποδεκτοί.
Δεν βάζουν τέλος σε καμία σχέση, αν δεν βεβαιωθούν πως έχουν βρει τον αντικαταστάτη.
Υπολογίζουν σε μεγάλο βαθμό τη γνώμη των άλλων και αποφεύγουν τις συγκρούσεις
Έχουν συμπτώματα κατάθλιψης, εάν αντιληφθούν πως η υποτακτική συμπεριφορά τους δεν αρκεί, για να κρατήσει τους γύρω ή εάν βρεθούν σε ανταγωνιστικά και αμείλικτα περιβάλλοντα.
Μεγαλοποιούν τα αρνητικά και χαίρονται με την παραμικρή, ακόμα και τυπική θετική ενίσχυση.
Εάν αμφισβητηθούν δεν μπορούν να ελέγξουν τη συμπεριφορά και τις ενορμήσεις τους
Απογοητεύονται εύκολα ακόμα και στην υποψία αποτυχίας.
Δεν διακινδυνεύουν, παρά μόνο αν τους πάρετε από το χέρι και χρεωθείτε τις επιλογές τους.
Πιστεύουν πως οι άλλοι είναι ικανότεροι και είχαν περισσότερες ευκαιρίες, γεγονός που τους κάνει μεμψίμοιρους.
Εξιδανικεύουν εκείνους από τους οποίους θα εξαρτηθούν.
Πολλές φορές παρουσιάζονται ως τελειοθήρες, ώστε να έχουν προσχήματα, που θα δικαιολογήσουν την ατολμία και την αποφυγή δράσης
Οι προσκολλήσεις τους δεν αναφέρονται αναγκαστικά σε συγκεκριμένα πρόσωπα, αλλά σε όποιον αποπνέει επίφαση δύναμης.

Πώς να τους βοηθήσω
Αν αποφασίσετε να τους βοηθήσετε, επιστρατεύστε όλες σας τις δεξιότητες και μάθετε να θέτετε εσείς τα όρια. Ακούστε τους με αγάπη και ενδιαφέρον, αλλά διακόψετε τους, αν αρχίσουν να μακρηγορούν. Μην ενισχύετε την αποποίηση ευθυνών, που επιδιώκουν και μη μετατραπείτε σε αυθεντία, από την οποία ασφυκτικά θα γαντζωθούν. Αναθέστε τους μικρές αποστολές, στις οποίες γνωρίζετε πως εύκολα θα επιτύχουν, αυξάνοντας το βαθμό δυσκολίας. Όσο κι αν σας κολακεύει, να θυμάστε ότι μόνο εάν γίνουν ανεξάρτητοι, θα ενδυναμωθούν. Ακόμα κι αν αυτό σημαίνει πως θα πρέπει εσκεμμένα να τους αγνοήσετε.

Κατηγορία Εξαρτήσεις
Σάββατο, 30 Ιουλίου 2016 17:24

Ποια σχολεία προάγουν την υγεία

Ο 21ος αιώνας χαρακτηρίζεται από πολλούς ως εποχή της διακινδύνευσης, των ρευστών πολυεπίπεδων σχέσεων και της έξαρσης της ατομικότητας.

Οι προσωπικές βιογραφίες αντικαθιστούν τις συλλογικότητες, οι σταθερές του παρελθόντος καθίστανται δυσλειτουργικές και ατονούν, ενώ η ευελιξία, η μετανεωτερική γνώση και η έγκαιρη και έγκυρη πρόσβαση στην πληροφορία αναδεικνύονται σε μέγιστα εφόδια για τον νέο που εισέρχεται στην κοινωνική και επαγγελματική κονίστρα.

Το σχολείο, κατεξοχήν θεσμός υπεύθυνος για τη μετάδοση πολιτιστικών αγαθών, καλείται να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο, να αναπροσαρμόσει τα διδακτικά του προγράμματα, ώστε να αντανακλούν (ή και να προετοιμάζουν) την κοινωνική μεταβολή, αλλά κυρίως να παρέχει ένα ασφαλές περιβάλλον, μέσα στο οποίο η προαγωγή της ψυχικής και βιολογικής υγείας, η εξάλειψη των παραγόντων κινδύνου και η πρόληψη θα αποτελούν εχέγγυα για την αντισταθμιστική, δημοκρατική και ισότιμη παιδεία.

Η αγωγή υγείας αποτελεί μία παράλληλη εκπαιδευτική δραστηριότητα, άρρηκτα συνδεδεμένη με το σχολείο, το μαθητή, τον εκπαιδευτικό, τους γονείς και την κοινωνία στο σύνολό της. Η εφαρμογή προγραμμάτων αγωγής της υγείας στο σχολείο, συμβάλλει στην αναβάθμιση της εκπαίδευσης και της σχολικής ζωής, ενισχύοντας την ομαλή κοινωνική και επαγγελματική ένταξη των μαθητών, ενώ συγχρόνως περιορίζει την εμφάνιση ψυχικών και σωματικών διαταραχών.

Σκοπός τους είναι η κοινωνική ευεξία, η ανάπτυξη της κριτικής ικανότητας και των δεξιοτήτων και η άρση φαινομένων όπως η σχολική αποτυχία και η κοινωνική ανισότητα.

Η αγωγή υγείας είναι κατ’ εξοχήν μαθητοκεντρική και εντάσσει στα προγράμματά της όλους τους μαθητές, ανεξάρτητα από το κοινωνικό-οικονομικό και πνευματικό επίπεδο των γονέων τους. Επιδιώκει να αναπτύξει θετικές συνήθειες, που αφορούν την υγεία των μαθητών, πριν μεταβληθούν σε ανήκεστο πρόβλημα.

Προάγει την προσωπική, οικογενειακή και κοινοτική ευθύνη για την υγεία και εφοδιάζει τους μαθητές με τις προσήκουσες γνώσεις. Στοχεύει στην παροχή αρωγής και υποστήριξης για τα οικογενειακά, κοινωνικά και ψυχολογικά προβλήματα, τόσο στο χώρο του σχολείου όσο και στο χώρο έξω από αυτό.

Αποβλέπει στην ενδυνάμωση της σχολικής κοινότητας, ώστε να μπορούν οι εμπλεκόμενοι φορείς να χειρίζονται και να προλαμβάνουν αποτελεσματικά δυσλειτουργικές καταστάσεις, και τέλος δίνει έμφαση στην κινητοποίηση των δασκάλων και τη δια βίου εκπαίδευσή τους (World Health Organization, 1999, p.5).

Τα οφέλη που προκύπτουν από την εφαρμογή των προγραμμάτων υγείας έχουν πολλαπλασιαστικό χαρακτήρα: βελτιώνουν την ποιότητα ζωής των μαθητών και των οικογενειών τους, συντελούν στη διαπαιδαγώγηση συνειδητοποιημένων και ενήμερων πολιτών, περιορίζουν μακροπρόθεσμα το κόστος περίθαλψης, αναδεικνύουν και αντιμετωπίζουν τα προβλήματα υγείας σε τοπικό και εθνικό επίπεδο, διαχέουν πολύτιμες πληροφορίες πρόληψης και προφύλαξης, κινητοποιούν τα στελέχη της εκπαίδευσης, αυξάνουν τον κοινωνικοποιητικό ρόλο του σχολείου, αλλά κυρίως εγκαθιδρύουν στάσεις και αντιλήψεις, που μπορούν να μεταλαμπαδευτούν από γενιά σε γενιά.

Παράλληλα, αξιοποιούν τους διαθέσιμους πόρους της κοινότητας, ενισχύουν τα τοπικά δίκτυα, ενεργοποιούν τα κοινωνικά αντανακλαστικά σε περιπτώσεις αποκλεισμού, προάγουν το κοινωνικό κεφάλαιο μιας περιοχής και διευρύνουν τη χρήση καινοτόμων μεθόδων διδασκαλίας.

Συμπερασματικά, τα προγράμματα υγείας έχουν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

  • Ευαισθητοποιούν τα στελέχη της υγείας και της εκπαίδευσης σε θέματα προαγωγής της υγείας
  • Διασφαλίζουν τις συνθήκες υγιεινής στο σχολικό περιβάλλον
  • Διασυνδέουν και κινητοποιούν το διαθέσιμο δυναμικό της κοινότητας
  • Εντάσσουν στη διδακτέα ύλη μαθήματα, που βοηθούν τους μαθητές να κατανοήσουν τους παράγοντες που επηρεάζουν την υγεία, ώστε να υιοθετήσουν τις κατάλληλες στάσεις και συμπεριφορές
  • Εξασφαλίζουν την πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας
  • Υλοποιούν πολιτικές και πρακτικές προαγωγής υγείας, που υποστηρίζονται τόσο από τη διοίκηση του σχολείου και από τη διεύθυνση, όσο και από τις εκπαιδευτικές πρακτικές, και δημιουργούν ένα υγιές και ασφαλές ψυχολογικό περιβάλλον για τους μαθητές. Οι πολιτικές αυτές προωθούν θεμελιώδεις αρχές, όπως η ίση αντιμετώπιση όλων των μαθητών και ο σεβασμός των ιδιαιτεροτήτων τους. Στους στόχους περιλαμβάνονται η μείωση των βιολογικών, κοινωνικών και συναισθηματικών προβλημάτων, όπως είναι η χρήση αλκοόλ, ναρκωτικών, καπνού και κάθε μορφή βίας
  • Δικτυώνουν τα σχολεία μεταξύ τους για την ανταλλαγή πληροφοριών και εμπειριών
  • Αναπτύσσουν περιβαλλοντική συνείδηση
  • Παρέχουν ευκαιρίες φυσικής άσκησης και αναψυχής
  • Θεωρούν την πνευματική, ψυχική και βιολογική υγεία ως ενιαίο σύνολο και ενισχύουν μαθησιακές διαδικασίες, που διατηρούν την ισορροπία μεταξύ των τριών αυτών στοιχείων
  • Καλλιεργούν την κοινωνική αλληλεγγύη, εμπιστοσύνη και συμμετοχικότητα
  • Επεκτείνουν τα προγράμματα υγείας στο οικογενειακό πλαίσιο
  • Διαμορφώνουν κατάλληλα τα αναλυτικά προγράμματα, ώστε να εξοπλίσουν τους μαθητές με όλα τα κατάλληλα εφόδια, που θα τους επιτρέπουν να κάνουν ασφαλείς και υγιεινές επιλογές
  • Διαχέουν τις καλές πρακτικές και πληροφορίες για την προαγωγή της υγείας σε όλα τα κοινωνικά στρώματα
  • Επιλέγουν μαθητοκεντρικές διαδικασίες μάθησης, με έμφαση την ενεργό έρευνα, τη βιωματική προσέγγιση και την ανάπτυξη μεταγνωστικών στρατηγικών και κριτικής σκέψης
  • Διευκολύνουν την πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας, αλλά ταυτόχρονα εξασφαλίζουν την πραγματοποίηση πρωτοβάθμιων διαδικασιών μέσα στο σχολικό πλαίσιο (εμβολιασμοί, διαγνώσεις, ενημέρωση, πρώτες βοήθειες, φαρμακευτικές αγωγές κ.λπ.)
  • Ενισχύουν την υπογραφή μνημονίων συνεργασίας του σχολείου με κοινοτικούς και άλλους φορείς
  • Τονώνουν τη συμμετοχικότητα και παράγουν ενεργούς μαθητές-πολίτες, που αγωνίζονται για την εξάλειψη των κοινωνικών ανισοτήτων
  • Καταπολεμούν τη φτώχεια, τη σχολική διαρροή και αποτυχία.

 Τα προγράμματα υγείας στοχεύουν

  • στη Συνειδητοποίηση, η οποία θα βοηθήσει τα άτομα και τις κοινωνικές ομάδες να κατανοήσουν ότι η υγεία αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο και να ευαισθητοποιηθούν στους παράγοντες που την προάγουν
    στη Γνώση, για να εμπεδώσουν οι μαθητές τους τρόπους με τους οποίους η υγεία μπορεί να προαχθεί σε όλα τα εκπαιδευτικά πλαίσια
  • στις Στάσεις, με τις οποίες τα άτομα και οι κοινωνικές ομάδες θα αποκτήσουν κοινωνικές αξίες, θα αναπτύξουν έντονο ενδιαφέρον για την υγεία και διάθεση για ενεργό συμμετοχή στην προστασία και βελτίωση αυτής
  • στις Δεξιότητες, που είναι αναγκαίες στα άτομα και τις κοινωνικές ομάδες για τη διαχείριση και επίλυση των προβλημάτων υγείας
  • στην Ικανότητα αξιολόγησης, μέτρων που λαμβάνονται για την υγεία, καθώς και των εκπαιδευτικών προγραμμάτων ως προς οικολογικούς, πολιτικούς, οικονομικούς, κοινωνικούς, αισθητικούς και εκπαιδευτικούς παράγοντες
  • στη Συμμετοχικότητα, μέσω της οποίας αναπτύσσεται η αίσθηση της υπευθυνότητας και αμεσότητας στη θεώρηση των προβλημάτων υγείας και παρωθείται η δραστηριοποίηση των ατόμων σε ατομικό ή συλλογικό επίπεδο για την επίλυση τους.

Η αγωγή υγείας, ουσιαστικά αποτελεί αλλαγή του τρόπου σκέψης των μαθητών και διατήρηση της νέας αυτής φιλοσοφίας σε όλα τα πλαίσια και εκφάνσεις της ζωής. Τα προγράμματα υγείας είναι συνυφασμένα με την έννοια του ‘Νέου Σχολείου’, του ανοιχτού στην καινοτομία, την κοινότητα, τις τεχνολογικές εξελίξεις, τη βελτίωση των περιβαλλοντικών συνθηκών.

Είναι προσαρμοσμένα στις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες μιας περιοχής και διαπνεόμενα από ανθρωπιστικά ιδεώδη, αποβλέπουν στην κοινωνική ενδυνάμωση και ευθύνη. Τα σχολεία επωφελούνται από αυτά, γιατί η διασφάλιση συνθηκών υγιεινής αυξάνει την αποτελεσματικότητα και την επίδοση των μαθητών, απαλλάσσει τους γονείς από το άγχος, τροφοδοτεί την κοινωνία με υγιείς πολίτες, μειώνει το κόστος της υγείας μέσω της πρόληψης και κινητοποιεί πλαίσια, που πριν δρούσαν αποσπασματικά και ανεξάρτητα.

Η αγωγή υγείας, τέλος, επιχειρεί να αμβλύνει τις διαφορές ανδρών-γυναικών, δεδομένου ότι σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΗΕ, 86 εκατομμύρια κορίτσια (13 εκατομμύρια περισσότερα από τα αγόρια) δεν έχουν πρόσβαση στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση και τα 2/3 από το 1 δισ ανθρώπων, που είναι αναλφάβητοι, είναι γυναίκες.

Η θεσμοθέτηση και ίδρυση σχολείων που προάγουν την υγεία πρέπει να αποτελεί τμήμα μιας εθνικής πολιτικής για την Παιδεία, στα πλαίσια του Κράτους Πρόνοιας. Παρόλα αυτά οι Διεθνείς Οργανισμοί (Ευρωπαϊκή Ένωση, ΟΗΕ κτλ) ενισχύουν συμπληρωματικά κάθε ατομική πρωτοβουλία ή κοινοτική δράση, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην ύπαρξη μιας αρχικής ομάδας κρούσης σε κάθε σχολείο, (που θα αποτελείται από εκπαιδευτικούς, μαθητές, γονείς και τοπικούς φορείς), η οποία θα συντάσσει τον στρατηγικό σχεδιασμό, θα συνάπτει συμμαχίες, θα διαδίδει την έννοια της πρόληψης, θα επισημαίνει τους κινδύνους που απειλούν τους μαθητές στο σχολικό περιβάλλον, θα ανακαλύπτει μεθόδους πρόσβασης σε συναφείς πληροφορίες, θα ευαισθητοποιεί την κοινωνία, δρώντας πολλαπλασιαστικά, θα προκαλεί δημόσιο διάλογο για θέματα υγείας των μαθητών, θα εκδίδει έντυπα και ενημερωτικό υλικό, θα οργανώνει συνέδρια, θα λαμβάνει κοινωνική συναίνεση για καινοτόμες δράσεις και θα επιλέγει τα κατάλληλα πρόσωπα, για να διασπείρουν την έννοια της αγωγής υγείας.

Η όλη διαδικασία προσομοιάζει με έρευνα-δράσης, κατά την οποία, την αρχική καταγραφή των υφιστάμενων πολιτικών και κινδύνων υγιεινής.

Ακολουθεί η ανάλυση αναγκών, η προσμέτρηση των διαθέσιμων πόρων – μέσων, η επιλογή του εκπαιδευτικού υλικού και των κατάλληλων μεθόδων διδασκαλίας. Η αξιολόγηση των προγραμμάτων αυτών μπορεί να γίνει κατά τη διάρκεια και το τέλος τους από εσωτερικούς και εξωτερικούς αξιολογητές.

Το σχέδιο δράσης περιλαμβάνει λεπτομερείς καταγραφές των ενεργειών και των δεδομένων, ομαδοσυνεργατική μάθηση, ανάλυση αναγκών της περιοχής, θέσπιση κανόνων και μεθοδολογίας δράσης, διασύνδεση των φορέων, διοικητικό και εκτελεστικό πλάνο, αναπλαισίωση αναλυτικών προγραμμάτων και προσαρμογή των μαθημάτων, ώστε να ενταχθούν στους σκοπούς της αγωγής υγείας, συνεργασία με σχολεία ειδικής αγωγής για άρση των ανισοτήτων και εκπαίδευση των αναπήρων μαθητών.

Στην αρχική ομάδα δέον να εμπλέκονται επαγγελματίες υγείας (νοσοκόμες, ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί, γιατροί κ.λπ.), συνδικαλιστικές ενώσεις εργαζομένων, σύλλογοι καθηγητών και σύλλογοι γονέων και κηδεμόνων, νομικοί, μη κυβερνητικές οργανώσεις και εκπρόσωποι τοπικών φορέων, ενώσεις γυναικών, τοπικές επιχειρήσεις κ.λπ.

Οι κίνδυνοι, που σε γενικές γραμμές σχετίζονται με τη σχολική διαδικασία με τους οποίους ασχολείται η αγωγή υγείας είναι:

  • Κατάχρηση εξαρτητικών ουσιών
  • Μολυσματικές ασθένειες – AIDS – σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα
  • Ασθένειες δοντιών
  • Υποβιταμίνωση/ κακή διατροφή, ποιότητα σχολικών κυλικείων
  • Αναπνευστικά νοσήματα
  • Ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη
  • Κακή ποιότητα ή ανεπάρκεια νερού
  • Βία από ομάδες συνομηλίκων – παιδική κακοποίηση
  • Προβλήματα όρασης και ακοής
  • Σχολικά ατυχήματα
  • Στερεότυπα απέναντι στα άτομα με αναπηρίες
  • Κακός σχεδιασμός σχολικών κτιρίων – εγκατάσταση σχολικών μονάδων σε περιοχές με μεγάλη ρύπανση, πλημμελής αντισεισμική θωράκιση, έλλειψη μέσων πυρασφάλειας
  • Μιμητικές συμπεριφορές μαθητών, που μπορεί να προκαλέσουν βλάβη στους ίδιους και τους συμμαθητές τους
  • Αδικαιολόγητες απουσίες
  • Διαταραχές συμπεριφοράς/προσωπικότητας
  • Παιδική παράνομη εργασία-κακοποίηση
  • Κακή διαπαιδαγώγηση από τους γονείς, ακατάλληλες μέθοδοι διδασκαλίας
  • Πρόσβαση σε απομακρυσμένες σχολικές μονάδες
  • Επικίνδυνα μέσα μεταφοράς
  • Ελλιπώς εκπαιδευμένο βοηθητικό προσωπικό
  • Στερεοτυπικές/αναχρονιστικές αντιλήψεις γονέων-εκπαιδευτικών
  • Κακή διαχείριση σκουπιδιών-αποβλήτων
  • Έλλειψη μαθησιακών κινήτρων-ανεπαρκής επαγγελματικός προσανατολισμός.

Οι πυλώνες για την αλλαγή στάσεων προς ένα σχολείο, που προάγει την υγεία αφορούν:

  • Τη συνειδητοποίηση εκ μέρους των μαθητών ότι πρέπει να φροντίζουν τους εαυτούς τους και τους άλλους
  • Την ενδυνάμωσή τους, ώστε να κατανοήσουν πως η λήψη ορθών αποφάσεων επηρεάζει τη βιολογική και ψυχική τους υγεία
  • Τη γνώση για τη διαμόρφωση κοινωνικών συνθηκών, που θα εγγυώνται την υγεία του πληθυσμού
  • Τη συντονισμένη δράση που μπορεί να προκαλέσει κοινωνική αλλαγή
  • Η αποτελεσματικότητα των προγραμμάτων αυτών εξαρτάται από τη διάθεση συνεργασίας των εκπαιδευτικών, από τη συμβολή των διάφορων υποστηρικτικών φορέων (Διεθνείς Οργανισμοί, όπως η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας, το Συμβούλιο της Ευρώπης, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα και η κοινωνία στο σύνολο), καθώς και από το αρμόζον εκπαιδευτικό περιβάλλον (Peled E, Jaffe P, Edleson J, 1994). Πιο συγκεκριμένα, ο εκπαιδευτικός καλείται να αναπτύξει δεξιότητες και να υιοθετήσει διδακτικές μεθόδους, που θα ενθαρρύνουν την ενεργό μάθηση σε θέματα υγείας. Το σχολείο οφείλει να ενισχύσει το ρόλο του εκπαιδευτικού ως Παιδαγωγού-Ψυχολόγου, ώστε να μετατραπεί σε συντονιστή και εμψυχωτή, που θα αυξήσει την ικανότητα του μαθητή να φροντίζει συνολικά τον εαυτό του και τους άλλους.
  • Γενικότερα, τα σχολεία που εφαρμόζουν προγράμματα υγείας χρησιμοποιούν όλη τους την οργανωτική διάρθρωση, έτσι ώστε να προωθήσουν την υγεία ανάμεσα στους μαθητές, το προσωπικό, την οικογένεια και τα μέλη της ευρύτερης κοινωνίας. Προκειμένου να τεθούν σε εφαρμογή όλες οι παραπάνω πρακτικές και πολιτικές, τα σχολεία πρέπει να χρηματοδοτηθούν επαρκώς, να διαθέτουν τον απαραίτητο εξοπλισμό και τους κατάλληλους χώρους μάθησης, άθλησης και ψυχαγωγίας.
  • Η ανεπάρκεια του παραδοσιακού εκπαιδευτικού συστήματος προκάλεσε το ενδιαφέρον για εξωσχολικές μορφές εκπαίδευσης σε θέματα πρόληψης των κινδύνων υγείας, ως συμπλήρωμα της τυπικής σχολικής διδασκαλίας.
  • Η μη τυπική εκπαίδευση είναι: η εκπαίδευση που περιγράφει όλες τις μορφές διδασκαλίας που οι δάσκαλοι και οι εκπαιδευόμενοι προάγουν συνειδητά, η ‘μαθησιακή κατάσταση’ που επιχειρείται και από τις δυο πλευρές (πομπός και δέκτης).

Ως κύρια χαρακτηριστικά της μη τυπικής εκπαίδευσης αναφέρονται τα ακόλουθα:

  • Η μη τυπική εκπαίδευση αποτελείται από οργανωμένες και δομημένες δραστηριότητες (αλλιώς θεωρείται άτυπη)
  • Είναι σχεδιασμένη για μια ορισμένη μονάδα στόχου
  • Είναι οργανωμένη έτσι ώστε να επιτευχθούν μια σειρά από εκπαιδευτικοί στόχοι
  • Αυτές οι μη θεσμοθετημένες δραστηριότητες εκτελούνται έξω από το καθιερωμένο εκπαιδευτικό σύστημα και προορίζονται για εκπαιδευόμενους που δεν κατατάσσονται επίσημα στο σχολείο (ακόμη και αν σε ορισμένες περιπτώσεις η διδασκαλία πραγματοποιείται στο σχολικό περιβάλλον)
  • Η μη τυπική εκπαίδευση ορίζεται, ως ‘οποιαδήποτε οργανωμένη εκπαιδευτική δραστηριότητα εκτός του καθιερωμένου τυπικού συστήματος’ και έχει διακριτούς μαθητευόμενους και στοιχειώδη εκπαιδευτικό προσανατολισμό. Οι εθελοντικές οργανώσεις και οι κοινοτικές ομάδες είναι τα ευρέως διαδεδομένα μέσα της μη τυπικής εκπαίδευσης.
  • Η μη τυπική εκπαίδευση έχει οριστεί σαν ένα σκόπιμο και συστηματικό εκπαιδευτικό εγχείρημα (συνήθως εκτός του παραδοσιακού σχολείου), στο οποίο το περιεχόμενο προσαρμόζεται στις ιδιαίτερες ανάγκες των εκπαιδευομένων (ή ιδιαίτερες καταστάσεις) έτσι ώστε να μεγιστοποιεί τη μάθηση και να ελαχιστοποιεί άλλα στοιχεία, τα οποία συνήθως απασχολούν τους εκπαιδευτές του τυπικού σχολείου (π.χ. ρόλοι, πειθαρχία, έλεγχοι κ.λπ.)
  • Η έννοια της μη τυπικής εκπαίδευσης είναι εξ ορισμού ευρεία και μέχρι ένα βαθμό ασαφής. Θα ήταν αδύνατο να δοθεί στη συγκεκριμένη έννοια ένας μοναδικός και καθολικός ορισμός, καθώς αυτό που διαφοροποιεί τη μη τυπική εκπαίδευση είναι η ποικιλία των μορφών που μπορεί να πάρει, καθώς ανταποκρίνεται σε διάφορα αιτήματα και ανάγκες, διαφορετικών ατόμων και ομάδων. Επίσης, η μη τυπική εκπαίδευση μπορεί να οριστεί μόνο σε σχέση με τη λειτουργία της σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον. Δεν πρέπει να ξεχνιέται το γεγονός ότι η μη τυπική εκπαίδευση δημιουργήθηκε για να καλύψει τις αδυναμίες του παραδοσιακού σχολικού συστήματος και να ικανοποιήσει τις ανάγκες που συχνά, η τυπική εκπαίδευση παραβλέπει. Έτσι εξηγείται το ενδιαφέρον που εκδηλώνεται από τις τοπικές κοινωνίες για αυτή τη μορφή εκπαίδευσης, η οποία ικανοποιεί τις ανάγκες τους αποτελεσματικότερα. Γι’ αυτό, τα αντικείμενά της μπορούν να σχεδιαστούν μόνο σε ξεχωριστή βάση, η οποία βασίζεται στις ανάγκες των εκπαιδευομένων και στο τοπικό περιβάλλον. Για τον ίδιο λόγο, η μη τυπική εκπαίδευση δεν μπορεί να επιβλέπεται από την κεντρική εξουσία (Hamadache, 1991).

Για καλύτερη κατανόηση της εμφάνισης του τομέα της μη τυπικής εκπαίδευσης, πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν ορισμένες παρατηρήσεις:

Πρώτον, το σχολείο, πλέον δεν θεωρείται το μοναδικό μέρος όπου πραγματοποιείται η διδασκαλία, και δεν μπορεί να έχει μοναδικό εκπαιδευτικό ρόλο στην κοινωνία. Εκτός από αυτό, η διδασκαλία συμπεριλαμβάνει ποικίλους παράγοντες, οι οποίοι είναι ανέφικτο να κατανοηθούν μέσα στους περιορισμούς ενός και μοναδικού συστήματος, το οποίο οργανώνεται και εποπτεύεται από την κεντρική εξουσία.

Η εκπαίδευση δεν ανήκει πλέον μόνο στη δικαιοδοσία των εθνικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, αλλά και σε άλλες υπηρεσίες και ιδρύματα, συμπεριλαμβανομένων και παραγόντων που προάγουν την ανάπτυξη.

Δεύτερον, η εκπαίδευση και η μάθηση, σήμερα πια, δεν θεωρούνται πλέον συνώνυμα της ‘σχολικής διδασκαλίας’, ακόμη και αν μερικοί γονείς εξακολουθούν να εξισώνουν την εκπαίδευση με το σχολείο, καθώς εστιάζονται στο πτυχίο που εξασφαλίζει το σχολείο, το οποίο αποτελεί εγγύηση για μελλοντική επαγγελματική απασχόληση, η οποία όμως γίνεται ολοένα και περισσότερο υποθετική.

