ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ: ΕΠΤΑΜΗΝΟ…

ΕΠΤΑΜΗΝΟ προγραμμα MASTERING WORD FOR BUSINESS(400ωρών) Τα Προγράμματα Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Ενδυνάμωσηςτου Πανεπιστημίου Αιγαίου ανακοινώνουν την έναρξη...

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ: ΕΠΤΑΜΗΝΟ…

ΕΠΤΑΜΗΝΟ πρόγραμμα MASTERING EXCEL FOR BUSINESS (400ωρών) Τα Προγράμματα Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Ενδυνάμωσηςτου Πανεπιστημίου Αιγαίου ανακοινώνουν την...

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ: ΕΠΤΑΜΗΝΟ…

ΕΠΤΑΜΗΝΟ προγραμμα MASTERING WORDpress (400ωρών) Τα Προγράμματα Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Ενδυνάμωσηςτου Πανεπιστημίου Αιγαίου ανακοινώνουν την έναρξη της...

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ: INTERNAT…

 ΕΠΤΑΜΗΝΟ προγραμμα International Diploma in IT and Cyber Security (400ωρών) Τα Προγράμματα Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Ενδυνάμωσηςτου Πανεπιστημίου...

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ: ΕΠΤΑΜΗΝΟ…

ΕΠΤΑΜΗΝΟ προγραμμα Vellum Certified IT Project Manager (400ωρών) Τα Προγράμματα Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Ενδυνάμωσηςτου Πανεπιστημίου Αιγαίου ανακοινώνουν...

Μοριοδοτούμενα Επαγγελματικά Π…

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥΠρογράμματα Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Ενδυνάμωσης Επαγγελματικά Προγράμματα Ακαδημαϊκού Έτους 2019-2020 Τα Προγράμματα Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Ενδυνάμωσης...

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ: ΕΤΗΣΙΟ Π…

  ΕΤΗΣΙΟ προγραμμα ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ (436 ωρών) University PSYCHOLOGY LectureS Τα Προγράμματα Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Ενδυνάμωσης του Πανεπιστημίου...

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ: ΤΡΙΜΗΝΟ …

Τα Προγράμματα Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Ενδυνάμωσης του Πανεπιστημίου Αιγαίου ανακοινώνουν την έναρξη της διαδικασίας υποβολής...

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΙΓΑΙΟΥ: ΕΤΗΣΙΟ Π…

Τα Προγράμματα Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Ενδυνάμωσης του Πανεπιστημίου Αιγαίου ανακοινώνουν την έναρξη της διαδικασίας υποβολής...

Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016 15:23

Τοπική Ανάπτυξη III

Πέρα από τις παραδοσιακές μορφές οικονομίας και απασχόλησης, τα τελευταία χρόνια, η τοπική ανάπτυξη έχει συνδεθεί και με τη λεγόμενη «κοινωνική οικονομία» ή τον Τρίτο τομέα, όπως συχνά αναφέρεται. Πρόκειται για τον τομέα της οικονομικής δραστηριότητας που ασχολείται με την παροχή ευκαιριών εργασίας που βασίζονται σε μια «ηθική» βάση.

Οι φορείς και επιχειρήσεις που λειτουργούν στα πλαίσια της εν λόγω οικονομίας έχουν βασικό χαρακτηριστικό την επιδίωξη όχι μόνο οικονομικών αλλά και κοινωνικών σκοπών, ενώ πολλές φορές καλύπτουν τα κενά στον τομέα της παραγωγής προϊόντων ή στον τομέα παροχής υπηρεσιών. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι προσφέρουν νέες ευκαιρίες απασχόλησης, ιδιαίτερα για τις ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού (νέους, γυναίκες, ΑΜΕΑ, κτλ.). (Εqual, 2005).

