ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ: ΕΠΤΑΜΗΝΟ…

ΕΠΤΑΜΗΝΟ προγραμμα MASTERING WORD FOR BUSINESS(400ωρών) Τα Προγράμματα Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Ενδυνάμωσηςτου Πανεπιστημίου Αιγαίου ανακοινώνουν την έναρξη...

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ: ΕΠΤΑΜΗΝΟ…

ΕΠΤΑΜΗΝΟ πρόγραμμα MASTERING EXCEL FOR BUSINESS (400ωρών) Τα Προγράμματα Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Ενδυνάμωσηςτου Πανεπιστημίου Αιγαίου ανακοινώνουν την...

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ: ΕΠΤΑΜΗΝΟ…

ΕΠΤΑΜΗΝΟ προγραμμα MASTERING WORDpress (400ωρών) Τα Προγράμματα Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Ενδυνάμωσηςτου Πανεπιστημίου Αιγαίου ανακοινώνουν την έναρξη της...

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ: INTERNAT…

 ΕΠΤΑΜΗΝΟ προγραμμα International Diploma in IT and Cyber Security (400ωρών) Τα Προγράμματα Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Ενδυνάμωσηςτου Πανεπιστημίου...

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ: ΕΠΤΑΜΗΝΟ…

ΕΠΤΑΜΗΝΟ προγραμμα Vellum Certified IT Project Manager (400ωρών) Τα Προγράμματα Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Ενδυνάμωσηςτου Πανεπιστημίου Αιγαίου ανακοινώνουν...

Μοριοδοτούμενα Επαγγελματικά Π…

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥΠρογράμματα Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Ενδυνάμωσης Επαγγελματικά Προγράμματα Ακαδημαϊκού Έτους 2019-2020 Τα Προγράμματα Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Ενδυνάμωσης...

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ: ΕΤΗΣΙΟ Π…

  ΕΤΗΣΙΟ προγραμμα ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΔΙΑΛΕΞΕΙΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ (436 ωρών) University PSYCHOLOGY LectureS Τα Προγράμματα Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Ενδυνάμωσης του Πανεπιστημίου...

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ: ΤΡΙΜΗΝΟ …

Τα Προγράμματα Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Ενδυνάμωσης του Πανεπιστημίου Αιγαίου ανακοινώνουν την έναρξη της διαδικασίας υποβολής...

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ: ΕΤΗΣΙΟ Π…

Τα Προγράμματα Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Ενδυνάμωσης του Πανεπιστημίου Αιγαίου ανακοινώνουν την έναρξη της διαδικασίας υποβολής...

Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016 15:29

Υγεία και συμμετοχικότητα

Το επίπεδο υγείας μιας κοινότητας συσχετίζεται θετικά με το βάθος του κοινωνικού κεφαλαίου της. Τα μέλη με περιορισμένες κοινωνικές επαφές έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να αποβιώσουν από ατύχημα ή θανατηφόρο ασθένεια, ενώ κοινωνίες στις οποίες οι πολίτες δραστηριοποιούνται ενεργά και μετέχουν στην μετεξέλιξή τους, παρουσιάζουν μικρότερα ποσοστά θνησιμότητας και υψηλότερο μέσο όρο ζωής.

Μάλιστα οι δείκτες συσχέτισης είναι τόσο υψηλοί, που η ύπαρξη κοινωνικού κεφαλαίου σε αλληλεπίδραση με το κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο μιας περιοχής θεωρούνται αιτιακοί παράγοντες εμφάνισης πολλών ασθενειών. Σε κοινότητες με υψηλή συμμετοχικότητα των πολιτών διαπιστώθηκε χαμηλή θνησιμότητα από καρδιακές παθήσεις και κακοήθη νεοπλάσματα, ατυχήματα και αυτοκτονίες, μικρότερη εκδήλωση μεταδοτικών ασθενειών και χαμηλότερος δείκτης εγκληματικότητας.

Παράλληλα, ίδια σχέση υπάρχει ανάμεσα στις ψυχικές ασθένειες και το κοινωνικό κεφάλαιο. Ο αριθμός των αυτοκτονιών αυξάνεται σε κοινότητες που υπάρχει έλλειμμα εμπιστοσύνης, απαξιωτικές προσωπικές σχέσεις, ανταγωνισμός και αποπροσωποποίηση. Μοναχικοί, ηλικιωμένοι πολίτες με περιορισμένο κύκλο κοινωνικών επαφών εμφανίζουν μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίσουν άνοια και νόσο Alzheimer από ό,τι οι ηλικιωμένοι με έντονη κοινωνική ζωή.

Βασιζόμενοι στη θεωρία του Putnam ότι το κοινωνικό κεφάλαιο αναφέρεται στις κοινωνικές σχέσεις, τα κοινωνικά δίκτυα και τις κανονιστικές ρυθμίσεις ανάμεσα στα άτομα, πολλοί ερευνητές μελέτησαν τη σύνδεση της υγείας με τις κοινωνικές σχέσεις. Σε κρίσιμες περιόδους (π.χ. χρονικά διαστήματα κακής υγείας), τα άτομα κάνουν χρήση των κοινωνικών δικτύων προκειμένου να αντλήσουν συναισθηματική στήριξη ή χρήσιμες πληροφορίες. Επιπλέον, τα κοινωνικά δίκτυα μπορούν να δράσουν ελεγκτικά και ρυθμιστικά για τον περιορισμό επιβλαβών για την υγεία συμπεριφορών, όπως το κάπνισμα και η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ.

Πρέπει να σημειωθεί ότι αν και τα οικογενειακά και φιλικά δίκτυα είναι σημαντικά για τη βιολογική και ψυχολογική ευεξία και η σημασία του κοινωνικού κεφαλαίου δεσμού είναι βαρύνουσα, σε μακροεπίπεδο το κοινωνικό κεφάλαιο γεφύρωσης είναι αυτό που συμβάλλει στη γενική υγεία της κοινότητας και στην ποιότητα ζωής των ασθενών. Ως παράδειγμα αναφέρεται η περίπτωση των ομάδων καρκινοπαθών, οι ανώνυμοι αλκοολικοί και οι κοινότητες απεξάρτησης. Η συμμετοχή του ατόμου στις ομάδες αυτές, είτε ως υποστηρικτής είτε ως υποστηριζόμενος προσφέρει σημαντικά οφέλη.

Οι παραγόμενες υπηρεσίες είναι υψηλής αποδοτικότητας, αφού οι καρκινοπαθείς–υποστηρικτές, οι αλκοολικοί και οι απεξαρτημένοι είναι κάτοχοι μίας βιωματικής γνώσης για την ασθένεια που δεν διαθέτει το ιατρονοσηλευτικό προσωπικό. Η υποστηρικτική αυτή γνώση προσφέρεται δωρεάν στον ασθενή –υποστηριζόμενο και συχνά, εκτός των πρακτικών συμβουλών, λειτουργεί ως «βαλβίδα ασφαλείας» κατά της ψυχικής και κοινωνικής πίεσης που βιώνει ο ασθενής.

Έρευνες έχουν δείξει ότι οι ασθενείς που συμμετέχουν ενεργά στις ομάδες έχουν καλύτερα ποσοστά επιβίωσης. Αν και οι ακριβείς λόγοι παραμένουν άγνωστοι, πιθανολογείται ότι η συμμετοχή αυξάνει την θέληση για επιβίωση, η οποία με τη σειρά της επιδρά στον έλεγχο των ανεπιθύμητων ενεργειών και στη διατήρηση ενός καλού επιπέδου διατροφής.

Ευστράτιος Παπάνης, Επίκουρος Καθηγητής Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου

Κατηγορία Κοινωνικά Δίκτυα

Η ανεργία είναι ένα σύνθετο κοινωνικό και οικονομικό φαινόμενο και εξελίσσεται σε τέτοιο βαθμό ώστε πολλοί μιλάνε για κίνδυνο μαζικής ανεργίας και προβλέπεται να αποτελέσει μία από τις μεγαλύτερες κοινωνικές μάστιγες του 21ου αιώνα. Οι προβλέψεις για το μέγεθος της ανεργίας είναι απαισιόδοξες από μεγάλο αριθμό ερευνητών. Ο J. Rifkin (1995) προβλέπει ότι στο μέλλον τίποτε δεν θα θυμίζει τις σημερινές συνθήκες στις αγορές εργασίας.


Μεγάλη συμβολή στη διόγκωση του προβλήματος της ανεργίας έχουν οι διαρθρωτικοί παράγοντες που βιώνουν οι σύγχρονες κοινωνίες, όπως η μετάβαση προς την μεταβιομηχανική κοινωνία, η διεθνοποίηση της οικονομίας και η χρήση της νέας τεχνολογίας (Κ. Ρόντος, 1997, Κ. Ρόντος, 2004).
Ως βασική παράμετρος των διεθνών εξελίξεων θεωρείται η ταχύτατη τριτογενοποίηση της διεθνούς οικονομίας, η μετάβαση δηλαδή προς τη μεταβιομηχανική κοινωνία (P. Buigues and A. Sapir, 1993). Στα πλαίσια της μετάβασης προς την κυριαρχία των υπηρεσιών, της διεθνοποίησης αυτών και της ανάπτυξή τους ως προωθητικών κλάδων της ανάπτυξης, προβλέπονται μεγάλες διαρθρωτικές μεταβολές στην οικονομία των χωρών και πιθανώς μείωση της απασχόλησης.
Όσοι θεωρούν σημαντικό παράγοντα προσδιορισμού της περιφερειακής απασχόλησης την παγκόσμια τάση διεθνοποίησης της οικονομίας, ισχυρίζονται ότι η ανάπτυξη των εσωτερικών αγορών, η απελευθέρωση του διεθνούς εμπορίου, η συνεχής διεύρυνση των υπερεθνικών οργανισμών, κλπ., δίνουν νέους ρόλους στις περιφέρειες του κόσμου με ανεξέλεγκτες συνέπειες στην απασχόληση. Η εξέλιξη αυτή προβλέπεται να ευνοήσει μάλλον τις ήδη ανεπτυγμένες περιοχές, οι οποίες έχουν τη δυνατότητα να προσαρμόζονται ταχύτερα στις νέες συνθήκες.
Οι τεχνολογικές μεταβολές συντελούν σε δραστικές αλλαγές των παραγωγικών κλάδων που οδήγησαν ως τώρα στην ανάπτυξη. Οι επιχειρήσεις που θέλουν να ξεφύγουν από την κρίση εφαρμόζουν νέες τεχνολογίες στην παραγωγική διαδικασία και αναζητούν νέα προϊόντα και αγορές. Η διαδικασία αυτή οδηγεί σταθερά στην εγκατάλειψη παραγωγικών συντελεστών που χρησιμοποιούσαν στο παρελθόν, ως και περιοχών που ήταν εγκατεστημένες. Η πολιτική αυτή οδηγεί σταθερά σε διαδικασίες επανεγκατάστασης, δηλαδή σε εγκατάλειψη μιας περιοχής, με αποτέλεσμα να ενισχύεται η μακροχρόνια ανεργία διαρθρωτικής μορφής, από την οποία πλήττονται κυρίως οι νέοι, οι γυναίκες και όσοι μειονεκτούν εκπαιδευτικά (D. Lyon, 1994).
Επίσης φαίνεται ότι οι παραδοσιακές πολιτικές απασχόλησης τόσο σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και σε επιμέρους χώρες δεν αποδίδουν (P. Meadows, 1996). Όπως εντοπίζεται και στην ελληνική βιβλιογραφία, “η ανεργία αυξάνεται, τα εισοδήματα του κεφαλαίου διογκώνονται χωρίς να βελτιώνεται παράλληλα ούτε η παραγωγή και η απασχόληση, ούτε ακόμη λιγότερο η ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών οικονομικών συστημάτων” (Κ.Βεργόπουλος, 2006). Οι δράσεις που έχουν πραγματοποιηθεί περιορίζονται στην απλή κατάρτιση των ανέργων ή σε οποιαδήποτε άλλη μεμονωμένη ενέργεια, και δεν προσανατολίζονται προς ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα απασχόλησης. Πολλές φορές εφαρμόζονται “πυροσβεστικές” και μη ορθολογικές λύσεις για αύξηση της απασχόλησης, οι οποίες όμως, δεν λύνουν το πρόβλημα της ανεργίας, αλλά αντίθετα το συσκοτίζουν περισσότερο. Για παράδειγμα, η ελαστικοποίηση της εργασίας (συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, μερική απασχόληση, κ.ά) δεν συμβάλλει ουσιαστικά στη μείωση του προβλήματος, εφόσον μετά τη λήξη των συμβάσεων τα άτομα επανέρχονται στην κατάσταση ανεργίας και εφόσον δεν παρέχονται κίνητρα στους εργαζομένους προκειμένου να μειώσουν το ωράριό τους ή να πάρουν πρόωρη συνταξιοδότηση (F. Modigliani et al, 1998)
Επιπλέον, η ισχύουσα νομοθεσία, η οποία εξασφαλίζει μεγάλη αποζημίωση στα άτομα που απολύουν οι επιχειρήσεις, έχει συμβάλλει στη μείωση των προσλήψεων. Αν για παράδειγμα, αυξηθεί η παραγωγή κάποιας επιχείρησης και χρειάζεται περισσότερο εργατικό δυναμικό, δεν προσλαμβάνει νέους υπαλλήλους αλλά τα άτομα που ήδη απασχολούνται στην επιχείρηση εργάζονται υπερωρίες. Με αυτόν τον τρόπο οι επιχειρήσεις επιτυγχάνουν να μην αυξάνεται το εργατικό δυναμικό τους και ταυτόχρονα να μην ξοδεύουν επιπλέον πόρους για την εκπαίδευση νέων υπαλλήλων (F. Modigliani et al, 1998).
Παράλληλα, οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαθέτουν σημαντικούς πόρους σε επιδόματα ανεργίας, με αποτέλεσμα οι άνεργοι, λαμβάνοντας αυτό το επίδομα, να μην επιθυμούν να βρουν απασχόληση. Αυτή η τακτική αυξάνει τα ποσοστά της αεργίας και ταυτόχρονα αφαιρεί τη δυνατότητα από αυτές τις χώρες να επενδύσουν αυτό το χρηματικό ποσό σε επιχειρήσεις ή σε φορείς και να αυξηθούν οι θέσεις εργασίας (T. M. Davidson and J. Pottiez, 1998).
Οι θεωρίες που έχουν διατυπωθεί για την ανεργία χαρακτηρίζονται κυρίως από επαναλήψεις και ανακυκλώσεις ελαφρά τροποποιημένων παραδοχών και επιχειρημάτων. Έτσι, ένας συμβατικός ορισμός της ανεργίας θεωρεί ως άνεργο ένα άτομο που δεν εργάζεται, είναι ικανό για εργασία, επιθυμεί να εργαστεί και έχει προβεί σε ενέργειες για την ανεύρεση εργασίας, χωρίς εντούτοις να έχει καταφέρει να βρει μία θέση απασχόλησης. Συγκεκριμένα, η διαρθρωτική ανεργία οφείλεται στην αναντιστοιχία που υπάρχει ανάμεσα στις εργασιακές δεξιότητες και τα προσόντα που διαθέτουν οι άνεργοι και των απαιτήσεων των εργοδοτών για δεξιότητες και προσόντα προκειμένου να συμπληρώσουν κενές θέσεις εργασίας. Προϋπόθεση συνεπώς είναι η ύπαρξη κενών θέσεων εργασίας (Δετουσόπουλος, 2000). Η ανεργία ελλιπούς ζήτησης ή κυκλική ανεργία δημιουργείται λόγω της ελλιπούς συνολικής ζήτησης για προϊόντα, προκαλώντας έτσι μειωμένη ζήτηση για εργασία ,και επομένως ανεργία (Keynes1936). Μία άλλη μορφή ανεργίας, που πλήττει ιδιαίτερα τις βιομηχανοποιημένες περιοχές είναι η τεχνολογική ανεργία, η άμεση δηλαδή αντικατάσταση της ανθρώπινης εργασίας από μηχανές. Η ανεργία μπορεί να χαρακτηριστεί και ως ακούσια, στις περιπτώσεις στις οποίες υπάρχει μικρή αύξηση των τιμών των αγαθών που καταναλώνουν τα άτομα σε σχέση προς τον συνολικό μισθό τους και που, τόσο η συνολική προσφορά εργασίας που θα ήταν πρόθυμη να προσφερθεί στον τρέχοντα χρηματικό μισθό, όσο και η συνολική ζήτηση για εργασία σε αυτόν τον μισθό, θα είναι μεγαλύτερες από το ισχύον επίπεδο απασχόλησης (Κeynes1936). Με άλλα λόγια, ένα άτομο μπορεί να χαρακτηριστεί ως «ακούσιος άνεργος» όταν ,όντας χωρίς εργασία, θα ήταν πρόθυμο να εργαστεί με έναν μισθό χαμηλότερο από τον ισχύοντα νομοθετικά (Δεδουσόπουλος, 2000). Τέλος, μακροχρόνια άνεργοι μπορούν να χαρακτηριστούν τα άτομα τα οποία έχουν συμπληρώσει 12 ή περισσότερους μήνες ανεργίας.
Όπως είναι ήδη γνωστό πρωτοβουλίες, όπως η στήριξη των επιχειρηματικών πρωτοβουλιών ως προς την έναρξη δραστηριοτήτων μικρομεσαίων επιχειρήσεων, η ενθάρρυνση της δια βίου εκπαίδευσης, η ενίσχυση των δημοσίων κοινοπρακτικών συμβάσεων σε δραστηριότητες που ανέπτυσσε από μόνο του το δημόσιο κατά το παρελθόν, καθώς και η τόνωση της κινητικότητας των εργαζομένων, έχουν βρεθεί να οδηγούν σε μείωση των μη απασχολούμενων πολιτών τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο (Giddens, 1998). Παρόλα αυτά, σε τοπικό επίπεδο, η αποτελεσματικότητα των στρατηγικών αυτών υποσκάπτεται από την φθίνουσα αναλογία θέσεων εργασίας πλήρους και αορίστου χρόνου εργασίας.
Τα διάφορα σχήματα πολλαπλής απασχόλησης που έχουν επικρατήσει στον αστικό χώρο επικεντρώνονται κατά το μεγαλύτερο μέρος τους σε δύο μεγάλες επαγγελματικές κατηγορίες: στα ελευθέρια επιστημονικά επαγγέλματα και στους υπαλλήλους γραφείου. Σ’ αυτά τα επαγγέλματα τόσο οι δυνατότητες από την πλευρά των απασχολούμενων όσο και οι ευκαιρίες από την άποψη των θέσεων εργασίας είναι περισσότερες . Ακόμη, είναι συνηθισμένοι οι επαγγελματικοί συνδυασμοί που διαφοροποιούν απλώς την θέση εργασίας και όχι τον επαγγελματικό ρόλο, όπως είναι για παράδειγμα ο νομικός σύμβουλος μιας εταιρείας (μισθωτή απασχόληση) ο οποίος ταυτόχρονα διατηρεί και δικηγορικό γραφείο. Επίσης συχνά υπάλληλοι γραφείου απασχολούνται σε τομείς παροχής υπηρεσιών, ως οδηγοί ταξί, σερβιτόροι κτλ.
Το αντίστοιχο φαινόμενο παρατηρείται και στον αγροτικό χώρο. Οι πολλαπλές απασχολήσεις είναι συχνά πιο ευκαιριακές και εποχικές γιατί ορισμένα χαρακτηριστικά του αγροτικού χώρου, όπως η μικρή ιδιοκτησία, οι εποχικές καλλιέργειες, καθώς και η τακτική των συμβοηθούντων μελών, ευνοούν τις δεύτερες και τρίτες απασχολήσεις σε δραστηριότητες σαν τον τουρισμό, το εμπόριο, τις εργασίες παροχής υπηρεσιών και υπαλλήλων γραφείου., που κατά κανόνα αντλούνται από την τοπική αγορά εργασίας. Ειδικότερα, η απασχόληση στον τουριστικό τομέα δημιουργεί μια σύγχυση ως προς τον χαρακτηρισμό της κύριας και της δεύτερης απασχόλησης, γιατί η εποχικότητα της απασχόλησης και στους δυο αυτούς τομείς –γεωργικό και τουριστικό- καθιστά δύσκολο το διαχωρισμό της σε κύρια και δεύτερη (Κασιμάτη, 1989).
Το φαινόμενο της εποχικής ανεργίας, η οποία οφείλεται στο χαμηλότερο επίπεδο οικονομικής δραστηριότητας που μαστίζει ορισμένους κλάδους της οικονομίας συγκεκριμένες εποχές του χρόνου. Χαρακτηριστικά επαγγέλματα που εμφανίζουν εποχική ανεργία είναι τα τουριστικά επαγγέλματα, οι οικοδόμοι, οι εργάτες γης και (στην Ελλάδα) κατά την τελευταία δεκαετία οι αναπληρωτές καθηγητές της μέσης εκπαίδευσης και οι δάσκαλοι.( Snapsford και Τζαννάτος1993,).