Αυτή η εξίσωση της μάθησης με την τυπική εκπαίδευση παραμένει σταθερά στο μυαλό πολλών γονιών, αλλά καθώς αυτοί αναγκάζονται να αναγνωρίσουν την αποτυχία του συστήματος, πάνω στο οποίο είχαν εναποθέσει όλες τις ελπίδες τους, αναπτύχθηκαν νέα εκπαιδευτικά συστήματα και έγιναν αντικείμενο μεγάλου ενδιαφέροντος.

Τρίτον, απαιτούνται νέες μη συμβατικές εκπαιδευτικές μέθοδοι, οι οποίες θα εστιάζονται στην ιδέα, η οποία όπως αναφέρεται και από το Club of Rome σε κάποια έκθεση, ως ‘το ανθρώπινο χάσμα που πρέπει να γεφυρωθεί’, το οποίο είναι, η ασυμφωνία ανάμεσα στην ολοένα και αυξανόμενη πολυπλοκότητα, που προκύπτει από την πρόοδο των ανθρώπων, και την αποτυχία μας να συμβαδίσουμε.

Στο σημείο αυτό, το πρόβλημα ήταν να προσδιοριστεί ο τρόπος με τον οποίο μια νέα διδασκαλία θα μπορούσε να καλύψει αυτό το χάσμα. Αυτή η ιδέα αναφέρεται από τους συγγραφείς της έκθεσης σαν καινοτόμα, κοινωνική διδασκαλία, η οποία είναι βασισμένη στην εκδήλωση ενδιαφέροντος και στην εθελοντική, ενεργή συμμετοχή, σε αντίθεση με την ασυνείδητη αναπαραγωγή και προσαρμογή των χαρακτηριστικών που παρέχεται στα παραδοσιακά σχολεία (Hamadache, 1991).

Βασισμένοι στην εμπειρία του παρελθόντος και του παρόντος, τα κύρια χαρακτηριστικά της μη τυπικής εκπαίδευσης, σύμφωνα με τον Hamadache (1991), συνοψίζονται στα παρακάτω:

  • Οι πολλές και ποικίλες μορφές που είναι δυνατόν να πάρει
  • Η λειτουργική φύση του περιεχομένου της, σε σχέση με συγκεκριμένα πεδία, και συνεπώς η δεκτικότητά της στο τοπικό περιβάλλον και η ικανότητά της να ανταποκρίνεται στις ανάγκες του
  • Συγκεκριμένα αντικείμενα – συχνά μικρής διάρκειας- περιορισμένα σε ένα πεδίο, ένα περιεχόμενο ή μια ομάδα. Το πρόγραμμα διδασκαλίας που διαμορφώνεται, έτσι ώστε να ικανοποιεί συγκεκριμένες ανάγκες των εκπαιδευομένων
  • Ευκαμψία στην υλοποίησή της
  • Ετερογενείς ομάδες στόχου
  • Δραστηριότητες οργανωμένες και συστηματικές, αλλά ποτέ συνηθισμένες
  • Δραστηριότητες, οι οποίες οργανώνονται συχνά χωρίς να επαναλαμβάνονται και σε μικρότερο χρονικό πλαίσιο από αυτές του τυπικού συστήματος
  • Χρήση εθελοντών ή εκπαιδευτών μερικής απασχόλησης και χρήση μη επαγγελματικού, επί πληρωμής ή εθελοντικά
  • Αυτάρκεια και συμμετοχή.

Η αξιολόγηση των προγραμμάτων αγωγής και προαγωγής της υγείας, έχει ως σκοπό την εκτίμηση του βαθμού επιτυχίας, των στόχων και των σκοπών, του σχεδιασμού και των μεθόδων που χρησιμοποιήθηκαν.

Γενικότερα, η έρευνα έδειξε ότι η εφαρμογή των προγραμμάτων στο χώρο της εκπαίδευσης μείωσε τους παράγοντες κινδύνου και προώθησε πιο υγιείς τρόπους ζωής. Η ανάλυση των δεδομένων από 207 προγράμματα βασισμένα στην καταπολέμηση των παραγόντων, που εγκυμονούν κινδύνους στα σχολεία, έδειξε ότι τα πιο αποτελεσματικά προγράμματα είναι αυτά που μεταδίδουν δεξιότητες ζωής, επικοινωνιακές ικανότητες και προσαρμοστικότητα (Tobler,1992).

Η εφαρμογή των προγραμμάτων ελαχιστοποίησε τις πιθανότητες εμφάνισης βίαιης συμπεριφοράς, απέτρεψε τη χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών (World Health Organization, 1997, p. 25). Συγχρόνως, αποσοβήθηκε ο κίνδυνος εμφάνισης σεξουαλικών νοσημάτων, ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης και εκτρώσεων στο μαθητικό πληθυσμό.

Οι μαθητές έμαθαν να διαχειρίζονται τα συναισθήματά τους, αυξήθηκε η αυτοεκτίμησή τους και απετράπησαν έκτροπα μέσω εκφοβισμού και απειλής (World Health Organization, 1997, p.26). Η έρευνα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα προγράμματα πρέπει να ενταχθούν στα αναλυτικά προγράμματα των σχολείων (Ο’ Donnell, Stueve, Doval 1998).

Συμπεράσματα

Τα προγράμματα αγωγής υγείας στα σχολεία συμβάλλουν στην αλλαγή συμπεριφορών, ενισχύουν χαρακτηριστικά όπως, η αυτοεκτίμηση, η αυτοπεποίθηση, ενώ εξοπλίζουν τους μαθητές με δεξιότητες απαραίτητες για τν ζωή τους. Αποδείχθηκε ότι μπορούν να τους προσφέρουν κοινωνική και ψυχολογική υποστήριξη, να τους διδάξουν, να τους διαπαιδαγωγήσουν, ενώ ταυτόχρονα τους βοήθησαν να γνωρίσουν τον εαυτό τους και να κάνουν προσωπικές επιλογές θετικές για την υγεία τους.

Ταυτόχρονα, η συνεργασία των γονέων, των εκπαιδευτικών και των μαθητών στο χώρο του σχολείου συντελεί στη βελτίωση των σχέσεών τους αλλά και στν βελτίωση του επιπέδου της υγείας τους, εκπληρώνοντας τους στόχους των προγραμμάτων.

Τέλος, τα προγράμματα αυτά φέρνουν το σχολείο κοντά στην πραγματικότητα, δημιουργώντας ένα χώρο έκφρασης και δημιουργίας για τα παιδιά.

Η επιτυχία των προγραμμάτων αυτών σε άλλες χώρες δημιουργεί την ανάγκη να εφαρμοστούν αυτά τα προγράμματα στο εκπαιδευτικό σύστημα, καθώς αποτελεί το σημαντικότερο φορέα μετάδοσης συμπεριφορών, στάσεων και τρόπου σκέψης. Αυτό που είναι σημαντικό να λάβουμε υπόψη, έτσι ώστε να έχει επιτυχία το πρόγραμμα αγωγής και προαγωγής της υγείας στα σχολεία είναι τα εμπόδια, τα οποία θα πρέπει να απομονωθούν και να εξαλειφθούν (World Health Organization 1996b).

Τέτοιου είδους εμπόδια είναι:

  • Η μερική γνώση σε θέματα υγείας, συνεπάγεται η γνώση, οι συμπεριφορές και οι ικανότητες εξελίσσονται σε μια στρατηγική ενδυνάμωσης
  • Όχι επαρκής επιμόρφωση των εκπαιδευτικών και άλλων συμβουλευτικών υπαλλήλων
  • Μη εξειδικευμένα προγράμματα
  • Λίγος χρόνος αφιερωμένος στο αντικείμενο της μάθησης
  • Δυσκολίες συνεργασίας
  • Έλλειψη επιμορφωτικών σεμιναρίων για τους εκπαιδευτικούς και τους γονείς.

Γράφει ο Ευστράτιος Παπάνης, Επίκουρος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αιγαίου

Κατηγορία Εξαρτήσεις

Η αυτοεκτίμηση έχει τεράστια επίδραση σε ένα πλήθος συμπεριφορών και ψυχολογικών αντιδράσεων, που αφορούν τις σχέσεις με τους άλλους, την ποιότητα της επικοινωνίας, τον ανταγωνισμό ή την άμιλλα, τη συμμόρφωση και υποταγή, τις άρρητες θεωρίες προσωπικότητας, την επίδοση και καταξίωση, την προσαρμογή, τη σεξουαλική έλξη, την αντίδραση στα αγχογόνα γεγονότα και γενικότερα στην αντιμετώπιση του εαυτού σε αντιπαραβολή με το περιβάλλον (Mruk,1999; Wells & Marwell,1976; Wylie,1974,1979;Baumeister,1993 Gilbert, Fiske, and Lindzey, 1999).

Πιο συγκεκριμένα διάφορες έρευνες έχουν επισημάνει τη σχέση της αυτοεκτίμησης με διάφορους παράγοντες :

1.3.1 Σχέση της αυτοεκτίμησης με τις τάσεις αυτοκτονίας

- Battle, 1990 και Bhatti, 1992 Επιβεβαιώνονται οι υποθέσεις για τη συσχέτιση της χαμηλής αυτοεκτίμησης των εφήβων και της αυτοκτονικής κατάθλιψης, καθώς και με αρνητικές σκέψεις και εξαρτησιογόνο συμπεριφορά ( κλινικές μελέτες).

1.3.2 Σχέση της αυτοεκτίμησης με την σχολική αποτυχία

Kite, 1989- Bloom, 1977- Earle, 1987 .Στις μελέτες τους διαπιστώθηκε ότι η συντριπτική πλειοψηφία των παραγόντων, που οδηγούν στην εγκατάλειψη του σχολείου, σχετίζονται με μειωμένη αυτοεκτίμηση για τις νοητικές ικανότητες του μαθητή, γεγονός που, μέσω της αυτοεκπληρούμενης προφητείας, επιτείνεται από τους γονείς και τους δασκάλους. Η ανατροφοδότηση του χαμηλού αυτοσυναισθήματος φαίνεται να ενισχύεται από τη διαπίστωση ότι όσοι εγκαταλείπουν τελικά το σχολείο , έχουν χαμηλότερη αυτοεκτίμηση σε σχέση με τους συνομηλίκους τους, που συνεχίζουν να φοιτούν. Η θετική αυτοαντίληψη θεωρείται απαραίτητη προϋπόθεση για την εξασφάλιση της συμμετοχής του ατόμου στην διαδικασία της μάθησης. Όταν το άτομο έχει ισχυρή αυτοεκτίμηση και δεν διακατέχεται από φόβους: όπως αυτός της απόρριψης του από τους γύρω του και της αποτυχίας, μπορεί να συμμετέχει ενεργητικά σε αυτήν. Η συχνή, όμως, σύνδεση της νοητικής ικανότητας και της εν γένει ικανότητας του παιδιού με τη σχολική επιτυχία ή αποτυχία αποτελεί απειλή για τη θετική αυτοαξιολόγησή του. (Bloom,1977)


1.3.3 Σχέση της αυτοεκτίμησης με τη σχολική επίδοση

Brookover, Thomas and Patterson, 1985- Coopersmith,1965- Wylie,1979- Holly,1987- Covington,1989- Walz and Bleuer,1992- Scheirer and Krant,1979

Στις έρευνές τους βρέθηκαν στατιστικώς σημαντικές συνάφειες μεταξύ αυτοεκτίμησης και σχολικής επίδοσης. Πιο συγκεκριμένα, η υψηλή αυτοεκτίμηση κατά την προσχολική ηλικία συνεπάγεται μεγάλη αναγνωστική ετοιμότητα στην πρώτη δημοτικού, καλύτερες επιδόσεις στην ανάγνωση και γραφή. Μάλιστα η μέτρηση της αυτοεκτίμησης είχε τόσο μεγάλη προγνωστική αξία, που εξισωνόταν σχεδόν με άλλα αιτιακά μεγέθη, όπως η ευφυία και η επίδρασή της στη σχολική επίδοση συνεχιζόταν μέχρι την αποφοίτηση από το λύκειο. Όπως συμβαίνει και με όλες τις συναφειακές μελέτες, δεν κατέστη δυνατό να βεβαιωθεί ποιο μέγεθος είναι το αίτιο και ποιο το αποτέλεσμα. Έτσι πολλοί υποστηρίζουν ότι η αυτοεκτίμηση είναι το προιόν της σχολικής επιτυχίας και όχι η γενεσιουργός αιτία της. Αντίθετα, άλλοι ερευνητές διατείνονται ότι δεν είναι δυνατόν να είναι κανείς καλός και αποδοτικός μαθητής, χωρίς κάποια δόση υψηλής αυτοεκτίμησης. Η αυτοεκτίμηση είναι κάτι που διδάσκεται και οποιαδήποτε μεταβολή της, μέσω ψυχολογικής παρέμβασης, συσχετίζεται με διαφοροποιημένη σχολική επίδοση ( αιτιακή απόδειξη), μείωση των αδικαιολογήτων απουσιών και εγκατάλειψη του σχολείου.


1.3.4 Σχέση μεταξύ χρήσης ναρκωτικών, αλκοόλ και αυτοεκτίμησης
Keegan,1987- Skager,1988- Gossop,1976- Miller,1988. Οι εμπειρικές έρευνές τους πιστοποίησαν στατιστικώς σημαντικές συσχετίσεις ανάμεσα στη χαμηλή αυτοεκτίμηση, το νευρωσικό άγχος, και την παθητικότητα, καταστάσεις που ευνοούσαν τη χρήση ουσιών.Μάλιστα, έγινε φανερό ότι η ανάγκη για εξάρτηση υποκαθιστούσε τη μειονεξία της χαμηλής αυτοεκτίμησης, δηλαδή δρούσε ως μηχανισμός άμυνας. Το κρίσιμο σημείο στις διαπιστώσεις αυτές είναι ότι στην πραγματικότητα τα ναρκωτικά και το αλκοόλ έδιναν μια ψευδαίσθηση ελέγχου, χαρακτηριστικό, που δεν διαθέτει ένα άτομο χωρίς αυτοεκτίμηση. Αντίθετα, άτομα με υψηλή και αυθεντική αυτοεκτίμηση δεν είχαν την ανάγκη να εξαρτηθούν από συνανθρώπους τους, για να αυτοεπιβεβαιωθούν, ούτε προσπαθούσαν να ταπεινώνουν τους σημαντικούς άλλους, όπως μερικές φορές επιχειρούσαν άτομα με ευάλωτη αυτοεκτίμηση, για να καλύψουν την ανασφάλειά τους. Το πρόβλημα γίνεται ιδιαιτέρως αισθητό κατά την περίοδο της εφηβείας, όπου η απευθείας έκθεση σε περιβάλλον με ναρκωτικά πολλαπλασιάζει τον κίνδυνο. Προγράμματα καταπολέμησης εξαρτήσεων από ναρκωτικά και αλκοόλ χρησιμοποίησαν μεθόδους ενίσχυσης της αυτοεκτίμησης και είχαν μακροπρόθεσμα θετικά αποτελέσματα απεξάρτησης.
1.3.5 Σχέση αυτοεκτίμησης και ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης κατά την εφηβεία.
Crockenberg και Soby, 1989- Hogg,1979- Beane,1984 H επισκόπηση πολλών αγγλοσαξωνικών ερευνών έδειξε ότι η ελλιπής, μη σταθερή και αναποτελεσματική χρήση αντισυλληπτικών, ειδικά κατά τη νεαρή ηλικία, ακόμα και από γυναίκες με καλή ενημέρωση επί του θέματος, είχε θετική συνάφεια με το μειωμένο αίσθημα αυτοεκτίμησης γενικά και για την εξωτερική τους εμφάνιση ειδικότερα. Η καλλιέργεια αρνητικής ταυτότητας, που ήταν συνήθως αποτέλεσμα άσχημων εμπειριών, οδηγούσε πολλές νεαρές μαθήτριες στην πορνεία. Πλείστες παρεμβάσεις για την κοινωνική επανένταξη των γυναικών αυτών επετύγχαναν μόνο όταν ελαμβάνετο υπόψη ο παράγοντας αυτοεκτίμηση.Τέλος η απόφαση νεαρών μητέρων να κρατήσουν τα παιδιά τους, ακόμα κι όταν λόγω ηλικίας ή πόρων ήταν αδύνατο να το καταφέρουν, αφορούσε την πεποίθησή τους ότι τα παιδιά τους θα τους παρείχαν χωρίς όρους αποδοχή και αγάπη, που τόσο είχαν στερηθεί.
1.3.6 Σχέση μεταξύ αυτοεκτίμησης, βίας και παραπτωματικής συμπεριφοράς.
Kelley,1978- Kaplan,1975- Toch και Davis,1993- Johnson,1977- Sahagan,1991- Lopez,1992, Παγκόσμια Ένωση Αστυνομικών,1979- Steffenhagen και Burns,1987. Η συνάφεια μεταξύ της χαμηλής αυτοεκτίμησης και της παραβατικότητας, ακόμα και στο χώρο του σχολείου, διαπιστώνεται συστηματικά από πολλές έρευνες. Άτομα με ανεπαρκή αυτοεκτίμηση, τα οποία βιώνουν διαρκείς ματαιώσεις και αποτυχίες, στρέφονται προς την αντικοινωνική συμπεριφορά ως αντεκδίκηση προς το κοινωνικό σύνολο. Η αυτοεκτίμησή τους αναπτερώνεται από τις βίαιες συμπεριφορές, γιατί η επιβολή ή η ένταξη σε κάποια συμμορία, αναπληρώνουν τα κενά και τα στίγματα, που τους κληροδότησε ο περίγυρός τους. Η καταξίωση επιτυγχάνεται από τη συμμετοχή σε ένα ιεραρχικό σύστημα (π.χ. συμμορία), με πολλές ευκαιρίες ανέλιξης, αναγνώρισης της στερηθείσας αξίας και απόκτησης ταυτότητας. Η χαμηλή αυτοεκτίμηση αποτελεί μια ανεξάντλητη πηγή μίσους και οργής, η οποία, αν διοχετευθεί προς τον εαυτό, γίνεται κατάθλιψη και αν εκτονωθεί επιθετικά, εξισορροπεί την απωλεσθείσα ή τρωθείσα αυτοεικόνα. Κατά την ψυχαναλυτική άποψη όλες οι βίαιες αποκλίνουσες συμπεριφορές ερμηνεύονται μέσω της συσχέτισής τους με την αυτοεκτίμηση και τα πλαίσια που την υπονομεύουν.
1.3.7 Αυτοεκτίμηση και άγχος
Για πολλούς ερευνητές η έννοια της υψηλής αυτοεκτιμησης καθορίζεται από δύο κυρίως παραμέτρους. Από την θετική αλλά ταυτόχρονα ρεαλιστική αξιολόγηση του εαυτού και από τον βαθμό, που ο άνθρωπος είναι πεπεισμένος ότι μπορεί να ελέγξει εξωτερικούς παράγοντες και να χειριστεί επιτυχώς καθημερινά, απλά ή σύνθετα ζητήματα. Οι αντιδράσεις και οι προσωπικές επιλογές σε δεδομένη χρονική στιγμή, επηρεάζονται από την αντίληψη του ατόμου για το ποιο πραγματικά πιστεύει ότι είναι. Η αντίληψη αυτή καθορίζει τις αντιδράσεις σε γεγονότα και το είδος τους με τη σειρά του, συσχετίζεται άμεσα την προσαρμογή του ατόμου. Όταν η αυτοεκτίμηση κυμαίνεται σε χαμηλά επίπεδα, ελαττώνεται η ικανότητα των ατόμων να προσαρμόζονται και να κινούνται ευέλικτα σε ακραίες, αρνητικά φορτισμένες συνθήκες. Τέτοιες καταστάσεις επηρεάζουν έντονα την προσωπικότητα, και μάλιστα, σύμφωνα με τις απόψεις του Branden, (1984), τα αρνητικά γεγονότα έχουν μεγαλύτερη συναισθηματική επίδραση στους ανθρώπους απ΄ ότι τα θετικά. Άτομα με χαμηλό δείκτη αυτοεκτίμησης, εκδηλώνουν περισσότερο άγχος, όταν καλούνται να ανταπεξέλθουν σε δύσκολες καταστάσεις συγκριτικά με άτομα υψηλής αυτοεκτίμησης, επειδή διαθέτουν λιγότερο αποτελεσματικούς τρόπους αντιμετώπισης του (Abel, 1996). Οι Smith, Zhan, Hynington και Washington, (1992) συμπληρώνουν ότι οι άνθρωποι με υψηλή αυτοεκτίμηση, έχουν την τάση να χρησιμοποιούν ποικιλία συμπεριφορών διευθέτησης των αγχογόνων καταστάσεων και να αποστασιοποιούνται από αυτές, ενώ άτομα χαμηλής αυτοεκτιμησης, ερμηνεύουν τη συμπεριφορά τους ως απόλυτα εξαρτημένη από τη συγκεκριμένη κατάσταση. Επιπλέον, ο Kreger σε ένα άρθρο που εξέδωσε το 1995, απέδειξε ότι το άγχος, που εισπράττει κάποιος σε μια δεδομένη στιγμή, συνδέεται περισσότερο με την εικόνα, που έχει σχηματίσει για τον εαυτό του, παρά με την ένταση της συγκεκριμένης κατάστασης.

1.3.8 Αυτοεκτίμηση και κοινωνική προσαρμογή
Όσο πιο συγκροτημένη και ολοκληρωμένη είναι η αντίληψη ενός ατόμου για τον εαυτό του, τόσο περισσότερες πιθανότητες έχει να αντιμετωπίζει επιτυχώς τις δυσκολίες στην προσωπική και επαγγελματική του ζωή. Η υψηλή αυτοεκτίμηση συνήθως χαρακτηρίζει άτομα φιλόδοξα, που γνωρίζουν ακριβώς τους στόχους τους και είναι σαφή στα όσα επιδιώκουν από τη ζωή τους. Όσο περισσότερη αυτοεκτίμηση διαθέτει ένας άνθρωπος, τόσο πιο ανοιχτός και αποτελεσματικός στην επικοινωνία τείνει να είναι. Αντιστρέφοντας το συλλογισμό, χαμηλά επίπεδα αυτοεκτίμησης χαρακτηρίζουν προσωπικότητες με φτωχές επικοινωνιακές δυνατότητες, δεδομένου ότι η αβεβαιότητα για την προσωπική επάρκεια και ο φόβος για την αντίδραση του ακροατή παρεμποδίζουν τους διαύλους επικοινωνίας. Όπως διαπιστώνει ο Βranden (1981) , η ζωτικότητα και η διεύρυνση των διαπροσωπικών δραστηριοτήτων είναι στοιχεία που χαρακτηρίζουν άτομα με υγιή αυτοεκτίμηση, σε αντίθεση με τα άτομα χαμηλής αυτοεκτίμησης, τα οποία βιώνουν τις σχέσεις παθητικά ερμηνεύοντάς τες ως κενές, ανούσιες και εξαρτητικές. Οι άνθρωποι της δεύτερης κατηγορίας κυριεύονται από αυτόματες προσδοκίες απόρριψης, ταπείνωσης και προδοσίας, γεγονός που έχει άμεσο αντίκτυπο στο πώς αντιλαμβάνονται τις σχέσεις. Ο Μeyers (1992) ολοκληρώνει το συλλογισμό, λέγοντας ότι η υψηλή αυτοεκτίμηση είναι ένας ισχυρός προγνωστικός παράγοντας για την προσωπική ευτυχία ενός ατόμου. Η αντίληψη της ευτυχίας είναι μία συνιστώσα, που επηρεάζει πολυδιάστατα την ανθρώπινη φύση. Έρευνες έχουν αποδείξει ότι η ομαλή ανάπτυξη της αίσθησης της προσωπικής αξίας και ανεξαρτησίας αυτόματα οδηγεί στην προσωπική ευτυχία, ελευθερώνοντας το άτομο από αρνητικές σκέψεις και βοηθώντας το να κατανοήσει ποιος πραγματικά είναι και τι πραγματικά ζητά. (Waterman, 1981, 1984).
Η χαμηλή αυτοεκτίμηση παρουσιάζεται ως μια συνιστώσα, που αποτελεί τροχοπέδη και ανασταλτικό παράγοντα στις κοινωνικές και ατομικές δραστηριότητες του ατόμου. Εντούτοις, κάτω από ορισμένες συνθήκες, η υψηλή αυτοεκτίμηση γίνεται πηγή προβλημάτων, ενώ η χαμηλή μετατρέπεται σε αναγκαστικό κίνητρο για δραστηριοποίηση. Αν και η αρνητική αξιολόγηση του εαυτού συνήθως καταστέλλει την ενεργητικότητα, σε μερικές ακραίες περιπτώσεις η υπερβολή της χαμηλής αυτοεκτίμησης μπορεί να κινητοποιήσει το άτομο, ώστε να αποτελματωθεί από την αδράνεια. Λειτουργεί δηλαδή εδώ ο ψυχικός μηχανισμός,που χρησιμοποιείται και στην κατακλυσμιαία μέθοδο θεραπείας, κατά τον οποίο η μεγάλη δόση χαμηλής αυτοεκτίμησης και η αίσθηση ότι κάποιος φτάνει στον πυθμένα της αυτοαξιολόγησης μπορεί να ενεργοποιήσει τις δυνάμεις αντίδρασής του. Αντίθετα, το υψηλό αυτοσυναίσθημα, μερικές φορές δύναται να επιφέρει αλαζονεία, ανειλικρίνεια, εφησυχασμό και έπαρση. Εξάλλου, ο Darlympe, (1995) διαπίστωσε ότι οι ναζί είχαν υπερβολικά υψηλή αυτοεκτίμηση.