Ήδη από τη δεκαετία του 1980 έχει αναδειχθεί σε Ευρωπαϊκό επίπεδο ο ρόλος και η σπουδαιότητα της κοινωνικής οικονομίας ως τρίτου τομέα της οικονομίας και των κοινωνικών επιχειρήσεων και ενώσεων που βασίζονται στην αυτό-οργάνωση και την εθελοντική προσφορά υπηρεσιών. Οι οργανισμοί που περιλαμβάνονται στην κοινωνική οικονομία μπορεί να είναι αγροτουριστικοί συνεταιρισμοί, κοινοτικές εταιρείες, κοινωνικές επιχειρήσεις, εθελοντικές οργανώσεις, ομάδες, πιστωτικοί οργανισμοί, εργατικά σωματεία, φιλανθρωπικοί σύλλογοι ή εταιρείες ανάπτυξης και υποστήριξης. Παρά το γεγονός ότι οι εν λόγω οργανισμοί ή φορείς δεν θέτουν ως πρωταρχικό σκοπό τους το κέρδος, η παρουσία τους σε μία περιοχή συμβάλλει στην ανάπτυξή της. Κατ’ αυτό τον τρόπο, ο τομέας της κοινωνικής οικονομίας συνθέτει τη νέα πραγματικότητα οικονομικής ολοκλήρωσης και προάσπισης της ποιότητας ζωής των πολιτών.

Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή εμπειρία έχει δείξει ότι οι τομείς της κοινωνικής οικονομίας συνεισφέρουν κατά μέσο όρο το 8% των νέων μόνιμων θέσεων εργασίας, ενώ στην Ελλάδα το αντίστοιχο ποσοστό αγγίζει μόλις το 1,8%.

Οι περιοχές που διαθέτουν μια υγιή κοινωνική οικονομία είναι σε θέση να προσφέρουν στα μέλη της κοινότητας μια ευρύτερη γκάμα επιλογών και ευκαιριών για τη βελτίωση του τρόπου ζωής τους. Ένας καλά αναπτυγμένος τρίτος τομέας χαρακτηρίζεται από βιωσιμότητα και η ανάπτυξή του συμβάλλει και στην ανάπτυξη δικτύων συνεργασίας και συμπράξεων μεταξύ των οργανισμών για αμοιβαίο όφελος. Μέσω της παροχής εκπαίδευσης και κατάρτισης, εξειδικευμένης γνώσης, υπηρεσιών ανάπτυξης και στήριξης, οι εν λόγω οργανισμοί ωφελούν την κοινότητα στην οποία ανήκουν.

Η πιο κοινή μορφή κοινωνικής επιχείρησης στην Ελλάδα και στη Λέσβο είναι οι γυναικείοι αγροτικοί συνεταιρισμοί. Στην περιοχή της Καλλονής λειτουργούν ο «Αγροτουριστικός Συνεταιρισμός Γυναικών Παρακοίλων» και οι γυναικείοι συνεταιρισμοί του Σκαλοχωρίου, της Φίλιας και της Ανεμώτιας, χωριών που ανήκουν ως δημοτικά διαμερίσματα στο δήμο Καλλονής. Οι εν λόγω επιχειρήσεις παράγουν και πωλούν τοπικά παραδοσιακά προϊόντα, προσφέροντας σημαντικές ευκαιρίες απασχόλησης στις γυναίκες της υπαίθρου και συμβάλλοντας στην ανάδειξη του τοπικού πολιτισμού και του τουρισμού.


3.7. Τοπική ανάπτυξη και επιχειρηματικότητα

Ο παράγοντας επιχειρηματικότητα θεωρείται σημαντικός για την οικονομική ανάπτυξη, καθώς φέρει το στοιχείο της καινοτομίας και αλλαγής (Lordkipanidze et al., 2004). Oι επιχειρηματίες είναι ουσιαστικά εκείνοι που αναζητούν και πραγματοποιούν νέους συνδυασμούς στην εισαγωγή ενός αγαθού, στη μέθοδο παραγωγής του, στο άνοιγμα νέων αγορών και στην αξιοποίηση νέων πόρων (Βull et al., 1995). Ιδιαίτερα οι τοπικές επιχειρήσεις μπορούν να συμβάλουν σημαντικά στην τοπική ανάπτυξη, καθώς το συνήθως μικρό μέγεθός τους αφήνει περιθώρια ευελιξίας και τους επιτρέπει να καινοτομήσουν στην παραγωγή νέων προϊόντων και την παροχή υπηρεσιών, που παρουσιάζονται σύμφωνα με τις ανάγκες της αγοράς (Barnett, 2000).