Εργασία, Ανεργία και Κινητικότητα

Ο όρος κοινωνική κινητικότητα περιγράφει την δυνατότητα που έχουν τα άτομα ή οι ομάδες ατόμων να μετακινηθούν από ένα επίπεδο κοινωνικής θέσης ή κοινωνικής τάξης ή κοινωνικού στρώματος σε κάποιο άλλο ανώτερο, ίδιο η κατώτερο. Ο ίδιος επίσης όρος χρησιμοποιείται για να περιγράψει μετακινήσεις ατόμων ή και ομάδων από μια περιοχή ή χώρο σε μιαν άλλη ή από μια κατάσταση σε μια άλλη διαφορετική. Δηλαδή στοιχεία που σχετίζονται έντονα με τις κοινωνικές διαρθρώσεις. Συγκεκριμένα την σημασία που έχει η διάρθρωση της αγοράς εργασίας για τις τάσεις της κινητικότητας έχει μελετήσει ο Gordon(1972) ο οποίος υποστηρίζει ότι η αγορά εργασίας επιδρά με διαφορετικό τρόπο σε κάθε κοινωνική ομάδα και δημιουργεί διαχωρισμό ανάμεσα στα πρωτεύοντα και δευτερεύοντα επαγγέλματα και εργασίες. Εκείνο όμως που παρουσιάζει ενδιαφέρον είναι η αντίληψη ότι ο χαρακτήρας της επαγγελματικής κινητικότητας είναι διφυής: του ατόμου και της εργασίας. Τα άτομα που ζητούν εργασία και οι κενές θέσεις που υπάρχουν σε έναν οργανισμό έχουν κατά τον White (1970) κοινή συμπεριφορά. Επίσης ο Bowles (1972) υποστηρίζει ότι οι άνισες ευκαιρίες για εκπαίδευση, που υπάρχουν στα διάφορα κοινωνικά στρώματα, συντηρούν τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας. Οι ταξικές ανισότητες του σχολείου , που στη βάση τους είναι οικονομικές, έχουν επίδραση στις τάσεις της κινητικότητας.
Η σύγχρονη έρευνα της κινητικότητας έδειξε μεγαλύτερο ενδιαφέρον στην διερεύνηση των μετακινήσεων μέσα στην ίδια την γενιά (intergenerational mobility). Τα ατομικά χαρακτηριστικά , οι συνθήκες εργασίας καθώς επίσης και άλλοι κοινωνικοί παράγοντες μεταβάλλονται και έχουν ως συνέπεια να μεταβάλλεται και η επαγγελματική κατάσταση του ατόμου. Έτσι, οι μετακινήσεις που πραγματοποιεί το άτομο στη διάρκεια της επαγγελματικής του ζωής δεν είναι ούτε κανονικές στην επανάληψη τους ούτε σταθερές στον χρόνο (Svalastoga 1959) .
Σύμφωνα με τα παραπάνω σε αυτό το σημείο θα πρέπει να αναφέρουμε ότι την έννοια της κοινωνικής κινητικότητας συμπληρώνουν οι μορφές ή διαστάσεις που αυτή παίρνει για το άτομο και την κοινωνία.
Ανάλογα λοιπόν με την κατεύθυνση που έχει η κινητικότητα, χωρίζεται στην Κάθετη και την Οριζόντια κινητικότητα. Η κάθετη κινητικότητα χαρακτηρίζεται ως ανοδική όταν το άτομο μετακινείται από ένα χαμηλότερο επίπεδο προς ένα αντίστοιχο ψηλότερο και ως καθοδική όταν οι μετακινήσεις παρουσιάζουν αντίστροφη κατεύθυνση ενώ στην οριζόντια κινητικότητα το άτομο μετακινείται μεν αλλά δεν αλλάζει ουσιαστικά επίπεδο.
Σύμφωνα με το κριτήριο της Υφής των μετακινήσεων έχουμε την Δομική ή διαρθρωτική κινητικότητα και την Γνήσια ή ανταλλακτική κινητικότητα (Boudon, 1973) .Στην δομική κινητικότητα οι αλλαγές που έχουν επέλθει στις κοινωνικές δομές αναγκάζουν τα άτομα να συμμορφωθούν προς αυτές τις αλλαγές και γι’ αυτό μετακινούνται. Αντίθετα με την δομική κινητικότητα στη γνήσια κινητικότητα οι μετακινήσεις που πραγματοποιούνται από μια κοινωνική κατηγορία Α σε μια άλλη Β συνοδεύονται από μετακινήσεις ισοδύναμου αριθμού από την Β προς Α και επομένως δεν μεταβάλλεται η ποσοτική σχέση ανάμεσα στις διάφορες κοινωνικές κατηγορίες που παραμένουν σε γενικές γραμμές σταθερές. Αναφορικά με το κριτήριο του χρόνου η κινητικότητα διακρίνεται στην Ενδογενεακή κινητικότητα και την Διαγενεακή κινητικότητα (Coxon,1975). Ενδογενεακή κινητικότητα αφορά τις μετακινήσεις που πραγματοποιεί το άτομο σε διάφορες φάσεις τις ζωής του όπως είναι η αλλαγή επαγγελμάτων ή τομέων απασχόλησης ενώ η Διαγενεακή κινητικότητα αναφέρεται σε συγκρίσεις θέσης, τάξης, στρώματος, επαγγέλματος, επιπέδου μόρφωσης, γεωγραφικής περιοχής κ.ά ανάμεσα σε δυο ή περισσότερες γενιές. Τέλος όσον αφορά το περιεχόμενο της κινητικότητας σημειώνουμε ότι οι πιο σημαντικές μορφές είναι η Εκπαιδευτική ή επαγγελματική κινητικότητα και η Γεωγραφική κινητικότητα (Κασιμάτη, 2001).
Στην γεωγραφική κινητικότητα αντικείμενο μελέτης είναι οι μετακινήσεις του ατόμου από την αγροτική περιοχή προς τα αστικά κέντρα και αντίστροφα, από μια συνοικία προς μια άλλη , από μια πόλη η περιοχή η γεωγραφικό διαμέρισμα σε ένα άλλο και τέλος από μια χώρα σε μια άλλη.

Τι είναι τα κοινωνικά δίκτυα και πως συμμετέχουν στις λειτουργίες της αγοράς εργασίας