1.3.9 Αυτοεκτίμηση και φύλο
Ο Rosenberg ήδη από το 1967 παρατήρησε μια στατιστικώς σημαντική αλληλεπίδραση ανάμεσα στο φύλο και την αυτοεκτίμηση σε συνάρτηση με διάφορες άλλες μεταβλητές. Ο Epstein (1979) διαπίστωσε πως όταν οι γυναίκες μιλούσαν για αυτοεκτίμηση, αναφέρονταν περισσότερο σε εμπειρίες αποδοχής ή απόρριψης, ενώ οι άνδρες για καταστάσεις επιτυχίας ή αποτυχίας. Η τάση αυτή διαφαινόταν ακόμα και σε μικρότερες ηλικίες και έτσι οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι διαφυλικές διαφορές μπορούν να επηρεάσουν την εξέλιξη της αυτοεκτίμησης (Pallas, Entwisle, Alexander, Weinstein,1990). H πλειονότητα όμως των εμπειρικών ερευνών δεν επιβεβαιώνει το εύρημα αυτό, όσον αφορά τη γενική αυτοεκτίμηση των δύο φύλων (Maccoby & Jacklin,1974). Αντίθετα, η πρόταση αυτή ισχύει στις επιμέρους παραμέτρους, γεγονός που υποδηλώνει ότι άνδρες και γυναίκες εσωτερικεύουν διαφορετικά τις διαπροσωπικές τους σχέσεις και τα κριτήρια της επιτυχίας. Το βασικότερο πρόβλημα πάντως αναδύεται από την διαφορετική θεώρηση του εαυτού. Έχει επανειλημένα παρατηρηθεί (Kitayama,1991 Markus,1992) ότι οι γυναίκες έχουν την τάση να αντιλαμβάνονται τον κόσμο και κυρίως την εικόνα του εαυτού τους ολιστικά, δηλαδή ενσωματώνουν σε αυτήν τα αγαπημένα και σημαντικά γι’ αυτές πρόσωπα και τις σχέσεις τους μαζί τους. Δημιουργούν, δηλαδή, ένα συγκεντρωτικό σχήμα του εαυτού. Οι άνδρες από τη μεριά τους θεωρούν τον εαυτό τους πιο αυτόνομα και αποσπασματικά μέσω μεμονωμένων πράξεων και ενεργειών. Είναι περισσότερο ατομοκεντρικοί, ανεξάρτητοι και ανταγωνιστικοί. Απόρροια του γεγονότος αυτού είναι ότι στην πραγματικότητα η αυτοεκτίμηση στα δύο φύλα είναι τελείως διαφοροποιημένη. Τα αγόρια από πολύ μικρά μαθαίνουν να έχουν αυτοπεποίθηση, όταν ξεχωρίζουν και όταν οι πράξεις τους στέφονται από επιτυχία. Τα κορίτσια θεωρούνται ικανά όταν μπορούν να σχηματίζουν ολοκληρωμένες συναισθηματικές επαφές. Κατά τον Eagly ( 1987) η διαδικασία αυτή ξεκινά από τη γέννηση. Τα αγόρια ενθαρρύνονται περισσότερο στην εξερεύνηση και την δράση, ενώ συναισθηματικές εκδηλώσεις,όπως κλάμα αποδίδονται συχνότερα στα κορίτσια. Η υιοθέτηση των ρόλων αυτών επηρεάζει τους μετέπειτα αυτοπροσδιορισμούς. Αυτό που δίνει αξία στον εαυτό δεν είναι κοινό και δεδομένο, αλλά καθορίζεται από τις αρχές και τις προτεραιότητες του ατόμου, αν ληφθούν υπόψη τα φίλτρα της κοινωνίας και των προσδοκιών της. Κάθε φορά που κάποιος επιτυγχάνει να ταυτίσει την αυτοεικόνα του νε τις απαιτήσεις και τις ελπίδες του περιβάλλοντος, η αυτοεκτίμησή του αυξάνεται. Η ασυμφωνία, όμως προσωπικών ρόλων και κοινωνικών στερεοτύπων συν τελεί στην έκφραση άγχους και μειωμένης αυτοεκτίμησης. Το πρόβλημα με τις σύγχρονες γυναίκες, παρά την κοινωνική εξίσωσή τους με τους άνδρες είναι ότι δεν έχουν αποποιηθεί καμμία από τις πρότερες υποχρεώσεις τους, ούτε συναισθηματικά ούτε πρακτικά. Επιπλέον έχουν αναλάβει περισσότερες υποχρεώσεις με αποτέλεσμα σήμερα να κρίνονται και από την επαγγελματική τους καταξίωση, αλλά και από την ικανότητά τους να δημιουργούν βαθειές και ισορροπημένες σχέσεις. Η αυτοεκτίμηση στις γυναίκες κερδίζεται δυσκολότερα, εάν βασιστεί και στις δύο παραμέτρους, με αποτέλεσμα πολλές να παραιτούνται του ενός ή του άλλου ρόλου ή απλώς να αποτυγχάνουν και στους δυο. Τα ποσοστά γυναικείας κατάθλιψης είναι η επαλήθευση της διαπίστωσης αυτής.
Σύμφωνα με τους Schwalbe & Staples (1991), η εξερεύνηση της αυτοεκτίμησης απαιτεί να διασαφηνιστούν οι τρόποι, με τους οποίους ένα άτομο αντλεί πληροφορίες για τον εαυτό του, να εξακριβωθεί πώς τους επεξεργάζεται γνωστικά και συναισθηματικά και να καταγραφεί πώς αυτοί εφαρμόζονται σε πραξιακό επίπεδο. Στο μοντέλο πρέπει να προστεθούν οι αντανακλάσεις των επιβραβεύσεων και των αποθαρρύνσεων του περιβάλλοντος στην αυτοεικόνα, οι κοινωνικές συγκρίσεις και το πλαίσιο, μέσα στο οποίο η εικόνα αυτή ολοκληρώνεται. Οι διαφυλικές διαφορές σε όλα τα επίπεδα είναι μεγάλες και κυρίως προιόν μάθησης (Sanford & Donovan,1984). H έρευνα έχει αποκαλύψει ότι οι γυναίκες είναι πιο εξαρτημένες από τους κοινωνικούς επαίνους, οι άνδρες από τις κοινωνικές συγκρίσεις, ενώ δίνουν ίδια σημασία στην αντίληψη των ικανοτήτων και της αξίας τους. Και στα δύο φύλα πηγή αυτοεκτίμησης αποτελούν πρώτιστα οι κοινωνικές αμοιβές, οι προσωπικές εκτιμήσεις για τον εαυτό και τέλος οι κοινωνικές συγκρίσεις (Mensky,1996).

1.3.10 Αυτοεκτίμηση και επικοινωνία
Η επικοινωνία ορίζεται ως μια διαδικασία αποστολής, λήψης και νοηματοδότησης μηνυμάτων..Η ανθρώπινη επικοινωνία πάντα αλλοιώνεται από τον ‘θόρυβο’, ο οποίος διαστρεβλώνει την ουσία και παραχαράσσει την πρόθεση του πομπού. Εάν ένα άτομο στείλει το μήνυμα α, ο δέκτης του λαμβάνει το μήνυμα α΄. Ο βαθμός της μετάλλαξης, καθώς και η πολυσημία των μηνυμάτων, μειώνεται από την ανατροφοδότηση, δηλαδή την ενσυνείδητη προσπάθεια το α΄ να προσεγγίσει το α.
Η επικοινωνία περιλαμβάνει τα ακόλουθα στάδια:
1. κωδικοποίηση
2. μετάδοση
3. αποκωδικοποίηση
4. ανατροφοδότηση
5. θόρυβος
Κωδικοποίηση
Συνήθως μια σκέψη κωδικογραφείται σε ένα λεκτικό ή μη λεκτικό σύστημα, το οποίο είναι βασισμένο στην κοινή γνώση ή στις γλωσσικές και κοινωνικές συμβάσεις που μοιράζονται τα εμπλεκόμενα στην επικοινωνιακή διαδικασία μέρη.
Η κωδικοποίηση του μηνύματος απαιτεί από τον αποστολέα να αξιολογήσει και να επιλέξει τον πιο αποτελεσματικό τρόπο, με τον οποίο θα μεταβιβαστεί το μήνυμα. Οι παράγοντες που επηρεάζουν το κωδικοποιημένο μήνυμα είναι : η προσωπική επικοινωνιακή ικανότητα, οι παγιωμένες συμπεριφορές, η γνώση και το κοινωνικό-πολιτιστικό σύστημα.
Αποκωδικοποίηση
Μετά την λήψη του μηνύματος, ο παραλήπτης πρέπει να ορίσει το περιεχόμενο του. Το αποκωδικοποιεί, προσπαθώντας να του αποδώσει το ίδιο νόημα με αυτό, που είχε πρόθεση να μεταδώσει ο αποστολέας. O παραλήπτης πρέπει να λάβει υπόψη του την γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε, για να διατυπώσει το μήνυμα και επίσης να εστιάσει στις μη-λεκτικές ενδείξεις, την γλώσσα του σώματος και τον τόνο της φωνής του αποστολέα.
Η αποκωδικοποίηση συμβαίνει εντός του πλαισίου αναφοράς του παραλήπτη το οποίο επηρεάζεται από την εκπαίδευσή του , τις διαπροσωπικές σχέσεις, τις συμπεριφορές, την γνώση και την εμπειρία.
Μετάδοση
Είναι η διαδικασία, η οποία λαμβάνει χώρα μετά την κωδικοποίηση και πριν από την αποκωδικοποίηση και περιγράφεται ως η πράξη κατά την οποία ο αποστολέας μεταδίδει το μήνυμα.
Ανατροφοδότηση
Η ανατροφοδότηση γνωστοποιεί στον ομιλητή την επίδραση που έχει πάνω στους ακροατές. Ανάλογα με το είδος της ο ομιλητής μπορεί να συνεχίσει πάνω στο θέμα χωρίς να αλλάξει κάτι ή να κάνει κάποιες αναπροσαρμογές, τροποποιήσεις, να ενισχύσει ή να αλλάξει το περιεχόμενο, την μορφή του μηνύματος.
Τα χαμόγελα, τα καταφατικά νεύματα και σχόλια όπως «Καταλαβαίνω» και «Μπράβο» είναι παραδείγματα θετικής ανατροφοδότησης η οποία προτρέπει στην συνέχιση της επικοινωνίας με τον τρόπο με τον οποίο άρχισε. Εν αντιθέσει, η αρνητική ανάτροφοδότηση σηματοδοτεί την έλλειψη κατανόησης ή την αδιαφορία ή τη διαφωνία .
Θόρυβος
Ο θόρυβος υπεισέρχεται κατά την παραλαβή του μηνύματος και κατά την αποκωδικοποίησή του. Μπορεί να είναι φυσικός, όπως, οι δυνατές φωνές, το κορνάρισμα των αυτοκινήτων, ψυχολογικός, όπως, στερεότυπα, συνειρμοί, εμπεδωμένες στάσεις και σημασιολογικός ,δηλαδή, παρερμηνευμένα νοήματα.
Αν και η ουσία της αυτοεκτίμησης βασίζεται στην ενδοσκόπηση, λίγοι είναι αυτοί που κατορθώνουν να βγουν αλώβητοι από μια τόσο ψυχοφθόρο και αποκαλυπτική διδικασία. Ακόμα λιγότεροι όσοι διαθέτουν το ψυχικό σθένος να την αποτολμήσουν. Γι’ αυτό είναι καθημερινή πρακτική για τον άνθρωπο να αναζητά τις πηγές της αυτοεκτίμησής του στους άλλους. Εγείρεται έτσι το θέμα της επικοινωνίας με τα σημαντικά πρόσωπα της καθημερινότητας. Τα επικοινωνιακά άτομα φαίνεται πως από πολύ νωρίς παγιώνουν τα νοητικά σχήματα, που αφορούν τις ιδιότητές τους. Πιστεύοντας ότι έχουν ένα χαρακτηριστικό, φαντάζονται πώς συμπεριφέρεται κάποιος με αυτό το γνώρισμα, υιοθετούν τις συμπεριφορές που συνάδουν με την εικόνα αυτή, διατρανώνουν πραξιακά στους υπόλοιπους την αυτοεικόνα, επεξεργάζονται τις αντιδράσεις και επαφίονται σε αυτούς, για να επιβεβαιώσουν ή να διαψεύσουν την κατοχή του γνωρίσματος αυτού. Έτσι, κάποιος ο οποίος θέλει να έχει την ιδιότητα του καλού υπαλλήλου, επειδή εξυπηρετεί την κοινωνική του προσαρμογή, αρχικά θα φανταστεί ή θα αντλήσει από την εμπειρία του όλες τις συμπεριφορές που σχετίζονται με τον ευσυνείδητο και αφοσιωμένο υπάλληλο (να είναι συνεπείς με τα ωράρια και τις εργασίες που του αναθέτουν, να εκτελεί τις εντολές των προισταμένων του κλπ). Κατόπιν, θα εφαρμόσει τις συμπεριφορές αυτές στην καθημερινή του πρακτική, θα τις γνωστοποιήσει στους υπόλοιπους ( συναδέλφους, φίλους, οικογένεια), θα τις ενισχύσει θεωρητικά (ο καλός υπάλληλος σύντομα θα προαχθεί, θα έχει καλύτερες απολαβές, η εταιρεία θα ευδοκιμήσει, η κοινωνία χρειάζεται καλούς υπαλλήλους κλπ), θα αξιολογήσει τις θετικές και αρνητικές αντιδράσεις των άλλων και τελικά θα αποφανθεί βάσει αυτών, αν είναι ή όχι καλός υπάλληλος. Αν τα θετικά υπερτερούν θα συμπληρώσει την αυτοεικόνα του με την ιδιότητα του καλού και συνεπούς υπαλλήλου και θα προσαρμόσει τις συμπεριφορές του, ώστε και εκτός εργασιακού περιβάλλοντος να μην διακυβεύεται η αυτοαντίληψη. Το ίδιο συμβαίνει και με κάποιον ο οποίος προσδοκά να κατέχει την ιδιοότητα του ηγέτη, του οικογενειάρχη, του πολιτικού.
Τον βασικότερο ρόλο στην διαπροσωπική επαφή παίζουν οι προσδιορισμοί του εαυτού και οι πτυχές που προβάλλονται προς τα πιθανά ακροατήρια. Όσο περισσότερες φιλοδοξίες και στόχους θέτει κάποιος, όσο δηλαδή προσπαθεί να προσομοιάσει με τον ιδεατό του εαυτό, τόσο πιο εξαρτημένος γίνεται από τις γνώμες των υπολοίπων και τόσο περισσότερο τελεί υπό την διαρκή κριτική τους. Η υψηλή αυτοεκτίμηση και ο εναργής αυτοπροσδιορισμός δρα καταλυτικά στην επικοινωνιακή τεχνική, γιατί έτσι, κατά τον Shannon (1948), επιτελεί απρόσκωπτα το σκοπό της, μειώνοντας την αβεβαιότητα και την ανασφάλεια, που προκύπτει από τις ασαφείς και πολύσημες πληροφορίες. Η επικοινωνιακή συναλλαγή χαρακτηρίζεται τότε από αυτοπεποίθηση, αμεσότητα, είναι πλήρης προσδιορισμένων νοημάτων, και απαλλάσσεται από το ‘θόρυβο’, που αλλοιώνει το μήνυμα. Τα άτομα με υψηλή αυτοεκτίμηση και διαμορφωμένη αυτοεικόνα συμμετέχουν με άνεση στις διαφορες κοινωνικές ομάδες και δρώμενα, πείθουν ευκολότερα τους άλλους, δεν είναι έρμαια των στιγμιαίων διαθέσεων και της κυκλοθυμίας. Τόσο η λεκτική, όσο και η εξωλεκτική επικοινωνία είναι σταθερές και συνεπείς μεταξύ τους, εκπέμπουν παρεμφερή και όχι αντικρουόμενα μηνύματα, γεγονός που αποπνέει στον ακροατή το αίσθημα της σιγουριάς, ωθώντας τον να είναι εξίσου ξεκάθαρος στις προσδοκίες του.
Επιβεβαίωση και διάψευση:
Η αναπαράσταση του εαυτού χρειάζεται ενίσχυση από τους άλλους ανθρώπους, για να είναι ολοκληρωμένη, και έτσι η επικοινωνία δομείται κατ’αυτόν τον τρόπο, ώστε να περιλαμβάνει με πολλούς έμμεσους τρόπους τέτοιες επιβεβαιώσεις. Η Virginia Satir , o Paul Watzlawick, o Don Jackson, και άλλοι ισχυρίζονται ότι σε κάθε σχεδόν μήνυμα εμπεριέχεται η προτροπή : «επιβεβαίωσέ με». Η διαδικασία της επιβεβαίωσης και διάψευσης έχει απασχολήσει πολλούς συγγραφείς. Ο Sieburg αναφέρει :
‘Η επικοινωνία με άλλους είναι μια βασική ανθρώπινη ανάγκη, γιατί μέσω αυτής οι σχέσεις αναπτύσσονται, διατηρούνται και εκφράζονται. Αποτελεί πλέον αξίωμα το γεγονός ότι, κάθε φορά που τα άτομα επιχειρούν να εγκαθιδρύσουν μια σχέση, αναπτύσσουν συμπεριφορές που συνδέονται με την τυποποίηση των μηνυμάτων και με την προσδοκία μιας ανταπόκρισης. Αν αυτές οι προσδοκίες ικανοποιηθούν, τότε η ανταπόκριση θα είναι άμεση, ανοικτή, καθαρή, αρμονική και σχετική με τις προηγούμενες επικοινωνιακές προσπάθειες, και τα άτομα που εμπλέκονται είναι πολύ πιθανό να βιώσουν τα πλεονεκτήματα της «θεραπευτικής, διαπροσωπικής επικοινωνίας.» … Αν δεν υπάρχει ανταπόκριση ,ή αν αυτή είναι ασαφής ή ανεπαρκής, οι συμμετέχοντες πιθανώς να νιώσουν μπερδεμένοι, δυσαρεστημένοι και απαξιωμένοι.’

Περιπτώσεις που προάγουν ή παρακωλύουν την επικοινωνία είναι:

Επιβεβαιωτικές ανταποκρίσεις: Οι επιβεβαιωτικές ανταποκρίσεις περιλαμβάνουν : (1) άμεση αναγνώριση, όταν υπάρχει άμεση ανταπόκριση στο μήνυμα κάποιου ανθρώπου, γεγονός που καταδεικνύει ότι το μήνυμα εισακούστηκε, κατανοήθηκε και ο πομπός συμπεριλαμβάνεται στον αντιληπτικό σύστημα του δέκτη, (2) συμφωνία ως προς το περιεχόμενο, όταν ενισχύονται οι απόψεις και τις ιδέες που εκφράστηκαν από άλλο άτομο (3) υποστηρικτική αντίδραση, όταν παρέχεται διαβεβαίωση, κατανόηση και (4) επεξηγηματική όταν ζητείται από τον πομπό, να περιγράψει περισσότερα συναισθήματα ή πληροφορίες, να επαναλάβει ή να κάνει πιο ξεκάθαρες κάποιες παρατηρήσεις του
Διαψευστικές ανταποκρίσεις: Οι διαψευστικές ανταποκρίσεις περιλαμβάνουν τα παρακάτω: (1) αδιάφορη αντίδραση , όταν δεν λαμβάνονται υπόψιν ή δεν αναγνωρίζονται αυτά που ειπώθηκαν, (2) διακοπτόμενη ανταπόκριση, όταν διακόπτεται η ροή του λόγου του πομπού, (3) άσχετες ανταποκρίσεις, όταν εισαγεται μια νέα σειρά από σκέψεις ή ένα νέο θέμα, (4) παρεκβατικές ανταποκρίσεις, δηλαδή η προσπάθεια να αποπροσανατολίστεί η συζήτηση, (5) απρόσωπη ανταπόκριση, όταν χρησιμοποιούνται γενικεύσεις, στερεότυπα, άκαιρες αναγγελίες, (6) η ασυνάρτητη ανταπόκριση , όταν υπάρχει ακατάσχετη φλυαρία, όταν γίνεται χρήση λέξεων με συγκεκριμένους ιδιοσυγκρασιακούς τρόπους ακατάληπτους από το ακροατήριο, όταν οι προτάσεις είναι ημιτελείς, ή όταν αναδιατυπώνονται σε μεγάλο βαθμό με αποτέλεσμα η κύρια ιδέα να χάνεται (7) οι αντιφατικές ανταποκρίσεις , όταν δηλαδή η εξωλεκτική επικοινωνία έρχεται σε σύγκρουση με τα λεκτικά σήματα.
Λεκτικά πρότυπα που χαρακτηρί-ζουν άτομα με χαμηλή αυτοεκτίμηση. Λεκτικά πρότυπα που χαρακτηρί-ζουν άτομα με υψηλή αυτοεκτίμηση.
Το άτομο με χαμηλή αυτοεκτίμηση κάνει συχνή χρήση στερεότυπων εκφράσεων ή λέξεων («ξέρεις…, όπως είπε ο…, στους νέους ανθρώπους αρέσει αυτό») επειδή δεν εμπιστεύεται την ικανότητά του να είναι αυθεντικός Χρησιμοποιεί πρωτότυπες εκφράσεις, έχει πλούσιο λεξιλόγιο,διαθέτει την ικανότητα να βρίσκει την κατάλληλη λέξη και μπορεί να απευθύνεται στον άλλο με τον προσήκοντα τρόπο
Έχει ανάγκη να ασκήσει κριτική στον εαυτό του , και δικαιολογεί την ανεπάρκειά του κάνοντας συχνή μνεία στις δύσκολες εμπειρίες που έχει περάσει. Έχει την τάση να μιλάει λιγότερο για τον εαυτό του και αναφέρεται συχνά στις ικανότητες των άλλων. Ξέρει ότι αξίζει χωρίς να χρειάζεται συνεχή επιβεβαίωση
Ανικανότητα να δεχθεί έπαινο, και συχνά προσπαθεί να εκφράσει επιφανειακή άρνηση έχοντας ως στόχο την περαιτέρω επιβεβαίωση Έχει την ικανότητα να δέχεται τον έπαινο αλλά και την κριτική. Όταν αναλαμβάνει εργασίες αναφέρει και την δική του άποψη. Δεν σπαταλά χρόνο για να βρει τον ασφαλή τρόπο να προσεγγίσει τα προβλήματα, έτσι ώστε να μην του ασκηθεί κριτική.
Αναπτύσσει άμυνες σε τέτοιο βαθμό και ο λόγος του βρίθει δικαιολογιών και αντιστάσεων. Είναι πρόθυμος να αναγνωρίσει τη συμβολή των άλλων στην επίτευξη του σκοπού.
Διακατέχεται από ένα κυνισμό όσο αφορά τα χαρίσματα άλλων. Εμφανίζει υπερ-κριτική στάση για τα υπάρχοντα ή τις ικανότητες των άλλων. Ο τόνος της φωνής του χαρακτηρίζεται από αυτοπεποίθηση και έχει το σθένος να πει «έκανα λάθος» .
Ο τόνος της φωνής του είναι συχνά μεμψίμοιρος και σαρκαστικός, δεν νιώθει άνετα με την επιτυχία των άλλων , που την αποδίδει σε εύνοια της τύχης ή πλάγια μέσα. Επιδεικνύει ευρύτητα συναισθημάτων και επιείκια προς τους άλλους, είτε αυτοί είναι δημοφιλείς είτε όχι.
Παρουσιάζει πεσιμιστική στάση και τρέμει τον ανταγωνισμό. Μπορεί να πάρει μέρος σε μια συζήτηση με καινοφανή θεματολογία. Διακινδυνεύει να φανεί αμαθής, εάν έτσι πρόκειται να αποκομίσει γνώσεις και εμπειρίες
Έλλειψη δογματισμού όσο αφορά τις πεποιθήσεις.
1.3.11 Άλλες έρευνες
-Whitley, 1980. Ο ερευνητής αυτός ανακάλυψε θετικές συσχετίσεις ανάμεσα στο επίπεδο αυτοεκτίμησης και το είδος ηθικών κρίσεων και αποφάσεων του ατόμου. Όταν η αυτοεκτίμηση σε μια ομάδα φοιτητών ήταν υψηλή, παρατηρούνταν λιγότερα φαινόμενα αντιγραφής, κλοπών και έντασης, καθώς όλοι έπαυαν να σκέφτονται ατομιστικά και άρχιζε να τους ενδιαφέρει το γενικό καλό και η καταξίωση της ομάδας.
- Piccinini,1987 Παρατηρήθηκε ότι τα άτομα που πάσχουν από νευρική ανορεξία έχουν συστηματικά χαμηλότερη αυτοεκτίμηση από τα φυσιολογικά. Το φαγητό και η υπέρμετρη κατανάλωσή του (βουλιμία) ή η στέρησή του συνδέονται με την ασυνείδητη επιθυμία των πασχόντων να ελέγξουν μια παράμετρο του εαυτού τους. Μέσα σε ένα γενικευμένο πλαίσιο έλλειψης ελέγχου, χαμηλής αυτοεκτίμησης για το σώμα τους και ανασφάλειας, η δοσολογία της τροφής είναι ένα συμβολικό μέσο στο οποίο μεταβιβάζουν την όποια έννοια κυριαρχίας.
Sagan,1990 Η αυτοεκτίμηση επηρεάζει τις φυσιολογικές λειτουργίες του σώματος στον ίδιο ή και σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι τα φάρμακα. Ο ορισμός του υγειούς ατόμου συμπεριλαμβάνει την υψηλή αυτοεκτίμηση και την αίσθηση ελέγχου στις πράξεις και τις εξελίξεις της ζωής. Όσοι τα πηγαίνουν καλά με τον εαυτό τους είναι λιγότερο επιρρεπείς σε ασθένειες και έχουν μεγαλύτερο προσδώκιμο επιβίωσης σε περιπτώσεις καρκίνου.
Παπάνης, 2001, Ελληνοβρετανικό Κολλέγιο Αθηνών. Τα άτομα που αποδίδουν τις αιτίες των πραγμάτων σε εξωτερικούς από αυτούς παράγοντες ( external locus of control) , όπως τα ζώδια , την κοινωνία, την θρησκεία, γεγονός που στην Ελλάδα είναι ιδιαίτερα αληθές, διαθέτουν συστηματικά χαμηλότερη αυτοεκτίμηση, αλλά μεγαλύτερη αμυντική , με αποτέλεσμα να αποδίδουν τις επιτυχίες τους στον εαυτό τους, έστω κι αν δεν οφειλόταν σε αυτούς, ενώ τις αποτυχίες τους στους άλλους. Αντίθετα τα άτομα, που αποδέχονται την ευθύνη των πράξεών τους και αποδίδουν τα επιτεύγματά τους στον εαυτό τους (internal locus of control), έχουν συστηματικά υψηλότερη αυτοεκτίμηση, όταν είναι επιτυχημένα κοινωνικά ή εργασιακά, αλλά και συστηματικά χαμηλότερη, όταν πιστεύουν ότι έχουν αποτύχει.
1.4 Ερευνητικά προβλήματα
Η μελέτη της αυτοεκτίμησης, ενός πολύσημου και γενικού όρου, έχει αναδείξει πολλά ερευνητικά προβλήματα, τα οποία μπορούν να διακριθούν σε δύο κατηγορίες: σε αυτά που ανακύπτουν εξαιτίας του διφορούμενου ορισμού της αυτοεκτίμησης και της υψηλής συνάφειάς του με πολλές παρεμφερείς έννοιες, που αναφέρονται στον ‘εαυτό’ και στην πληθώρα ερευνητικών πεδίων, που ασχολούνται με την περιγραφή της, όπως η Ψυχολογία, η Κοινωνιολογία, η Διοίκηση Επιχειρήσεων κ.λ.π. Είναι προφανές ότι κάθε μία από αυτές χρησιμοποιεί το δικό της μεθοδολογικό οπλοστάσιο και θεωρητικό πλαίσιο, γεγονός που προάγει τη γνώση, αλλά πολλές φορές επιτείνει και τη σύγχυση (Coopersmith,1967 Jackson,1984 Mecca et al.,1989 Ross,1992 Wells & Marwell,1976 Wyllie,1974).
To πρόβλημα του ορισμού αφορά πρωταρχικά την εγκυρότητα των μελετών, οι οποίες δεν διευκρινίζουν επαρκώς ποια πτυχή της αυτοεκτίμησης μελετούν, π.χ. την κοινωνική, την οικογενειακή, τη γενική κ.λ.π. Όμως, οι έννοιες που αναφέρονται στον εαυτό είναι ταυτόχρονα αλληλένδετες, αλληλοσυμπληρούμενες και πολυδιάστατες, ο δε διαχωρισμός τους πλασματικός και με ασαφή όρια (Diggory,1966).
Προς τούτοις, σε όλες τις συναφειακές μελέτες ανακύπτει το ερώτημα του αιτίου και του αποτελέσματος, δηλαδή ποιο φαινόμενο προκαλεί τι. Για παράδειγμα, εάν εξετάσουμε τη σχέση της αυτοεκτίμησης με την ικανότητα σύναψης συναισθηματικών σχέσεων, αυτόματα θα πρέπει να διερευνηθεί κατά πόσον η υψηλή αυτοεκτίμηση είναι ο καταλύτης γι’ αυτήν τη δεξιότητα ή εάν οι επιτυχίες στον τομέα αυτό προκαλούν υψηλή αίσθηση της αξίας. Κανείς, βέβαια δεν μπορεί να αποκλείσει και την περίπτωση να υφίσταται ένας τρίτος αιτιακός παράγοντας, που επηρεάζει και τα δυό, αλλά δεν έχει καθόλου ληφθεί υπόψη. Η απάντηση σε τέτοιου είδους ερωτήματα μπορεί να είναι καίρια, ειδικά όταν έχουμε να κάνουμε με τη σχέση της αυτοεκτίμησης με τη σχολική επίδοση, δεδομένου ότι επηρεάζεται συνολικά το είδος της παιδευτικής διαδικασίας, που είναι καταλληλότερο. Εφόσον δεχτούμε ότι η επιτυχία, δηλαδή η βαθμολογία και οι επιβραβεύσεις των γονέων δρουν ως ενισχυτές της αυτοεκτίμησης, ειδικά εάν παρέχονται κατά την ορθή τέλεση των μερών μιας εργασίας και όχι μόνο στο συνολικό της αποτέλεσμα, τότε ένα συμπεριφοριστικό- λογικομαθηματικό σύστημα (π.χ. η στοχοθεσία του Bloom) θα έχει καλύτερα αποτελέσματα. Αν, αντιθέτως, για την καλή επίδοση των μαθητών υπεύθυνη είναι η προγενέστερη αυτοεκτίμησή τους, τότε πρέπει να δοθεί έμφαση στην κοινωνικοσυναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών και στην καλλιέργεια της ομαδικότητας, οπότε ένα σύστημα σαν το ‘σχέδιο εκπαιδευτικής δράσης’ (project) θα είναι λειτουργικότερο. Άλλοι υποστηρίζουν ότι η αυτοεκτίμηση είναι τελικά μια ενδιάμεση μεταβλητή, ένα φαινόμενο, που γεφυρώνει τον εαυτό με το περιβάλλον στο οποίο αναπτύσσεται, γεγονός που οξύνει την σύγχυση.
Η θεώρηση της αυτοεκτίμησης ως ένα αναπτυξιακό φαινόμενο, που ακολουθεί συγκεκριμένη πορεία ως την ενηλικίωση και αποκτά έκτοτε σταθερότητα και συνέπεια, έρχεται αντιμέτωπη με τη μελέτη της ως μια διαρκώς εξελισσόμενη μεταβλητή, που επηρεάζεται άμεσα από τα συμβάντα και της καταστάσεις της ζωής και δεν προσλαμβάνει ποτέ αμετάκλητη ισορροπία. Στην πρώτη περίπτωση η αυτοεκτίμηση εξετάζεται με βάση τη διαχρονικότητα, δηλαδή ως επιρροή του παρελθόντος στην αυτοεικόνα, στις πράξεις και ενέργειες του παρόντος. Μια τέτοια προσέγγιση επιβάλλει την εξέταση του ιστορικού του ατόμου, ώστε να διακριβωθούν τα επίπεδα αυτοεκτίμησής του. Στην δεύτερη περίπτωση ερευνάται συγχρονικά, δηλαδή ως μια συνοδευτική κατάσταση, που απορρέει από τα αποτελέσματα των ενεργειών του ατόμου και οικοδομείται ή αναδομείται διαρκώς, ανάλογα με την επιτυχία τους.
Ένας επιπρόσθετος προβληματισμός προκύπτει από την αντιμετώπιση της αυτοεκτίμησης ως μια γενική μεταβλητή, η οποία μπορεί να προσδιοριστεί με στατιστικό τρόπο, όπως ο μέσος όρος και η τυπική απόκλιση. Αυτό προυποθέτει ότι το σύστημα των δομών της είναι κλειστό και στατικό, μη επιδεχόμενο έξωθεν συστηματικές παρεμβάσεις. Εάν αυτό αληθεύει η ψυχοθεραπευτική πράξη λίγη αξία έχει αναφορικά με την ενίσχυση της αυτοεκτίμησης, ενώ αν ισχύει το αντίθετο, δηλαδή η διαρκής μεταβολή της, τότε οποιαδήποτε μέτρηση και περιγραφή της, είναι ανεπαρκής.
Πολλοί ερευνητές τονίζουν το ρόλο της αυτοεκτίμησης ως μηχανισμού άμυνας και ως κινήτρου για δράση (Berdnar et al.,1989 Mecca et al.,1989). Συγκεκριμένα, υποστηρίζουν ότι η αυτοεκτίμηση είναι πηγή δύναμης, που ωθεί τη δραστηριοποίηση των ανθρώπων, τους εμψυχώνει ώστε να αγωνίζονται στις δύσκολες καταστάσεις, παρά να παραιτούνται, να αντλούν δύναμη στις απογοητεύσεις, παρά να απελπίζονται και να είναι το ψυχολογικό δυναμικό, για να υπερβαίνουν τις αντιξοότητες. Η αυτοεκτίμηση, επομένως, προηγείται των πράξεων και δεν είναι αποτέλεσμά τους.
Η αυτοεκτίμηση, υπό την ψυχολογική προοπτική της, είναι ένα ενδοπροσωπικό φαινόμενο ( James,1983-1990 White,1959). Αναφέρεται στην ψυχοσύνθεση του ατόμου, καθορίζει τη στοχοθεσία του, εκπορεύεται από την ιδεολογία του, τις εμπνεύσεις, τις επιτυχίες και τις ικανότητές του. Οι κοινωνιολόγοι, αντίθετα, την ερμηνεύουν ως μια κοινωνική αξία, στην διαμόρφωση της οποίας, βαρύνουσα σημασία έχουν το φύλο, το κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο, η οικογένεια και το πολιτισμικό πλαίσιο. Παραδοσιακά η Ψυχολογία ενδιαφέρεται περισσότερο για το άτομο, παρά για τις κοινωνικές ομάδες. Οι μέθοδοι που χρησιμοποιεί είναι ανθρωποκεντρικές ( συνεντεύξεις, ερωτηματολόγια, πειράματα). Η Κοινωνιολογία επικεντρώνεται στις συγκρίσεις κοινωνικών ομάδων αναφορικά με την αυτοεκτίμηση και στις διαπολιτισμικές διαφορές. Η έμφαση που δίνεται από τους κοινωνιολόγους αφορά στην αξιακή διάσταση της αυτοεκτίμησης, ενώ των ψυχολόγων στις προσωπικές ικανότητες.
Συμπεραίνουμε, λοιπόν, ότι η οριοθέτηση και επιστημονική ανάλυση της αυτοεκτίμησης είναι πλήρης προκλήσεων, γιατί πρέπει να υπερβεί τα παραπάνω πέντε δυσεπίλυτα προβλήματα :είναι η αυτοεκτίμηση εξαρτημένη ή ανεξάρτητη μεταβλητή, συγχρονική ή διαχρονική, ψυχολογική ή κοινωνιολογική, ενδοπροσωπική ή διαπροσωπική, κίνητρο ή αναπτυξιακή τάση. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι ότι καμμία κλίμακα μέτρησης δεν αποτυπώνει πλήρος το εύρος της αυτοεκτίμησης και δεν είναι απόλυτα έγκυρη ή αξιόπιστη. Είναι αδύνατο να συμπεριληφθούν όλοι οι παράγοντες και να προβλεφθούν όλα τα περιστατικά της ζωής και οι κοινωνικές συνθήκες, που την επηρεάζουν σε μικρό ή σε μεγάλο βαθμό. Οποιαδήποτε μέτρηση πρέπει να βασίζεται στην τυχαιότητα του δείγματος, στο μεγάλο του μέγεθος, ώστε να αντιπροσωπεύονται άτομα με διαφορετικά μορφωτικά και κοινωνικοοικονομικά υπόβαθρα, και στην στάθμιση στα τοπικά δεδομένα. Επειδή οι κλίμακες αυτές ζητούν από τους ανθρώπους να αξιολογήσουν τον εαυτό τους, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος της υπερβαθμολόγησης, δηλαδή της φυσικής τάσης των ατόμων να δίνουν έμφαση περισσότερο στα θετικά τους στοιχεία, παρά στα αρνητικά ή να επιδιώκουν να φαίνονται κοινωνικά μετριοπαθείς, οπότε επιλέγουν το μέσο όρο των απαντήσεων ή ό,τι τους φαίνεται πολιτισμικά αρεστό και όχι ό,τι πραγματικά ισχύει για τους ίδιους. Υπάρχει μάλιστα η πιθανότητα η ίδια η διαδικασία της μέτρησης να θεωρηθεί από πολλούς ως μια έμμεση αμφισβήτηση της αξίας τους, με συνέπεια να ενεργοποιηθεί η λεγόμενη ‘πλασματική’ ή ‘αμυντική’ αυτοεκτίμηση. Αυτό γίνεται όταν κάποιος πιστεύει ότι έχει μεγάλη αξία, αλλά οι πράξεις και οι μέχρι τώρα επολογές του δεν το επιβεβαιώνουν. Στην περίπτωση αυτή το άτομο αντιδρά επιθετικά, με άρνηση ή δίνοντας υπερβολικά υψηλή βαθμολογία στον εαυτό του. Πρόσθετα προβλήματα μπορεί να προκύψουν και με τις χαμηλές επιδόσεις στην κλίμακα αυτοεκτίμησης, καθόσον τότε δεν είναι διακριτό κατά πόσο πρόκειται για μια μορφή κατάθλιψης ή για αποκόμιση δευτερογενών ωφελειών, όπως η προσοχή των άλλων και η στοργή τους. Πολλά άτομα εσκεμμένα παρουσιάζουν χαμηλή αυτοεκτίμηση, γιατί έχουν μάθει μέσω της ενίσχυσης ότι οι γύρω τους δεν θα είναι απαιτητικοί μαζί τους, αλλά θα υποχωρούν, για να μην τους πληγώσουν περισσότερο. Για το λόγο αυτό είναι σκόπιμο να περιλαμβάνεται μια κλίμακα ψεύδους στις κλίμακες μέτρησης ή να υπάρχει έλεγχος για τις ασυνήθιστα υψηλές και χαμηλές βαθμολογίες ( μεγαλύτερες από τρεις τυπικές αποκλίσεις από το μέσο όρο).
Μια ανασκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας ότι ένα πλήθος μεθόδων έχει χρησιμοποιηθεί για την μέτρηση της αυτοεκτίμησης. Οι βαθύτερες και εσωτερικές δομές της εξετάστηκαν με ποιοτικά μοντέλα (Epstein,1979), αναλύσεις ατομικών περιπτώσεων και συνεντεύξεις (Pope et al.,1988 Branden, 1969). Οι εξωτερικές και μετρήσιμες παράμετροι της αυτοεκτίμησης μελετήθηκαν με ποσοτικές διαδικασίες, όπως ερωτηματολόγια και πειράματα (Rosenberg,1965 Coopersmith,1967), καθώς και φαινομενολογικά (Mruck,1983)
1.5 Προσωπική αυτοεκτίμηση.

