Εκτύπωση αυτής της σελίδας

Μοιάζουν κάποιες αγάπες με ακίνητα ταξί βαριεστημένα σε πιάτσα δίχως πελάτες.

Χαράματα παγωμένα του Γενάρη, καθώς βιάζεσαι να δραπετεύσεις στο αεροδρόμιο.

Ανοίγεις την πόρτα και πετιέται από τη νάρκωση ο οδηγός. Χωρίς καλοριφέρ με ζέστη μόνο από τα χνώτα του. Και αποφορά μεγάλη και δυσωδία.
Κρατάς την ανάσα σου, τρυπά τη μύτη η τσιγαρίλα και η απλυσιά, συγκρατείσαι να μη φωνάξεις.

Αλλά η πτήση θα απογειωθεί για μία ακόμη φορά χωρίς εσένα και έξω το κρύο είναι αμείλικτο.
Τόσα χρόνια είχες δεχτεί αυτήν την όζουσα θαλπωρή. Είχες απερίσκεπτα αποφανθεί πως μετά από λίγο θα τη συνηθίσεις. Όπως έκανες ένα με το πετσί σου όλα όσα κάποτε σε απωθούσαν. Και ονόμασες ασφάλεια και ωριμότητα του βάλτου το μεθάνιο και την οσμή.
Πάντα ανέμενες κάποια να ανοίξει το παράθυρο, να οξυγονωθούν τα συναισθήματά και οι ελπίδες σου.

Κι όταν βρεθεί, εκείνη που χρόνια περίμενες, η εκλεκτή και απρόσιτη να σε μυήσει στο κάλλος και την πρόκληση των τοπίων, σε τρυπά η παγωνιά και η νυχτιά του χειμώνα.
Ακούς τον οδηγό αδιάφορα να σε ρωτά: Πού πάμε.
Γυρνάμε σπίτι..

Διαβάστηκε 4175 φορές
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(1 Ψήφος)
Μοιραστείτε αυτό το άρθρο
We use cookies to improve our website. By continuing to use this website, you are giving consent to cookies being used. More details…