Ως κοινωνικά δίκτυα μπορούν να οριστούν τα «πολυδιάστατα συστήματα επικοινωνίας και διαμόρφωσης της ανθρώπινης πρακτικής και την κοινωνικής ταυτότητας» (Χτούρης 2003). Οι Walker, MacBride, and Vachon (1977), όρισαν ως κοινωνικό δίκτυο το άθροισμα των προσωπικών επαφών μέσω των οποίων το άτομο διατηρεί την κοινωνική του ταυτότητα, λαμβάνει συναισθηματική υποστήριξη, υλική ενίσχυση και συμμετοχή στις υπηρεσίες, έχει πρόσβαση στις πληροφορίες και δημιουργεί νέες κοινωνικές επαφές. Τα κοινωνικά δίκτυα συνήθως αποτελούνται από τα μέλη της οικογένειας, τους φίλους και τους γνωστούς και περιλαμβάνουν τρεις κρίσιμες έννοιες: α) το μέγεθος ή το εύρος, το οποίο αναφέρεται στον αριθμό των ατόμων που συμμετέχουν στο δίκτυο, β) στη σύνθεση που αφορά το ποσοστό συμμετοχής στο δίκτυο μελών της ευρύτερης οικογένειας ή φίλων, γ) η συχνότητα που δηλώνει το πόσο συχνά τα μέλη ενός κοινωνικού δικτύου αλληλεπιδρούν.
Στη σύγχρονη παγκοσμιοποιημένη αγορά παρατηρείται ένα παράδοξο φαινόμενο: η επικράτηση νέων τεχνολογικών δικτύων και η διάχυση της πληροφορίας υπερβαίνει και αναιρεί τα εθνικά σύνορα, αλλά παράλληλα επαναπροσδιορίζει την τοπικότητα. Οι εγχώριες αγορές καλούνται να αποσαφηνίσουν τη σχέση τους προς τη νέα οικονομία και το διεθνές οικονομικό γίγνεσθαι και να κατασκευάσουν νέους διαύλους και δίκτυα επικοινωνίας με αυτό. «Με αυτό τον τρόπο ένας τοπικός πολιτισμός δέχεται την επίδραση των αλλαγών που συμβαίνουν σε παγκόσμιο επίπεδο, ενώ παράλληλα αλληλοδομείται με άλλους ισοδύναμους και ισομεγέθεις τοπικούς πολιτισμούς» (Χτούρης, 2003).
Ελλοχεύει ο κίνδυνος να θεωρηθεί ότι ένα δίκτυο είναι απλώς ένα παθητικό άθροισμα διόδων μεταξύ των οποίων μεταφέρονται υλικά, αγαθά, πληροφορίες και ερμηνευτικά σχήματα, όμως στην πραγματικότητα τα δίκτυα είναι κοινωνικά, οικονομικά και πολιτισμικά μορφώματα τα οποία στηρίζονται κυρίως στη συμβολική τους διάσταση, έχουν διάρκεια και διατηρούν έμμεσες μόνο σχέσεις με τα όρια του φυσικού χώρου και τα τεχνικά και διοικητικά συστήματα διασύνδεσης των διαφόρων γεωγραφικών περιοχών. « Ο φυσικός χώρος αποτελεί μόνο ένα γενικευμένο πλαίσιο αναφοράς και όχι την ουσιαστική πλατφόρμα πάνω στην οποία αναπτύσσονται τα πολιτισμικά , κοινωνικά και οικονομικά δίκτυα. Πολλές φορές είναι τα δίκτυα που μετασχηματίζουν το φυσικό χώρο και τον συμπληρώνουν με τη δική τους νοητή χωρική κατασκευή» (Χτούρης, 2003). Επομένως, δεν έχει νόημα η μελέτη των δικτύων που αναπτύσσονται σε μια συγκεκριμένη περιοχή όπως το Β. Αιγαίο, παρά μόνο μέσα από τη συνολική τους διάσταση.
Δεν πρέπει να αγνοηθεί το γεγονός ότι στη προσπάθεια μελέτης των ατομικών, επαγγελματικών και οικογενειακών δικτύων, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο άμεσος βιωματικός κόσμος των κατοίκων μιας περιοχής, οι νοητές σχέσεις τους με πρόσωπα και ομάδες, με κοινωνικούς θεσμούς και γενικότερα πολιτισμικά μορφώματα. Τέλος, δεν είναι δυνατόν να αγνοηθεί η επιρροή της τεχνολογίας, με τη δυνατότητα της να συνδέει απλούς ή σύνθετους αυτοματισμούς με κοινωνικές, οικονομικές και πολιτισμικές διαδικασίες. Η νέα μορφή κοινωνικού χώρου που δημιουργείται με την αλληλεπίδραση όλων των προαναφερθέντων παραγόντων εξαρτάται εν πολλοίς από το περιεχόμενο και τις επικοινωνιακές πρακτικές , οι οποίες καθορίζουν την διάχυση του σε πολλαπλούς χώρους και κοινωνικές ομάδες. Η στάση που θα κρατήσει η τοπική κοινωνία απέναντι στη νέα πραγματικότητα θα κρίνει την πλήρη αποδόμησή της, την αφομοίωσή της ή την ομαλή ενσωμάτωσή της στο παγκόσμιο δίκτυο.
Πολλές μεταβλητές έχουν χρησιμοποιηθεί για να μετρηθεί ο ρόλος των κοινωνικών δικτύων οι οποίες χωρίζονται στις εξής κατηγορίες:
• Οι εξεταζόμενοι καταγράφουν τον αριθμό των ατόμων στην περιοχή τους ή αλλού, στα οποία θα μπορούσαν να απευθυνθούν για να λύσουν κάποιο εργασιακό τους πρόβλημα.
• Καταγραφή των μελών της ευρύτερης οικογένειας, στα οποία θα μπορούσε να καταφύγουν για να αντιμετωπιστούν οικονομικά και επαγγελματικά θέματα.
• Καταγραφή του αριθμού των ατόμων που αντιμετώπισαν παρόμοια προβλήματα, τα οποία θα μπορούσαν να μοιραστούν τις εμπειρίες τους με τους υποψηφίους εργαζομένους.
• Καταγραφή του αριθμού των ατόμων, που έχουν επιλύσει επιτυχώς θέματα απασχόλησης, στα οποία θα μπορούσε να απευθυνθεί ο υποψήφιος εργαζόμενος.
• Μεταβλητές στάσεων, όπως αυτονομία, υπευθυνότητα, οικονομική άνεση, φιλοδοξίες και εξάρτηση.
• Δημογραφικές μεταβλητές όπως περιοχή, ηλικία, μορφωτικό επίπεδο, τόπος διαμονής κ.λ.π.
Η συναισθηματική υποστήριξη που παρέχουν τα κοινωνικά δίκτυα παίρνει τη μορφή κάλυψης απέναντι στα αρνητικά αποτελέσματα των αγχογόνων καταστάσεων (MacLanahan, Wedemeyer & Adelberg, 1981). Η υλική υποστήριξη εμπεριέχει τη βοήθεια για την εξεύρεση λύσεων σε συγκεκριμένα υλικά θέματα.
Μια σειρά εμπειρικών μελετών κατά την περίοδο 1930-2000 (30 μελέτες εν συνόλω) αποδεικνύουν τη σχέση μεταξύ κοινωνικών δικτύων και εξεύρεσης εργασίας. Τα μέσα ποσοστά των θέσεων εργασίας που βρέθηκαν μέσω κοινωνικών δικτύων κυμαίνονται μεταξύ 30%-60%. Οι παρατηρήσεις στον αγγλοσαξονικό χώρο φανερώνουν ότι οι εργαζόμενοι σε μια επιχείρηση παρέχουν ασφαλείς και ακριβείς πληροφορίες για τις δεξιότητες (επαγγελματικές και ακαδημαϊκές) των φίλων τους, συνταιριάζοντας τους κατ αυτόν τον τρόπο με θέσεις εργασίας που τους ταιριάζουν. (Bewley 1999) Ως αποτέλεσμα αυτής της ροής πληροφοριών αυξάνεται και η πιθανότητα εύρεσης κατάλληλου επαγγέλματος και αυξάνεται και η παραγωγικότητα λόγω καταλληλότητας εργαζομένων.
Ο Granovetter (1973) θεώρησε ότι είναι οι αδύναμοι δεσμοί των κοινωνικών δικτύων που εξασφαλίζουν περισσότερες ευκαιρίες απασχόλησης συγκριτικά με τους στενούς φίλου και συγγενείς, δεδομένου ότι παρέχουν μεγαλύτερη πληθώρα πληροφοριών και διαθέτουν μεγαλύτερη διασπορά και ποικιλία στις ευκαιρίες απασχόλησης. Με την άποψη αυτήν συμφωνεί και ο Mongomery (1992).
Η θεωρία της κοινωνικής απομόνωσης (Kain 1968,Wilson 1996) επιβεβαιώνει εμπειρικά ότι μεγάλο ποσοστό της διασποράς της ανεργίας μπορεί να εξηγηθεί από έλλειψη κοινωνικών και εργασιακών δικτύων. Τα άτομα που έχουν πρόσβαση σε αυτά, εξασφαλίζουν καλύτερες θέσεις εργασίας και έχουν υψηλότερο εισόδημα. Μάλιστα, στις Αφροαμερικάνικες κοινότητες στις Ηνωμένες πολιτείες παρατηρήθηκε το ακόλουθο παράδοξο φαινόμενο που εδραίωσε ακόμη περισσότερο την καταλυτική επίδραση των κοινωνικών δικτύων στο οικονομικό και κοινωνικό status ολόκληρων κοινοτήτων : κατά τις δεκαετίες αυτές έγινε μια συνταιριασμένη προσπάθεια άρσης των μειονοτικών διακρίσεων που είχε ως αποτέλεσμα την ενσωμάτωση του μαύρου πληθυσμού στην κοινωνία των Η.Π.Α. Αν και θεωρητικά αυτό θα είχε ευεργετικά αποτελέσματα, παρατηρήθηκε στα πρώτα στάδια ότι η διάλυση των κοινωνικών δικτύων των μαύρων κοινοτήτων κατέληξε σε ένα υψηλό ποσοστό ανεργίας και στην επιδείνωση των εργασιακών συνθηκών.
Ένας από τους μεγαλύτερους ερευνητές που αναφέρθηκε και παραπάνω, Montgomery (1991), κατέδειξε με εμπειρικό τρόπο ότι οι επιχειρήσεις στερούνται πληροφοριών σχετικά με την παραγωγικότητα των υπαλλήλων, δεδομένου ότι οι τεχνικές πρόσληψης (συνέντευξη, ερωτηματολόγιο, αυτοαξιολόγηση, παραδείγματα δουλείας, τεστ ικανοτήτων) δεν συσχετίζονται σε υψηλό βαθμό με την μετέπειτα πορεία του υπαλλήλου που επηρεάζονται σημαντικά από υποκειμενικούς παράγοντες. Αντιθέτως παρατηρήθηκε ότι γινόταν καταλληλότερη επιλογή υπαλλήλων εφόσον λαμβάνονταν υπόψη οι προτάσεις υπαλλήλων υψηλής παραγωγικότητας για πλήρωση των κενών θέσεων από φίλους και γνωστούς τους. Οι υπάλληλοι που τελικά προσλαμβάνονταν με τον τρόπο αυτόν απολάμβαναν υψηλότερους μισθούς. Ο Montgomery καταλήγει στο ότι ο ρόλος των δικτύων συνοψίζεται στην ευκαιρέστερη μετάδοση πληροφοριών. Με τα ευρήματα αυτά συμφωνούν και οι Calvo- Armengolo & Zenou (2002), Calvo- Armengolo & Jackson (2002).
Παρατηρούμε λοιπόν ότι η κοινωνική δικτύωση συσχετίζεται όχι μόνο με οικονομικούς και κοινωνικούς εξισορροπητικούς για την αγορά εργασίας παράγοντες, αλλά και με υψηλότερα ποσοστά εργασιακής ικανοποίησης (Granovetter 1995), χαμηλότερα ποσοστά παραιτήσεων (Datcher 1983) και υψηλότερους μισθούς (Granovetter 1995). Μάλιστα ο Ludwig (2000) και Topa (2001) παρατήρησαν ότι τα υψηλότερα ποσοστά εργασιακής ικανοποίησης σε δουλειές που επετεύχθησαν μέσω κοινωνικών δικτύων οφείλεται όχι στους υψηλότερους μισθούς αλλά στο ποιοτικότερο κοινωνικο- συναισθηματικό κλίμα που δημιουργείται σε μια επιχείρηση λόγω του γεγονότος ότι εργάζονται σε αυτό φίλοι.
Ο Brain V. Krauth (2001) θεωρεί ότι κρίσιμος παράγοντας για τα κοινωνικά δίκτυα είναι η σταθερότητα τους. Οι πιο πολλές κοινωνιολογικές θεωρίες λαμβάνουν τα κοινωνικά δίκτυα ως στατικά μορφώματα τα οποία αντιστέκονται στην αλλαγή, γεγονός που δεν επαληθεύεται από την πραγματικότητα. Αντιθέτως είναι η ευκαμψία των κοινωνικών δικτύων που εξασφαλίζει μεγαλύτερη πρόσβαση στην αγορά εργασίας.
Πολλές φορές ο ρόλος των κοινωνικών δικτύων όσον αφορά τα κοινωνικά, οικονομικά, επαγγελματικά και οικογενειακά προβλήματα των γυναικών είναι καθοριστικός, δεδομένου ότι παρέχει εναλλακτικές λύσεις σε θέματα όπως απασχόληση, οικονομική ανεξαρτησία μετά από διαζύγιο, φροντίδα παιδιών, διαχείριση άγχους, αυτοαπασχόληση και επαγγελματική συμβουλευτική.
Οι εμπειρικές έρευνες επιβεβαιώνουν ότι όσο μεγαλύτερο είναι ένα δίκτυο και όσο συχνότερη η επαφή των μελών του τόσο πιο αποτελεσματική είναι η βοήθεια που προσφέρουν κυρίως στις εργαζόμενες γυναίκες. Όσον αφορά τη σύνθεση του δικτύου βρέθηκε ότι για υλική βοήθεια τα μέλη της οικογένειας είναι τα καταλληλότερα πρόσωπα προς τα οποία καταφεύγουν οι γυναίκες με προβλήματα ανεργίας, ενώ για συναισθηματική υποστήριξη περισσότερο αποτελεσματικά είναι τα δίκτυα των φίλων.
Τα ευρήματα των περισσοτέρων εμπειρικών μελετών μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:
• Τα κοινωνικά δίκτυα μεταφέρουν σημαντικές πληροφορίες τόσο στους εργαζόμενους όσο και στις επιχειρήσεις αυξάνοντας την παραγωγικότητα.
• Η μακροπρόθεσμη απασχόληση είναι άμεση συνάρτηση του αριθμού των συνδέσμων του κοινωνικού κεφαλαίου, του ποσοστού αυτών των συνδέσμων που είναι ασθενείς και των ατομικών χαρακτηριστικών αυτών των εργαζομένων.
• Η σχέση των κοινωνικών δικτύων με την απασχόληση είναι μη γραμμική.
• Τα στενά κοινωνικά δίκτυα μπορούν να έχουν το αντίθετο αποτέλεσμα όσον αφορά την αποτελεσματικότητα τους για την εξεύρεση εργασίας, δεδομένου ότι έχουν επικαλυπτόμενες αντιλήψεις, στάσεις και πληροφορίες.
• Σε μειονεκτικότερη θέση βρίσκονται οι υποψήφιοι εργαζόμενοι που δεν έχουν κοινωνικά δίκτυα.
• Σημαντική επίδραση στην εξεύρεση εργασίας παίζει το κοινωνικό κεφάλαιο μιας περιοχής εφόσον αλληλεπιδρά με τα κοινωνικά δίκτυα. Έρευνες στο εξωτερικό έχουν δείξει ότι απλή συμμετοχή σε συλλόγους και σωματεία, αυξάνουν σημαντικά τον αριθμό των συνδέσμων των κοινωνικών δικτύων και κατά συνέπεια τις πιθανότητες απασχόλησης.