Μια παράδοξη διαπίστωση είναι ότι η αυτοεκτίμηση αντιστρατεύεται την αντικειμενική πραγματικότητα. Τα άτομα που θεωρούν τον εαυτό τους ωραίο, δημοφιλή, ευφυή, κοινωνικό, ηθικό σε τίποτα δεν διαφέρουν, ως προς την κατοχή αυτών των γνωρισμάτων, από τα αυτά, που διατείνονται ότι δεν έχουν αυτές τις ιδιότητες. Το οξύμωρο επιτείνεται από την συνειδητοποίηση ότι τα χαρακτηριστικά αυτά, αν καλλιεργηθούν, δεν αυξάνουν στο ελάχιστο την αυτοεκτίμηση των ανθρώπων. Ακόμα και όσοι ανήκουν σε περιθωριοποιημένες ομάδες, όπως οι μειονότητες, οι πένητες, οι δυσπλασικοί, οι ηλικιωμένοι μπορούν να έχουν εξίσου υψηλή αυτοεκτίμηση με τους ευνοημένους του κόσμου τούτου. Η μόρφωση, ο πλούτος, η σταδιοδρομία είναι ανεξάρτητες από την αυτοεικόνα και εύκολα μπορούν να μετατραπούν σε πηγή δυστυχίας, όσο και ευτυχίας. Καμμία ιδιότητα δεν είναι θετική ή αρνητική από μόνη της, αλλά όλες εξίσου μετέχουν του αγαθού και του κακού, ανάλογα με το ανθρώπινο κριτήριο. Η αρετή, η σωφροσύνη, η πίστη και η αγάπη είναι ουσίες, όχι χαρακτηριστικά, και γι’ αυτό παραμένουν σταθερές, αναλλοίωτες και αιώνιες.
Οι μηχανισμοί άμυνας διαδραματίζουν και στην περίπτωση αυτή καταλυτικό ρόλο. Ένα ελκυστικό άτομο ενδεχομένως να θεωρεί ότι προσελήφθη σε μια επιχείρηση, εξαιτίας της ομορφιάς του, παρά για τις ικανότητές του και ένα μη ελκυστικό να πιστεύει ότι δεν πήρε τη θέση, εξαιτίας της ασχήμιας του. Εν ολίγοις, η αυτοεκτίμηση είναι ανεξάρτητη από την πραγματικότητα, επειδή η δεύτερη δεν επηρεάζει καθόλου το πώς αισθάνεται κάποιος για τον εαυτό του. Αληθεύει εξίσου, όμως, και το γεγονός ότι η αυτοεκτίμηση συσχετίζεται απόλυτα με τον τρόπο, που κάποιος βιώνει την πραγματικότητα, άσχετα από το αληθές ή ψευδές των αντιλήψεών του. Οι άνθρωποι με υψηλή αυτοεκτίμηση πιστεύουν ότι είναι πετυχημένοι και αποδεκτοί, είτε αυτό συμβαίνει είτε όχι. Έχουν την πεποίθηση πως αξίζουν την αγάπη, ακόμα κι αν οι πράξεις τους καταδεικνύουν το αντίθετο. Υπερτιμούν τις θετικές πλευρές της προσωπικότητάς τους και υποτιμούν τις αρνητικές ή δεν τις συνειδητοποιούν καν. Τα εξωτερικά αδιαμφισβήτητα γεγονότα λίγη επίδραση έχουν στην αυτοαξιολόγησή τους. Όλα φανερώνουν ότι μια εσωτερική δυναμική εξιλεώνει τα μειονεκτήματα, πολλαπλασιάζει τα προτερήματα και τους κάνει να μην παραιτούνται, ακόμα και αν μια υπόθεση είναι χαμένη . Πηγή της αυτοεκτίμησης είναι η ίδια η αυτοεκτίμηση.
Τα άτομα με υψηλή αυτοεκτίμηση μπορούν να χωριστούν σε δυο κατηγορίες: σε αυτά, που το ποιόν της ζωής τους, οι ικανότητες, οι πράξεις και ο τρόπος που πολιτεύονται, συνηγορούν στο αυξημένο αυτοσυναίσθημα, στην αποφασιστικότητα, στη σιγουριά και στην αυτοπεποίθηση, και σε εκείνα, που η πλειονότητα των ιδιοτήτων τους καταδεικνύει ημιμάθεια, επιπολαιότητα, λανθασμένη λήψη αποφάσεων, πλημμελή διαχείριση προβλημάτων, αλλά που, παρά τις ενδείξεις και τις συγκρούσεις με τον κοινωνικό περίγυρο, η αυτοεκτίμησή τους έχει εκτοξευθεί σε δυσθεώρητα ύψη.
Η πρώτη ομάδα αποτελείται από ανθρώπους χαμηλών συνήθως τόνων, μετριόφρονες, καλλιεργημένους, που προκρίνουν τις πράξεις από τα λόγια, με επίγνωση των δυνατοτήτων και των ορίων τους. Το κυριότερο χαρακτηριστικό τους είναι η ανεκτικότητα και η βεβαιότητα στις επιλογές τους, που αντικατοπτρίζει την εσωτερική ισορροπία και εμπιστοσύνη στις δυνάμεις τους, η οποία ποτέ δεν νοθεύεται από τη μισαλλοδοξία της έπαρσης και του ναρκισσισμού. Είναι ανοιχτοί προς τους ανθρώπους, δημοφιλείς, συναναστρέφονται με ευκολία άτομα από ετερογενή περιβάλλοντα, επιδεκτικοί στα νέα ερεθίσματα και τις προκλήσεις.
Το πιο επικίνδυνο είδος ανθρώπων είναι αυτό που εντάσσεται στην δεύτερη ομάδα. Ανασφαλείς, μειονεκτούντες, στερούμενοι αυτογνωσίας κατάφεραν, κινητοποιώντας όλους τους αμυντικούς μηχανισμούς και τις θετικές ενισχύσεις από ένα αναξιοκρατικό σύστημα, να μεταλλάξουν σε ανεδαφική και αστήρικτη αυτοεκτίμηση την ανεπάρκειά τους και να καταλάβουν θέσεις σε μια κοινωνία, που δρα ως λίπασμα στις επιδιώξεις, τις ακόρεστες ορέξεις και τις θελήσεις των επιδειξιών. Πιστεύουν ακράδαντα ότι είναι ξεχωριστοί, χωρίς ποτέ πραξιακά να μπορούν να αποδείξουν γιατί, και αν κάποτε απειληθούν οι ιδιότητές τους, επιτίθενται με μένος κατά των δύστηνων αμφισβητιών. Η προσωπικότητά τους έχει καθηλωθεί στο νηπιακό στάδιο ανάπτυξης, κατά το οποίο όλες τους οι ανάγκες έχρηζαν άμεσης ικανοποίησης από τους κηδεμόνες, χωρίς ανταπόδoση ή ανταλλάγματα. Στην ενήλικη ζωή παρουσιάζουν ως μοναδικά και δυσεύρετα τα όποια χαρίσματα τους, προσκολλώνται ασφυκτικά σε όποιον τους συναναστρέφεται, τον απομυζούν και όταν δεν έχει πια τίποτα να τους προσφέρει, τον εγκαταλείπουν δημιουργώντας συγκρουσιακές καταστάσεις ή εξευτελίζοντας την αξιοπρέπειά του. Τα άτομα αυτά κυριολεκτικά τρέφονται με τις ψυχικές αντοχές των ‘σωτήρων’, που τα προσεγγίζουν με σκοπό να τα αλλάξουν, να τα προστατέψουν ή να τα υποτάξουν. Οι σχέσεις τους σε όλα τα επίπεδα- εργασιακό, συναισθηματικό, οικογενειακό, κοινωνικό- επαναλαμβάνουν το μοτίβο αυτό, σαν μια μορφή εκδίκησης προς τη γονεική εξουσία, που δεν είχε δείξει ενδεχομένως την απαιτούμενη αποδοχή ή ενίσχυε την αχαριστία των παιδιών με το να παρέχει ανενδοίαστα υποστήριξη, χωρίς να μεταλαμπαδεύει παράλληλα την αίσθηση του καθήκοντος και των υποχρεώσεων. Οι γονείς αυτοί υστερούσαν στον επιμερισμό της ευθύνης, εξιδανίκευαν τις ικανότητες των παιδιών και απέδιδαν σε εξωτερικούς παράγοντες τις αποτυχίες τους.
Πολλοί θα συνεπέραιναν ότι το ακριβώς αντίθετο ισχύει για τα άτομα με χαμηλή αυτοεκτίμηση. Ότι δηλαδή, οι αρνητικές αυτοαξιολογήσεις εκμηδενίζουν την εικόνα του εαυτού και καταπνίγουν την δράση. Στην πραγματικότητα δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν συναίσθηση της αξίας τους, γνωρίζουν καλά ότι είναι ικανοί, ότι μπορούν να δώσουν πολλά σε μία σχέση, ότι δεν είναι ανάξιοι της προσοχής και της στοργής. Λοιδωρούν, όμως, συχνά τους υπόλοιπους ότι δεν διαβλέπουν αυτά τους τα προσόντα, ότι λόγω των συνθηκών η εσωτερική τους δύναμη λανθάνει της εκδήλωσης και ότι ανήκουν σε μια ιδιαίτερη κοινότητα ανθρώπων, που ενώ έχουν πολλά να προσφέρουν, καθηλώνονται, επειδή είναι εκτός εποχής και τα συναισθήματά τους ακατάληπτα για τους πολλούς. Ο εγωισμός, που υποβόσκει και η ψυχική φιλαυτία είναι φανερή. Η ακύρωση της δράσης επιδιώκεται με μόνο σκοπό να προστατεύσει το υπερτροφικό, αλλά εγκλωβισμένο εγώ. Ο κίνδυνος της αποτυχίας και της απόρριψης μειώνεται, όσο κάποιος δεν εκτίθεται στα κοινωνικά δρώμενα και το τίμημα της απραξίας εξαργυρώνεται με την συμπαράσταση και προσοχή των άλλων. Αλλά κι αν δεν συμβεί αυτό η λύση προβάλλει εξιλαστήριος. Η δράση και η ενεργητική συμπεριφορά εκδηλώνεται, μόνο εάν υφίσταται ο συνδυασμός τριών προυποθέσεων: των θετικών προσδοκιών, της εμπιστοσύνης στις ικανότητες του ατόμου και του απολογισμού των κερδών που θα προκύψουν, εάν ο στόχος επιτευχθεί. Είναι πολύ εύκολο γι’ αυτούς, που έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση να πλήξουν ό,τι θα τους κοστίσει λιγότερο, την αξία του στόχου. Με εκλογικεύσεις και αρνήσεις, που αγγίζουν τα όρια της ψυχοπαθολογίας εξευτελίζουν την πηγή του μηνύματος, δεν μπορούν να προσάψουν εννοιολογικό περιεχόμενο στις ελπίδες τους, υποβιβάζουν την χρηστικότητα των κοινωνικών και προσωπικών επιτευγμάτων και υψώνουν τείχη ανάμεσα στους εαυτούς τους και στις προκλήσεις της ζωής.
Εν μέρει συνυπεύθυνος για την αποφυγή πρωτοβουλιών και την ανάληψη δράσης είναι η διαχείριση του πόνου, που συνεπάγεται η αποτυχία. Η αυτοεκτίμηση δρα ως παραισθησιογόνος ουσία, σε όσους την διαθέτουν σε υπερτροφική μορφή. Οι αποτυχίες δεν τους πτοούν, γιατί είναι ανήμπορες να επηρεάσουν την ήδη δημιουργημένη αυτοεικόνα. Η παρακαταθήκη των δικαιολογιών ανεξάντλητη και επιστρατεύεται για την προστασία του απειλουμένου. Κάθε στόχος, που δεν επιτυγχάνεται είτε παρακάμπτεται είτε επαναπροσδιορίζεται Τα πάντα υποθάλπουν και συνηγορούν στην σταθερότητα του εγώ. Αν τελικά η προσδοκία δεν γίνει εφικτή, η αυτοεκτίμηση δεν αλλοιώνεται, ούτε τίθεται εν αμφιβόλω η προσωπική αξία. Νέες επιδιώξεις εμπνέουν τη δράση και καινούριοι σκοποί αναπτερώνουν το ηθικό. Ο πόνος με δεξιοτεχνία διοχετεύεται στην αισιοδοξία και η αυτοεκτίμηση αλώβητη διαιωνίζει τον εαυτό της. Είναι η ίδια τακτική με αυτή των ατόμων με χαμηλή αυτοεκτίμηση, ταυτόσημοι οι αμυντικοί μηχανισμοί, με μία μόνο διαφορά: την αντιμετώπιση της οδύνης. Οι τελευταίοι είναι ανίκανοι να την υποφέρουν και οι συνέπειές της είναι αποσταθεροποιητικές για ένα εγώ, που πάντα βρισκόταν οχυρωμένο στα χαρακώματα της ατολμίας και της απομόνωσης. Αν κάτι τρέμουν, όσοι τον εαυτό τους δεν εκστασίασαν με την ψευδαίσθηση της αυτοεκτίμησης, είναι να τον παρουσιάσουν άοπλο μπροστά στην πραγματικότητα. Δεν είναι η έλλειψη της εμπιστοσύνης στις ικανότητές τους, που τους τρομοκρατεί, αλλά η πιθανότητα της αποτυχίας και το άλγος, που συνεπάγεται.
Είναι προφανές ότι η αυτοεκτίμηση, αν και είναι ενιαία ως έννοια, δεν εκδηλώνεται πάντα με την ίδια μορφή και ένταση. Παρόλο που το άτομο έχει μια σφαιρική αντίληψη γι’ αυτήν, δεν φαίνεται ότι μπορεί να την χρησιμοποιήσει σε όλο το φάσμα των συμπεριφορών και σε όλες της πτυχές των δραστηριοτήτων του. Σε μερικούς τομείς παρουσιάζεται σίγουρο για τον εαυτό του, με μεγάλη αυτοπεποίθηση και υψηλή αυτοεκτίμηση, ενώ σε άλλους οι ανασφάλειες επικρατούν και μειώνουν την αυτοκυριαρχία. Κάποιος που είναι δυναμικός, διεκδικητικός, τολμηρός και επιτυχημένος επιχειρηματίας δεν είναι απαραίτητο να θεωρεί ότι διαθέτει τα ίδια προσόντα στις κοινωνικές σχέσεις. Πολλές φορές, μάλιστα, η αντίθεση αυτή οφείλεται σε μηχανισμούς άμυνας. Η υπεροχή σε έναν κλάδο μπορεί άριστα να καλύπτει τη νομιζόμενη μειονεξία σε κάποιον άλλο. Ενδεχομένως, αυτό να συσχετίζεται με τις ενισχύσεις, που έχει δεχτεί το άτομο, τη συχνότητα εμφάνισης μιας συμπεριφοράς, την ύπαρξη καταλυτικών παραγόντων, όπως οι προσωπικές προτεραιότητες και οι αυτοπροσδιορισμοί. Τελικά, ίσως είναι ανώφελο να διαχωρίζουμε τους ανθρώπους σε αυτούς, που διαθέτουν υψηλή αυτοεκτίμηση και σε αυτούς, που δεν κατέχουν την ιδιότητα. Η ψυχοθεραπεία θα επιτελεί καλό έργο, αν αντί, βασιζόμενη σε αυτήν τη διχοτομική διάκριση, να προσπαθεί να αυξήσει συνολικά την αυτοεκτίμηση, έδινε έμφαση στην μεταφορά, επέκταση και γενίκευση των ικανοτήτων από το ένα σύστημα στο άλλο και αν έφερνε στο φως τις συνθήκες , που εμποδίζουν να γίνει αυτό.
Σε όλο της το μεγαλείο διαφαίνεται στη λειτουργία της αυτοεκτίμησης η συγκάλυψη του υπαρξιακού πόνου, που ταλανίζει την ανθρωπότητα από την πρώτη στιγμή της δημιουργίας της. Η αυτοαντίληψη δεν είναι παρά ένα ψηφιδωτό, που με τα κομμάτια του πειράται να εξωραίσει την αγωνία των αναπάντητων ερωτημάτων για το ‘είναι’ και το ‘μηδέν’, για το ‘ον’ και το ‘μη ον’,που συντροφεύουν την πλάση,σαν απρόσκλητοι συνοδοιπόροι στο απροσδιόριστο της πορείας της. Μέσα από εσχατολογικές καταστάσεις, όπως ο θάνατος, η ασθένεια, η οδύνη, ο ευτελισμός, η μοναξιά, η απελπισία, παρουσιάζονται αποσπάσματα από την αλήθεια και σκηνές από ένα θεατρικό έργο με ηθοποιούς τους ανθρώπους και αθέλητους ρόλους τις συμπεριφορές τους. Γιατί, όποια οδό κι αν επιλέξει ο άνθρωπος, είτε τη διαφύλαξη του εαυτού του με την πανοπλία της αυτοεκτίμησης είτε την μεμψιμοιρία με την έλλειψή της, στην πραγματικότητα αυτό που επιτυγχάνει είναι να συγκαλύπτει την αδυναμία του και να αποστρέφει το πρόσωπό του από την αλήθεια.
Πραγματικά τραυματισμένη αυτοεικόνα έχουν μόνο, όσοι πάσχουν από κλινική κατάθλιψη ή κάποιες μορφές μελαγχολίας. Το κυρίαρχο χαρακτηριστικό εδώ δεν είναι η έλλειψη ικανοτήτων, αλλά η αδιαφορία γι’ αυτές και η ολοκληρωτική εκμηδένιση της αίσθησης της αξίας, τόσο της ίδιας της ζωής, όσο και του εαυτού. Η απολυτότητα των μηδενιστικών συναισθημάτων και κατ’ επέκταση οι αρνητικές σκέψεις, δρουν ως παγίδα αυτοκαταστροφής, που παρακωλύουν τη δραστηριοποίηση και καταδικάζουν την ενεργητικότητα, οδηγώντας πολλές φορές στην αυτοκτονία.
Είναι εντυπωσιακή η διαπίστωση ότι άνθρωποι και κοινωνικά συστήματα εμφανίζουν παρεμφερείς μορφές παθολογίας, η οποία όσον αφορά την προσωπική αυτοεκτίμηση, συνδέεται με εθελούσια ή ακούσια αλλοίωση της αυτοεικόνας, ενώ σε συλλογικό επίπεδο, με αποσάρθρωση των δομών του συστήματος και εσκεμμένη αποσιώπηση του φαινομένου, είτε με την διεφθαρμένη άσκηση της εξουσίας είτε με την παραπλάνηση της κοινής γνώμης.
Οι άνθρωποι συγκαλύπτουν, εξιδανικεύουν ή αγνοούν τις αδυναμίες τους αποστρεφόμενοι την ψυχοφθόρο διαδικασία της αυτογνωσίας. Στην πραγματικότητα συλλαμβάνουν την ολότητα του εαυτού τους διασπασμένη, ανάλογα με το πλαίσιο στο οποίο αναφέρονται, δηλαδή το κοινωνικό, το οικογενειακό, το εργασιακό, το ερωτικό. Βιώνουν ταυτόχρονα πολλαπλούς ρόλους και κατατάσσονται σε διάφορετικά σημεία της ιεραρχίας, ειδικά σήμερα, που η πολιτιστική πραγματικότητα έχει ενισχύσει την πολυπλοκότητά της. Οι εσωτερικεύσεις του εαυτού τελικά ενοποιούνται, καθώς ο εγκέφαλος επεξεργάζεται τις ετερόκλητες και ετεροβαρείς πληροφορίες και η συνισταμένη όλων αποτελεί την ‘εξωτερική αυτοεκτίμηση’, αυτή δηλαδή, που αποκτάται από την επικοινωνία με τους άλλους και την κοινωνική σύγκριση. Το είδος αυτό είναι ‘σχεσιακό’, εφόσον διαμορφώνεται καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής από την αλληλεπίδραση με τους υπόλοιπους ανθρώπους, από την ανάλυση των λεκτικών και μη πληροφοριών, από την σημαντικότητα των πομπών των μηνυμάτων, από την αξιολόγηση των συμπεριφορών τους, από τα προσδοκώμενα συναισθηματικά και υλικά κέρδη, από την εκτίμηση των καταστάσεων σε συνάρτηση με τη θέση του εαυτού, από τις μελλοντικές συνέπειες, από τις αντιδράσεις σε συγκυριακά γεγονότα και τέλος από τις θετικές και αρνητικές ενισχύσεις. Ο κικεώνας αυτός αναδομείται σε ‘όλον’ κάθε φορά, αφού φιλτραριστεί από την ‘ εσωτερική αίσθηση της αξίας’, δηλαδή το ορμέμφυτο, που είναι υπεύθυνο για την υπεράσπιση εκείνου, που πρέπει πάση θυσία να διατηρηθεί αλώβητο από εξωτερικές επιθέσεις- του εαυτού. Το φίλτρο αυτό πολύ απέχει από το να είναι αντικειμενικό, γιατί είναι συναισθηματικής και πολύ λιγότερο γνωστικής μορφής. Γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι λογικά επιχειρήματα μπορούν ανενδοίαστα να κατασκευαστούν, για να στηρίξουν εννοιολογικά το οικοδόμημα της αυτοεκτίμησης. Αν και – όπως προαναφέραμε- ο κάθε άνθρωπος αντλεί το δικαίωμα να αισθάνεται άξιος και μόνο από το γεγονός ότι είναι ‘πρόσωπο’, εντούτοις σε μια ανάλγητη και αμείλικτη κοινωνία, αυτό δεν είναι αρκετό. Χρειάζεται ένα ακόμη προσωπείο, για να εξαπατηθεί το άκαμπτο υπερεγώ, να καταπραυνθούν τα απαιτητικά ένστικτα και να ενδυναμωθεί το εγώ. Αναφερόμαστε στους ευρηματικούς, μη νευρωσικούς τρόπους, με τους οποίους ο εαυτός παρακάμπτει τον εαυτό του, εξισορροπεί τις αντίρροπες δυνάμεις και επεξεργάζεται τα εξωτερικά δεδομένα, δηλαδή την αλλοιωμένη αυτοεικόνα. Η αλλοίωση μπορεί να προέρχεται από το οικογενειακό περιβάλλον και από μια μητέρα- τροφό, η οποία πάντοτε μεγένθυνε την αξία του αγαπημένου της παιδιού ή από την αίσθηση της απόρριψής της, που πυροδότησε τις άμυνες ή καθήλωσε την εξέλιξη της αυτοεκτίμησης. Ο ναρκισσισμός γίνεται ακόμα πιο έκδηλος, εάν συσχετιστεί και με το είδος των πρώτων ενισχύσεων, τη θέση του παιδιού στην οικογενειακή ιεραρχία και τις σχέσεις των γονέων, όπως αυτές βιώνονται από το παιδί, τα κίνητρα για μάθηση και επιτυχία. Η αλλοίωση αυτή εμπλουτίζεται αργότερα από εικόνες αυταξίας, οι οποίες μπορεί να μην είναι πραγματικές, αλλά αποπροσανατολίζουν τα εσωτερικά κριτήρια αξιολόγησης και ελέγχουν τους αυτοπροσδιορισμούς. Τα προσωπεία αυτά εξελίσσονται κατά τη διάρκεια του βίου, ανάλογα με την εκάστοτε λειτουργικότητά τους: Η όμορφη γυναίκα, που βλέπει φρίττοντας την ομορφιά της να γίνεται παρανάλωμα του χρόνου μπορεί εύκολα να μεταβληθεί και να αυτοχαρακτηρίζεται ως στοργική μητέρα, αγωνιστική φεμινίστρια ή ‘συνειδητοποιημένη’ προσήλυτο της τέχνης. Ο φοιτητής, που δέχτηκε επί τόσα χρόνια την γονεική καταπίεση, είναι δυνατόν να μεταμορφωθεί σε έναν απροσμάχητο πολέμιο της εξουσίας, πλην όμως και σε ακούραστο καταναλωτή των προιόντων της και ο χρεωκοπημένος επιχειρηματίας σε έναν βαθυστόχαστο στωικό φιλόσοφο του περιθωρίου. Ο σεβάσμιος καθηγητής, που προικίστηκε αφειδώς με ανεξάντλητες σεξουαλικές ορέξεις, εύκολα μπορεί να χρηστεί τείχος ακλώνητο ενάντια στις επιθέσεις τις ακολασίας και ο πολιτικός με ανυποληψία, που θα ζήλευαν και οι παροικούντες στα σόδωμα, σε εργατοπατέρα και προστάτη των περήφανου λαού. Ο δευτερότοκος εισαγγελέας, που ανέκαθεν ζούσε στη σκιά του αδελφού του, εξαπολύει μύδρους κατά των ‘κακών’, εξαντλεί τα περιθώρια της αυστηρότητας κατά των διαθετόντων πενιχρό βαλάντιο, όντας μάλιστα στο απυρόβλητο λόγω της ανεξέλεγκτης και ανεξάρτητης δικαστικής αυθαιρεσίας, που κληροδότησε η ολιγαρχική δημοκρατία μας, σε αντίθεση με την ελεγκτική μητέρα του, που πάντοτε επέκρινε τις αταξίες του και τον συνέκρινε με τα αδέλφια του. Αργότερα, εάν οι απαιτήσεις του παρόντος διαπομπεύσουν τις αυτοεικόνες και διακωμωδήσουν την παλιά αίγλη τους, η μυθοπλασία θα συνεχιστεί και θα ονομαστεί συγκαταβατικά ‘ωρίμανση’.
Ακόμα πιο εξωπραγματική είναι η αυτοεκτίμηση όσων χρησιμοποιούν τα μέσα ως σκοπό και τους τρόπους ως επιδιώξεις ζωής. Αληθινή ανάγκη είναι η αποδοχή, αλλά τα χρήματα είναι ένας μη εργώδης τρόπος να εξασφαλιστεί. Η αγάπη το αίτημα, αλλά η εξουσία το υποκατάστατό της. Ο ερωτισμός το ζητούμενο, αλλά η επίδειξη πρόχειρη εναλλακτική. Η αυτοεκτίμηση βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με τις ανάγκες και τροποποιείται από αυτές. Ο χειρότερος της εχθρός είναι η αυτογνωσία, επειδή ξεσκεπάζει τις ιδιότητες και αποκαλύπτει την ουσία, καταποντίζει τις πλάνες και αναδεικνύει την αξία, συγχωρεί, χωρίς να εξιλεώνει και ευαγγελίζεται την βαθύτερη εκ των έσω αλλαγή.