Σύμφωνα με τον Schumpeter, o επιχειρηματίας δεν είναι μόνο φορέας της καινοτομίας αλλά αναλαμβάνει ηγετικό ρόλο στην ανάπτυξη (Van Praag, 1999), ρισκάροντας και αναλαμβάνοντας την ευθύνη για την οργάνωση και αναδιάρθρωση των κοινωνικών και οικονομικών μηχανισμών του τόπου του. Παράλληλα, αξιοποιώντας τις ευκαιρίες που παρουσιάζονται στην αγορά συμβάλλει στη διατήρηση της ισορροπίας μεταξύ προσφοράς και ζήτησης (Barnett, 2000).

H ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας μιας περιοχής είναι συνδεδεμένη με την ύπαρξη ή δημιουργία συγκεκριμένων προϋποθέσεων στους κατοίκους της (Shane, 1991), όπως για παράδειγμα η ανάγκη για επαγγελματική καταξίωση, η επιθυμία για αλλαγή επαγγέλματος και κινητικότητα, η εργασιακή ικανοποίηση, η διάθεση για ανάληψη ευθυνών και ρίσκων, καθώς και η τεχνογνωσία και οι δεξιότητες. Καταλυτικός είναι επίσης ο ρόλος της σύστασης υποστηρικτικών δομών μέσω για την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας (Bull et al., 1995).

Συνεπώς, τα θεμέλια στα οποία στηρίζεται ο καλός σχεδιασμός της τοπικής ανάπτυξης είναι οι επιχειρήσεις, αφού αυτές καλούνται να παίξουν τον πιο δραστήριο ρόλο στις διαδικασίες της διαρθρωτικής αλλαγής ενισχύοντας την ιδιωτική πρωτοβουλία των κατοίκων μιας κοινωνίας. Αυτό όμως προϋποθέτει, τόσο από τους αρμόδιους φορείς, όσο και από την ίδια την τοπική κοινωνία, τη γνώση ορθής διαχείρισης τοπικών πόρων, αλλά και τη συναινετική διάθεση της τοπικής κοινωνίας για σχέδια διαρθρωτικής αλλαγής (Dekker, 1985). Γι’ αυτό το λόγο απαιτείται ένας βαθμός αυτονομίας των τοπικών φορέων, ο οποίος θα αντισταθμίζει τις δυσκαμψίες και τα εμπόδια που πηγάζουν από τις εκάστοτε κυβερνητικές πολιτικές.


3.8. Τοπική ανάπτυξη και τουρισμός

Στα πλαίσια της επιχειρηματικότητας εντάσσεται και η ανάπτυξη της δραστηριότητας στον τομέα του τουρισμού, αφού για το σκοπό αυτό απαιτείται η παραγωγή πλήθους προϊόντων και η παροχή υπηρεσιών (Lordkipanidze et al., 2004), γεγονός που συνεπάγεται τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και την οικονομική ανάπτυξη. Ιδιαίτερα με τις ραγδαίες εξελίξεις που σημειώνονται τα τελευταία χρόνια στην παγκόσμια αγορά, ο τουρισμός αποτελεί σημαντική οικονομική δύναμη, για την ανάπτυξη της οποίας απαιτείται η ανάληψη έντονης επιχειρηματικής δράσης (WTO, 2002). Προκειμένου να συνδεθεί ο τουρισμός με την τοπική αγροτική ανάπτυξη, είναι αναγκαία η κινητοποίηση και δραστηριοποίηση των τοπικών επιχειρηματιών, οι οποίοι με τη δράση τους μπορούν να προσδώσουν οικονομική αξία σε μια περιοχή ή κοινότητα, διατηρώντας παράλληλα τους τοπικούς πόρους εντός των συνόρων της περιοχής (Petrin et al., 1997).

Ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια που η γεωργική δραστηριότητα στις αγροτικές περιοχές παρουσιάζει κάμψη και οι πληθυσμιακές μετακινήσεις από τις αγροτικές προς τις αστικές περιοχές εντείνονται, αναζητήθηκαν εναλλακτικοί τρόποι αγροτικής ανάπτυξης. Μέσα στα πλαίσια αυτά αναδύθηκε ο λεγόμενος «αγροτουρισμός», με σκοπό την αξιοποίηση του τοπικού φυσικού κεφαλαίου και την προώθηση του πολιτισμού. Οι τοπικές αρχές και διάφοροι φορείς σε όλη την Ευρώπη δίνουν όλο και περισσότερη έμφαση στην ανάπτυξή του, εστιάζοντας κυρίως στην αξιοποίηση της τοπικής κληρονομιάς (Roberts et al., 2001).

Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει ένας συγκεκριμένος ορισμός για τον αγροτουρισμό, καθώς συχνά συγχέεται με τον οικοτουρισμό και το φυσιολατρικό τουρισμό. Πολλές φορές αναφέρεται και ως τουρισμός της υπαίθρου. Ο Lane (1994) ορίζει τον αγροτουρισμό ως ‘τουρισμό ο οποίος λαμβάνει χώρα στην εξοχή’. Ο αγροτουρισμός αξιοποιεί ουσιαστικά τα προϊόντα του αγροτικού περιβάλλοντος και χρησιμοποιεί τον αγροτικό χώρο ως μέρος φιλοξενίας (π.χ. αγροκτήματα-ξενοδοχεία).

H καλή διαχείριση του αγροτουρισμού συμβάλλει θετικά στην αγροτική οικονομία και μπορεί αποτελέσει μοχλό γενικότερης ανάπτυξης της περιοχής. Βασική προϋπόθεση για βιώσιμη αγροτουριστική ανάπτυξη αποτελεί ο σεβασμός στον τοπικό πολιτισμό (Lordkipanidze et al., 2004) και η διαχείριση των τοπικών πόρων με τέτοιο τρόπο, ώστε να ικανοποιούνται όλες οι οικονομικές, κοινωνικές και αισθητικές ανάγκες, διατηρώντας όμως ανέπαφη την πολιτισμική κληρονομιά, τις οικολογικές διαδικασίες, τη βιοποικιλότητα και τα ζωτικά συστήματα της περιοχής (WTO, 2002). Επιπλέον, σύμφωνα με τους Elson Steenberg & Wilkinson (1995), με την ανάπτυξη του αγροτουρισιμού οι αγρότες λαμβάνουν ένα συμπληρωματικό εισόδημα και συμβάλλουν ενεργά στην τοπική ανάπτυξη του τόπου τους.

Η Ελλάδα είναι μία από τις χώρες που διαθέτουν μεγάλες δυνατότητες ανάπτυξης στον τομέα του τουρισμού, χάρη στον πολιτισμό της, την πνευματική και ιστορική της κληρονομιά, το φυσικό της κάλλος και τις δυνατότητες αναψυχής, που μπορεί να αξιοποιήσει (Ρόντος, 1995). Προς την κατεύθυνση αυτή επικουρεί και η Ευρωπαϊκή Ένωση, που στηρίζει τις δράσεις για την ανάπτυξη του τουρισμού και ιδιαίτερα του αγροτουρισμού, μέσω της εφαρμογής μίας σειράς προγραμμάτων, όπως το ΕΠΑΝ, ΠΕΠ, τις Πρωτοβουλίες Ιντερρεγκ Ι Ι Ι και LEADER + (2002-2008). Παράλληλα, μέσω του Γ’ και Δ’ ΚΠΣ προωθούνται Μελέτες Τουριστικής Ανάπτυξης, προκειμένου να εντοπισθούν οι τουριστικοί πόροι που έχουν δυνατότητες περαιτέρω ανάπτυξης. Τα εν λόγω προγράμματα έχουν αποβεί σωτήρια για απομακρυσμένες αγροτικές περιοχές που δεν θα είχαν αλλιώς δυνατότητα αυτοχρηματοδότησης και ανάπτυξης.