Ανασκόπηση ελληνικών ερευνών για κοινωνικά δίκτυα, απασχόληση και κοινωνικό κεφάλαιο.
Η μελέτη των κοινωνικών δικτύων στον Ελλαδικό χώρο έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή έχει συνδεθεί με την επαγγελματική αποκατάσταση των νέων (Ζαννή Τελιοπούλου, ΕΚΕΠ 1999), τον κοινωνικό αποκλεισμό ειδικά σε οικογένειες με μικρά παιδιά (Home-Start International 2001) και έχει εξεταστεί ως διαμεσολαβητικός άτυπος θεσμός και προνομιακός μηχανισμός για την μετάβαση στην απασχόληση.
Σε όλες τις προαναφερθείσες έρευνες η συμβολή τους κρίνεται ως καθοριστική ειδικά ως πηγή άντλησης πληροφοριών, δεδομένου ότι οι νέοι δεν έχουν διαμορφώσει μια σαφή στρατηγική σχετικά με την επαγγελματική τους αποκατάσταση. Ειδικά τα οικογενειακά δίκτυα ενδυναμώνουν τα άτομα και τους συγγενικούς δεσμούς , την άσκηση ελέγχου στα γεγονότα της ζωής και έχουν ύψιστη σημασία ως προληπτική στρατηγική για οικογένειες που ζουν σε αγχογόνα περιβάλλοντα. Τα κοινωνικά δίκτυα συσχετίζονται με την καταναλωτική ισχύ και τους πόρους, το είδος της παραγωγής, την προσβασιμότητα των κρατικών υπηρεσιών, την κοινωνική δραστηριότητα και τις υποκειμενικές αντιλήψεις κοινωνικής ενσωμάτωσης.
Όπως τονίζει η Αθανασοπούλου, το κοινωνικό κράτος, τα πολιτικά κόμματα, τα νέα κοινωνικοπολιτικά κινήματα, οι αντιλήψεις για αυτοδιαχείριση και η εντεινόμενη διαδικασία παγκοσμιοποίησης έχουν αποδυναμώσει το σύστημα κοινωνικής προστασίας στην Ελλάδα, γεγονός που αναδεικνύει το κοινωνικό κεφάλαιο και τα δίκτυα σε μείζονος σημασίας αντισταθμιστικά μορφώματα, που στηρίζουν την κοινωνική συνοχή. Επομένως τα οικογενειακά και τα ανθρώπινα δίκτυα που εμπλέκονται στις διαδραστικές σχέσεις θεσμών, οργανώσεων και εργαζομένων μπορούν να διαδραματίσουν διαμεσολαβητικό ρόλο και να φανούν ιδιαίτερα χρήσιμα για την κατανόηση της τεχνολογικής μεταβολής και της ανάπτυξης της παραγωγικότητας (Χτούρης 2003).
Ειδικότερα, σύμφωνα με την έρευνα του Πανεπιστημίου Κρήτης και της ΑΔΕΔΥ, η ανεργία αποδίδεται στην έλλειψη κοινωνικών κεφαλαίων και δικτύων, στην ανεπάρκεια του εκπαιδευτικού κεφαλαίου και κατάρτισης και αποτελεί δομικό στοιχείο της Ελληνικής οικονομίας. Η οικογένεια και το ευρύτερο συγγενικό δίκτυο, ενεργοποιείται για την εύρεση εργασίας σε συνδυασμό δίκτυα προσωπικών σχέσεων, δεδομένου ότι οι κρατικοί θεσμοί- διαμεσολαβητές (ΟΑΕΔ) καθώς και τα απρόσωπα δίκτυα πληροφόρησης (αγγελίες εφημερίδων) δεν είναι αποτελεσματικά.
Η Ελληνική οικογένεια, σύμφωνα με τις γνώσεις που διαθέτουμε από την σύγχρονη κοινωνική ιστορία της Ελλάδας αποτελεί το σημαντικότερο κοινωνικό κεφάλαιο (Coleman 1994) της ελληνικής νεολαίας. Αυτό συμβαίνει σε μεγαλύτερη έκταση και χρονική διάρκεια, από ότι παρατηρούμε συνήθως στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες. Ειδικότερα μπορούμε να τονίσουμε ότι το κοινωνικό κεφάλαιο μέσα στην οικογένεια (Coleman 1998) και ειδικότερα αυτό που παράγεται στις σχέσεις μεταξύ των παιδιών και των γονέων, καθώς και στις σχέσεις της εκτεταμένης οικογένειας, αποτελεί την κύρια βάση πάνω στην οποία το παιδί και ο νέος διαμορφώνει την κοινωνική του ταυτότητα και προσδιορίζει τις εκπαιδευτικές και επαγγελματικές τους στρατηγικές. Από τις σχέσεις της ενδοοικογενειακής συμπαράστασης και τις επιλογές της οικογένειας φαίνεται ότι καθορίζονται κυρίως οι δυνατότητες για τις σπουδές και την μακρόχρονη διαδικασία αναζήτησης του κατάλληλου επαγγέλματος.
Σε αντίθεση με την σημαντική παρουσία της οικογένειας, το εξωτερικό κοινωνικό κεφάλαιο και τα δίκτυα με την μορφή των σχέσεων με την κοινότητα και θεσμούς του δημόσιου χώρου παρουσιάζεται λίγο ανεπτυγμένο. Σε αυτό συντελεί ο χαμηλός βαθμός ανάπτυξης των κατάλληλων θεσμών στον χώρο του πολιτισμού και του εθελοντισμού.
Η δομή της σύγχρονης οικογένειας δεν φαίνεται να απειλείται σημαντικά ενώ οι μετασχηματισμοί της αφορούν κυρίως την εκτεταμένη και παραδοσιακή οικογένεια και του δεσμού της με τον τόπο καταγωγής στην παραδοσιακή αγροτική Ελλάδα.
Σίγουρα παρατηρούμε και στην Ελλάδα ένα αυξανόμενο αριθμό των διαζυγίων και σημαντικές αλλαγές στις πρακτικές της γαμηλιότητας και στον κύκλο ζωής των νοικοκυριών. Παρόλα αυτά, η γενικότερη οικονομική ανασφάλεια και η αίσθηση των κινδύνων της ανεργίας σε συνδυασμό με τους περιορισμούς των εισοδημάτων, οδηγούν την πυρηνική οικογένεια σε μια αμυντική στάση αυτοπροστασίας της και διασφάλισης των βασικών σχέσεων συμπαράστασης και αμοιβαίας προστασίας (Χτούρης 2003).
Τα οικογενειακά δίκτυα παίζουν καθοριστικό ρόλο στην περίπτωση των οικογενειακών επιχειρήσεων. Ο τύπος αυτός φέρει όλα τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από τους ισχυρούς δεσμούς των μελών, αλλά παράλληλα διακυβεύει τις ισορροπίες λόγω της διαχείρισης της διοίκησης, των ατομικών ενδιαφερόντων και των στόχων, που ενδεχομένως να διαταράξουν τις σχέσεις της οικογένειας. Τα οικογενειακά δίκτυα επηρεάζουν την διάθεση για επιχειρηματικότητα, διευκολύνουν και ελέγχουν τις αποφάσεις και παρέχουν υλική, συναισθηματική και κοινωνική στήριξη, πολλαπλασιάζοντας τις πιθανότητες επιτυχίας. Ταυτόχρονα όμως εμπλέκουν τα οικονομικά αδύναμα μέλη της οικογένειας σε ασχολίες που ενδεχομένως βρίσκονται εκτός επαγγελματικών τους φιλοδοξιών. Αυτό είναι ιδιαιτέρως αληθές για τις γυναίκες οι οποίες μερικές φορές αδυνατούν να διαμορφώσουν δική τους επαγγελματική ταυτότητα, αποφεύγοντας ωστόσο την ανεργία.
Τα οικογενειακά δίκτυα δεν μπορεί να εξετάζονται αποκομμένα από το πολιτισμικό πλαίσιο της κοινωνίας στην οποία εντάσσονται. Είναι προφανής η σύνδεση των κοινωνικών δικτύων με την κουλτούρα γενικότερα και ειδικότερα με το σύνολο των αξιών, στάσεων, αντιλήψεων, προσωπικών ερμηνειών που αντικατοπτρίζουν την επιχειρησιακή κουλτούρα.


Εξέλιξη του Εργατικού δυναμικού

Το εργατικό δυναμικό, ως ποσοστό του συνολικού πληθυσμού 14 ετών και άνω, παραμένει, μεταξύ 1988 και 2002, σταθερά σε χαμηλά επίπεδα, μεταξύ 37% και 44% περίπου. Αυτό το ποσοστό μπορεί να θεωρηθεί εξαιρετικά χαμηλό για μία Ευρωπαϊκή περιοχή, εξηγείται όμως από την μικρή συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας και από τη μεγάλη καθυστέρηση, που παρουσιάζουν οι νέοι στην είσοδό τους στον επαγγελματικό βίο. Μεταξύ του 1993 και του 1997 παρατηρούμε μεγαλύτερη πτώση αυτού του ποσοστού, δηλαδή κάτω από το 40% (Πίνακας Α8).

Πίνακας A8: Εξέλιξη εργατικού δυναμικού
Έτος Εργατικό δυναμικό ως % ποσοστό του συνολικού πληθυσμού 14 ετών και άνω Δείκτης ανεργίας
(άνεργοι στο σύνολο απασχολούμενων και ανέργων) Μη οικονομικά ενεργοί ως % ποσοστό του συνολικού πληθυσμού 14 ετών και άνω Άνεργοι ηλικίας 14-29 ως % ποσοστό του συνόλου των ανέργων
1988 43,68 5,42 56,32 64,90
1989 42,67 6,60 57,33 69,84
1990 42,31 4,70 57,69 59,08
1991 40,75 8,76 59,25 68,29
1992 43,76 5,23 56,24 56,25
1993 38,06 5,78 61,94 64,78
1994 37,00 8,00 63,00 65,50
1995 38,82 5,58 61,18 67,99
1996 40,82 7,64 59,17 56,95
1997 37,78 7,47 62,21 61,47
1998 44,18 10,95 55,81 59,45
1999 42,06 11,28 57,93 55,17
2000 39,51 7,41 60,48 51,87
2001 40,22 6,08 57,77 54,32
2002 42,80 8,77 57,20 51,80
2003 43,84 7,55 56.16 -
2004 46,00 9,31 53,00 -
Πηγή: ΕΣΥΕ

Ο δείκτης ανεργίας παρουσιάζει αυξητική τάση την περίοδο 1988-2004, αν και παρουσιάζεται μειωμένος σε σχέση με το σύνολο της χώρας. (Κ. Ρόντος, 1996)
Η χρονολογική σειρά επηρεάζεται από την αλλαγή μεθοδολογίας, που έχει δεχθεί η σχετική έρευνα Εργατικού Δυναμικού, την οποία διεξάγει η ΕΣΥΕ. Τα δεδομένα του 2004 έχουν παραχθεί με την πλέον ενδεδειγμένη μεθοδολογία, με αποτέλεσμα να θεωρούνται ιδιαίτερα έγκυρα. Ο σχετικός δείκτης για το έτος αυτό (9,31) προσεγγίζει ικανοποιητικά την κατάσταση της ανεργίας στην Περιφέρεια. Ο δείκτης του 2004 είναι χαμηλότερος αυτού της Ελλάδος κατά δύο περίπου μονάδες.
Στην επίσημα μετρήσιμη ανεργία θα πρέπει να προσθέσουμε την συγκεκαλυμμένη ανεργία, που αφορά μεγάλο τμήμα των αυτοαπασχολούμενων και των άμισθων βοηθών στις οικογενειακές επιχειρήσεις (Κ. Ρόντος, 1996).
Η ανεργία πλήττει ιδιαίτερα τις ηλικίες των νέων (14-29), που αποτελούν τα 2/3 περίπου των ανέργων στα τέλη της δεκαετίας του ’80 (Πίνακας Α8). Πρόσφατα το ποσοστό περιορίζεται στο μισό του συνόλου.
Επίσης, η σχετικά μεγάλη ηλικία του εργατικού δυναμικού είναι σημαντικό πρόβλημα της απασχόλησης στο Βόρειο Αιγαίο. Από το γράφημα 3 παρατηρείται, ότι το εργατικό δυναμικό ηλικίας άνω των 40 ετών πλειοψηφεί έναντι των υπολοίπων ηλικιακών ομάδων.
Στις ηλικίες 30-64 ετών, το ποσοστό των ανδρών που ανήκουν στο εργατικό δυναμικό είναι σχεδόν διπλάσιο από αυτό των γυναικών. Παίρνοντας υπόψη την κοινωνική δομή της Λέσβου και την παραδοσιακή δομή της οικογένειας, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε, ότι η πλειοψηφία των γυναικών άνω των 30 που δηλώνουν ότι δεν εργάζονται, ούτε επιθυμούν να εργασθούν (δηλαδή δεν ανήκουν στο εργατικό δυναμικό), δεν πρόκειται να επιστρέψει στην αγορά εργασίας. Εξαιρέσεις θα μπορούσαν να αποτελέσουν, πιθανά, δραστηριότητες της κοινωνικής οικονομίας, στις οποίες συνδυάζονται ανάγκες της οικογενειακής ζωής με την οικονομική δραστηριότητα.

Γράφημα 3: Εργατικό Δυναμικό 2002


Ωστόσο, μεταξύ του 1990 και του 2001 παρατηρούμε μια σχετική αύξηση της συμμετοχής των γυναικών στο εργατικό δυναμικό. Από 24,5 % το 1990, οι γυναίκες βελτίωσαν την συμμετοχή τους στο 27,1% του συνόλου του εργατικού δυναμικού της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου. Ωστόσο, σε σχέση με το σύνολο της χώρας, το Βόρειο Αιγαίο παρουσιάζει απόκλιση, ως προς τη συμμετοχή των γυναικών στο εργατικό δυναμικό. Το 2002, στο σύνολο της χώρας, η συμμετοχή του εργατικού δυναμικού για τους άνδρες και τις γυναίκες ήταν 67,9 και 37,6%, ενώ, στο Βόρειο Αιγαίο, οι ίδιοι δείκτες μόλις πλησιάζουν το 54,5 και το 27,1% αντίστοιχα (ΕΣΥΕ, Έρευνα Εργατικού Δυναμικού).
Το 1991 ο πρωτογενής τομέας, οι κατασκευές και οι μεταφορές αποτελούν τις δραστηριότητες της Περιφέρειας, που είναι πιο εκτεταμένες σε σύγκριση με τη χώρα, σύμφωνα με τον συντελεστή L.Q. (Πίνακας Α9)
Τα πιο πρόσφατα στοιχεία του 2001 δείχνουν, ότι η εικόνα δεν διαφοροποιείται ως προς τα παραπάνω χαρακτηριστικά. Είναι χαρακτηριστικό, ότι το 2001, σε σχέση με το 1991, η ενασχόληση με τον πρωτογενή τομέα είναι πιο εκτεταμένη, σε σύγκριση με το σύνολο της χώρας (L.Q.= 1,54 το 2001, έναντι 1,30 το 1991). Ουσιαστικά, το εύρημα αυτό οφείλεται στο γεγονός, ότι η συμμετοχή του πρωτογενή τομέα στο σύνολο της απασχόλησης της περιφέρειας παραμένει σταθερή στην δεκαετία 1991-2001, στο 22% περίπου, ενώ, στο σύνολο της χώρας, το αντίστοιχο ποσοστό μειώνεται από 17,28% το 1991 σε 14,42% το 2001(Πίνακας Α10).

Πίνακας A9: Απασχολούμενοι κατά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας 1991
ΟΜΑΔΕΣ ΚΛΑΔΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ Β.ΑΙΓΑΙΟ ΣΥΝΟΛΟ ΧΩΡΑΣ Β. ΑΙΓΑΙΟ % ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΣΥΝΟΛΟ ΧΩΡΑΣ % ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ L.Q.
Γεωργία, κτηνοτροφία, θήρα, δασοκομία, αλιεία 13493 671476 22,42 17,28 1,30
Ορυχεία, λατομεία 164 16019 0,27 0,41 0,66
Μεταποιητικές βιομηχανίες 4274 534734 7,10 13,76 0,52
Παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, φυσικού αερίου, νερού 501 33705 0,83 0,87 0,96
Κατασκευές 7064 289468 11,74 7,45 1,58
Εμπόριο, επισκευές, ξενοδοχεία, εστιατόρια 9652 662610 16,04 17,05 0,94
Μεταφορές, αποθήκευση επικοινωνίες 4986 250018 8,29 6,43 1,29
Ενδιάμεσοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί 855 74219 1,42 1,91 0,74
Λοιπές υπηρεσίες 13589 889267 22,58 22,88 0,99
¨Νέοι¨ 2644 168416 4,39 4,33 1,01
Δεν δήλωσαν κλάδο οικονομικής δραστηριότητας 2952 296225 4,91 7,62 0,64
Σύνολο 60174 3886157 100 100 1,00
ΠΗΓΗ: ΕΣΥΕ, Αποτελέσματα Απογραφής Πληθυσμού Κατοικιών, Οικονομικά Χαρακτηριστικά, 1991


Πίνακας A10: Απασχολούμενοι κατά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας 2001
ΟΜΑΔΕΣ ΚΛΑΔΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ Β.ΑΙΓΑΙΟ ΣΥΝΟΛΟ ΧΩΡΑΣ Β. ΑΙΓΑΙΟ % ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΣΥΝΟΛΟ ΧΩΡΑΣ % ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ L.Q.
Γεωργία, κτηνοτροφία, θήρα, δασοκομία, αλιεία 14.570 591.669 22,14 14,42 1,54
Ορυχεία, λατομεία 142 11.346 0,22 0,28 0,78
Μεταποιητικές βιομηχανίες 3.788 492.911 5,76 12,02 0,48
Παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, φυσικού αερίου, νερού 619 37.236 0,94 0,91 1,04
Κατασκευές 6.900 350.696 10,49 8,55 1,23
Εμπόριο, επισκευές, ξενοδοχεία, εστιατόρια 12.400 839.777 18,85 20,47 0,92
Μεταφορές, αποθήκευση επικοινωνίες 4.771 267.844 7,25 6,53 1,11
Ενδιάμεσοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί 994 105.915 1,51 2,58 0,59
Λοιπές υπηρεσίες 18.360 1.188.295 27,90 28,97 0,96
Δεν δήλωσαν κλάδο οικονομικής δραστηριότητας 3.254 216.402 4,95 5,28 0,94
Σύνολο 65.798 4.102.091 100 100 100
Πηγή: ΕΣΥΕ, Αποτελέσματα Απογραφής Πληθυσμού Κατοικιών, Οικονομικά Χαρακτηριστικά, 2001