1.5.1 Χαρακτηριστικά ατόμων με υψηλή αυτοεκτίμηση
Η περιγραφή των ατόμων με υψηλή αυτοεκτίμηση είναι πολλές φορές ανούσια, γιατί καταλήγει στη σκιαγράφηση ενός ιδανικού ανθρώπου. Ένας χρυσός κανόνας για τη διάγνωση αυτού του τύπου αυτοεκτίμησης είναι ο ακόλουθος : Όσο λιγότερο αυτή εξαρτάται από εξωγενείς παράγοντες και όσο προέρχεται από τα εσωτερικευμένα και σταθερά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας, τόσο μεγαλύτερη και αυθεντικότερη είναι. Σε γενικές γραμμές ένα άτομο με υψηλή αυτοεκτίμηση έχει τα περισσότερα από τα παρακάτω γνωρίσματα.
- Τα άτομα με υψηλή αυτοεκτίμηση είναι παραγωγικά. Τα αγαθά της ζωής τα απέκτησαν με την προσωπική τους αξία, με την ακαδημαική ή εργασιακή επίδοση και με τον καθημερινό αγώνα για αυτοπραγμάτωση. Όσοι χρησιμοποιούν πλάγιες οδούς, για να κερδίσουν χρήματα, θέσεις και εξουσία, ή όσοι καπηλεύονται τις περιστάσεις, δεν μπορούν να αντλήσουν ευχαρίστηση από αυτά και η φαινομενική τους αυτοεκτίμηση είναι επίπλαστη και εύθραυστη.
- Η δημιουργικότητα, η φαντασία, η δεκτικότητα στις προκλήσεις και η αισιοδοξία χαρακτηρίζουν τη δύσκολα απειλούμενη αυτοεκτίμηση που είναι βαθιά ριζωμένη στην συνείδηση. Τα άτομα αυτά αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες, προσαρμόζονται στις αλλαγές και δεν μεμψιμοιρούν με τις αναποδιές του βίου.
- Διαθέτουν ηγετική προσωπικότητα, δεν είναι ούτε υπερβολικά εξαρτημένα ούτε πεισματικά ανεξάρτητα, δίνουν έμφαση στην ποιότητα επικοινωνίας και δεν φοβούνται να εμπλακούν σε συναισθηματικές σχέσεις.
- Θεωρούν τον εαυτό τους άξιο να αγαπηθεί, δυνατότητα που την απέκτησαν αγαπώντας τους άλλους, ενδιαφέρονται και φροντίζουν το συνάνθρωπό τους, ξέρουν να δέχονται ,όμως, και τις περιποιήσεις των άλλων και μπορούν να τους επικαλούνται, όποτε χρειαστεί, δίχως να πιστεύουν ότι αυτό μειώνει την αξία τους.
- Είναι καλοί ακροατές, αναγνωρίζουν την αξία των άλλων και κατακτούν την κοινωνική αποδοχή, γιατί συγχρωτίζονται με ετερόκλητα άτομα από όλα τα εκπαιδευτικά, κοινωνικά και οικονομικά στρώματα.
- Έχουν μεγάλο βαθμό αυτογνωσίας και η εικόνα, που προβάλλουν ταυτίζεται με την αυτοαντίληψή τους. Είναι αυθόρμητοι και πηγαίοι και αποφεύγουν τις μηχανορραφίες και την προσποίηση.
- Γνωρίζουν τα όριά τους και παρόλο που προσπαθούν να τα επεκτείνουν, δεν το ανάγουν σε αυτοσκοπό. Η αυτογνωσία είναι η πηγή της αυτοεκτίμησής τους.
- Είναι αλτρουιστές, χωρίς να αναλαμβάνουν την ευθύνη για τις πράξεις ή τις αποφάσεις των άλλων ή να αποκομίζουν συναισθηματικά οφέλη, παριστάνοντας τους σωτήρες. Αντίθετα, διδάσκουν στους υπόλοιπους την έννοια της προσωπικής υπευθυνότητας και του καταλογισμού των πράξεων.
- Δεν καταφεύγουν σε μηχανισμούς άμυνας, για να καταπραύνουν τον εαυτό τους από αγχογόνες καταστάσεις. Αποδέχονται την αλήθεια, όποια κι αν είναι αυτή
- Συχνά αποστασιοποιούνται από τον εαυτό τους και τον προσδιορίζουν με βάση το εξελικτικό, μακροπρόθεσμο σχέδιο ζωής, που έχουν επεξεργαστεί.
- Αντιμετωπίζουν το μέλλον με αισιοδοξία και ενθουσιασμό.
- Φαντασιώνουν τα μελλούμενα και σχεδιάζουν, κατά το δυνατό τις αντιδράσεις τους. Θέτουν στόχους για αναπτυξιακές κατακτήσεις και δεν απελπίζονται εύκολα.
1.5.2 Χαρακτηριστικά ατόμων με χαμηλή αυτοεκτίμηση.
Οι άνθρωποι με χαμηλή αυτοεκτίμηση
- Θεωρούν ότι δεν αξίζουν την προσοχή και τη φροντίδα των άλλων, αλλά ακόμα και όταν την δέχονται την αντιμετωπίζουν καχύποπτα.
- Επαναπαύονται, ακόμα κι αν είναι οι καταστάσεις της ζωής τους είναι προβληματικές, και προτιμούν τη διαιώνισή τους, παρά να πληρώσουν το τίμημα της αλλαγής. Οι περισσότερες νοσηρές συμπεριφορές είναι μαθημένες και πολλές φορές η αδυναμία αντιμετώπισής τους οφείλεται και στην έλλειψη θέλησης, αλλά και στα δευτερογενή οφέλη, που προκύπτουν από την διατήρησή τους, όπως για παράδειγμα η διαρκής προσοχή και το ενδιαφέρον των άλλων, η αποφυγή προκλήσεων κ.λ.π.
- Ο φόβος της απόρριψης κατατρύχει και οριοθετεί τις πράξεις τους. Όταν εμπλακούν σε κάποια συναισθηματική σχέση, γίνονται υπερβολικά ζηλόφθονες, εξαρτητικοί ή αναπτύσσουν μαζοχιστικά χαρακτηριστικά, φοβούμενοι ότι θα απωλέσουν την αγάπη, που με τόση επίπονη υπέρβαση κέρδισαν. Συνήθως αυτή η συμπεριφορά εξωθεί τους υπόλοιπους να τους εγκαταλείπουν, επιβεβαιώνοντας έτσι τους αρχικούς τους φόβους.
- Σπανίως γίνονται διεκδικητικοί. Η χαμηλή αυτοεκτίμηση τους αποτρέπει από το να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες, να εμπλέκονται σε συγκρούσεις, και να υπερασπίζονται τις απόψεις τους, ακόμα κι όταν έχουν το δίκιο με το μέρος τους. Πολλές φορές πίσω από τη χαμηλή αυτοεικόνα εμφωλεύει ένας λανθάνων ναρκισσισμός, δεδομένου ότι η δειλία τούς προστατεύει από την έκθεση του εαυτού τους στην κρίση των άλλων.
- Επιζητούν την επιδοκιμασία των άλλων και εξαρτούν τη διάθεσή τους από αυτήν.
- Παρά το ότι μπορεί να διαθέτουν υψηλό δείκτη νοημοσύνης, δεν μπορούν να επιλύσουν προβλήματα κοινωνικού περιεχομένου. Είναι επιρρεπείς στο μυστικισμό και τη μοιρολατρεία.
- Πολλές φορές καταφεύγουν σε υπερωρίες στον ακαδημαικό ή εργασιακό τομέα, επιζητούν την υπερεπίδοση, την εξουσία ή το χρήμα, μέσα που πρόσκαιρα τους προσφέρουν ανακούφιση από την ανασφάλειά τους.
- Ό,τι για τους υπόλοιπους δρα ως θετικός ενισχυτής, σε αυτούς είναι αδιάφορο. Είναι ανίκανοι να απολαύσουν τις μικροχαρές της ζωής, γεγονός που προοιωνίζει κατάθλιψη.
- Αδυνατούν ή αρνούνται να αξιολογήσουν σωστά τις δυνατότητές τους και αισθάνονται αμηχανία, όταν οι άλλοι τους επαινούν.
- Η ταυτότητα του εαυτού τους είναι απροσδιόριστη, χωρίς συνέπεια και στοχοθεσία. Υιοθετούν συμπεριφορές, για να γίνουν αρεστοί στους άλλους.
- Έχουν χαμηλή συναισθηματική νοημοσύνη και επικοινωνιακά προβλήματα.
- Γίνονται επιθετικοί, όταν απειληθούν, ειδικά εάν διαθέτουν υψηλή φαινομενική αυτοεκτίμηση.
- Κάθε ματαίωση στη ζωή τους είναι πηγή ανεξέλεγκτου άγχους, μαλαγχολίας και αποσυντονισμού.
- Είναι εξαρτημένοι από την οικογένειά τους και διατηρούν τη σχέση αυτή και μετά την ενηλικίωση.
- Εκδηλώνουν συχνά νευρωσικές συμπεριφορές, όπως ροπή προς τον αλκοολισμό, τη χαρτοπαιξία, τα ναρκωτικά, τον υπερκαταναλωτισμό, τις σεξουαλικές ακρότητες και τον ηδονισμό.

ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΣ ΠΑΠΑΝΗΣ (από το βιβλίο 'Η αυτοεκτίμηση και η μέτρησή της' Εκδόσεις Ατραπός 2004, όπου περιλαμβάνεται η κλίμακα μέτρησης της αυτοεκτίμησης)

Κατηγορία Εξαρτήσεις

Το κείμενο αυτό είναι αφιερωμένο στη Μαρίνα, μια από τις γυναίκες, που κάτι με έχουν διδάξει

Χθες συνάντησα μια εξαϋλωμένη μορφή, δεητική, σαν αυτές που βρίσκεις σε τοιχογραφίες ερειπωμένων εκκλησιών κι αναρωτιέσαι αν απεικονίζουν ανθρώπους ή πνεύματα ή δαίμονες με αγγελικό περίγραμμα: Έναν γνωστό μου επαγγελματία, που έχασε τη δουλειά του, χωρίς ένσημα και συνδικαλιστική αρωγή ή επιδόματα, με έγκυο γυναίκα και καταρρακωμένη αξιοπρέπεια. Τα δάχτυλά του κιτρινισμένα από τη νικοτίνη, πρόλαβε να μου πει την απελπισία του, πριν μου ζητήσει δύο ευρώ. Τού έδωσα κι ήξερα πως τον καταδίκασα σε επαιτεία αδιέξοδη και τον κατέταξα ως ποσοστό σε στατιστικές ανάλγητες: Επόμενη στάση το αλκοόλ, ενδεχομένως τα ναρκωτικά, η περιθωριοποίηση, οι απόπειρες αυτοκτονίας. Όλα είναι τόσο ερμηνεύσιμα, όταν έχουν μια προβλέψιμη πορεία, όταν αφορούν τους άλλους κι όταν τα διδάσκεις σε φοιτητές. Τι γίνεται όμως, εάν χάσεις τα πάντα, σε ένα κράτος, που η Πρόνοια είναι ανέκδοτο

Η δυστυχία των ανθρώπων δεν μπαίνει σε νόρμες. Ο καθένας τη βιώνει με το δικό του τρόπο και η αντίδρασή στην έλευσή της μοναδική και καθοριστική. Κι αν στην ευτυχία το εγώ αυξάνει την αυτοεκτίμηση, διεκδικεί τα εύσημα και φλερτάρει με την έπαρση, στην κακοδαιμονία και τη συμφορά αποδιοργανώνεται και αποδομεί την ιστορικότητά του. Η ξαφνική πτώχευση διακόπτει τη συνέχεια του εαυτού, στρεβλώνει τη θέση στο χώρο, το χρόνο, την ιεραρχία, και εμπαίζει τις σταθερές και τις αξίες της ζωής.

Κάποιοι προκρίνουν την αυτοκτονία. Και παρά τη συχνότητά της καμιά ψυχολογική διαδικασία δεν μπορεί να την προβλέψει. Γιατί σε πολλούς περνά ως ιδέα, αρκετοί τη διατυμπανίζουν ως έκκληση για βοήθεια, άλλοι την αναφέρουν για εντυπωσιασμό.

Αλλά είναι εκείνη η μία ελάχιστη στιγμή, που το μυαλό θα κατακλυστεί από εικόνες, από δίψα για εκδίκηση, από αγάπη και αυτό-λύπηση, από μνήμες παλαιών καλών εποχών, ενοχές, πικρία, απελπισία, ντροπή και οδύνη, που θα υπνωτίσει τα ένστικτα και θα άρει τους δισταγμούς. Το τέλος τότε μοιάζει με λύτρωση και το αμετάκλητο σωτηρία.

Η ίδια η φύση και η κοινωνία ευνοούν την επιβίωση των δυνατότερων. Και όσοι δεν μπορούν να συνεχίσουν, ακόμα και υπό το κράτος της απώλειας ή του τραύματος, είναι θεμιτό να φεύγουν ως φυσική επιλογή. Η αγέλη με τον τρόπο αυτό θα ισχυροποιηθεί. Η ατομική ύπαρξη ποτέ δεν είχε τόση σημασία όσο η ομάδα.

Οι λατρεία της δύναμης και η διαιώνιση της πυγμής ίσως έχουν νόημα στο ζωικό βασίλειο και σε πολιτισμούς βαρβαρικούς. Όμως είμαστε άνθρωποι και η αδιαφορία μας απέναντι σε αυτούς, που λυγίζουν, πλήττει το πιο θεμελιώδες αγαθό: Την αγάπη, που προσδιορίζει την ανθρωπιά. Γιατί, όσοι έχετε επιβιώσει αρκετά, θα γνωρίζετε ότι η αγάπη είναι η αρετή, από την οποία εκπορεύονται όλες οι υπόλοιπες αξίες και η έλλειψή της μετατρέπει το χρυσό της ψυχής σε σκουριά.

Όταν λοιπόν χάσετε τα πάντα, σε μια στιγμή ή από κακό υπολογισμό ή από σκευωρία της τύχης:

Ετοιμαστείτε να δείτε τους φίλους σας να εξαφανίζονται σταδιακά, παρά την αρχική τους στήριξη. Όσοι στις μεγάλες στιγμές επαινούσαν και θαύμαζαν, σε κριτές και κατηγόρους γρήγορα θα μετατραπούν. Την εμπιστοσύνη τους πως καταχραστήκατε θα ουρλιάξουν και τις δύσκολες εποχές ή την οικογένεια και τα παιδιά τους θα επικαλεστούν. Αυτοί, που θα παραμείνουν ως το τέλος, θα πυροδοτήσουν τις απαρχές της νέας σας ζωής. Και αυτή είναι η πεμπτουσία της ανάνηψης. Απαλλαγείτε άμεσα από τα μιάσματα, όπως το νέο δάσος από τους καμένους κορμούς, και ενταχθείτε σε νέες συλλογικότητες, μιλήστε με καινούρια πρόσωπα, ασχοληθείτε με φορείς και οργανώσεις, που πριν υποτιμούσατε ή αγνοούσατε την ύπαρξή τους, θρησκευτικές, περιβαλλοντικές, πολιτιστικές. Οι πολίτες, που τις απαρτίζουν έχουν μεγαλύτερη ελαστικότητα και ευελιξία.

Κρατήστε την οικογένειά σας ιερή, γιατί εκείνης η συνοχή διακυβεύεται. Ο σύντροφος μπορεί να εξαντληθεί, να δειλιάσει, τα παιδιά να γίνουν αγχόνεςμε τις διαρκείς ανάγκες τους, οι γονείς να έχουν γεράσει. Όμως πάση θυσία αποφύγετε τους καυγάδες και μετρήστε τα λόγια σας, πριν τους πληγώσουν. Διαχειριστείτε τις ενοχές, γιατί κάθε ριπή εναντίον τους και κάθε μομφή είναι δηλητήριο, που παραλύει τα αντανακλαστικά. Και η εσωτερική διάβρωση έχει τη μεγαλύτερη τοξικότητα. Η φτώχεια δρα ως καταλύτης στο διαζύγιο, αλλά, αν συμβεί, ποτέ μην θυσιάσετε την αξιοπρέπειά σας. Αυτή είναι και η άριστη κληρονομιά προς τα τέκνα σας και το φυλαχτό για το νέο εαυτό.

Ήδη θα μάθατε να ξεχωρίζετε τους κόλακες, τώρα είναι καιρός να κλείσετε τα αυτιά σας σε ανυπόστατες υποσχέσεις. Πολλοί το ονομάζουν και σύνδρομο του ριμπάουντ και αποτελεί τη μεγαλύτερη παγίδα, επειδή το παιχνίδι έχει προχωρήσει χωρίς τη συμμετοχή σας. Αν χάσετε τα πάντα, δεν πρόκειται με εύκολο τρόπο να διεκδικήσετε πίσω τη ζωή σας, όπως ακριβώς ήταν, πόσο μάλλον να σκοράρετε άμεσα. Είναι καλύτερο να σχεδιάσετε μια μη μεταχειρισμένη ζωή. Να θυμάστε, λοιπόν, ποιος υπήρξατε και τι είχατε καταφέρει, αλλά μη μεμψιμοιρείτε. Τα ταξίδια στο χρόνο, μια στο ένδοξο παρελθόν και μια στο τρομακτικό μέλλον, αναζωπυρώνουν την ήττα. Δεν υπάρχουν θριαμβευτικές επιστροφές, παρά μικρά, αβέβαια βήματα του ασθενούς μετά την εγχείρηση.
Που όμως τις πληγές επουλώνουν.

Θα καταλάβατε τώρα πια, πως ποτέ δεν ήσαστε τα υλικά αγαθά, που μέχρι πρότινος κατείχατε. Σταθερές και αδιαμφισβήτητες παραμένουν μόνο οι αξίες, τις οποίες κανείς δεν μπορεί να αλλοιώσει και καμιά δυσκολία να βγάλει σε πλειστηριασμό. Μα ξαφνικά αλλάζουν και οι ανάγκες. Αλήθεια, με πόσα λιγότερα θα μπορούσατε να είχατε πορευθεί, κερδίζοντας χρόνο για τους αγαπημένους. Κι ετούτο εδώ το δίλημμα τώρα θα σας καταστείλει: Αν χάσετε την προσωπική σας ταυτότητα, θα γίνετε μια ακόμη στατιστική. Αλκοόλ, ναρκωτικά, συμμορίες αποτυχημένων, ορδές παρανόμων, πορνεία, τζόγος, ακραία κόμματα, μπορούν να σας φανούν σα φως στο έρεβος της απελπισίας, αλλά σύντομα θα σας ξεβράσουν σαν περιττώματα από την κοινωνία.

Μην ενδιαφέρεστε για τη γνώμη των άλλων. Έτσι κι αλλιώς, στους χαλεπούς καιρούς δραπετεύουν. Μιλήστε παντού για την κατάσταση, στην οποία έχετε περιέλθει και αναζητήστε εργασία από όλους. Δεν είναι εύκολες οι θύρες, όταν η χρεία τες κουρταλεί.. αλλά για δείτε. Ενώ εσείς εκλιπαρείτε για εργασία, από εκείνες που η προσφορά εργατικού δυναμικού είναι αμείλικτη, λίγο πιο πάνω ψάχνουν για ανθρώπους να μαζέψουν τις ελιές, σε κάποια τουριστική περιοχή αναζητούν προσωπικό. Το διαδίκτυο έχει γεμίσει από αγγελίες ανθρώπων που μαγειρεύουν για άλλους ή προσφέρουν ανταλλακτική εργασία. Αν χάσετε τα πάντα και η πιο μικρή απασχόληση γίνεται ευκαιρία για ένα ξεκίνημα, επειδή ακριβώς διαφυλάττει την ακεραιότητα και τον αυτοσεβασμό.

Φροντίστε την εμφάνισή σας, ώστε να μην προσομοιάζει ανθρώπου, που έχει ενδώσει

Σταματήστε τις παράλογες αρνητικές σκέψεις, που αιχμαλωτίζουν το μέλλον στη μιζέρια του παρόντος και στην καθήλωση του παρελθόντος. Μιλήστε με ανθρώπους, που τα έχουν καταφέρει κι όχι με τους πληβείους, που αποδίδουν τις ευθύνες στους άλλους και έχουν μεθύσει για εκδίκηση και αυτοτιμωρία. Στις μικρές καταστροφές πρέπει να βρεις το στοιχείο του αναστρέψιμου, που εγγενώς φέρουν. Αλλιώς γίνονται μεγάλες.

Ευστράτιος Παπάνης, Επίκουρος Καθηγητής Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου

Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016 20:27

Προσκόλληση

Το παιδί, ήδη από τον 7ο μήνα της ζωής του, αναπτύσσει έναν ισχυρό συναισθηματικό δεσμό με τη μητέρα του.

Το φαινόμενο αυτό λέγεται προσκόλληση του παιδιού στο μητρικό πρόσωπο. Απόρροια της προσκόλλησης αυτής είναι ότι το παιδί νιώθει το λεγόμενο άγχος του αποχωρισμού: φοβάται και ανησυχεί μήπως η μητέρα του το εγ¬καταλείψει και φύγει. Το άγχος αυτό κορυφώνεται μεταξύ του 13ου και του 18ου μήνα και ύστερα υποχωρεί σταδιακά. Από το 3ο έτος και ύστερα, τα περισσότερα παιδιά ξεπερνούν το άγχος του αποχω¬ρισμού και, χωρίς διαμαρτυρίες, μπορούν να βρεθούν μακριά από τη μητέρα τους και με άγνωστα πρόσωπα.