¨

3.9. Πολιτιστική οικονομία της αγροτικής ανάπτυξης

Η πόλωση της οικονομικής δύναμης που προωθείται από το νέο-φιλελεύθερο καπιταλισμό και οι συνεχείς και ασταθείς πολιτικές στήριξης στον αγροτικό τομέα απειλούν να υποβαθμίσουν την κοινωνικο-οικονομική δύναμη σε τοπικό επίπεδο. Για το λόγο αυτό, πολλές αγροτικές και αστικές περιοχές της Δυτικής Ευρώπης έχουν στραφεί τα τελευταία χρόνια περισσότερο στην προώθηση της πολιτιστικής τους κληρονομιάς και παράδοσης, προκειμένου να ενισχύσουν την ανάπτυξή τους. Ουσιαστικά, οι εν λόγω περιοχές τείνουν προς την υιοθέτηση ενός μοντέλου ανάπτυξης, σύμφωνα με το οποίο η οικονομική δραστηριότητα επαναπροσαρμόζεται για να βασιστεί σε τοπικούς φυσικούς και ανθρώπινους πόρους. Στα πολιτιστικά στοιχεία που προωθούνται συμπεριλαμβάνονται τα παραδοσιακά εδέσματα, οι τοπικές γλώσσες, οι τέχνες, οι λαϊκές παραδόσεις, η τοπική λογοτεχνία, τα ιστορικά μνημεία, τα τοπία και η χλωρίδα και πανίδα της περιοχής. Η προσπάθεια αυτή για αποκέντρωση του οικονομικού ελέγχου και επαναξιολόγησης του τόπου μέσα από την πολιτιστική του ταυτότητα έχει ονομασθεί «πολιτιστική οικονομία της αγροτικής ανάπτυξης».

Η ιδέα της πολιτιστικής οικονομίας προέκυψε μέσα από την ευρωπαϊκή πολιτική για την αγροτική ανάπτυξη. Στα πλαίσια αναμόρφωσης των Διαρθρωτικών Ταμείων, η Ευρωπαϊκή Ένωση άρχισε να επαναδιανέμει τα κονδύλιά της δίνοντας έμφαση αυτή τη φορά στον παράγοντα «τόπο». Στα πλαίσια αυτά αναπτύχθηκαν προγράμματα όπως το Leader, με τα οποία οι περιοχές ενθαρρύνονται να χαράξουν και εφαρμογή στρατηγικών που αξιοποιούν τους τοπικούς πόρους – συμπεριλαμβανομένης και της πολιτιστικής κληρονομιάς – με την ελπίδα ότι θα μπορέσουν να υπερπηδήσουν τα διαρθρωτικά εμπόδια προς την οικονομική σύγκλιση εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ray, 1998).

Η θεωρία της πολιτιστικής οικονομίας επικεντρώνεται στη διάσταση της παραγωγής, δηλαδή στο χώρο, στο πολιτιστικό σύστημα της περιοχής και στο δίκτυο των δρώντων της. Όλα αυτά μαζί συνθέτουν ένα σύστημα πόρων που χρησιμοποιούνται προς όφελος της περιοχής. Επομένως, η πολιτιστική οικονομία συνάδει με την αναδυόμενη θεωρία ανάπτυξης ότι η δραστηριότητα μιας περιοχής βασίζεται σε ενδογενείς και εξωγενείς δυνάμεις και συμφωνεί με τη θεωρία των Lowe et al. (1995) ότι τα δίκτυα των κοινωνικών δρώντων λειτουργούν «πέρα από τα ενδογενή και εξωγενή μοντέλα ανάπτυξης».