Συζήτηση και Συμπεράσματα
Η ανεργία αποτελεί ένα σύνθετο κοινωνικό και οικονομικό φαινόμενο και η ερμηνεία του απαιτεί εξειδικευμένη στατιστική και ποιοτική ανάλυση. Η πολυπλοκότητα γίνεται μεγαλύτερη όταν εμπλέκεται ο χωρικός παράγοντας, καθώς οι περιοχές (χώρες, περιφέρειες, κλπ) που δεν προσαρμόζονται εύκολα, στις κάθε φορά νέες διεθνείς συνθήκες, πλήττονται περισσότερο. Η ανεργία των Χωρών- Μελών διαφοροποιείται από τη συνολική της Ευρωπαϊκής Ένωσης και παρουσιάζει διαφορετικές τάσεις εξέλιξης.
Η ανεργία κινείται σε τρία επίπεδα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μια ομάδα χωρών παρουσιάζει χαμηλή ανεργία (κυρίως Παλαιές Χώρες Βόρειας και Κεντρικής Ευρώπης αλλά και ορισμένες νέες, όπως Μάλτα, Κύπρος, Εσθονία, Σλοβενία) και μια δεύτερη κυμαίνεται στα κοινοτικά επίπεδα (Νέες χώρες, Παλιές της Νότιας Ευρώπης, οι ισχυρές χώρες της Γερμανίας και της Γαλλίας). Σε πολύ υψηλά επίπεδα κινούνται οι δύο νέες χώρες της Πολωνίας (17,5 %) και της Σλοβακίας (16,3 %) μέχρι και τον Αύγουστο του 2005. Αξίζει να τονιστεί ότι σε εφτά από τις δέκα νέες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης η ανεργία αποκλιμακώνεται σημαντικά και γρήγορα, γεγονός που δείχνει σημαντική επίδραση των κοινοτικών πολιτικών απασχόλησης.
Στις ισχυρές/ ανεπτυγμένες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ανεργία κινείται τελείως ανεξάρτητα από την κοινοτική (Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία, Σουηδία) ή η τελευταία επιδρά λίγο στο εθνικό μέγεθος (Γερμανία, Ολλανδία). Μικρή επίδραση έχει η κοινοτική ανεργία και στο μέγεθος της Πορτογαλίας και της Σλοβενίας πιθανώς για διαφορετικούς λόγους. Στις υπόλοιπες νέες χώρες, όπως και στις παλιές χώρες της Κεντρικής και Νότιας Ευρώπης, η μεταβλητότητα της ανεργίας ερμηνεύεται, κατά το μεγαλύτερο μέρος, από το κοινοτικό μέγεθος. Στην τελευταία αυτή ομάδα, έξι νέες χώρες, ανάμεσά τους η Ελλάδα, η Ισπανία, το Λουξεμβούργο, η Φινλανδία, κλπ αντιδρούν πολύ έντονα στις κοινοτικές μεταβολές. Μεγάλη συσσώρευση ανέργων σε σχέση με τα μέσα κοινοτικά επίπεδα παρουσιάζουν οι λιγότερο ισχυρές χώρες της Κεντρικής Ευρώπης (Λουξεμβούργο, Αυστρία, Βέλγιο, Ουγγαρία, Κύπρος).
Παράλληλα, παρατηρείται ότι οι οικονομίες των επιμέρους χωρών διαφοροποιούνται σε μεγάλο βαθμό μεταξύ τους. Πιθανά αίτια είναι η ικανότητα εσωτερίκευσης των θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τους πολίτες της κάθε χώρας, η διαπραγμάτευση των μισθών και τα μέτρα που λαμβάνονται κατά της ανεργίας. Από τη μία, υπάρχει η αντίληψη ότι η σταθερότητα και η σκληρή νομοθεσία, αναφορικά με τα επαγγελματικά δικαιώματα, ευνοεί τους απασχολούμενους, ενώ από την άλλη πιστεύεται ότι η πολύ σκληρή νομοθεσία και οι θεσμοί, που είναι σταθεροί, αντιστρατεύονται της ευελιξίας. Παρατηρείται, όμως, ότι οι χώρες που παρουσιάζουν υψηλότερα επίπεδα απασχόλησης δεν είναι εκείνες που έχουν καλύτερους θεσμούς, αλλά αυτές που αντιδρούν πιο εύκολα στις αλλαγές.
Οι διαφοροποιήσεις μεταξύ των χωρών στην απόδοση της οικονομίας τους και στη δυνατότητα επίδρασης στην απασχόληση προκύπτει και από τον βαθμό που αυτές έχουν πετύχει τους κεντρικούς αντικειμενικούς στόχους που έχει θέσει η Ε.Ε και τους οποίους πρέπει να υλοποιήσουν οι Χώρες- Μέλη μέχρι το έτος 2010. Οι στόχοι αυτοί είναι οι εξής: το συνολικό ποσοστό απασχόλησης πρέπει να φτάσει στο 70%, το ποσοστό των απασχολούμενων γυναικών στο 60% και η απασχόληση των εργαζομένων 55 έως 64 ετών στο 50%. Μέχρι το έτος 2005 τρεις χώρες (η Δανία, η Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο) έχουν καταφέρει να πραγματοποιήσουν και τους τρεις αυτούς στόχους.
Οι επιδώσεις των επιμέρους χωρών ως προς τους στόχους αυτούς είναι συμβατές σε σημαντικό βαθμό με την ανάλυση που προέκυψε από την παρούσα εφαρμογή. Οι χώρες που έχουν συνολική απασχόληση πάνω από 70% είναι η Δανία, η Ολλανδία, η Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο και ακολουθούν η Ισπανία, το Βέλγιο, η Ελλάδα , η Σλοβακία, η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η Ουγγαρία, η Ιταλία ,η Μάλτα και η Πολωνία με ποσοστό συνολικής απασχόλησης μεταξύ του 60% και 70%. Χαμηλότερα ποσοστά απασχόλησης, με πολύ μεγάλη απόκλιση, παρουσιάζουν η Ρουμανία και η Πολωνία. Η απασχόληση των γυναικών ανέρχεται στο 60% για τη Σουηδία, Δανία, Ολλανδία, Φινλανδία, Βρετανία, Αυστρία, Πορτογαλία και Κύπρο. Αντιθέτως, οι χώρες που έχουν ποσοστό γυναικείας απασχόλησης κάτω από 50% είναι η Βουλγαρία, η Ισπανία , η Πολωνία, η Ελλάδα, η Ιταλία και η Μάλτα, ενώ οι υπόλοιπες χώρες βρίσκονται μεταξύ του 50% και 60%. Τον τρίτο στόχο έχουν καταφέρει να υλοποιήσουν η Σουηδία, η Δανία, η Βρετανία , Εσθονία , η Πορτογαλία και η Κύπρος, ενώ υπολείπονται το Λουξεμβούργο, η Ουγγαρία, το Βέλγιο, η Πολωνία, η Σλοβακία και η Σλοβενία, οι οποίες έχουν ποσοστό απασχόλησης εργαζομένων 55 έως 64 ετών χαμηλότερο από 30%.
Πρέπει να σημειωθεί ότι υπάρχει και ένα ποσοστό απασχόλησης που οφείλεται στην παραοικονομία. Αν και η παραοικονομία προσφέρει θέσεις εργασίας, αυτές δεν μπορούν να καταγραφούν και να συνυπολογιστούν στο ποσοστό απασχόλησης, αλλά είναι εφικτό να μετρηθεί περίπου το ποσοστό της παραοικονομίας. Η χώρα, η οποία έχει την μικρότερη παραοικονομία είναι η Αυστρία, 9,8% του εθνικού ακαθαρίστου προϊόντος της, ενώ το μεγαλύτερο ποσοστό το παρουσιάζει η Ελλάδα με 28,1% και η Ιταλία με 27,9%.
Οι διαφοροποιήσεις μεταξύ των εθνικών τάσεων, ως προς την ανεργία και την απασχόληση, οδηγούν σε διαφοροποιήσεις και στις πολιτικές που θα πρέπει να εφαρμοστούν για την αντιμετώπιση των ιδιαίτερων προβλημάτων των επιμέρους Χωρών- Μελών. Ένα θέμα στο οποίο θα πρέπει να εστιάσει η ανάλυση και η πολιτική είναι οι μεταναστευτικές ροές από τις νέες χώρες , οι οποίες ενδεχομένως ενισχύουν την τάση για αύξηση της ανεργίας στις παλιές χώρες, όπως συμβαίνει στην Κεντρική Ευρώπη. Θα πρέπει να διερευνηθεί, δηλαδή, το μέγεθος της εισροής μεταναστών προς τις χώρες αυτές που πραγματοποιείται, μετά την διεύρυνση, από γειτονικές νέες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία επιδεινώνει το πρόβλημα της ανεργίας, όπως διαπιστώθηκε από την παρούσα ανάλυση. Η σημασία τέτοιων ροών μεταξύ Πολωνίας και Γερμανίας και γενικότερα στον κεντροευρωπαϊκό χώρο εντοπίζεται σε αρκετές μελέτες (S. Akkoyunlu, 2001, J. Rutkowski, 1996, S. Scarpetta, 1995)). Επιπλέον, οι πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των χωρών-μελών θα πρέπει να επικεντρωθούν στις διαδικασίες μετεγκατάστασης δραστηριοτήτων μέσα στην Ευρώπη, δηλαδή στην κινητικότητα της εργασίας και του κεφαλαίου, καθώς επίσης και στον βαθμό εισαγωγής της ελαστικοποίησης της εργασίας, η οποία μειώνει παροδικά τα ποσοστά της ανεργίας, αλλά στην ουσία ανακυκλώνει το πρόβλημα.
Ο βαθμός της επιτυχούς και ταχείας μετάβασης στην κοινωνία των υπηρεσιών και η απορρόφηση της νέας τεχνολογίας επίσης είναι σημαντικοί παράγοντες στους οποίους πρέπει να δώσουν έμφαση οι πολιτικές απασχόλησης. Ως απάντηση στον αυξανόμενο διεθνή ανταγωνισμό θα μπορούσε να είναι η ποιοτική αναβάθμιση της αγοράς εργασίας (μέσω της εκπαίδευσης και της επιμόρφωσης) και της παραγωγής. Η βελτίωση της ποιότητας των αγαθών και των υπηρεσιών στις χώρες της Ε.Ε θα μπορούσε να αποτελέσει την απάντηση στο εξαιρετικά χαμηλό κόστος παραγωγής των χωρών του τρίτου κόσμου, οι οποίες δημιουργούν μεγάλα προβλήματα στην απασχόληση των ανεπτυγμένων χωρών. Ως επιτυχές παράδειγμα αναφέρεται η τουρκική κλωστοϋφαντουργία, η οποία αντιμετωπίζει τον ανταγωνισμό από τις εισαγωγές φτηνών κινέζικων προϊόντων στρεφόμενη στην αγορά του ακριβού ενδύματος, κίνηση που αύξησε τις εξαγωγές της κατά 7,5 % στο πρώτο εννεάμηνο του 2005 (Οικονομική Επιθεώρηση, 2005)
Επιπλέον, η πολιτική θα πρέπει να προσανατολιστεί προς την κατεύθυνση ενίσχυσης των οικονομιών των Χωρών- Μελών, μέσα από μια σειρά μέτρων προσέλκυσης άμεσων ξένων επενδύσεων, όπως είναι η μείωση των φορολογικών συντελεστών, η σταθερότης της οικονομίας, η διατήρηση του νομοθετικού πλαισίου, κ. ά. Οι άμεσες ξένες επενδύσεις συμβάλλουν στην οικονομική ανάπτυξη μιας χώρας, μέσα από την επίτευξη υψηλότερων ρυθμών ανάπτυξης και την βελτίωση της ανταγωνιστικότητας αυτής ( G.M Agiomirgianakis et al, 2004,H.P. Lankes and A.J. Venables, 1996). Επίσης, τα επιτυχημένα μοντέλα της Σουηδίας και της Ιρλανδίας παραπέμπουν σε πολιτικές στηριγμένες στη διατήρηση του κοινωνικού κράτους και στην καθιέρωση της κοινωνικής ειρήνης και θα πρέπει να προσεχθούν.
Τέλος, ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στους στόχους που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, οι οποίοι αποτυπώνονται είτε σε ποσοτικούς είτε σε ποιοτικούς δείκτες. Παρουσιάζεται, όμως, μία σχετική δυσκολία στον ακριβή ορισμό των ποσοτικών και ποιοτικών δεικτών, έτσι ώστε να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα της κάθε Χώρας- Μέλους. Για παράδειγμα, αν σε μία χώρα φτωχός ορίζεται εκείνος που έχει μηνιαίο εισόδημα κάτω από 600 Ε, είναι πιθανό σε κάποια άλλη χώρα, την Πολωνία για παράδειγμα, τα άτομα με το ίδιο εισόδημα να θεωρούνται ως μεσαία τάξη ή ακόμα και εύποροι. Συνεπώς, πρέπει να διεξαχθούν περεταίρω έρευνες, οι οποίες να συνδυάζουν ποσοτικούς και ποιοτικούς δείκτες, καθώς επίσης και συγκριτικές μελέτες οι οποίες θα διερευνούν τις σχετικές έννοιες με γνώμονα τη συγκρισιμότητα των αποτελεσμάτων μεταξύ των χωρών.

Κώστας Ρόντος, Αναπληρωτής Καθηγητής Πανεπιστημίου Αιγαίου
Ευστράτιος Παπάνης, Επίκουρος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αιγαίου

Κατηγορία Κοινωνικά Δίκτυα

Ο Bourdieu (1986) μελέτησε την έννοια του κεφαλαίου και διέκρινε τέσσερις διαφορετικές μορφές: το οικονομικό, το πολιτισμικό, το συμβολικό και το κοινωνικό. Όλες οι μορφές προκύπτουν από το οικονομικό κεφάλαιο μέσω μετασχηματιστικών διαδικασιών,που δεν είναι αυτοματοποιημένες, αλλά απαιτούν μακρόχρονη προσπάθεια προς αποκόμιση μακροπρόθεσμων ωφελειών.