Η υπερνίκηση του άγχους του αποχωρισμού είναι ένα ορόσημο στην πορεία του ατόμου προς τη συναισθηματική ωριμότητα. Για το θέμα αυτό, ο κορυφαίος ψυχοδυναμικός στοχαστής Erik Erikson, το¬νίζει: «Το πρώτο κοινωνικό επίτευγμα του παιδιού είναι η επιθυμία του να αφήσει τη μητέρα έξω από το οπτικό του πεδίο, χωρίς να νιώ¬θει ιδιαίτερη ανησυχία ή οργή, διότι η μητέρα έχει πλέον γίνει για το παιδί τόσο μια εσωτερική βεβαιότητα όσο και μια εξωτερική προ¬βλεψιμότητα».
Δυστυχώς όμως, μερικά παιδιά συνεχίζουν να βιώνουν έντονο άγχος αποχωρισμού και πέραν του 3ου έτους, στις μεγαλύτερες ηλι¬κίες. Οι εκδηλώσεις του παρατεταμένου αυτού άγχους του αποχωρι¬σμού ποικίλλουν από τις ήπιες διαμαρτυρίες που προβάλλονται όταν π.χ. το παιδί πρέπει να πάει σχολείο τη Δευτέρα ή όταν οι γονείς το αφήνουν για να πεταχτούν στο γειτονικό σπίτι, έως τις έντονες πιε¬στικές παρορμήσεις για να παραμένει συνεχώς κοντά στη μητέρα του, όπως συμβαίνει π.χ. με το παιδί που παθολογικά απασχολείται συνεχώς με την υγεία της μητέρας του - και αυτό το χρησιμοποιεί, ως δικαιολογία, για να μένει μαζί της. Το παιδί λοιπόν που έχει έντο¬νο, παρατεταμένο, άγχος αποχωρισμού θεωρείται ότι είναι υπερε¬ξαρτημένο.
Κατά κανόνα, η προσκόλληση και η εξάρτηση του παιδιού από τη μητέρα δεν θεωρείται ότι αποτελεί πρόβλημα που πρέπει να μας ανησυχήσει. Στην πραγματικότητα, στα πρώτα χρόνια της ζωής του παιδιού, η εξάρτηση είναι όλως απαραίτητη, γιατί το ανθρώπινο γένος, αντίθετα από ό,τι συμβαίνει με τα μικρά των άλλων ζωικών ειδών, δεν είναι επαρκώς προετοιμασμένο να εξυπηρετήσει τις ανάγκες του, χωρίς την παρουσία των μεγάλων.
Ας δούμε ποιες είναι οι συνή¬θεις, οι τυπικές, αντιδράσεις του υπερεξαρτημένου παιδιού (Herbert, 1995).

Τυπικές αντιδράσεις του εξαρτημένου παιδιού

Μια μορφή συμπεριφοράς του παιδιού που δείχνει υπερβολική εξάρτηση είναι η αναζήτηση περιττής βοήθειας. Το εξαρτημένο παι¬δί, αντί να αυτενεργεί, πηγαίνει για βοήθεια στους μεγάλους, χωρίς να υπάρχει προφανής λόγος. Ζητάει βοήθεια όχι μόνο όταν συναντά κάποιο πραγματικό εμπόδιο, αλλά ακόμη και όταν πρέπει να κάνει κάτι το συνηθισμένο. Ένα άλλο σημάδι εξάρτησης είναι η συνεχής αναζήτηση σωματικής επαφής. Το παιδί π.χ. μπορεί να θέλει να κά¬θεται όλη την ώρα στην αγκαλιά της μητέρας του ή να κρατιέται σφι¬χτά επάνω της. Μια ακόμη συμπεριφορά ενδεικτική εξάρτησης είναι η αναζήτηση σωματικής εγγύτητας, η ανάγκη δηλαδή του παιδιού να βρίσκεται κοντά σε έναν μεγάλο. Μια άλλη ένδειξη είναι η συμπε¬ριφορά που αποβλέπει στην εξασφάλιση της προσοχής των άλλων. Το εξαρτημένο παιδί συστηματικά επιζητεί να το προσέχει ο ενήλι¬κος στον οποίο έχει προσκολληθεί, να του μιλάει, να κοιτάζει ή και να ασχολείται με κάτι που αυτό έχει φτιάξει κ.λπ. Σε τελευταία ανά¬λυση, υπερεξαρτημένο είναι το παιδί που επιζητεί αδιάλειπτα την επιβεβαίωση και την επιδοκιμασία των άλλων και που φανερώνει την προσωπική του ανικανότητα να βασίζεται στις δικές του δυνάμεις.
Πρέπει να μην ξεχνάμε ότι η φύση και η σπουδαιότητα των συμ¬πτωμάτων εξάρτησης αλλάζουν με την πάροδο της ηλικίας. Έτσι, οι παραπάνω μορφές συμπεριφοράς είναι απόλυτα φυσιολογικές για ένα παιδί ως το 3ο έτος της ηλικίας. Στο διάστημα, ανάμεσα στους 12 και στους 18 μήνες, όπως ήδη αναφέραμε, η ένταση της προσκόλ¬λησης φτάνει στο αποκορύφωμά της. Από το 3ο έτος όμως και ύστε¬ρα, τα περισσότερα παιδιά αποχωρίζονται τη μητέρα τους, τουλάχι¬στον για ένα μικρό χρονικό διάστημα, χωρίς να νιώθουν άγχος. Πριν όμως από αυτή την ηλικία, πριν από το 3ο έτος, πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί και να μην χαρακτηρίζουμε τις εκδηλώσεις προσκόλλησης του παιδιού ως προβληματικές.
¬Το πρόβλημα της υπερεξάρτησης μπορούμε να το κατανοήσου¬με καλύτερα, αν το εξετάσουμε μέσα στα πλαίσια ενός ευρύτερου τομέα της ψυχολογικής ανάπτυξης του παιδιού: πώς δηλαδή το βρέφος γίνεται μια ξεχωριστή, αυτόνομη, ατομικότητα.
Το θέμα αυτό της ατομικοποίησης του παιδιού παρουσιάζεται αμέσως παρακάτω (Herbert, 1995).


Η ασφαλής ανεξαρτητοποίηση προϋποθέτει την ασφαλή προσκόλληση

Το παιδί αρχίζει να ζει ως ξεχωριστό και ανεξάρτητο ήδη από τη γέννηση, όταν παύει η συντήρησή του διαμέσου του ομφάλιου λώρου. Αλλά στο στάδιο αυτό, το παιδί δεν είναι και ψυχολογικά απο¬χωρισμένο από τη μητέρα του.
Το βρέφος δεν αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως ξεχωριστό πρόσωπο, δεν τον αντιλαμβάνεται ως ένα άτομο ξεχωριστό από τους άλλους. Ο εαυτός του και το περιβάλλον του συγχέονται: δεν μπορεί να διακρίνει τον εξωτερικό κόσμο από τις εσωτερικές του εντυπώ¬σεις και τα συναισθήματά του. Η ουσία του προβλήματος είναι ότι το παιδί δεν έχει ακόμη αυτο-συνείδηση. Για να αποκτήσει το παιδί αυτή την αυτο-συνείδηση, πρέπει πρώτα να προσκολληθεί στη μητέρα του με το σημαντικότατο δεσμό της αγάπης. Η μητέρα είναι εκείνη που θα διαμορφώσει τις πρώτες «συναντησιακές» επαφές του παιδιού με τον κόσμο γύρω του και αυτές οι επαφές θα του αναπτύ¬ξουν τη συνείδηση του εαυτού και των άλλων.
Στη συνέχεια όμως, για να γίνει ένα άτομο αυτεξούσιο, πρέπει να αποσπαστεί, τουλάχιστον εν μέρει, από το προστατευτικό «κου¬κούλι» της μητέρας του και να αναπτύξει δικές του απόψεις, να αυ¬τονομηθεί.
Για να αναπτυχθούν οι απαραίτητες αυτές προσκολλήσεις και ο δεσμός της αγάπης, ο πρώτος χρόνος της ζωής είναι ο πιο αποφασι¬στικός. Μέσα στους πρώτους 12 μήνες, όλα σχεδόν τα βρέφη έχουν αναπτύξει ισχυρούς δεσμούς με τη μητέρα τους ή με κάποιο άλλο μητρικό πρότυπο. Και ευτυχώς που συμβαίνει αυτό! Γιατί ο άνθρω¬πος έχει μια μακρά «παιδική ηλικία», κατά την οποία δεν μπορεί να επιζήσει, χωρίς τη συνεχή παρουσία και τη φροντίδα των μεγάλων.
Έχει, λοιπόν, ζωτική σημασία να υπάρξει προσκόλληση ανάμεσα στο μητρικό πρόσωπο και στο παιδί. Το νεογέννητο είναι εξαρτημένο από τη στοργική παρουσία της μητέρας του, όχι μόνο για τη βιολογι¬κή του επιβίωση, αλλά και για την ψυχολογική του ολοκλήρωση. Για¬τί, όπως έχουν δείξει οι σχετικές έρευνες, η ασφαλής ανεξαρτητο¬ποίηση περνάει μέσα από την εξάρτηση. Πρέπει, στην πρώτη φάση, το παιδί να αναπτύξει ασφαλείς προσκολλήσεις και, στη συνέχεια, να κάνει τη μικρή του «αυτονομιστική επανάσταση» (γύρω στο 2ο προς το 3ο έτος) για να ανεξαρτητοποιηθεί.
Το θέμα της ανάπτυξης της προσκόλλησης εξετάζετε αμέσως παρακάτω (Herbert, 1995).

Η διαδικασία της προσκόλλησης

Τα περισσότερα βρέφη, ήδη από τον 4ο μήνα της ζωής τους, αν¬τιδρούν με διαφορετικό τρόπο στη μητέρα τους από ό,τι αντιδρούν στους άλλους ανθρώπους. Πολλοί θεωρητικοί πιστεύουν ότι η δια¬φορική αυτή αντίδραση έχει την αφετηρία της στη διαδικασία ικανο¬ποίησης, εκ μέρους της μητέρας, των βιολογικών αναγκών του παι¬διού και κυρίως της πείνας. Η βασική σκέψη εδώ είναι ότι τα βιώματα του παιδιού από το μητρικό θηλασμό ή το μπιμπερό είναι η πρώτη του εμπειρία κοινωνικής συμμετοχής και, συνάμα, η πρώτη του ευ¬καιρία για να μάθει να απολαμβάνει τη συναναστροφή του με τους άλλους. Η εμπειρία αυτή αποτελεί τη βάση για την κοινωνικότητά του. Επιπλέον, η σύνδεση ανάμεσα στην παρουσία της περιποιητικής μητέρας και στα ευχάριστα συναισθήματα που νιώθει το παιδί από την ανακούφιση της πείνας, ενσταλάζει μέσα του μια βασική συναισθηματική ανάγκη για τη μητέρα του – την εξάρτηση – που σιγά σιγά γίνεται περισσότερο επιτακτική από ό,τι οι απλές βιολογικές του ανάγκες.
Οι ερευνητές έχουν διαπιστώσει ότι τα παιδιά πολλές φορές φαίνεται να υπαγορεύουν εκείνα τη συμπεριφορά των γονέων τους, επιμένοντας ανυποχώρητα στις απαιτήσεις τους. Αρκετές μητέρες αναφέρουν ότι αναγκάζονται να ανταποκριθούν σε απαιτήσεις του παιδιού τους πολύ περισσότερο από ό,τι οι ίδιες θεωρούν πως είναι πραγματικά ευκταίο. Τα μωρά δεν κάθονται παθητικά, περιμένοντας να τους συμβεί κάτι, αλλά στρέφονται ενεργητικά προς το περιβάλ¬λον τους, αναζητώντας διερεθισμούς και διαπροσωπική αλληλεπί¬δραση. Από τους πρώτους κιόλας μήνες της ζωής του, το βρέφος χαμογελάει, γελάει, απλώνει τα χεράκια του και γουργουρίζει στη μητέρα του. Γρήγορα μαθαίνει ότι το κλάμα μπορεί να του εξασφα¬λίσει την προσοχή της μητέρας του και ότι, αν γελάσει ή σηκώσει τα χέρια του προς αυτήν, είναι πολύ πιθανό εκείνη να το πάρει στην αγκα¬λιά της. Έτσι, την χαιρετάει, την πλησιάζει και της προκαλεί ευχάρι¬στες αλληλεπιδράσεις που του εξασφαλίζουν την προσοχή της και ποικίλες ανταποδοτικές της αντιδράσεις, όπως να του κάνει ευχάρι¬στους ήχους, να το γαργαλάει, να το παίζει κ.λπ. Κάθε μητέρα έχει μια τεράστια επίδραση στη συμπεριφορά του παιδιού της, ενθαρρύ¬νοντας ορισμένες δραστηριότητες και αποθαρρύνοντας άλλες, και διαμορφώνει έτσι την προσωπικότητα του παιδιού. Αλλά και η δική της η συμπεριφορά διαμορφώνεται από το παιδί με πολλούς και πο¬λύπλοκους τρόπους.
Αυτό που θέλουμε εδώ να τονίσουμε είναι ότι οι ψυχολόγοι θεω¬ρούν τη μητέρα και το παιδί ως ένα ενιαίο και αμοιβαίο «σύστημα προσκόλλησης», το οποίο πάντοτε βρίσκεται σε λειτουργία, αλλά ιδιαίτερα στην αρχή της ζωής του παιδιού. Καθετί που επηρεάζει τον έναν από τους δύο έχει αντίκτυπο στον άλλον. Δεν μπορούμε, λοι¬πόν, να αναλύσουμε τα προβλήματα της υπερεξάρτησης του παι¬διού, χωρίς να μελετήσουμε τη συμπεριφορά της μητέρας προς το παιδί.
Έχουν γίνει πολλές προσπάθειες για να εξηγηθεί το φαινόμενο της προσκόλλησης του παιδιού στο μητρικό πρόσωπο. Ενδιαφέρου¬σα είναι η εργασία του Γερμανού ηθολόγου Konrad Lorenz. Ο Lorenz διαπίστωσε ότι τα νεογέννητα ζώα ακολουθούν σταθερά την πρώτη κινούμενη μορφή που θα τύχει να βρεθεί κοντά τους, έστω και αν αυτή δεν είναι η μητέρα τους. Αυτό το είδος της προσκόλλησης ονο¬μάζεται αποτύπωση και έχει παρατηρηθεί ότι είναι εντο¬νότερη σε κάποια συγκεκριμένη φάση της ανάπτυξης (κρίσιμη περίο¬δος) και, ακόμη, ότι μπορεί να αναπτυχθεί χωρίς η κινούμενη αυτή μορφή να έχει σχέση με την ικανοποίηση βιολογικών αναγκών του νεογέννητου.
Η πιο ολοκληρωμένη ερμηνεία για την ανάπτυξη της προσκόλλη¬σης έχει διατυπωθεί από τον Βρετανό ψυχίατρο John Bowlby. Ο Bowlby, στο βιβλίο του «Προσκόλληση και αποχωρισμός», υποστη¬ρίζει ότι, όπως και τα άλλα ζώα, έτσι και το ανθρώπινο βρέφος γεν¬νιέται με την ικανότητα της προσκόλλησης. Είναι «γενετικά προ¬γραμματισμένο» με έναν ιδιαίτερο τύπο βιολογικού και ψυχολογικού εξοπλισμού που κάνει το παιδί πιο ευαίσθητο στις διαπροσωπικές αλ¬ληλεπιδράσεις. Διαθέτει ένα ρεπερτόριο από αντιδράσεις (όπως το χαμόγελο, το βάδισμα, το βλέμμα), οι οποίες προσανατολίζουν την προσοχή των άλλων σε αυτό και στις ανάγκες του. Οι ανταποδοτικές επιδράσεις των προσώπων γύρω του στις προκλήσεις του αυτές ενι¬σχύουν ακόμη περισσότερο τις έμφυτές του αυτές αντιδράσεις, με αποτέλεσμα την έντονη επιθυμία του παιδιού να βρίσκεται κοντά
στο πρόσωπο αυτό. Αναπτύσσεται, δηλαδή, το φαινόμενο της προ¬σκόλλησης.
Στο παρακάτω κεφάλαιο αναφέρονται τα στάδια που ακολουθεί η διαδικασία αυτή ανά¬πτυξης της προσκόλλησης του παιδιού στο μητρικό πρόσωπο (Herbert, 1995).

Τα τρία στάδια στην ανάπτυξη της προσκόλλησης

Στην πορεία ανάπτυξης του φαινομένου της προσκόλλησης έχουν εντοπιστεί τρία επάλληλα στάδια:
α) Από τις πρώτες μέρες της ζωής του, το βρέφος ηρεμεί με την κοινωνική επαφή (χάδι, κούνημα της κούνιας κ.ά.). Μέσα στις πρώτες εβδομάδες αρχίζει κιόλας να ανταποκρίνεται στην παρουσία των αν¬θρώπων, χωρίς όμως να μπορεί να ξεχωρίσει τον έναν από τους άλ¬λους. Αυτό είναι το στάδιο της αδιαφοροποίητης προσκόλλησης, κα¬τά το οποίο το βρέφος δείχνει σημεία προσκόλλησης, χωρίς όμως αναφορά σε συγκεκριμένα πρόσωπα.
β) Γύρω στον 4ο μήνα, το βρέφος συμπεριφέρεται γενικά με τον ίδιο περίπου φιλικό τρόπο προς όλους, όπως και πριν, αλλά αντιδρά με τρόπο πιο χαρακτηριστικό προς τη μητέρα του. Μεταξύ του 5ου και του 7ου μήνα υπάρχει πια εκείνος ο δεσμός που κάνει το παιδί να θέλει να διατηρεί τοπική εγγύτητα με τη μητέρα του. Όταν η μη¬τέρα βγαίνει έξω από το δωμάτιο, το μωρό κλαίει και «προσπαθεί» να την ακολουθήσει Εμφανίζει το λεγόμενο άγχος του αποχωρισμού. Το βρέφος βρίσκεται πια στο στάδιο της μονοπροσωπικής προσκόλλη¬σης. Στην ηλικία αυτή τα παιδιά φαίνεται ότι περνάνε και από μια φάση ντροπαλότητας απέναντι στους ξένους είναι το λεγόμενο άγ¬χος προς τα ξένα πρόσωπα.
γ) Μερικούς μήνες μετά την εμφάνιση της μονοπροσωπικής προσκόλλησης, το βρέφος αρχίζει να διαμορφώνει πρόσθετες προσ¬κολλήσεις, πρώτα σε ένα ακόμη πρόσωπο (συνήθως στον πατέρα) και αργότερα σε περισσότερα (στα μεγαλύτερα αδέλφια, γιαγιά). Τον 18ο μήνα τα περισσότερα βρέφη έχουν ήδη αναπτύξει πρόσθετες προ¬σκολλήσεις, κυρίως προς πρόσωπα που έχουν στενή επαφή και αλλη¬λεπίδραση μαζί του. Αυτό είναι το στάδιο της πολυπροσωπικής προ¬σκόλλησης.
Αυτή η διαμόρφωση πρόσθετων προσκολλήσεων αναπτύσσεται και προχωρεί τόσο γρήγορα σε μερικά παιδιά που δίνεται η εντύπω¬ση ότι η πολλαπλή προσκόλληση παρουσιάζεται ταυτόχρονα με την πρώτη, τη μονοπροσωπική προσκόλληση. Ο αριθμός των προσώπων, στα οποία το παιδί προσκολλάται, είναι ανάλογος του αριθμού των προσώπων που έχουν στενή επαφή και αλληλεπίδραση μαζί του. Γε¬νικά, έχει διαπιστωθεί ότι τα άτομα που δίνουν στο παιδί πολλά δια¬προσωπικά ερεθίσματα - ακόμη και αν δεν είναι στις υποχρεώσεις τους να ικανοποιούν και να φροντίζουν τις πρωταρχικές, τις βιολογι¬κές, ανάγκες του - γίνονται αντικείμενα προσκόλλησης.
Η περίοδος αυτή των δύο πρώτων ετών, κατά την οποία σχημα¬τίζονται οι πρώτες προσκολλήσεις του παιδιού, είναι πραγματικά ευ¬αίσθητη. Παρεμβάσεις ή διάσπαση αυτών των συναισθηματικών δε¬σμών μπορεί να έχουν σοβαρό αντίκτυπο. Στη φάση αυτή έχει απο¬φασιστική σημασία να υπάρχει ένα ή περισσότερα πρόσωπα πολύ κοντά στο παιδί. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον ένα πρόσωπο που να του παρέχει σταθερή φροντίδα καθώς και πλούσια και ποικίλα διαπροσωπικά ερεθίσματα (οπτικά, ακουστικά, απτικά). Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι ένα πρόσωπο πρέπει να είναι σε συ¬νεχή επιφυλακή κάθε στιγμή ή να βρίσκεται πλάι στο παιδί σε εικοσι¬τετράωρη βάση. Απλώς σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει μια σταθερή συνέχεια. Σημασία έχει, όπως θα δούμε και παρακάτω, όχι ο χρόνος που μένει ο γονέας με το παιδί, αλλά η ποιότητα των ερεθισμάτων που του παρέχει.
Μερικοί θεωρητικοί θα έλεγαν ότι, για να αναπτυχθούν αυτές οι ασφαλείς πολυπροσωπικές προσκολλήσεις, απαιτείται μια πολύ με¬γαλύτερη χρονική περίοδος (όχι μόνο τα δύο πρώτα χρόνια της ζωής), γιατί στα περισσότερα παιδιά, αντιδράσεις έντονης προσκόλ¬λησης, όπως φαίνεται από το φόβο του αποχωρισμού, υπάρχουν μέ¬χρι το τέλος του 3ου χρόνου. Αν και η άποψη αυτή θεωρείται από πολλούς υπερβολική (συντηρητική), εντούτοις, αξίζει να την έχει στο μυαλό του ο γονέας, όταν αφήνει κάθε πρωί το μικρό νήπιο στον παιδικό σταθμό ή στο νηπιαγωγείο και αναλόγως να ερμηνεύει τις αντιδράσεις του παιδιού στον αποχωρισμό. Γενικά, πρέπει τα παιδιά να έχουν κλείσει τα τρία τους χρόνια για να μπορούν να νιώθουν ασφαλή σε άγνωστα μέρη, με «άγνωστα» πρόσωπα. Από την ηλικία αυτή και ύστερα, αρχίζει σταθερά η ανεξαρτητοποίηση του παιδιού. Τότε αρχίζει το παιδί να βασίζεται στον εαυτό του. Τότε αρχίζει, πραγματικά, την προσπάθειά του - μια μακρά και επώδυνη υπόθεση -να αποκόψει τον «ψυχολογικό ομφάλιο λώρο» και να αυτονομηθεί (Herbert, 1995).


Ο αποχωρισμός του παιδιού από τους γονείς του: Επιπτώσεις στην ψυχοκοινωνική του ανάπτυξη

Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι οι πρόωροι, παρατεταμένοι ή μόνιμοι αποχωρισμοί του παιδιού από τους γονείς του διαταράσσουν τον συναισθηματικό του κόσμο. Η μελέτη της συμπεριφοράς υγιών¬ φυσιολογικών παιδιών, τα οποία για κάποιον λόγο – παρατεταμένη παραμονή του γονέα στο νοσοκομείο, τοποθέτηση του παιδιού σε βρεφοκομείο - αποχωρίστηκαν από τους γονείς τους στο 2ο και 3ο έτος της ζωής τους, έχει δείξει ότι οι αντιδράσεις του παιδιού στον αποχωρισμό ακολουθούν μια αρκετά προβλέψιμη πορεία.
Στο πρώτο στάδιο το παιδί αντιδρά με κλάματα και θυμό. Απαιτεί την επιστροφή της μητέρας του και φαίνεται να ελπίζει πως θα πετύ¬χει να την φέρει πίσω. Αυτό το στάδιο αποτελεί τη φάση της «διαμαρ¬τυρίας» και συχνά διαρκεί αρκετές ημέρες.
Σιγά-σιγά όμως, το παιδί γίνεται ολοένα και πιο ήρεμο. Ενώ είναι φανερό ότι η απουσία της μητέρας το απασχολεί έντονα και εξακο¬λουθεί να λαχταρά την επιστροφή της, ωστόσο οι ελπίδες του έχουν σε μεγάλο βαθμό εξασθενίσει. Αυτό το στάδιο είναι η φάση της «α¬πελπισίας». Συχνά οι φάσεις αυτές, η διαμαρτυρία και η απελπισία, εναλλάσσονται: η ελπίδα γίνεται απελπισία και η απελπισία γίνεται ανανεωμένη ελπίδα.
Τελικά, επισυμβαίνει μια μεγαλύτερη αλλαγή στη στάση του παι¬διού απέναντι στην απουσία της μητέρας: το παιδί μοιάζει σαν να ξέ¬χασε τη μητέρα του, έτσι που, όταν την ξαναβλέπει, παραμένει ανε¬ξήγητα αδιάφορο απέναντί της, και μπορεί ακόμη να δείχνει ότι δεν την αναγνωρίζει. Αυτό λέγεται στάδιο της «αποκόλλησης».

Σε όλες αυτές τις φάσεις του αποχωρισμού, το παιδί είναι επιρ¬ρεπές σε εκρήξεις οργής και σε άλλες μορφές αυτοκαταστροφικής και καταστροφικής συμπεριφοράς.
Η συμπεριφορά του παιδιού, μετά το ξανασμίξιμο με τους γονείς του, εξαρτάται από τη φάση στην οποία βρισκόταν κατά τη διάρκεια του αποχωρισμού. Συνήθως, για ένα διάστημα, το παιδί είναι απαθές και αδιάφορο, σε ποιον όμως βαθμό και για πόσο διάστημα γίνεται αυτό, εξαρτάται από τη διάρκεια του χωρισμού και από το αν δεχό¬ταν ή όχι το παιδί συχνές επισκέψεις κατά την περίοδο αυτή. Για πα¬ράδειγμα, αν του λείψανε οι επισκέψεις για αρκετές εβδομάδες και έχει φθάσει στα πρώτα στάδια της αποκόλλησης, είναι πιθανόν ότι η έλλειψη ανταπόκρισης από μέρους του θα διαρκέσει για ένα διά¬στημα που ποικίλλει από λίγες ώρες μέχρι αρκετές ημέρες. Όταν τελικά αυτή η έλλειψη ανταπόκρισης υποχωρήσει, τότε το παιδί εκ¬δηλώνει έντονα αμφιθυμικά συναισθήματα απέναντι στη μητέρα του. Το παιδί κατακλύζεται από θύελλα συναισθημάτων: συνεχώς είναι «κολλημένο» επάνω στη μητέρα του και, όταν η μητέρα πάει να το αφήσει μόνο του, έστω και για μια στιγμή, νιώθει έντονο άγχος και οργή. Το παρακάτω παράθεμα είναι ένα κομμάτι από συνέντευξη μη¬τέρας ενός 4χρονου κοριτσιού, σχετικά με τις αντιδράσεις του παι¬διού της στον πρώιμο αποχωρισμό τους:
Από τότε που την άφησα - το παιδί ήταν τότε δύο ετών - γιατί έπρεπε να μείνω στο νοσοκομείο (δύο φορές, 17 μέρες την καθεμία) δεν με εμπιστεύεται πια. Δεν μπορώ να πάω πουθενά - ούτε μέχρι τη διπλανή γειτόνισσα ή στα μαγαζιά στη γωνία. Πρέπει πάντα να την πάρω μαζί μου. Δεν εννοεί να με αφήσει. Σήμερα, την ώρα του μεγά¬λου διαλείμματος, βγήκε από την πόρτα του σχολείου και ήλθε σπίτι τρέχοντας σαν τρελή. «Μαμά.., μου είπε, «νόμιζα πως έφυγες... Δεν μπορεί να το ξεχάσει. Τριγυρνάει στα πόδια μου όλη την ώρα. Δεν μπορώ να κάνω τίποτε άλλο. Κάθομαι, την παίρνω στην αγκαλιά μου και την χαϊδεύω και προσπαθώ να της δείξω ότι την αγαπώ. Αν δεν το κάνω, λέει: «Μαμά, δεν με αγαπάς πια... Πρέπει να είμαι συνεχώς μαζί της.
Ο Bowlby υποστηρίζει ότι, αν ο αποχωρισμός είναι παρατεταμέ¬νος - αν διαρκέσει πάνω από 6 μήνες - και συμπέσει με την εποχή που αρχίζει το παιδί να αλληλεπιδρά με τα πρόσωπα γύρω του και να κοινωνικοποιείται, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος το παιδί να μείνει στη φάση της «αποκόλλησης» μόνιμα. Αυτό συμβαίνει κυρίως, όταν το σοκ δεν απαλυνθεί με πολλή στοργή από κάποιον στον οποίον το παιδί θα μπορούσε να βασιστεί. Ο Bowlby ερμηνεύει μια τέτοιου εί¬δους αλληλουχία γεγονότων ως κάτι παρόμοιο με αυτό που συμβαί¬νει με το βαρύ πένθος στους ενηλίκους. Επειδή όμως το παιδί δεν μπορεί να καταλάβει τι συμβαίνει, δεν κατορθώνει να ξεπεράσει την εμπειρία της «αποστέρησης» και παραμένει «καθηλωμένο» σε αυ¬τήν. Έχει παρατηρηθεί ότι πολλά τέτοια παιδιά παραμένουν, μονί¬μως πλέον, κοινωνικώς αδιάφορα και συναισθηματικώς ψυχρά.
Αυτό που θέλουμε να τονίσουμε εδώ είναι ότι υπάρχουν βέβαιοι κίνδυνοι για το παιδί που πρόωρα αποχωρίζεται από τους γονείς του και, ιδιαίτερα, για το ορφανό παιδί. Ο Rutter μετά από μια κριτική θεώρηση πολλών ερευνητικών δεδομένων για το θέμα αυτό, κατέλη¬ξε στις εξής διαπιστώσεις:
α) Πολλά από τα παιδιά που μπαίνουν σε νοσοκομείο ή σε οικο¬τροφείο δείχνουν μια άμεση αντίδραση έντονης στενοχώριας και λύ¬πης.
β) Πολλά παιδιά παρουσιάζουν καθυστέρηση στην ανάπτυξή τους, αν συμβεί να εισαχθούν σε κακής ποιότητας ίδρυμα. Ακόμη μπορεί να παρουσιάσουν μειωμένες νοητικές ικανότητες, αν παρα¬μείνουν εκεί για μακρό χρονικό διάστημα.
γ) Υπάρχει σημαντική σχέση ανάμεσα στην εγκληματικότητα και στις διαλυμένες οικογένειες.
δ) Ο ανάλγητος ψυχοπαθητικός εγκληματίας έχει περάσει αλλεπάλληλες εμπειρίες αποχωρισμού ή/και έχει μείνει σε ίδρυμα στα πρώτα χρόνια της ζωής του.
ε) Ο νανισμός παρατηρείται ιδιαίτερα σε παιδιά απορριπτικών και άστοργων οικογενειών.