Τα οφέλη που προκύπτουν από κάποιο είδος κεφαλαίου αποτελούν κόστος για κάποιο άλλο είδος κεφαλαίου.
Πιο συγκεκριμένα, ο Bourdieu όρισε το κοινωνικό κεφάλαιο ως «το σύνολο των πραγματικών ή συμβολικών πόρων οι οποίοι συνδέονται με πολλαπλά δίκτυα, που διατηρούνται στο χρόνο και συσχετίζονται με εν πολλοίς θεσμοθετημένες σχέσεις αμοιβαίας αποδοχής και αναγνώρισης» (1985, σελ.248). Με άλλα λόγια, το κοινωνικό κεφάλαιο αντιπροσωπεύει το άθροισμα των πλεονεκτημάτων που αποκομίζουν όσα άτομα ανήκουν σε κοινά δίκτυα ή σε ομάδες. Ο όγκος του κοινωνικού κεφαλαίου των φορέων εξαρτάται από το μέγεθος του δικτύου διασυνδέσεων που μπορεί να κινητοποιήσει επιτυχώς, καθώς και από τον όγκο του κεφαλαίου (οικονομικού, πολιτισμικού ή συμβολικού) που διαθέτει ο καθένας από εκείνους με τους οποίους συνδέεται. Σύμφωνα με τον Bourdieu, οι κοινωνικές διασυνδέσεις έχουν ευεργετικά αποτελέσματα σε θεμελιώδεις τομείς της ατομικής ζωής, δεδομένου ότι πολλαπλασιάζουν τις ευκαιρίες γνώσης και την πρόσβαση σε αυτήν μέσω της συναναστροφής με άτομα διαφόρων ειδικοτήτων και της οικειοποίησης του πολιτισμικού τους κεφαλαίου. Παράλληλα, τα κοινωνικά δίκτυα αυξάνουν τις οικονομικές δυνατότητες και αυτός είναι ο κυριότερος λόγος για την ένταξή τους σε αυτά. Κατά τον Bourdieu, τα αποτελέσματα του κεφαλαίου απορρέουν από την άνιση κατανομή του. Το κοινωνικό κεφάλαιο το διαθέτουν συνήθως οι κοινωνικά ισχυροί και αυτό εντείνει τις πρακτικές ανισότητας και κοινωνικού αποκλεισμού.

Ο Coleman (1988) θεώρησε ότι το κοινωνικό κεφάλαιο είναι έννοια σύμφυτη με την κοινωνική δομή, διευκολύνει την ατομική δράση και τη νοηματοδοτεί στο κοινωνικό πλαίσιο. Κατά τον ίδιο μελετητή, το κοινωνικό κεφάλαιο απαρτίζεται από επικαλυπτόμενα κοινωνικά δίκτυα, τα οποία διαθέτουν κοινές αξίες, εμπιστοσύνη και κοινά κριτήρια αποφάσεων. Σε δίκτυα με υψηλό επίπεδο κοινωνικού κεφαλαίου επικρατεί η αρχή της αμοιβαιότητας που συμβάλλει στην ατομική ευημερία, δεδομένου ότι οι συμμετέχοντες έχουν ευχερέστερη πρόσβαση στην πληροφορία ή άλλους πόρους, οι οποίοι αυξάνουν τις ευκαιρίες ατομικής ολοκλήρωσης. Ο Coleman διέκρινε τρεις παραμέτρους του κοινωνικού κεφαλαίου: της εμπιστοσύνης που οικοδομείται μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα και διασφαλίζει ότι οι υποχρεώσεις και τα καθήκοντα των μελών θα διεκπεραιωθούν ομαλά, της πληροφορίας που διοχετεύεται μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα και των κανονιστικών ρυθμίσεων και κυρώσεων που επιβάλλονται στα μέλη των δικτύων, υπαγορεύοντάς τους συγκεκριμένες συμπεριφορές.

Επιπλέον, διαχώρισε το κοινωνικό κεφάλαιο που διαμορφώνεται στα πλαίσια της οικογένειας από αυτό που σχηματίζεται σε επίπεδο κοινότητας. Η συμμετοχή στο τελευταίο έχει τις ρίζες της σε συγκεκριμένες δεξιότητες που επιτρέπουν τη δημόσια δράση και την ανάπτυξη κοινωνικών δικτύων, συνδέοντας κατ’ αυτό τον τρόπο το άτομο με την ομάδα και διαμορφώνοντας την αυτοαντίληψή του.

Σύμφωνα με τον ορισμό του Coleman για το κοινωνικό κεφάλαιο, οι δεξιότητες αυτές αποτελούν μία μορφή κεφαλαίου, με δική του αξία ως κοινωνικού πόρου.

Ο όρος κοινωνικό κεφάλαιο χρησιμοποιείται ολοένα και περισσότερο ως έννοια αλληλένδετη με την κοινότητα, αλλά δεν περιορίζεται σε αυτήν, εφόσον περιλαμβάνει τόσο τα τυπικά, όσο και τα άτυπα δίκτυα και τις κοινές αξίες. Ο ορισμός του Woolcock (1998) ότι το κοινωνικό κεφάλαιο περιλαμβάνει όλες τις αξίες και δίκτυα που διευκολύνουν την ομαδική δράση βασίζεται σε αυτή του τη σχέση με την κοινωνία των πολιτών.

Οι συμβατικές μέθοδοι ανάλυσης των αιτίων της συμμετοχής ή όχι στα κοινά επικεντρώνονται συνήθως στα δημογραφικά χαρακτηριστικά των μελών μιας ομάδας (φύλο, εκπαίδευση, κλπ.), παραγνωρίζοντας ορισμένες φορές τον κοινό συνδετικό κρίκο που ενοποιεί τους κοινωνικο-οικονομικούς αυτούς παράγοντες (Pattie et al., 2002). To κοινωνικό κεφάλαιο κατά τον Coleman (1988) περιγράφει όλους εκείνους τους μηχανισμούς και διαδικασίες συνεργασίας των πολιτών, που μετριάζουν τα διλήμματα της ομαδικής δράσης. Κατά τον Verbaetal. (1995), το κοινωνικό κεφάλαιο αυξάνει την αίσθηση αυτοαποτελεσματικότητας των πολιτών και αποτελεί το αναγκαίο υπόστρωμα της κοινωνικοποίησής τους.

Από κοινωνιολογικής απόψεως, οι διαστάσεις του κοινωνικού κεφαλαίου αποτελούν συγκριτικό πλεονέκτημα για την ατομική και ομαδική δράση, αλλά αυτό δεν μπορεί να αναχθεί σε κανόνα. Αν και μία ομάδα που χαρακτηρίζεται από υψηλή εμπιστοσύνη δύναται να κατορθώσει περισσότερα από ό,τι μία αντίστοιχη ομάδα που στερείται αυτού του χαρακτηριστικού, μια άλλη μορφή κοινωνικού κεφαλαίου μπορεί να είναι ακατάλληλη ή επιβλαβής για ορισμένες δράσεις.

Κατά τον Putnam (2000), το κοινωνικό κεφάλαιο είναι ίδιον των κοινωνικών μορφωμάτων και αναφέρεται στα κοινωνικά δίκτυα, στις κανονιστικές ρυθμίσεις και στην αμοιβαιότητα και εμπιστοσύνη που διευκολύνει τη δράση και τη συνεργασία για την κοινή ωφέλεια (Putnam, 2000). Ο Putnam πραγματεύεται επίσης τον τρόπο με τον οποίο οι εν λόγω κανονιστικές ρυθμίσεις και τα κοινωνικά δίκτυα εξελίσσονται, επισημαίνοντας ότι οι θετικές επιδράσεις του κοινωνικού κεφαλαίου αυξάνονται με τη χρήση τους και μειώνονται αντίστοιχα όταν παραμένουν σε αδράνεια. Οι κοινωνικές σχέσεις εξασθενούν, εάν δεν ανατροφοδοτούνται, και οι κανονιστικές ρυθμίσεις βασίζονται στη συχνή και ποιοτική επικοινωνία μεταξύ ατόμων και ομάδων.

Η ενίσχυση του κοινωνικού κεφαλαίου συσχετίζεται άμεσα με τη συμμετοχή στα κοινά. Όσο πιο ετερόκλητες είναι οι ομάδες στις οποίες συμμετέχει ένα άτομο, τόσο μεγαλύτερος είναι ο συγκερασμός απόψεων, στάσεων και συμπεριφορών και τόσο περισσότερο αναπτύσσεται η ευελιξία (Putnam, 1993).

Ο Putnam έγινε γνωστός κυρίως για τις απόψεις του σχετικά με την έκπτωση του κοινωνικού κεφαλαίου στην Αμερικανική κοινωνία (Bowling Alone, 2000). Συγκριτικά με τη δεκαετία του ’50, παρατηρήθηκε στροφή του μέσου Αμερικανού προς τον ατομοκεντρισμό, γεγονός που επέδρασε σε πολλές παραμέτρους της αμερικανικής ζωής. Οι ορισμοί που έδωσε ο Putnam, αν και ορθοί, δεν λαμβάνουν υπόψη την εξέλιξη της κοινωνικής πραγματικότητας και των ιστορικών συνθηκών που τη διαμορφώνουν. Ενδεχομένως, το κοινωνικό κεφάλαιο δεν μειώθηκε, αλλά διοχετεύτηκε σε άλλες μορφές συλλογικής δράσης.

Κάνοντας μία σύγκριση της θεωρίας του Bourdieu με αυτές των Coleman και Putnam, προκύπτει ότι ο Bourdieu είναι πιο ακριβής στην περιγραφή της κοινωνικής διάστασης του κεφαλαίου, ενώ οι υπόλοιποι ορισμοί είναι υπερβολικά γενικοί και περιλαμβάνουν κάθε είδους αλληλεπίδραση. Επίσης, ο Bourdieu δίνει έμφαση στην κοινωνική διαστρωμάτωση, στην κάστα, στην ιεραρχία και στην ανισότητα. Αντίθετα, ο Putnam αντιλαμβάνεται την έννοια του κοινωνικού κεφαλαίου μέσω οριζοντίων δικτύων. Έμφαση δίνεται στην πρόσβαση στα κοινωνικά δίκτυα, ενώ ο αποκλεισμός από αυτά αποτελεί την αρνητική διάσταση του κοινωνικού κεφαλαίου. Να τονιστεί ότι το κοινωνικό κεφάλαιο έχει έναν ιδιαίτερα συμβολικό χαρακτήρα, είναι ένα εν δυνάμει όφελος και όχι μόνο κάτι πραγματικό. Ο Bourdieu θεωρεί ως ωφέλιμη την μακρόχρονη επένδυση σε ανθεκτικά δίκτυα και όχι στις χαλαρές συνδέσεις, ενώ η προσέγγισή του έχει περισσότερο μακρο-κοινωνιολογικό παρά μικρο-κοινωνιολογικό χαρακτήρα.

Κοινός τόπος σε όλους τους ορισμούς του κοινωνικού κεφαλαίου (Loury, 1992; Bourdieu και Wacquant, 1992) είναι ότι εμφανίζεται ως δομικό χαρακτηριστικό της κοινωνίας και δεν εξαρτάται από την ατομική δράση, σε αντίθεση με τις έννοιες των κοινωνικών δικτύων και της κοινωνικής υποστήριξης, που αναφέρονται και σε πράξεις ατόμων. Τα αποτελέσματά του ενισχύουν την κοινωνική συνοχή (αλλά και έλεγχο), τη μεταβίβαση των αξιακών συστημάτων και την κοινωνική ενσωμάτωση πέρα από το οικογενειακό πλαίσιο.

Η Παγκόσμια Τράπεζα ορίζει το κοινωνικό κεφάλαιο ως μία έννοια που περιλαμβάνει όλο το πλέγμα σχέσεων, θεσμών και κανόνων που διαμορφώνουν την ποιότητα όλων των κοινωνικών αλληλοσυσχετίσεων. Ο ορισμός της επικεντρώνεται στη διάχυση των ωφελειών που απορρέουν από το κοινωνικό κεφάλαιο.

Ο Ο.Ο.Σ.Α. (2001) αναφέρεται στα δίκτυα, τις κοινές πεποιθήσεις και την αλληλοκατανόηση που διέπουν τη συνεργασία ανάμεσα σε ομάδες ή στα υπο-συστήματα μιας κοινής ομάδας.

Οι Kawachi et al. (1997) θεωρούν ότι το κοινωνικό κεφάλαιο είναι κοινό χαρακτηριστικό κοινωνικών μορφωμάτων και θεσμών και εμπεριέχει έννοιες, όπως η αμοιβαιότητα, η συμμετοχικότητα, η εμπιστοσύνη. Στοχεύει δε στο γενικό καλό και στην προαγωγή της κοινωνίας.

Ο Gillivray (2002) επίσης αναφέρεται στο κοινωνικό κεφάλαιο ως χαρακτηριστικό της κοινότητας, που διευκολύνει τη λειτουργία της.

Ο Randall Collins (1981) τόνισε ότι οι κανονιστικές ρυθμίσεις και τα δίκτυα έχουν κεντρικό ρόλο σε κάθε κοινωνική συνδιαλλαγή. Θεώρησε ότι βασίζονται σε ρουτίνες αλληλεπίδρασης μεταξύ των ατόμων, οι οποίες με την επανάληψη αποκτούν σταθερότερη κοινωνική υφή, μετατρέπονται σε κανόνες, ελαττώνουν την ανάγκη διαρκούς διαπραγμάτευσης και καθορίζουν το πλαίσιο της κοινωνικής ζωής. Μόλις σταθεροποιηθούν, διευκολύνουν τις διατομικές και δι-ομαδικές συναλλαγές με πολλά αντισταθμιστικά οφέλη για τα μέλη της κοινότητας, όπως αυξημένο πολιτισμικό κεφάλαιο, πρόσβαση σε πληροφορίες κλπ. Παρά τα εμφανή οφέλη, η σοβαρότητα των κοινωνικών δικτύων μπορεί να οδηγήσει σε φαινόμενα κοινωνικού εξοστρακισμού και απομόνωσης. Σε κάθε περίπτωση, τα κοινωνικά δίκτυα και το κοινωνικό κεφάλαιο αποτελούν συνδετικό κρίκο ανάμεσα στο τοπικό και το γενικό, την άτυπη διακυβέρνηση και την κρατική εξουσία.

Η δύναμη του κοινωνικού κεφαλαίου κατά τον Collins (1981) συσχετίζεται με το μέγεθος των ωφελειών που θα προκύψουν από αυτά και το βαθμό κινδύνου που προτίθεται να αναλάβει το άτομο ή η ομάδα. Σημαντικός παράγοντας στις κοινωνικές συνδιαλλαγές είναι η εμπιστοσύνη, δεδομένου του άτυπου – τις περισσότερες φορές – χαρακτήρα τους και της πιθανότητας τα μέλη μιας ομάδας να μην είναι συνεπή στις υποχρεώσεις τους (Portes, 1998). H δύναμη των κοινωνικών δικτύων εξασφαλίζει την υπακοή των μελών για το φόβο κυρώσεων ή περιθωριοποίησης (Putnam, 1993). Αντίθετα, οι Brehm και Rahn (1997) θεωρούν ότι ο φόβος της απόρριψης δεν αρκεί για να στηρίξει τη συμφωνία των μελών μιας ομάδας. Είναι η εσωτερίκευση των αξιών της ομάδας που εξασφαλίζει τη συνοχή της.

Το κοινωνικό κεφάλαιο περικλείει θεωρητικές και πρακτικές δυσκολίες στον προσδιορισμό του, επειδή δεν αποτελεί συμπαγή και ευρύτερα αποδεκτή έννοια σε επιστημολογικό και πρακτικό επίπεδο. Ο Bourdieu προσέδωσε σε αυτό μαρξιστική διάσταση θεωρώντας το ταξικό χαρακτηριστικό, ο Coleman εστίασε στον ατομικό παράγοντα, ενώ ο Putnam εισήγαγε την σκοπιά της οικονομίας στην διαπραγμάτευσή του. Κατά τους Fafchamps & Minten (1998), ο όρος αναφέρεται στο συναισθηματικό απόθεμα που είναι υπεύθυνο για την υπαγωγή του ατόμου στα διάφορα κοινωνικά μορφώματα. Κοινά σημεία όλων των ορισμών, που έχουν κατά καιρούς δοθεί είναι:
- Η εμπιστοσύνη, προϋπόθεση απαραίτητη για την κοινωνική συνδιαλλαγή
- Οι κανονιστικές ρυθμίσεις και ο αξιακός χαρακτήρας του κοινωνικού κεφαλαίου.

Η σχέση του με τα κοινωνικά δίκτυα.
Ο Collier (1998) τόνισε ότι το κοινωνικό κεφάλαιο περιλαμβάνει όλους τους μη οικονομικούς όρους και διαδικασίες, οι οποίοι επηρεάζουν την οικονομική πρόοδο.

Οι Bazan και Schmitz (1997) άσκησαν κριτική στις απόψεις του Putnam, επειδή δεν κατάφερε να διευκρινίσει τη σχέση μεταξύ των κοινωνικών πόρων και των προσδοκώμενων αποτελεσμάτων από αυτούς.

Ο Coleman (1988) υποστηρίζει ότι το κοινωνικό κεφάλαιο δεν αποτελεί μία ενιαία έννοια, αλλά ένα άθροισμα κοινών στοιχείων, τα οποία αποτελούν πλευρές των κοινωνικών δομών και παράλληλα διευκολύνουν ορισμένες ατομικές ή συλλογικές δράσεις. Προχωρά μάλιστα στη διάκριση φυσικού, ανθρώπινου και κοινωνικού κεφαλαίου. Το πρώτο αναφέρεται στον υλικό κόσμο, το δεύτερο στις δεξιότητες και γνώσεις των ατόμων και το τρίτο στις διαπροσωπικές σχέσεις.

Ο Mahieu (1998) ορίζει το κοινωνικό κεφάλαιο ως προσδοκία αποκόμισης κερδών που προκύπτουν από τις κοινωνικές συνθήκες που επηρεάζουν την παραγωγή.

Ο ορισμός του Dubois (1998) δίνει έμφαση στη γνωστική διάσταση του κοινωνικού κεφαλαίου και υπό την έννοια αυτή εισάγει τη γνώση των κανόνων που αναγκαστικά περιέχεται σε αυτό.

Ο Schiff (1998) ορίζει το κοινωνικό κεφάλαιο ως το σύνολο των στοιχείων της κοινωνικής δομής που επηρεάζουν τις σχέσεις των ατόμων και τα οποία καθορίζουν το βαθμό χρησιμότητας ή ανταποδοτικότητας της παραγωγής.

Μία παράμετρος του κοινωνικού κεφαλαίου είναι η «συνδεσιμότητα», που αναφέρεται στους δεσμούς του τοπικού κοινωνικού κεφαλαίου με ευρύτερες κρατικές, γεωγραφικές οικονομικές και πολιτικές δομές (κάθετη συνδεσιμότητα) και στην ενοποίηση του εκάστοτε περιφερειακού δυναμικού και υποσυστημάτων (οριζόντια συνδεσιμότητα) για την απρόσκοπτη διαχείριση των πόρων (Granovetter, 1973; Warner et al., 1997, 1999). Σε ατομικό επίπεδο η επέκταση αυτή των προσωπικών δικτύων ενισχύεται από την αλληλεπίδραση μέσω της εργασίας του σχολείου και της εργασίας, ενώ σε επίπεδο κοινότητας τονώνεται μέσω πολιτικών και πολιτισμικών δραστηριοτήτων.

Κοινωνικά δίκτυα
Συναφής προς τον όρο κοινωνικό κεφάλαιο είναι η έννοια των κοινωνικών δικτύων. Ως κοινωνικά δίκτυα μπορούν να οριστούν τα «πολυδιάστατα συστήματα επικοινωνίας και διαμόρφωσης της ανθρώπινης πρακτικής και της κοινωνικής ταυτότητας» (Χτούρης 2004). Οι Walker, MacBride, and Vachon (1977), όρισαν ως κοινωνικό δίκτυο το άθροισμα των προσωπικών επαφών μέσω των οποίων το άτομο διατηρεί την κοινωνική του ταυτότητα, λαμβάνει συναισθηματική υποστήριξη, υλική ενίσχυση και συμμετοχή στις υπηρεσίες, έχει πρόσβαση στις πληροφορίες και δημιουργεί νέες κοινωνικές επαφές. Τα κοινωνικά δίκτυα συνήθως αποτελούνται από τα μέλη της οικογένειας, τους φίλους και τους γνωστούς και περιλαμβάνουν τρεις κρίσιμες έννοιες: α) το μέγεθος ή το εύρος, το οποίο αναφέρεται στον αριθμό των ατόμων που συμμετέχουν στο δίκτυο, β) στη σύνθεση που αφορά το ποσοστό συμμετοχής στο δίκτυο μελών της ευρύτερης οικογένειας ή φίλων, γ) η συχνότητα που δηλώνει το πόσο συχνά τα μέλη ενός κοινωνικού δικτύου αλληλεπιδρούν (Χτούρης, 2004; Χτούρης, Παπάνης, Ρόντος, 2004).

Τα κοινωνικά δίκτυα ορίζονται ως οι κοινωνικές σχέσεις που περιβάλλουν ένα άτομο, τα χαρακτηριστικά τους και ο τρόπος με τον οποίο τα άτομα αντιλαμβάνονται και αξιολογούν τις εν λόγω σχέσεις. Τα κοινωνικά δίκτυα χαρακτηρίζονται από το μέγεθός τους, την πυκνότητα (συνδετικότητα μεταξύ των μελών), το δέσιμο, την ομοιογένεια, τη συχνότητα επαφής μεταξύ των μελών, τη διάρκεια και την αμοιβαιότητα (Berkman και Glass, 2000). Η συναισθηματική, ψυχολογική ή οικονομική στήριξη που μπορούν να αντλήσουν τα άτομα μέσω των κοινωνικών τους δικτύων είναι η κοινωνική στήριξη. Η έλλειψη κοινωνικής στήριξης και ο αποκλεισμός από τα δίκτυα θεωρείται ότι μειώνει τις δυνατότητες των ατόμων να αντιμετωπίσουν το άγχος, να αποκτήσουν κοινωνική ταυτότητα, να λάβουν συναισθηματική στήριξη ή υλική βοήθεια και να αποκτήσουν πρόσβαση σε υπηρεσίες και πληροφορίες (Walter et al., 1997). Από την άλλη πλευρά, η ύπαρξη κοινωνικής στήριξης έχει συνδεθεί με παράγοντες που επηρεάζουν την ποιότητα ζωής, όπως η ικανοποίηση από τη ζωή και η αίσθηση ευημερίας (Breezeet al., 2001).

Κατά την ανασκόπηση των ερευνών που διεξήχθη από το εργαστήριο Κοινωνικής και Πολιτισμικής Ψηφιακής Τεκμηρίωσης του Πανεπιστημίου Αιγαίου, οι μελέτες για τα κοινωνικά δίκτυα έχουν χρησιμοποιήσει διάφορες μεταβλητές, οι οποίες κατηγοριοποιούνται ως εξής: Καταγραφή των ατόμων στα οποία θα μπορούσε κάποιος να απευθυνθεί σε περίπτωση που ανακύψει κάποιο πρόβλημα. Τα άτομα αυτά μπορούν να σταθούν αρωγοί σε τυχόν οικονομικά και επαγγελματικά θέματα. Το εύρος των κοινωνικών δικτύων διαφαίνεται επίσης από τον αριθμό των ατόμων τα οποία γνωρίζει ο ερωτώμενος που έχουν αντιμετωπίσει παρεμφερές οικονομικό ή οικογενειακό πρόβλημα. Οι έρευνες επικεντρώνονται στην επιτυχή ή ανεπιτυχή έκβαση των παρόμοιων αυτών προβλημάτων, αλλά παράλληλα συσχετίζουν τα κοινωνικά δίκτυα με την αυτονομία, την υπευθυνότητα, την οικονομική άνεση, την ηλικία, το μορφωτικό επίπεδο κτλ.

Σύμφωνα με έρευνες των MacLanahan, Wedemeyer & Adelberg (1981), τα κοινωνικά δίκτυα παρέχουν συναισθηματική υποστήριξη, η οποία παίρνει τη μορφή κάλυψης απέναντι στα αρνητικά αποτελέσματα των αγχογόνων καταστάσεων. Παράλληλα, τα κοινωνικά δίκτυα βοηθούν στην εξεύρεση εργασίας, αλλά παράλληλα υποδεικνύουν στους εργοδότες τους κατάλληλους υποψήφιους. Κατά τον Bewley (1999), ο συνηθέστερος τρόπος εξεύρεσης εργασίας σε αγγλοσαξονικές χώρες είναι μέσω γνωστών και φίλων, οι οποίοι μπορούν να παρέχουν τις καταλληλότερες συστάσεις για τους υποψήφιους εργαζομένους.

Ο Granovetter (1973) θεώρησε ότι είναι οι αδύναμοι δεσμοί των κοινωνικών δικτύων που εξασφαλίζουν περισσότερες ευκαιρίες απασχόλησης συγκριτικά με τους στενούς φίλου και συγγενείς, δεδομένου ότι παρέχουν μεγαλύτερη πληθώρα πληροφοριών και διαθέτουν μεγαλύτερη διασπορά και ποικιλία στις ευκαιρίες απασχόλησης. Με την άποψη αυτήν συμφωνεί και ο Montgomery (1991).

Έχει παρατηρηθεί ότι η κοινωνική δικτύωση συσχετίζεται όχι μόνο με οικονομικούς και κοινωνικούς εξισορροπητικούς για την αγορά εργασίας παράγοντες, αλλά και με υψηλότερα ποσοστά εργασιακής ικανοποίησης (Granovetter 1985), χαμηλότερα ποσοστά παραιτήσεων (Datcher 1983) και υψηλότερους μισθούς (Granovetter 1985). Μάλιστα ο Ludwig (2000) και Topa (2001) παρατήρησαν ότι τα υψηλότερα ποσοστά εργασιακής ικανοποίησης σε δουλειές που επετεύχθησαν μέσω κοινωνικών δικτύων οφείλεται όχι στους υψηλότερους μισθούς αλλά στο ποιοτικότερο κοινωνικο- συναισθηματικό κλίμα που δημιουργείται σε μια επιχείρηση λόγω του γεγονότος ότι εργάζονται σε αυτό φίλοι.

Ο Brain V. Krauth (2001) θεωρεί ότι κρίσιμος παράγοντας για τα κοινωνικά δίκτυα είναι η σταθερότητα τους. Οι πιο πολλές κοινωνιολογικές θεωρίες λαμβάνουν τα κοινωνικά δίκτυα ως στατικά μορφώματα τα οποία αντιστέκονται στην αλλαγή, γεγονός που δεν επαληθεύεται από την πραγματικότητα. Αντιθέτως είναι η ευκαμψία των κοινωνικών δικτύων που εξασφαλίζει μεγαλύτερη πρόσβαση στην αγορά εργασίας.

Πολλές φορές ο ρόλος των κοινωνικών δικτύων όσον αφορά τα κοινωνικά, οικονομικά, επαγγελματικά και οικογενειακά προβλήματα των γυναικών είναι καθοριστικός, δεδομένου ότι παρέχει εναλλακτικές λύσεις σε θέματα όπως απασχόληση, οικονομική ανεξαρτησία μετά από διαζύγιο, φροντίδα παιδιών, διαχείριση άγχους, αυτοαπασχόληση και επαγγελματική συμβουλευτική.

Οι εμπειρικές έρευνες επιβεβαιώνουν ότι όσο μεγαλύτερο είναι ένα δίκτυο και όσο συχνότερη η επαφή των μελών του τόσο πιο αποτελεσματική είναι η βοήθεια που προσφέρουν κυρίως στις εργαζόμενες γυναίκες. Όσον αφορά τη σύνθεση του δικτύου βρέθηκε ότι για υλική βοήθεια τα μέλη της οικογένειας είναι τα καταλληλότερα πρόσωπα προς τα οποία καταφεύγουν οι γυναίκες με προβλήματα ανεργίας, ενώ για συναισθηματική υποστήριξη περισσότερο αποτελεσματικά είναι τα δίκτυα των φίλων.

Τα ευρήματα των περισσοτέρων εμπειρικών μελετών μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:

Τα κοινωνικά δίκτυα μεταφέρουν σημαντικές πληροφορίες τόσο στους εργαζόμενους όσο και στις επιχειρήσεις αυξάνοντας την παραγωγικότητα.

Η μακροπρόθεσμη απασχόληση είναι άμεση συνάρτηση του αριθμού των συνδέσμων του κοινωνικού κεφαλαίου, του ποσοστού αυτών των συνδέσμων που είναι ασθενείς και των ατομικών χαρακτηριστικών αυτών των εργαζομένων.

Η σχέση των κοινωνικών δικτύων με την απασχόληση είναι μη γραμμική.
Τα στενά κοινωνικά δίκτυα μπορούν να έχουν το αντίθετο αποτέλεσμα όσον αφορά την αποτελεσματικότητα τους για την εξεύρεση εργασίας, δεδομένου ότι έχουν επικαλυπτόμενες αντιλήψεις, στάσεις και πληροφορίες.

Σε μειονεκτικότερη θέση βρίσκονται οι υποψήφιοι εργαζόμενοι που δεν έχουν κοινωνικά δίκτυα.
Σημαντική επίδραση στην εξεύρεση εργασίας παίζει το κοινωνικό κεφάλαιο μιας περιοχής εφόσον αλληλεπιδρά με τα κοινωνικά δίκτυα. Έρευνες στο εξωτερικό έχουν δείξει ότι απλή συμμετοχή σε συλλόγους και σωματεία, αυξάνουν σημαντικά τον αριθμό των συνδέσμων των κοινωνικών δικτύων και κατά συνέπεια τις πιθανότητες απασχόλησης.

Η μελέτη των κοινωνικών δικτύων στον Ελλαδικό χώρο έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή έχει συνδεθεί με την επαγγελματική αποκατάσταση των νέων (Ζαννή Τελιοπούλου, ΕΚΕΠ 1999), τον κοινωνικό αποκλεισμό ειδικά σε οικογένειες με μικρά παιδιά (Home-Start International 2001) και έχει εξεταστεί ως διαμεσολαβητικός άτυπος θεσμός και προνομιακός μηχανισμός για την μετάβαση στην απασχόληση.

Σε όλες τις προαναφερθείσες έρευνες η συμβολή τους κρίνεται ως καθοριστική, ειδικά ως πηγή άντλησης πληροφοριών, δεδομένου ότι οι νέοι δεν έχουν διαμορφώσει μια σαφή στρατηγική σχετικά με την επαγγελματική τους αποκατάσταση. Ειδικά τα οικογενειακά δίκτυα ενδυναμώνουν τα άτομα και τους συγγενικούς δεσμούς , την άσκηση ελέγχου στα γεγονότα της ζωής και έχουν ύψιστη σημασία ως προληπτική στρατηγική για οικογένειες που ζουν σε αγχογόνα περιβάλλοντα. Τα κοινωνικά δίκτυα συσχετίζονται με την καταναλωτική ισχύ και τους πόρους, το είδος της παραγωγής, την προσβασιμότητα των κρατικών υπηρεσιών, την κοινωνική δραστηριότητα και τις υποκειμενικές αντιλήψεις κοινωνικής ενσωμάτωσης.