Το πώς το παιδί αντιμετωπίζει το πρόβλημα του αποχωρισμού εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πώς χειρίστηκαν τα πρόσωπα γύ¬ρω του, την προσωρινή απουσία ή την απώλεια των γονέων του. Στην περίπτωση του ορφανού παιδιού που έχει χάσει τον έναν γονέα, πολ¬λά εξαρτώνται από τα ψυχικά αποθέματα που διατηρεί ο επιζών γο¬νέας. Στη διπλή ορφάνια - όπου δεν υπάρχει γονέας για να απαλύνει το σοκ - το παιδί γίνεται περισσότερο ευάλωτο.

Υπάρχει και ένα άλλο είδος αποχωρισμού, ανάμεσα στο γονέα και στο παιδί, ο οποίος συμβαίνει παρόλο που οι γονείς και το παιδί βρίσκονται σταθερά μαζί. Είναι ο ψυχολογικός αποχωρισμός που προκαλείται από την απορριπτική στάση των γονέων απέναντι στο παιδί. Η γονεϊκή απόρριψη παίρνει τη μορφή της ψυχρότητας και της αδιαφορίας (παθητική απόρριψη) ή και τη μορφή της έκδηλης εχθρότητας και σκληρότητας εκ μέρους των γονέων (ενεργητική απόρριψη). Η απόρριψη δεν παίρνει πάντα τη μορφή σωματικής βίας ή πλήρους παραμέλησης. Μπορεί να είναι απόρριψη συναισθηματική και εσώτερη, τελείως αθέατη, έτσι που το παιδί να φτάνει στο σημείο να πιστεύει ότι η απλή του παρουσία, αυτή καθαυτή, κάνει τους γο¬νείς του δυστυχισμένους- ότι είναι ένας ανεπιθύμητος-ενοχλητικός μπελάς και κάτι που πρέπει να ταπεινωθεί, να εξουθενωθεί.
Οι απορριπτικοί γονείς έχουν την τάση όχι μόνο να αποθαρρύ¬νουν το παιδί να απαιτεί τη φροντίδα και τη στοργή τους, αλλά και να το τιμωρούν, όταν δείχνει συμπεριφορά εξάρτησης. Θα περίμενε, λοιπόν, κανείς ότι οι βαριές μορφές απορριπτικής συμπεριφοράς οδηγούν το παιδί στην καταστολή των εκδηλώσεων εξαρτημένης συμπεριφοράς. Αυτό φαίνεται καθαρά σε ευρήματα ερευνών, όπου τα επιθετικά αγόρια που έχουν απορριπτικούς γονείς παρουσιάζουν λιγότερη εξάρτηση από ό,τι παρουσιάζουν τα μη επιθετικά αγόρια που έχουν στοργικούς γονείς. Υπάρχει όμως μία εξαίρεση. Αν οι γο¬νείς είναι συγκρατημένοι ή είναι φειδωλοί στις εκδηλώσεις ενδιαφέ¬ροντος, αγάπης και στοργής προς το παιδί, αλλά ωστόσο δεν τιμω¬ρούν τις εκδηλώσεις εξάρτησης, είναι πιθανό να ενταθούν ακόμη πε¬ρισσότερο οι ανάγκες του παιδιού για προσοχή και φροντίδα. Το παι¬δί, δηλαδή, όσο πιο πολύ «σπρώχνεται» μακριά από τους γονείς του, τόσο περισσότερο «γαντζώνεται» επάνω τους, ζητώντας τη στορ¬γή και τη φροντίδα τους.
Η δυσκολία με την τάση του παιδιού για εξάρτηση είναι ότι κάθε παιδί έχει γευθεί τις χαρές της γονεϊκής φροντίδας. Ακόμη και η πιο απρόθυμη και αδιάφορη μητέρα δεν μπορεί να αποφύγει να ικανο¬ποιήσει κάποιες από τις ανάγκες του παιδιού της. Έτσι, το παιδί ξέ¬ρει τι του λείπει και λαχταράει περισσότερα - ιδιαίτερα αν δεν το έχουν ειδικά αποθαρρύνει με την τιμωρία. Σε αυτό ακριβώς το ση¬μείο βρίσκεται η διαφορά στην αντιμετώπιση ανάμεσα στα προβλή¬ματα εξάρτησης και στα προβλήματα άλλων θεμάτων ανατροφής του παιδιού, όπως π.χ. είναι τα θέματα της σεξουαλικής ορμής. Το πιθα¬νότερο είναι ότι οι εκδηλώσεις ερωτικής μορφής ποτέ δεν ενθαρρύ¬νονται από τους γονείς μάλλον αποδοκιμάζονται ή, στην καλύτερη περίπτωση, αγνοούνται από τους γονείς. Αντίθετα, στην περίπτωση των εκδηλώσεων εξάρτησης, ακριβώς εξαιτίας της πλήρους αδυνα¬μίας του παιδιού να αυτοεξυπηρετηθεί, είναι αδύνατο το παιδί να μην αμείβεται, έστω και σποραδικά, με κάποιες εκδηλώσεις φροντί¬δας και στοργής (Herbert, 1995).

Η υπερπροστασία και η ενίσχυση της εξάρτησης

Είδαμε προηγουμένως ότι υπάρχει ο γονέας ο απορριπτικός, που η συμπεριφορά του χαρακτηρίζεται από ψυχρή και αδιάφορη πα¬ραμέληση ή και από σκληρότητα και εχθρότητα. Όπως όμως συμ¬βαίνει συνήθως με αυτά τα θέματα, υπάρχει και το αντίθετο άκρο. Δεν έχουμε μόνο ελλειμματική γονεϊκή φροντίδα και στοργή, αλλά και υπερβολική-υπέρμετρη προστασία. Σε μια τέτοια περίπτωση, το παιδί μπορεί να κοιμάται στο ίδιο δωμάτιο με τους γονείς του για χρόνια. Η μητέρα έχει την τάση να το παραχαϊδεύει, να είναι πάνω του όλη την ώρα και να το προσέχει συνεχώς, να το αποθαρρύνει να παίρνει πρωτοβουλίες, να το εμποδίζει να ενεργεί με τρόπο ανεξάρ¬τητο κ.λπ. Ανησυχεί υπερβολικά για την υγεία του και γι’ αυτό του δίνει πολλά φάρμακα και το ντύνει βαριά. Πολύ συχνά συμβαίνει, για κάθε πρόβλημα του παιδιού, η μητέρα να σκέφτεται και να αποφασί¬ζει για λογαριασμό του παιδιού. Σε αντάλλαγμα αυτής της απόλυτης υπακοής του παιδιού, η μητέρα δείχνει υπερβολική ανεκτικότητα σε κάθε του ιδιοτροπία, προσπαθώντας έτσι να παρατείνει την παιδική του ηλικία και να το κρατήσει «δεμένο στην ποδιά της».
Οι υπερπροστατευτικοί γονείς συχνά παραπαίουν ανάμεσα στην κυριαρχική και στην υποτακτική συμπεριφορά: άλλοτε υποτάσσο¬ντας το παιδί στις δικές τους θελήσεις και άλλοτε υποτασσόμενοι οι ίδιοι στις θελήσεις του παιδιού. Αυτού του είδους η υπερπροστατευ¬τικότητα συχνά αποτελεί την κύρια αιτία να προκληθούν ψυχολογικά προβλήματα στα παιδιά. Πρόκειται γι’ αυτό που συχνά έχει αποκλη¬θεί «η αγάπη που πνίγει». Αν το παιδί αποθαρρύνεται και εμποδίζεται να αποφασίζει και να ενεργεί αυτόνομα, να εξερευνά τον κόσμο γύ¬ρω του και να πειραματίζεται, κινδυνεύει να καταντήσει ένα δειλό, αδέξιο και γεμάτο φόβους και αβεβαιότητα άτομο.
Πρέπει όμως να διευκρινιστεί ότι, εδώ, μιλάμε για πραγματικά ακραία γονεϊκή συμπεριφορά, η οποία είτε εμπεριέχει υπερβολική επιείκεια και υποχωρητικότητα (ο γονέας που κακομαθαίνει - χαλάει το παιδί) ή υπερβολική κυριαρχική διάθεση (ο γονέας που συνεχώς περιορίζει και καταπιέζει το παιδί) είτε τα συνδυάζει και τα δύο (Herbert, 1995).

Το κακομαθημένο παιδί

Ο όρος «κακομαθημένο παιδί» είναι, χωρίς αμφιβολία, από τους όρους που αφήνουν περιθώρια για πολλές ερμηνείες. Τι ακριβώς ση¬μαίνει, είναι, σε μεγάλο βαθμό, θέμα προσωπικής εκτίμησης. Είναι, άραγε, αλήθεια ότι «κακομαθαίνει» το παιδί, όταν π.χ. οι γονείς το παίρνουν αγκαλιά κάθε φορά που εκείνο κλαίει για να τραβήξει την προσοχή τους; Άραγε, όταν το παιδί επιδιώκει να πάρει από τον κα¬θέναν μας γύρω του ό,τι περισσότερο και ό,τι καλύτερο μπορέσει, το κάνει αυτό γιατί θέλει να έχει το «επάνω χέρι»;

Όταν ένα μωρό κλαίει, το κάνει γιατί σίγουρα χρειάζεται κάτι. Όμως, ούτε το ίδιο ούτε οι γονείς του ξέρουν πάντοτε τι ακριβώς χρειάζεται. Ανάμεσα σε αυτά που πραγματικά χρειάζεται, και μάλιστα σε αφθονία, είναι ασφαλώς η ανθρώπινη στοργική παρουσία και προ¬σοχή, τα πλούσια ερεθίσματα και οι περιβαλλοντικοί διερεθισμοί, κα¬θώς και η συντροφιά και η στενή διαπροσωπική αλληλεπίδραση. Πολ¬λοί ειδικοί πιστεύουν ότι σε όλες τις περιπτώσεις (εκτός από μια μό¬νο περίπτωση, τα προβλήματα του νυκτερινού ύπνου - αν βέβαια τα προβλήματα αυτά τα παρουσιάσει το παιδί, αφού προηγουμένως έχει φτάσει στο στάδιο να μπορεί να κοιμάται κανονικά όλη τη νύχτα) δεν υπάρχει κανένας απολύτως φόβος «να χαλάσει» ο χαρακτήρας του παιδιού, «να κακομάθει» το παιδί, με τη δοτική συμπεριφορά μας κα¬τά τη βρεφική ηλικία. Από την άλλη όμως πλευρά, ο φόβος μήπως δημιουργηθούν στο παιδί κακές συνήθειες συχνά ενσταλάζετε και φωλιάζει όλο και περισσότερο στις νεαρές, άπειρες μητέρες από ποι¬κίλες πηγές: από τους δικούς τους γονείς - υποτίθεται ότι εκείνοι είναι πιο έμπειροι. από τη δική τους την αγωνία να δώσουν στο παιδί τους μια σωστή ανατροφή, ακόμη και από δογματικούς, ανενημέρω¬τους για το τι λέει η επιστημονική έρευνα, ειδικούς. Οι άπειρες μη¬τέρες συχνά ακούνε να τις συμβουλεύουν και να τις προειδοποιούν ότι πρέπει να προσέξουν, γιατί πολλές κακές συνήθειες των παιδιών οφείλονται στην υπερβολική προσοχή που τους έδωσαν οι γονείς τους όταν ήταν μικρά. Με άλλα λόγια, γιατί «τα κακόμαθαν» οι γονείς τους, και έτσι τους έδωσαν το «πάνω χέρι».
Δυστυχώς, οι ατυχείς γονείς σύρονται προς δύο αντίθετες κα¬τευθύνσεις: προς τη μια που τους λένε ότι αν είναι ανεκτικοί, το παι¬δί θα γίνει ένας εγωκεντρικός, καθόλου αγαπητός και ισχυρογνώμων τύραννος και προς την άλλη που τους λένε ότι, αν είναι υπερβολικά αυστηροί, αν είναι αυταρχικοί και τιμωρητικοί, η στάση τους αυτή θα έχει ως αποτέλεσμα το παιδί τους να γίνει ένα υποχωρητικό, άβουλο και υποτακτικό πλάσμα, μια χαμερπής ασημότητα.
Έχει λεχθεί ότι οι γονείς, κατά κανόνα, βρίσκονται κάπου ανά¬μεσα σε δύο ακραίες απόψεις σχετικά με την πραγματική φύση της παιδικής ηλικίας. Οι απόψεις τους αυτές - οι οποίες σημειωτέον δεν λειτουργούν πάντοτε στο συνειδητό επίπεδο - επηρεάζουν σημαντι¬κά τον τρόπο που χειρίζονται διάφορα θέματα ανατροφής και, ιδιαί¬τερα, το θέμα της πειθάρχησης-χειραγώγησης του παιδιού. Στο ένα άκρο βρίσκεται η απαισιόδοξη άποψη, η οποία βλέπει το παιδί ως «φύσει κακό» βλέπει, μέσα και ολόγυρα στο αναπτυσσόμενο παιδί, το «προπατορικό αμάρτημα». Σαν να βρίσκεται, ας πούμε, μέσα στο παιδί ένας «ανεξέλεγκτος», «όλο μηχανορραφίες», «άπληστος» μι¬κρός διάβολος που πρέπει να καταπνιγεί με κάθε τρόπο. Επιτήρηση και πειθαρχία είναι οι όροι «κλειδιά» αυτής της θεωρίας, η οποία θα μπορούσε να ονομαστεί η σχολή του «κτυπώ το κακό στη ρίζα του». Στο άλλο άκρο βρίσκεται η άποψη, η οποία βλέπει το παιδί ως «φύσει καλό», ως μια εξιδανικευμένη και ρομαντική έκφανση του «ευγενούς αγρίου». Οι οπαδοί αυτής της άποψης βλέπουν, μέσα και ολόγυρα στις δυνάμεις ανάπτυξης του παιδιού, την έμφυτη αρετή. Κάθε εί¬δους παρέμβαση στις «φυσικές», «ενστικτώδεις» ή «αυθόρμητες» διαδικασίες ανάπτυξης είναι λάθος. «Η φύση ξέρει καλύτερα, το παν είναι η ελευθερία» είναι το απόσταγμα αυτής της εξίσου απλουστευ¬τικής, αλλά αισιόδοξης, άποψης.
Αυτές οι δύο απόψεις φαίνονται καθαρά στη στάση που κρατάνε οι μητέρες απέναντι στο κλάμα των μικρών παιδιών. Ο John και η EIi¬zabeth Newson, στην έρευνά τους για την ψυχοδυναμική της οικο¬γένειας στο Nottingham, διαπίστωσαν ότι οι πιο αυστηρές μητέρες ήταν πεπεισμένες - το θεωρούσαν θέμα αρχής - ότι τα παιδιά πρέπει μερικές φορές να τα αφήνουμε να κλαίνε. Κατά την άποψή τους, όλα τα παιδιά έχουν την τάση να είναι πεισματάρικα και πονηρά. Ήδη από την ηλικία των 12 μηνών έχουν διαμορφώσει χαρακτηριστικά που χρειάζεται να αντιμετωπιστούν χωρίς υποχωρήσεις. Το παιδί πρέπει να μάθει «ποιος είναι το αφεντικό» και, στην ηλικία των12 μηνών, δεν ήταν και τόσο μικρό για να μην μπορεί να καταλάβει ότι δεν είναι δυνατό να γίνεται πάντα το δικό του. Αυτές οι μητέρες επέμεναν ότι τα παιδιά δεν πρέπει να τα αφήνουμε να συνηθίσουν στην επιείκεια και ότι κάθε πρόσκαιρη χαλάρωση των κανόνων θα μπορούσε να τα συνηθίσει σε κάτι τέτοιο. Οι Newsons, στις συνε¬ντεύξεις τους, άκουσαν συχνά τους γονείς να τους λένε ότι, όταν η οικογενειακή ζωή ξέφευγε από τον καθημερινό της ρυθμό – όπως π.χ. όταν είχαν κάποια επίσκεψη στο σπίτι ή σε περιόδους διακοπών, αναγκάζονταν συχνά να παίρνουν αγκαλιά το μωρό όταν έκλαιγε, «για να μην ενοχλούνται οι άλλοι» και ότι αυτό είχε ολέθρια αποτε¬λέσματα στο χαρακτήρα του παιδιού. Έπειτα από κάθε τέτοια παρα¬χώρηση-υπαναχώρηση, οι γονείς ένιωθαν ότι ήταν πολύ δύσκολο να κερδίσουν το «χαμένο έδαφος» στην ανατροφή του μωρού τους. Γι’ αυτή την ομάδα των μητέρων συνεπώς, το να αφήσουμε το παιδί να κλαίει ήταν ένα αναπόφευκτο μέρος της σωστής ανατροφής του παι¬διού.
Από την άλλη πλευρά, στην ομάδα των ανεκτικών μητέρων, ήταν κοινή η πεποίθηση ότι τα μωρά, ιδιαίτερα σε μια τέτοια τρυφερή ηλι¬κία, δεν κλαίνε χωρίς λόγο. Αυτές οι μητέρες πίστευαν ότι το κλάμα- και η δυσθυμία γενικότερα - θα πρέπει να αποφεύγεται όσο το δυ¬νατόν περισσότερο, για το καλό της ψυχικής και σωματικής υγείας του παιδιού. Οι Newsons βρήκαν ότι η βαθύτερη πίστη και στάση των γονέων αυτών είναι ότι ένα παιδί που κλαίει είναι ένα δυστυχισμένο παιδί. Ποτέ δεν πέρασε από το μυαλό των γονέων αυτών ότι η δοτική τους στάση απέναντι στο παιδί, ιδιαίτερα σε σχέση με το κλάμα, χα¬λάει το χαρακτήρα του παιδιού, ότι το παιδί κακομαθαίνει. Πίστευαν ότι η ανησυχία και η δυσθυμία του παιδιού δεν έχει καμιά ηθική διά¬σταση και φυσικά πρέπει, όσο είναι δυνατόν, να την προλαβαίνουμε στα παιδιά.
Αυτές οι αντικρουόμενες απόψεις περιπλέκουν επίσης και τις αντιλήψεις μας για θέματα πειθαρχίας και τιμωρίας, θέματα τα οποία δεν είναι (ή δεν θα πρέπει να είναι) σε καμιά περίπτωση ταυτόσημα.
Πάντως τα μέχρι τώρα δεδομένα δεί¬χνουν ότι είναι σχεδόν αδύνατο να «χαλάσει» ο χαρακτήρας ενός παιδιού, εξαιτίας της δοτικής συμπεριφοράς των γονέων, κατά τον πρώτο χρόνο της ζωής του. Όμως, είναι δυνατόν να πέσει τότε ο σπόρος, από την πλευρά των γονέων, για να συμβεί κάτι τέτοιο αρ¬γότερα. Είναι βέβαιο ότι τα παιδιά, που όταν ήταν βρέφη, οι γονείς τους έσπευδαν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους αμέσως μόλις τις εκδήλωναν, κλαίνε λιγότερο στις επόμενες ηλικίες από ό,τι τα παιδιά που οι γονείς τους έδειχναν αδιαφορία. Όμως η απλόχερη και άμεση αυτή ικανοποίηση των αναγκών του παιδιού από τους γονείς πρέπει να γίνεται μόνο κατά τον πρώτο χρόνο της ζωής, τότε δηλαδή που το παιδί βρίσκεται σε απόλυτη εξάρτηση από τους άλλους. Δεν πρέ¬πει να συνεχίζεται και στα επόμενα χρόνια. Από το 2ο έτος και ύστε¬ρα πρέπει να ενισχύεται η αυτονομία του παιδιού.
Σε μια έρευνα για την εξάρτηση, από τις πιο εμπεριστατωμέ¬νες, διαπιστώθηκε ότι σχεδόν το 50% των μητέρων, που εξετάστη¬καν, ανταποκρίνονταν στο κλάμα του μωρού τους - συνήθως (ή, σε μερικές περιπτώσεις, πάντοτε) παίρνοντας το μωρό αμέσως αγκαλιά. Μια τέτοια άμεση ανταπόκριση των μητέρων δεν είχε καμιά αιτιολο¬γική συνάφεια με την εξάρτηση που αργότερα παρουσίαζαν τα παι¬διά. Το 1/3 των μητέρων ήταν ευερέθιστες και τιμωρούσαν συχνά τα παιδιά τους, όταν πήγαιναν από πίσω τους και ήθελαν αγκαλιά. Δια¬πιστώθηκε ότι οι μητέρες αυτές με τα νευρικά τους αυτά μαλώματα, καθώς οι ίδιες προσπαθούσαν να κρατήσουν το παιδί μακριά τους, αύξαναν τη συχνότητα των εκδηλώσεων εξάρτησης. Τα πιο εξαρτη¬μένα παιδιά ανήκαν σε μητέρες, οι οποίες, ενώ στην αρχή για λίγο απέρριπταν θυμωμένες τις εκδηλώσεις της εξάρτησης, όμως τελικά ενέδιδαν, παρέχοντας έτσι στο παιδί μερική ενίσχυση.
Φαίνεται ότι οι μητέρες, που, κατά τη βρεφική ηλικία, πρόθυμα ανταποκρίνονται και ικανοποιούν τις ανάγκες του παιδιού, δημιουρ¬γούν στο παιδί τη λεγόμενη ασφαλή προσκόλληση δηλαδή, τα παι¬διά αυτά αργότερα νιώθουν σιγουριά και εσωτερική ασφάλεια, ακόμη και όταν η μητέρα τους δεν βρίσκεται μαζί τους. Αντίθετα, οι μητέ¬ρες, που, κατά τη βρεφική ηλικία, δεν ικανοποιούν τις ανάγκες του παιδιού, δημιουργούν στα παιδιά τους τη λεγόμενη ανασφαλή προσ¬κόλληση δηλαδή, τα παιδιά νιώθουν ανασφάλεια και αβεβαιότητα ακόμη και όταν η μητέρα τους βρίσκεται μαζί τους. Γι’ αυτό, τα παι¬διά αυτά θέλουν να είναι όλη την ώρα μαζί με τη μητέρα τους, αλλά και όταν είναι μαζί της, συνεχώς διαμαρτύρονται και παραπονούνται ότι η μητέρα τους θα τα εγκαταλείψει (Herbert, 1995).


Δεξιότητες αυτοεξυπηρέτησης: Ένας δείκτης της ανεξαρτητοποίησης του παιδιού

Η ανεξαρτητοποίηση ενός παιδιού φαίνεται και στο βαθμό που κατορθώνει το παιδί να αυτοεξυπηρετείται. Το επίπεδο αυτοεξυπη¬ρέτησης που οι γονείς περιμένουν από τα παιδιά τους εξαρτάται όχι μόνο από τις προσωπικές τους αντιλήψεις, αλλά και από την κοινω¬νία στην οποία ζουν. Σε παλιότερες εποχές αναμενόταν ότι τα παιδιά θα άρχιζαν να συνεισφέρουν στο οικογενειακό εισόδημα από την πρώτη ακόμη παιδική ηλικία. Επίσης, σε μερικές κοινωνίες οι μητέ¬ρες συνεχίζουν το θηλασμό, τα χάδια και τις αγκαλιές για πολύ πε¬ρισσότερο χρόνο από ό,τι σε άλλες.
Η έρευνα των Newsons στο Nottingham, για το πώς μεγαλώνουν οι γονείς τα παιδιά τους, μας δίνει πληροφορίες για το πόση αυτοε¬ξυπηρέτηση αναμενόταν από παιδιά που μεγάλωναν στη βρετανική αυτή πόλη. Τα παιδιά, ήδη από την ηλικία των τεσσάρων ετών, σε ποσοστό 79%, μπορούσαν να κάνουν μικροψώνια στα μαγαζιά της γειτονιάς, αν και πολλές φορές οι μητέρες τους θα έπρεπε να τα περιμένουν έξω από το κατάστημα, ενώ γινόταν η συναλλαγή. Επί¬σης, σε ποσοστό 17% ντύνονταν μόνα τους το πρωί, σε ποσοστό 39% αναλάμβαναν να αλλάζουν το βράδυ και σε ποσοστό 34% τα¬κτοποιούσαν μόνα τους τα παιχνίδια τους. Σχετικά με την ανάγκη σωματικής επαφής με τους γονείς, οι Newsons διαπίστωσαν ότι το 97% των μητέρων καλοδέχονταν και ενθάρρυναν τις εκδηλώσεις τρυφερότητας σε αυτή την ηλικία, παρότι σε μερικές περιπτώσεις οι εκδηλώσεις αυτές δεν ευχαριστούσαν το παιδί. Η αποποίηση αυτή μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί ένα εντελώς φυσιολογικό βήμα στην ανάπτυξη του παιδιού ως αυτόνομης προσωπικότητας.
Υπάρχουν βασικές διαφορές στην ανάπτυξη της ανεξαρτητο¬ποίησης ανάμεσα στα αγόρια και στα κορίτσια. Τα κορίτσια, αν και μαθαίνουν τις διάφορες δεξιότητες αυτοεξυπηρέτησης περίπου στην ίδια ηλικία - αν όχι και νωρίτερα - με τα αγόρια, ωστόσο τεί¬νουν να δείχνουν πιο έντονη συμπεριφορά προσκόλλησης και μεγα¬λύτερη ανάγκη για σωματική επαφή με τους γονείς τους από ό,τι τα αγόρια της ίδιας ηλικίας. Αυτή η διαφορά πιθανόν να είναι το αποτέ¬λεσμα της διαφορικής συμπεριφοράς που η κοινωνία περιμένει από κάθε φύλο. Σε πολλές κοινωνίες η εξαρτημένη συμπεριφορά είναι αποδεκτή για τα κορίτσια, ενώ τα αγόρια, από νωρίς πρέπει να απο¬δεικνύουν την ανεξαρτησία τους, τόσο τη σωματική όσο και τη συ¬ναισθηματική.
Η ανάπτυξη της ανεξαρτησίας δεν προχωρεί πάντοτε με σταθε¬ρότητα. Μπορεί ακόμη καμιά φορά να γίνουν και βήματα προς τα πί¬σω. Μια έντονη εσωτερική σύγκρουση στη ζωή του παιδιού είναι δυ¬νατό να οδηγήσει σε ψυχολογική παλινδρόμηση και αυτό συνεπάγε¬ται κάποια απώλεια ανεξαρτησίας. Κλασικό παράδειγμα παλινδρόμη¬σης είναι το νήπιο που ξαφνικά βρίσκεται να μοιράζεται την αγάπη και την προσοχή της μητέρας του με ένα νεογέννητο αδελφάκι. Η ζήλια του τότε συχνά συνοδεύεται από ένα είδος συμπεριφοράς που φανερώνει επιστροφή σε προγενέστερης ηλικίας τρόπους προσαρ¬μογής. Μπορεί να αρχίσει πάλι να κλαίει και να παραπονιέται, να κρε¬μιέται από τη φούστα της μητέρας του, να μιλάει σαν μωρό και ακόμη «να βρέχεται» επάνω του. Αυτή η εκζήτηση της προσοχής των άλλων δείχνει ότι το παιδί έχει καταλήξει στο συμπέρασμα πώς, για να διεκ¬δικήσει την προηγούμενη μονοπωλιακή θέση του, το μόνο που μπο¬ρεί να κάνει είναι να ξαναγίνει «μωρό».
Αν οι γονείς παρατηρήσουν στο παιδί τους κάποια σημάδια πα¬λινδρόμησης, μπορεί να χρειαστεί, για να το βοηθήσουν, να του προ¬σφέρουν απλόχερα αγάπη και προσοχή, αλλά όχι με τρόπο και σε χρόνο που να φαίνεται ότι επιβραβεύουν τις ανώριμες παλινδρομι¬στικές πράξεις του. Ο Freud διατύπωσε την άποψη ότι, όταν ένα άτο¬μο δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις μιας περισσότερο ώριμης ζωής, παλινδρομεί σε ένα προγενέστερο στάδιο της εξέλιξής του, στο οποίο ήταν αποτελεσματικό και ευτυχισμένο. Έτσι, το νήπιο που βιώνει υπέρμετρο άγχος, γιατί η μητέρα του χρησιμοποιεί αυ¬στηρό και σκληρό τρόπο για να το ασκήσει στη χρήση της τουαλέτας, μπορεί να παλινδρομήσει στην ανημποριά και στην πλήρη εξάρτηση της βρεφικής ηλικίας. Τέτοιες όμως παλινδρομιστικές στρατηγικές είναι συνήθως αυτο-αναιρετικές, γιατί προκαλούν την οργή των γο¬νέων. Πάντως, το ζηλιάρικο παιδί, που νιώθει ότι κάποιος άλλος παίρ¬νει την αγάπη της μητέρας του, θα καλοδεχτεί κάθε ενασχόληση των γονέων μαζί του, έστω και αν αυτή είναι αρνητική, ακόμη και αν πρό¬κειται για πράξεις επώδυνης τιμωρίας (Herbert, 1995).