Το κοινωνικό κράτος, τα πολιτικά κόμματα, τα νέα κοινωνικοπολιτικά κινήματα, οι αντιλήψεις για αυτοδιαχείριση και η εντεινόμενη διαδικασία παγκοσμιοποίησης έχουν αποδυναμώσει το σύστημα κοινωνικής προστασίας στην Ελλάδα, γεγονός που αναδεικνύει το κοινωνικό κεφάλαιο και τα δίκτυα σε μείζονος σημασίας αντισταθμιστικά μορφώματα, που στηρίζουν την κοινωνική συνοχή.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την έρευνα του Πανεπιστημίου Κρήτης και της ΑΔΕΔΥ, η ανεργία αποδίδεται στην έλλειψη κοινωνικών κεφαλαίων και δικτύων, στην ανεπάρκεια του εκπαιδευτικού κεφαλαίου και κατάρτισης και αποτελεί δομικό στοιχείο της Ελληνικής οικονομίας. Η οικογένεια και το ευρύτερο συγγενικό δίκτυο, ενεργοποιείται για την εύρεση εργασίας σε συνδυασμό δίκτυα προσωπικών σχέσεων, δεδομένου ότι οι κρατικοί θεσμοί- διαμεσολαβητές (ΟΑΕΔ) καθώς και τα απρόσωπα δίκτυα πληροφορήσεις (αγγελίες εφημερίδων) δεν είναι αποτελεσματικά.


Θέματα Κοινωνιολογίας της Εκπαίδευσης,Μυτιλήνη 2007

Των Ευστράτιου Παπάνη, Μυρσίνης Ρουμελιώτου 

Κατηγορία Κοινωνικά Δίκτυα

Η δύναμη των ηλεκτρονικών μέσων δικτύωσης δεν είχε συνειδητοποιηθεί από το επίσημο κράτος, που στελεχωμένο από υπαλλήλους παλαιάς νοοτροπίας υπέθεσε ότι το Facebook, το Twitter και τα υπόλοιπα δίκτυα, στα οποία οι νέοι «σπαταλούν» το χρόνο τους, ήταν απλά παιχνιδάκια για αφελείς, τα οποία αποσπούσαν την προσοχή από τα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα.

Το κίνημα των Αγανακτισμένων, τα γεγονότα του Λονδίνου, του Βανκούβερ και της Βρετανικής Κολομβίας, αλλά και η επανάσταση στην Αίγυπτο, στην Τυνησία κ.λπ., ανησύχησε τις παγκόσμιες κυβερνήσεις, που ξαφνικά συνειδητοποίησαν ότι η εποχή της αθωότητας είχε παρέλθει και ότι οι νέοι δεν είναι τόσο απορροφημένοι με τις ατομικές τους ενασχολήσεις, αλλά μπορούν να οργανώνουν - με τη δύναμη της τεχνολογίας - επικίνδυνα και πρωτόγνωρα κινήματα. Οποιαδήποτε κατάχρηση εξουσίας από τις δυνάμεις καταστολής, σε οποιαδήποτε χώρα, δημιουργεί άμεσα χιλιάδες σελίδες οργής στα ηλεκτρονικά μέσα, διαχέεται αστραπιαία στον κυβερνοχώρο και κινητοποιεί πολίτες σε όλα τα μήκη και πλάτη, οι οποίοι με διαφορετικά κίνητρα κάθε φορά, εκδηλώνουν την απόγνωσή τους αδιάκριτα, αλλά συντονισμένα. Η δύναμη των κοινωνικών δικτύων λαμβάνει νέες διαστάσεις και η σύγκρουση με την καθεστώσα τάξη γίνεται πιο περίπλοκη.
Αν και τα επίσημα κράτη επιχειρούν να υποβαθμίσουν τα γεγονότα παρουσιάζοντάς τα ως καπρίτσιο μερικών χιλιάδων «αποδιοργανωμένων» νεαρών, εν τούτοις ο προβληματισμένος και ενεργός πολίτης αντιλαμβάνεται ότι ο πολιτισμένος κόσμος πρόκειται σύντομα να θερίσει τις θύελλες που έσπειρε. Η τεχνολογία και η εικονική πραγματικότητα δεν μπορούν να κρίνονται επιδερμικά και με επιφανειακές κοινωνιολογικές αναλύσεις. Η τεχνολογία σήμερα έχει αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο καθορίζεται το φυσιολογικό και έχει θέσει νέα κριτήρια στον τρόπο σκέψης, αλλά και στις αποδεκτές μεθόδους διακυβέρνησης.

Τα ηλεκτρονικά μέσα δικτύωσης δεν προκαλούν επαναστάσεις. Αυτές μπορούν εύκολα να αποδοθούν στη φτώχεια, στην κατάρρευση του κράτους πρόνοιας, στη συσσώρευση πλούτου στα χέρια των πολεμοκάπηλων, στην ανεργία, στην έπαρση των κυβερνώντων, στην υποβάθμιση της παιδείας, της υγείας, της ποιότητας ζωής, στον κοινωνικό αποκλεισμό και στην ολιγωρία των πολιτικών να εγγυηθούν το μεγαλύτερο όνειρο των νέων: την απρόσκοπτη πρόσβασή τους στους πόρους της κοινωνίας, ώστε να συνεχίσουν αδιάσπαστοι να αναπτύσσουν τα κληροδοτήματα της προηγούμενης γενιάς. Οι ξεσηκωμοί, οι ανταρσίες, οι συγκρούσεις ιστορικά δεν είχαν ανάγκη από το διαδίκτυο για να συμβούν. Σήμερα, όμως, εξ αιτίας τού ίντερνετ, δεν αποτελούν ένα τοπικό, απομονωμένο φαινόμενο. Η παγκοσμιοποίηση έχει και μη επιθυμητές διαστάσεις γι’ αυτούς που την επεδίωξαν.
Τα ηλεκτρονικά μέσα μπορούν πολύ εύκολα να δράσουν ως πολλαπλασιαστές των κινημάτων, επειδή διασπείρουν την πληροφορία άμεσα, ανέξοδα και με γεωμετρική πρόοδο. Οι αντιεξουσιαστικές συμπεριφορές, μόλις κοινοποιηθούν σε αυτά, γίνονται παραδειγματικές, αποκτούν εγκυρότητα, νομιμοποιούνται και δίνουν στο χρήστη την αίσθηση πως ανήκει σε έναν παγκόσμιο επαναστατικό χώρο, πως μετέχει μιας φρενίτιδας που δύσκολα το κράτος με την πενιχρή τεχνολογική κατάρτιση θα καταπνίξει. Οι αστυνομικοί δεν μπορούν ποτέ να προβλέψουν την επόμενη κίνηση ή να προλάβουν το σχεδιασμό του επόμενου χτυπήματος. Ο κόσμος του διαδικτύου είναι ασύνορος και τέτοια είναι και η αντίληψη των νέων για τον πραγματικό χώρο.

Η πληροφορία είναι σύντομη, παραπεμπτική, ουσιαστική. Κάθε χώρα που δε σέβεται τον πολίτη, είναι υποψήφια για το επόμενο πεδίο των ταραχών. Ταυτόχρονα τα ηλεκτρονικά μέσα ενδυναμώνουν το ιδεολογικό οπλοστάσιο των νέων και μεταδίδουν όλο το εικοσιτετράωρο τα τεκταινόμενα, όχι απλά ως γεγονότα, αλλά ως συναίσθημα, ως εντύπωση, ως εσωτερίκευση, ακόμα και ως τάση ή παρωδία. Μικρές αλλαγές στον τρόπο σκέψης του κάθε χρήστη μπορεί να προκαλέσουν μεταβολές στην κουλτούρα ενός ολόκληρου υποσυστήματος και, προσεγγίζοντας μια κρίσιμη ποσότητα, να μετουσιώσουν νοοτροπίες μιας κοινωνικής αντίληψης. Η δύναμη της νέας τεχνολογίας έγκειται στη διασύνδεση με απλό τρόπο προσώπων, ιδεών και φιλοσοφιών, οι οποίες, εάν ενισχυθούν από τις συγκυρίες, μπορούν να εξελιχθούν σε πολιτική πράξη.
Η Κοινωνιολογία, και ειδικότερα ο Granovetter, τη δεκαετία τού 1970 είχε αποδείξει πώς οι ασθενείς δεσμοί μεταξύ προσώπων (οι σχέσεις με άτομα που δεν ανήκουν στο στενό κύκλο γνωριμιών, αλλά ενδεχομένως σε άλλη κοινωνική τάξη, εθνότητα κ.λπ.) μπορούν να επηρεάσουν ευκολότερα την κοινωνική μεταβολή, να αναμίξουν ιδεολογίες, να αναδείξουν το καινοτόμο, να παραγάγουν το νεωτεριστικό, να μεταδώσουν πληροφορίες και να επιταχύνουν την αλλαγή. Τα ηλεκτρονικά μέσα δικτύωσης αξιοποιούν ακριβώς αυτές τις διασυνδέσεις μεταξύ ατόμων που δε γνωρίζονται μεταξύ τους, για να τα ενώσουν υπό τα ιδεολογήματα μιας κοινής κουλτούρας και μιας ομοιόμορφης πρακτικής. Εάν κάποτε επηρεάσουν καταλυτικά και τους ισχυρούς δεσμούς των ανθρώπων, εάν δημιουργήσουν χρήστες που θα ενοποιούνται με σχέσεις αλληλεγγύης, αλληλοκατανόησης και εμπιστοσύνης, τότε η επίδρασή τους στη διαμόρφωση της κοινωνικής πραγματικότητας θα είναι καταλυτική. Τα κράτη, με την αυτιστική στάση τους και με την αναλγησία τους απέναντι στις ανάγκες των πολιτών, παρέχουν απλόχερα τα επιχειρήματα για τη βίαιη κατάλυση της έννομης τάξης. Φυσικά της γενικότερης αναταραχής επωφελούνται εγκληματικά στοιχεία, τα οποία επιδιώκουν να διασπείρουν τον πανικό και την αταξία.

* Ο Ευστράτιος Παπάνης είναι επίκουρος καθηγητής Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου.

Τα κοινωνικά δίκτυα είναι μικρότερα σε άτομα με διαταραχές ψυχικής υγείας, ενώ η κοινωνική υποστήριξη και δικτύωση, καθώς και η ποιότητά τους επηρεάζουν την αποτελεσματικότητα των παρεμβατικών και θεραπευτικών προγραμμάτων.

Σε έρευνα των Farmer και Hollowell (1994), σε δείγμα 20 μαθητών με κοινωνικο-συναισθηματικές δυσκολίες και μικρό δίκτυο κοινωνικών δικτυώσεων και 16 συμμαθητών τους χωρίς κάποια ψυχοκοινωνική δυσκολία διαφάνηκε ότι οι πρώτοι είχαν μεγαλύτερο βαθμό επιθετικότητας και διαταρακτικότητα και χαμηλότερα επίπεδα συνεργασίας από τα γενικής εκπαίδευσης. Επιπλέον, η έρευνα για την κοινωνιομετρική θέση και την αποδοχή από τους συνομηλίκους των μαθητών έχει δείξει ότι οι σχέσεις με τους συνομηλίκους συσχετίζονται με τις ακαδημαϊκές επιδόσεις των μαθητών στο σχολείο. Οι μαθητές που δεν γίνονται αποδεκτοί από τους συμμαθητές τους τείνουν να έχουν χαμηλή ακαδημαϊκή επίδοση και να εγκαταλείπουν το σχολείο. Επιπλέον δεδομένα μακροχρόνιων ερευνών έχουν δείξει ότι η απόρριψη από τους συνομηλίκους προβλέπει τη μετέπειτα μείωση στην ακαδημαϊκή επίδοση, ενώ η δημιουργία νέων φίλων στην τάξη συνδέεται με αύξησή της. Η μείωση ή η εξάλειψη των κοινωνικών δικτύων οδηγεί στον κοινωνικό αποκλεισμό.

Ο κοινωνικός αποκλεισμός είναι η συσσώρευση αθροιστικών διαδικασιών, που απομακρύνουν σταδιακά άτομα, ομάδες, κοινότητες και περιοχές οδηγώντας τες σε δυσμενή θέση σε σύγκριση με τα κέντρα εξουσίας, τους πόρους και τις επικρατούσες αξίες. Ο αποκλεισμός από τα δίκτυα μειώνει τις δυνατότητες των ατόμων να αντιμετωπίσουν το άγχος, να αποκτήσουν κοινωνική ταυτότητα, να λάβουν συναισθηματική στήριξη ή υλική βοήθεια και να αποκτήσουν πρόσβαση σε υπηρεσίες και πληροφορίες. Για τους μαθητές με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες η κοινωνική υποστήριξη από τους σημαντικούς άλλους τους και η δημιουργία κοινωνικών δικτυώσεων έχει ιδιάζουσα σημασία, καθώς διαδραματίζει σημαντικό ρόλο, τόσο στην σχολική τους επίδοση, όσο και στην κοινωνικο-πολιτιστική τους ένταξη. Η εκπαιδευτική διαδικασία διευκολύνει την κοινωνική ένταξη των ατόμων με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες (ΕΕΑ) και μειώνει τα προβλήματα συμπεριφοράς.

Οι εκπαιδευτικοί έχουν μια θέση ισχύος μέσα στη διαδικασία του εκπαιδευτικού συστήματος και οι νοηματοδοτήσεις, καθώς και οι στερεοτυπικές αντιλήψεις τους για τα κοινωνικά φαινόμενα και τους δρώντες μέσα σε αυτό επηρεάζουν την αλληλεπίδρασή τους με τους μαθητές και συμβάλλουν στη δημιουργία κατηγοριοποιήσεων και κοινωνικά αποκλεισμένων από το εκπαιδευτικό γίγνεσθαι. Οι απόψεις του εκπαιδευτικού για την ατομικότητα και την εικόνα του ατόμου με ΕΕΑ και η ενημέρωσή του για τους περιβαλλοντικούς μηχανισμούς (διάδραση μαθητών, κοινωνική δομή τάξης – σχολείου) επηρεάζουν την αλληλεπίδραση μαζί τους. Γενικότερα ο εκπαιδευτικός, συνειδητά ή και ασυνείδητα διαμορφώνει κάποια αντίληψη για τις δυνατότητες του κάθε παιδιού κι έχει κάποιες προσδοκίες για την απόδοσή του, οι οποίες συνήθως επιβεβαιώνονται από την πραγματική συμπεριφορά του παιδιού, μέσω του φαινομένου της αυτοεκπληρούμενης προφητείας (Herbert, 1996). Οι μαθητές που επιτυγχάνουν στο σχολείο είναι αυτά που ανταποκρίνονται κατά αποδεκτό τρόπο στις αξίες και σε αυτά που εκφέρει μέσω του λόγου ή της συμπεριφοράς του ο εκπαιδευτικός, ενώ όσοι αποτυγχάνουν δεν είναι σε θέση να υλοποιήσουν το ίδιο, λόγω πολιτισμικού κεφαλαίου ή γνωστικής διαφοροποιήσεις με τις εννοιολογήσεις του τυπικού εκπαιδευτικού συστήματος.

Ευστράτιος Παπάνης, Επίκουρος Καθηγητής Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου

Κατηγορία Κοινωνικά Δίκτυα
Σελίδα 1 από 2
Top
We use cookies to improve our website. By continuing to use this website, you are giving consent to cookies being used. More details…