Καλύτερα να προλαμβάνουμε παρά να θεραπεύουμε

Φαίνεται ότι πρέπει να υπάρχει μια ενδιάμεση κατάσταση ανάμε¬σα αφενός στον υπερπροστατευτικό γονέα - που με τη συμπεριφορά του κάνει το παιδί ανασφαλές και προσκολλημένο επάνω του, γιατί δεν το αφήνει ποτέ να τον «αποχωριστεί» συναισθηματικά και να προσπαθήσει να κάνει κάτι μόνο του - και αφετέρου στον απορριπτι¬κό γονέα - που κάνει και αυτός το παιδί ανήσυχο και κολλημένο επάνω του, γιατί, για να το πειθαρχήσει, το απειλεί συνεχώς ότι θα το εγκαταλείψει, και που το αφήνει να καταλάβει ότι είναι ανεπιθύ¬μητο και δεν βλέπει την ώρα που θα απαλλαγεί από την παρουσία του. Επίσης, κάποια ενδιάμεση κατάσταση πρέπει να υπάρχει ανάμε¬σα στον υπερ-επιεική (τον απεριόριστα ανεκτικό) και τον υπερ-πε¬ριοριστικό και κυριαρχικό (τον αυταρχικό) τρόπο ανατροφής και πει¬θάρχησης του παιδιού.
Όταν οι γονείς επιχειρούν να καθορίσουν ποιες είναι οι βασικές αρχές που πρέπει να εφαρμόσουν για να βοηθήσουν το παιδί τους να ασκήσει αποτελεσματικό έλεγχο στο περιβάλλον, πρέπει να έχουν κατά νου ότι το παιδί, στην πορεία της ανάπτυξής του, περ¬νάει από διάφορα επάλληλα ποιοτικώς διαφοροποιημένα επίπεδα κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Κάθε τέτοιο επίπεδο αντιστοιχεί σε δια¬φορετικής μορφής κοινωνικές απαιτήσεις. Ο Danziger περιγράφει τις αναπτυξιακές αυτές διαφοροποιήσεις ως εξής:
Μια διάκριση των διαφόρων μορφών υποστήριξης, που το παιδί απαιτεί και δέχεται από τους γονείς, γίνεται με βάση το στάδιο ανάπτυξής του. Σε ένα πρώτο στάδιο, η υποστήριξη αυτή είναι βασικά βιο-σωματική και συνδέεται με την ικανοποίηση των πρωταρχικών βιολογικών αναγκών του παιδιού, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκών του για σωματική επαφή και περιβαλλοντική σταθερότητα. Στο επόμενο στάδιο, το παιδί χρειάζεται υποστήριξη στην ενεργό εξερεύνηση του φυσικού και κοινωνικού του περιβάλλοντος, διαμέ¬σου του πειραματικού χειρισμού των διαφόρων αντικειμένων και δια¬μέσου της υπόδυσης ρόλων. Τελικά, το παιδί ψάχνει για υποστήριξη στις προσπάθειές του να ακολουθήσει κανόνες και να συμμορφώνε¬ται προς τις ηθικές επιταγές.
Θα μπορούσε να πει κανείς ότι οι απαιτήσεις που έχει το παιδί για υποστήριξη από τους γονείς του είναι απαιτήσεις για αναγνώριση και για επιβεβαίωση του εαυτού του ως κάποιας ύπαρξης, μόνο όμως που η αναγνώριση και η επιβεβαίωση αυτή του εαυτού του παίρνει διαφορετική μορφή στις διάφορες ηλικίες. Στην αρχή, το παιδί έχει ανάγκη να αναγνωριστεί ως εξαρτημένη ύπαρξη που πρέπει να της παρασχεθεί προστασία και ανθρώπινη επαφή. Αργότερα, έχει ανάγκη να αναγνωριστεί ως ένα δραστήριο και εκτελεστικό πλάσμα που θέλει να το προσέχουν και που έχει ανάγκη τα πραγματικά ή φανταστικά του κατορθώματα να επιβεβαιώνονται από τους γύρω του. Τελικά, ζη¬τάει να επιβεβαιωθεί ως ένα καλό πλάσμα που γνωρίζει τους κοινωνι¬κούς και ηθικούς κανόνες και ενεργεί σύμφωνα με τους κανόνες αυ¬τούς (Herbert, 1995).
¬

Το παιδί του διαζυγίου

Ορισμένες φορές οι γονείς έπειτα από μια επώδυνη πορεία καταλήγουν στο διαζύγιο. Οι συνθήκες δεν είναι εύκολες για τους διαζευγμένους και κανένας δεν μένει ικανοποιημένος από μία τέτοια λύση. Εάν οι γονείς φτάσoυν τελικά σε αυτή την απόφαση, πρέπει να σκεφτoύν το αντίκτυπο που θα έχει στα παιδιά τους και πώς πρέπει να χειριστούν την κατάσταση. Το διαζύγιο είναι μία από τις χειρότερες εμπειρίες στη ζωή ενός παιδιού. Το αν θα τους προκαλέσει ψυχολογικά προβλήματα ή όχι εξαρτάται αφενός από την προσωπικότητα του παιδιού και αφετέρoυ από το χειρισμό των γονιών. Αυτοί έχουν την υποχρέωση να προστατεύσουν το παιδί και να το απομακρύνουν από τις συγκρούσεις και τις βίαιες καταστάσεις που πιθανόν εξελίσσονται στην οικογένεια. Το πιο σοβαρό λάθος είναι η εκμετάλλευση του παιδιού, η τοποθέτησή του στο μέσο της δίνης που παρασύρει τους ίδιους τους γονείς και η προσπάθεια του καθενός να το χρησιμοποιήσει για δικό του συμφέρον.

Η τραυματική εμπειρία του διαζυγίου έχει άμεσα και έμμεσα αποτελέσματα. Μελέτες δείχνουν ότι τα παιδιά ελπίζουν στην επανασύνδεση της οικογένειας ακόμη και έπειτα από δέκα με δεκαπέντε χρόνια. Στη ζωή τους ως ενήλικοι έχουν μειωμένη ικανότητα να διαμορφώσουν σταθερές σχέσεις με άτομα του άλλου φύλoυ. Το παιδί των διαζευγμένων γονιών έχει πολλές πιθανότητες να γίνει ένας οξύθυμος, ανασφαλής και επιθετικός ενήλικος. Υπάρχουν όμως και μελέτες σύμφωνα με τις οποίες τα παιδιά αυτά τα καταφέρνoυν καλύτερα από εκείνα που ζουν σε δυστυχισμένες οικογένειες με διαρκείς εντάσεις και καυγάδες, αλλά οι γονείς τους δεν είναι χωρισμένοι. Μία από τις σημαντικότερες παραμέτρους που καθορίζει τις επιπτώσεις της διάλυσης της οικογένειας στα παιδιά είναι η στάση των γονιών πριν από και μετά το διαζύγιο.

Η στάση των γονιών

Το πρώτο θέμα που συνήθως τίθεται είναι σχετικό με την ανακοίνωση του διαζυγίου. Οι εξηγήσεις που θα δοθούν στο παιδί θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο κοντά στην αλήθεια. Καλό είναι να τονιστεί ότι πρόκειται για μια κοινή απόφαση που αφoρά μόνο στους γονείς. Τα παιδιά -ιδίως μικρότερης ηλικίας- έχουν την τάση να ερμηνεύουν τα πάντα με επίκεντρο τον εαυτό τους. Έτσι, συχνά βιώνουν το διαζύγιο ως εγκατάλειψη, απόρριψη ή ενοχοποιούν τον εαυτό τους ότι είναι κακά παιδιά και γι’ αυτό ο γονιός που έφυγε δεν τα αγαπά. Τα μεγαλύτερα παιδιά μπορούν να καταλάβουν τις δυσμενείς συνέπειες που έχει για τους ενήλικους ένας αποτυχημένος γάμος και να αντιληφθούν τους πραγματικούς λόγους του διαζυγίου, χωρίς να πιστεύουν ότι ο χωρισμός επέρχεται εξαιτίας τους.

Ο χωρισμένος γονιός πρέπει να μην ξεχνά ότι η εκδήλωση οποιασδήποτε μορφής εχθρότητας και η εκτόξευση κατηγοριών προς τον πρώην σύζυγο τρομάζουν και στενοχωρούν το παιδί. Αν πρόκειται για το γονιό του ίδιου φύλoυ, μια τέτοιου είδους συμπεριφορά παρεμποδίζει την ταυτοποίηση του παιδιού μαζί του, διαδικασία απαραίτητη για την ολοκλήρωση της ταυτότητάς του. Σημαντικό είναι να παραμένει συχνή η επαφή του παιδιού με το γονιό που φεύγει. Πρέπει μάλιστα να είναι απαλλαγμένη από τη ζήλια και τον ανταγωνισμό που μαστίζουν τις σχέσεις των γονιών μετά το διαζύγιο, με σκοπό τη μονοπώληση της αγάπης και της αφoσίωσης του παιδιού. Οι επισκέψεις επιβάλλεται να είναι σαφείς, καθορισμένες και συνεπείς όσον αφoρά στην ημέρα και στην ώρα. Το παιδί που περιμένει το γονιό ο οποίος δεν έρχεται, βλέπει το φόβο του για εγκατάλειψη να επιβεβαιώνεται και βυθίζεται σε πραγματική απελπισία. Η μόνιμη κατοικία του παιδιού θα πρέπει να είναι το σπίτι του ενός γονιού. Με το να μοιράζει εξίσου το χρόνο του σε δύο σπίτια χάνει κάθε έννοια του μόνιμου δικού του χώρου και βρίσκεται σε μια διαρκή σύγχυση. Μπορεί όμως να περνά Σαββατοκύριακα ή σχολικές διακοπές στο σπίτι του άλλου γονιού και καλό θα είναι να έχει και εκεί ένα δικό του δωμάτιο με τα αγαπημένα του παιχνίδια.

Αν υπάρχουν αδέρφια, δεν θα πρέπει να χωρίζονται τις μέρες των επισκέψεων. Καθώς προχωρά η διαδικασία του διαζυγίου, τα άλλα μέλη της οικογένειας γίνονται ακόμη πιο σημαντικά. Τα αδέρφια ισχυροποιούν τις σχέσεις τους και προστατεύονται μεταξύ τους από τυχόν αυθαιρεσίες των γονιών και από το άγχος του αποχωρισμού. Τα ζητήματα πειθαρχίας είναι ένα άλλο θέμα που δεν πρέπει να παραβλεφθεί. Ο γονιός με τον οποίο μένει το παιδί έχει συνήθως την τάση να το υπερπροστατεύει και να χαλαρώνει τους κανόνες πειθαρχίας για να απαλύνει τον πόνο και το στρες του. Οι διαζευγμένες μητέρες ανησυχούν ιδιαίτερα μήπως δεν μπορέσουν να επιβάλουν την πειθαρχία σε ένα αγόρι, λόγω της έλλειψης του ανδρικού προτύπου.

Τα περισσότερα παιδιά έχουν ανάγκη από σταθερά όρια και κανόνες πειθαρχίας. Σε μια φάση της ζωής τους κατά την οποία νιώθουν ότι τα πάντα αλλάζουν γύρω τους, η πειθαρχία αποτελεί μια ασφαλή βάση για να μπορέσουν να κυριαρχήσουν στο άγχος τους και να συνεχίσουν να τα καταφέρνoυν στο σχολείο και στην κοινωνική τους ζωή. Το ιδανικό θα είναι οι ίδιοι κανόνες και οι ίδιες συνήθειες να υιοθετούνται στα σπίτια και των δύο γονιών.


Ψυχολογικά προβλήματα των παιδιών των διαζευγμένων

Τα ψυχολογικά προβλήματα εκδηλώνονται κυρίως όταν το παιδί βρίσκεται στο μέσο της σύγκρουσης, όταν είναι μάρτυρας σε σκηνές εχθρότητας μεταξύ δύο ανθρώπων που αγαπά και πρέπει να αποφασίσει ποιος από τους δύο έχει δίκιο. Μάλιστα, η ψυχική του ένταση είναι πολύ μεγάλη, όταν αποτελεί αντικείμενο της διαμάχης των εμπόλεμων γονιών και σημείο αναφοράς για τις κατηγορίες που εκτοξεύουν ο ένας εναντίον του άλλου για αδιαφορία, εγκατάλειψη, ανεπάρκεια ή μεροληπτική στάση.
Συχνά επίσης το παιδί χρησιμοποιείται για τη ρύθμιση των οικονομικών διαφορών τους. Τα παιδιά που παρουσιάζουν ψυχολογικά προβλήματα είναι εκείνα που έχουν παίξει το ρόλο του εξιλαστήριου θύματος σε μια περίοδο κατά την οποία οι γονείς είναι βαθιά δυστυχισμένοι και απογοητευμένοι.

Η τραυματική εμπειρία του διαζυγίου επηρεάζει κατ’ αρχάς τις επιδόσεις στο σχολείο. Παιδιά που ήταν καλοί μαθητές παύουν να ενδιαφέρονται για τα μαθήματα ή παρουσιάζουν δυσκολία να συγκεντρωθούν και να διαβάσουν. Η συμπεριφορά τους διακρίνεται από έντονες διακυμάνσεις και υπάρχει περίπτωση να είναι υπερβολικά υπάκουα ή έντονα προκλητικά. Εκδηλώνουν κρίσεις θυμού, λένε ψέματα ή καταστρέφουν αντικείμενα. Τα μικρότερα παιδιά μπορεί να παλινδρομήσουν και να παρουσιάσουν ενούρηση, τραυλισμό, διαταραχές στον ύπνο και στη διατροφή ή γενικότερα να υιοθετήσουν προηγούμενες συμπεριφορές. Εκδηλώνουν επιθυμία να κοιμούνται με το γονιό που μένει σπίτι και δυσκολεύονται για οποιονδήποτε λόγο να τον αποχωριστούν. Καλύπτοντας τις δικές τους προσωπικές ανάγκες, οι γονείς πολλές φορές ικανοποιούν αυτές τις επιθυμίες. Στερούν όμως από το παιδί τη δυνατότητα να αναπτύξει την ανεξαρτησία του και να καλλιεργήσει την εμπιστοσύνη στον εαυτό του. Οι στενές σχέσεις με το γονιό του αντίθετου φύλου, χωρίς την εξισορροπιστική συμβολή του τρίτου προσώπου, αντενδείκνυνται κυρίως στην εφηβεία.

Τα προβλήματα του παιδιού ίσως ενταθούν όταν ο γονιός ξαναπαντρευτεί. Το νέο πρόσωπο μπορεί να θεωρηθεί εισβολέας και το παιδί να βιώσει μία νέα εγκατάλειψη. Χρειάζονται μεγάλη προσπάθεια και υπομονή εκ μέρους του γονιού για να γίνει αποδεκτή η νέα κατάσταση, χωρίς να νιώσει το παιδί ότι περνά σε δεύτερη μοίρα. Πρέπει επίσης να διαφυλαχθεί η θέση του άλλου φυσικού γονιού, του οποίου η παρουσία θα είναι πάντα αισθητή στη ζωή της μεικτής οικογένειας. Όσο καλύτερη διατηρηθεί η σχέση των δύο πρώην συζύγων, τόσο λιγότερα είναι το στρες και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει το παιδί.


Το υιοθετημένο παιδί

Η υιοθεσία αποτελεί την κατάληξη της επιθυμίας των ενηλίκων να αποκτήσουν παιδί, όταν όλοι οι άλλοι τρόποι δεν έχουν φέρει αποτέλεσμα. Είναι μια λύση για εκείνους που πραγματοποιούν με αυτό τον τρόπο την επιθυμία τους να γίνουν γονείς, ταυτόχρονα όμως και για το παιδί, που αποφεύγει τις συνέπειες ενός προβληματικού περιβάλλοντος και τη ζωή στο ίδρυμα. Η υιοθεσία όμως ενέχει και κινδύνους. Συνήθως υπάρχει άγνοια της κληρονομικότητας που προέρχεται από τους βιολογικούς γονείς. Επίσης, εντοπίζεται πάντα ένας βαθμός συναισθηματικής στέρησης που ποικίλλει ανάλογα με την ηλικία κατά την οποία το παιδί αποχωρίστηκε τη φυσική του μητέρα. Αν το παιδί ξεκίνησε τη ζωή του σε ίδρυμα, η έλλειψη αισθητηριακών ερεθισμάτων είναι πιθανόν να επιβραδύνει τη νοητική του εξέλιξη.

Το υιοθετημένο παιδί είναι εύθραυστο και ενδεχομένως υπάρχει κίνδυνος να αντιμετωπίσει ψυχολογικά προβλήματα. Οι θετοί γονείς επίσης είναι περισσότερο ευάλωτοι στο άγχος και την αβεβαιότητα και ανησυχούν υπερβολικά ακόμη και για φυσιολογικές αντιδράσεις που παρατηρούνται στην εξελικτική πορεία του παιδιού. Θα ήταν λάθος όμως να υποθέσουμε ότι η ανησυχία για ορισμένες πλευρές της υιοθεσίας ή ο εντοπισμός πιθανών πηγών άγχους οδηγεί απαραίτητα σε ψυχολογικά προβλήματα. Πολλά από τα υιοθετημένα παιδιά έχουν ευτυχισμένα και δημιουργικά παιδικά χρόνια. Ορισμένα παρουσιάζουν διαταραχές στην παιδική ηλικία, οι οποίες όμως μπορεί να εξαφανιστούν όταν φτάσουν στην ενηλικίωση. Κάτω από κατάλληλες συνθήκες, οι πρώιμες δυσκολίες -οι οποίες προέρχονται από τις ψυχολογικές διεργασίες που είναι απαραίτητες για την αποδοχή της υιοθεσίας- μπορούν να ξεπεραστούν και να μην ακολουθήσουν τα υιοθετημένα άτομα στο υπόλοιπο της ζωής τους.

Ψυχολογικές διεργασίες της υιοθεσίας

Η διαμόρφωση της ταυτότητας είναι μια φυσιολογική διεργασία που ακολουθεί κάθε παιδί. Η αίσθηση της ταυτότητας αναπτύσσεται σταδιακά και αναφέρεται στην εικόνα που έχει κανείς για τον εαυτό του. Παράμετροι όπως η εθνικότητα, η οικογενειακή ιστορία, η σύνθεση της οικογένειας και η ποιότητα των γονεϊκών φροντίδων συμμετέχουν στο χτίσιμο της ταυτότητας του ατόμου. Όσο πιο σταθερά είναι αυτά τα στοιχεία, τόσο πιο ολοκληρωμένη είναι η ταυτότητα και τόσο πιο ικανοποιημένοι νιώθουμε για τον εαυτό μας. Η αβεβαιότητα και η σύγχυση που διακατέχουν ορισμένα υιοθετημένα άτομα για τη βιολογική τους οικογένεια σχετικά με το ποιοι είναι και γιατί δόθηκαν για υιοθεσία αυξάνουν την αίσθηση ανασφάλειας και δυσχεραίνουν τη διαμόρφωση της ταυτότητας. Τα υιοθετημένα παιδιά πρέπει να ενσωματώσουν στην αναπτυσσόμενη προσωπικότητά τους δύο οικογένειες, μία βιολογική και μία ανάδοχη, η οποία έχει την ευθύνη για την ψυχοσωματική του ανάπτυξη. Από την πρώτη υπάρχουν τα αισθήματα της απόρριψης και της απώλειας. Δεν απασχολεί το παιδί μόνο το γεγονός ότι διαλύθηκε η οικογένειά του. Εξίσου βασανιστικές είναι και οι ερωτήσεις αν το ήθελαν, αν το αγαπούσαν, αν άξιζε να το αγαπούν. Αν μείνουν αναπάντητα αυτά τα ερωτήματα, μπορεί να οδηγήσουν σε έλλειψη αυτοεκτίμησης και αρνητική εικόνα για τον εαυτό του. Συναισθήματα κατάθλιψης, απελπισίας, ενοχής, θυμού συνυπάρχουν και συχνά εκφράζονται στους βιολογικούς γονείς. Η επούλωση αυτών των πληγών προϋποθέτει αγάπη, ζεστασιά, σταθερότητα και συνεχή φροντίδα εκ μέρους των θετών γονιών. Το νέο στοργικό, σταθερό και θετικό περιβάλλον στο οποίο ζει το παιδί, μπορεί να ανατρέψει τις πρώιμες αρνητικές εμπειρίες.

Δεν είναι όμως μόνο το οικογενειακό περιβάλλον, αλλά και η κοινωνική αποδοχή που παίζει ρόλο στη διαμόρφωση της ταυτότητας του υιοθετημένου παιδιού. Συχνά το κοινωνικό κατεστημένο που εκφράζεται από την ευρύτερη οικογένεια και το σχολείο, στιγματίζει αυτά τα παιδιά. Το υιοθετημένο παιδί αρχίζει να βλέπει τον εαυτό του διαφορετικό από τα άλλα παιδιά και πρέπει να καταβάλλει μια επιπρόσθετη προσπάθεια για να αποδεχτεί αυτήν τη διαφορά. Σε οικογένειες άλλης εθνικότητας, πολιτισμού ή φυλής, η βιολογική διαφορά είναι εμφανής, τα υιοθετημένα παιδιά βρίσκονται σε δυσκολότερη θέση και καλούνται να επιδείξουν επιτεύγματα που τα άλλα παιδιά δεν είναι αναγκασμένα να πραγματοποιήσουν. Τα υιοθετημένα παιδιά ανάλογα με την ηλικία υιοθεσίας έχουν αυξημένες πιθανότητες να παρουσιάσουν μαθησιακές δυσκολίες ή προβλήματα συμπεριφοράς. Έρευνες δείχνουν ότι για τις σχολικές επιδόσεις η ηλικία της υιοθεσίας δεν παίζει κανένα ρόλο μέχρι τους 18 μήνες. Υπάρχουν αυξημένα ποσοστά αποτυχίας στο σχολείο όταν η υιοθεσία γίνει ανάμεσα στους 18 μήνες και τα τρία έτη, ενώ μετά τα τέσσερα έτη εμφανίζονται και διαταραχές της συμπεριφοράς.

Συμπερασματικά, καλό είναι η υιοθεσία να γίνεται σε όσο το δυνατόν μικρότερη ηλικία, έτσι ώστε η επίδραση των αρνητικών παραγόντων ενός αντίξοου περιβάλλοντος να παραμείνει περιορισμένη. Το αν θα παρουσιαστούν προβλήματα στη συνέχεια εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πόσο θετική εικόνα έχει αναπτύξει το παιδί για τον εαυτό του, από την ποιότητα των σχέσεων με τη θετή οικογένεια, καθώς και από το πόσο επιτυχής ήταν ο χειρισμός για την ενημέρωση και την παροχή πληροφοριών γύρω από την υιοθεσία.

Η στάση των θετών γονιών

Οι φορείς υιοθεσίας συμβουλεύουν τους θετούς γονείς να ενημερώνουν τα παιδιά πολύ νωρίς, έτσι ώστε να μεγαλώνουν με αυτή την ιδέα και να αποτελεί μέρος της συνείδησής τους. Παιδιά που δεν γνωρίζουν ότι είναι υιοθετημένα και το ανακαλύπτουν πολύ αργότερα, βιώνουν μεγάλη δυστυχία και παρουσιάζουν ψυχολογικά προβλήματα.
Η κατάλληλη ηλικία για να ενημερωθεί το παιδί από τους θετούς γονείς είναι τότε που θα αρχίσει να ρωτά από πού έρχονται τα μωρά, δηλαδή ανάμεσα στα δύο με τέσσερα χρόνια. Σε αυτή την ηλικία οι εξηγήσεις πρέπει να πάρουν τη μορφή ενός παραμυθιού, μιας ιστορίας που να μπορεί να γίνει κατανοητή από το παιδί. Το γεγονός ότι τα παιδιά ενημερώνονται νωρίς δεν σημαίνει ότι καταλαβαίνουν πλήρως το νόημα της υιοθεσίας. Μόνο μετά την ηλικία των έξι έως επτά ετών αρχίζουν σταδιακά να συνειδητοποιούν και να αντιλαμβάνονται την ιδιαιτερότητα της θέσης τους. Ενημέρωση για την υιοθεσία πρέπει να γίνεται σε πρώιμα στάδια και να λαμβάνεται υπόψη το στάδιο της νοητικής και της συναισθηματικής ανάπτυξης του παιδιού. Η αποδοχή όμως γίνεται σταδιακά και συνεχίζεται μέχρι την ενήλικη ζωή. Οι θετοί γονείς έχουν δικαιολογημένους φόβους μήπως η αλήθεια σε αυτή την πρώιμη ηλικία πληγώσει το παιδί. Πρέπει όμως να γνωρίζουν ότι έχει δικαίωμα να μάθει την αλήθεια που το αφορά και ότι η σαφήνεια σχετικά με το παρελθόν του και τις συνθήκες γέννησής του παίζει σημαντικό ρόλο στην εικόνα που σχηματίζει για τον εαυτό του και στην αυτοεκτίμησή του.

Οι θετοί γονείς έχουν και οι ίδιοι να αντιμετωπίσουν αισθήματα αποστέρησης και απώλειας. Το γεγονός ότι δεν κατάφεραν να αποκτήσουν φυσικά παιδιά αυξάνει το φόβο τους μήπως δεν φερθούν καλά και χάσουν το θετό παιδί. Οι αντιδράσεις τους μπορεί να είναι ακραίες, από την υπερπροστασία μέχρι την απόρριψη, και οι προσδοκίες τους πολύ υψηλές ή πολύ χαμηλές. Θα πρέπει και οι ίδιοι να αποδεχτούν την πραγματικότητα και την ιδέα ότι πιθανόν δεν θα έχουν το τέλειο παιδί, δηλαδή εκείνο που θα ταυτίζεται πλήρως με τις επιθυμίες τους. Η συμπεριφορά τους και η σταθερότητα των θετικών συναισθημάτων τους αντικαθιστούν το ρόλο των πραγματικών γονιών, γεγονός που αναγνωρίζεται από το παιδί. Αν όμως εκείνο πιέζεται υπερβολικά για να ανταποκριθεί στις προσδοκίες τους, νιώθει ότι δεν το σέβονται και διακατέχεται από το αίσθημα της απελπισίας και της μοναξιάς. Εάν το παιδί λυπάται που έχει αυτού

Επιμέλεια: Αγνή Βίκη και Ευστράτιος Παπάνης

 

Κατηγορία Εξαρτήσεις
Σελίδα 1 από 2

 

Μία σελίδα των Προγραμμάτων Ψυχικής και Κοινοτικής Υγείας του Πανεπιστημίου Αιγαίου

Logo Aegean 0

Top
We use cookies to improve our website. By continuing to use this website, you are giving consent to cookies being used. More details…