Ο Ο.Ο.Σ.Α. (2005) θεωρεί τον πολιτισμό ως αναπόσπαστο κομμάτι της τοπικής ανάπτυξης και τον συνδέει με τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, τις εξαγωγές, την αύξηση των εσόδων και την ποιότητα ζωής. Μέσα από τον πολιτισμό διαμορφώνεται ένας «μοχλός δημιουργίας» νέων αγαθών και υπηρεσιών στα πλαίσια της κοινότητας, ενώ παράλληλα δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για την αντιμετώπιση του κοινωνικού αποκλεισμού των ευάλωτων ομάδων μέσα από μια βιώσιμη ανάπτυξη (Ο.Ο.Σ.Α., 2005). Σύμφωνα με τον Ο.Ο.Σ.Α. (2005), ο πολιτισμός συμβάλλει ουσιαστικά στην τοπική ανάπτυξη με τρεις τρόπους: α) αποτελώντας τη βάση για συνέργεια των φορέων στην εφαρμογή προγραμμάτων, β) δημιουργώντας ένα περιβάλλον ελκυστικό για τους κατοίκους και τους επισκέπτες ή τουρίστες μια περιοχής και γ) προωθώντας τη δημιουργία προϊόντων που συνδυάζουν την αισθητική διάσταση με τη λειτουργικότητα. Στην ουσία, ο πολιτισμός λειτουργεί ως μία επένδυση σε κοινωνικό κεφάλαιο, ως ένα ενδιάμεσο καταναλωτικό αγαθό και ως τελικό προϊόν προς κατανάλωση.

Με την αξιοποίηση του πολιτιστικού κεφαλαίου μιας περιοχής μπορεί να αναπτυχθεί και ο λεγόμενος «πολιτιστικός τουρισμός», στον οποίο προωθούνται η τοπική κουλτούρα και η ιστορία, τα αγροκτηνοτροφικά προϊόντα, η τοπική κουζίνα και οι τέχνες. Η εν λόγω θεωρία ανάπτυξης βασίζεται στην υπόθεση ότι διατηρώντας ένα προϊόν ή υπηρεσία μέσα στην τοπική κοινότητα δίνεται η δυνατότητα στην περιοχή να έχει μεγαλύτερο οικονομικό κέρδος. Επιπλέον, με τον τρόπο αυτό η τοπική κοινότητα μπορεί να διατηρεί τον έλεγχο της οικονομικής δραστηριότητας που αναπτύσσεται στην περιοχή και να στηρίζει τις τοπικές πρωτοβουλίες και δράσεις.

Ευ Παπάνης - Μυρισίνη Ρουμελιώτη

Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016 19:26

Μικρές συμβουλές για την κρίση

Αφήστε τους μωροφιλόσοφους να μιλούν για μνημόνια... Μη σαγηνεύεστε απερίσκεπτα από την παγίδα των εραστών της εξουσίας... Όσοι αγαπάτε την Ελλάδα, πιάστε δουλειά... να η έξοδος από κάθε κρίση...

Προκρίνετε τους βέλτιστους και διδάξτε τους μέτριους, γιατί και το καθάριο φως της ψυχής δοκιμάζεται σε όλα τα στάδια της ωχρότητας, μέχρι να φτάσει στην έξαρση της λάμψης του.

Προτάξτε την αλληλεγγύη για όσους βρίσκονται σε τέλμα, την αισιοδοξία για κείνους που λύγισαν, την υπομονή για αυτούς που έχασαν την ψυχραιμία τους, τη δικαιοσύνη για τους υβριστές και τη νέμεση για τους βέβηλους.

Σαν εραστές προσεκτικοί και φιλύποπτοι ζυγίστε την υπόσχεση, για να κερδίσετε το αυτονόητο.

Μα προπάντων διαφεντέψτε με σύνεση τους φόβους σας και λιπάνετε με φαντασία τους ανθόκηπους των προσδοκιών σας. Ξεριζώστε, σα γεωργοί προνοητικοί κι ανήσυχοι, τα ζιζάνια των καιρών, την έπαρση, την κομπορρημοσύνη, τη ματαιοδοξία, για να γίνει η σοδειά αντάξια του μόχθου σας και εφάμιλλη του χρέους σας προς τον άνθρωπο.

Συνάξτε σε αποθήκες υπήνεμες την ακριβή κληρονομιά για την επόμενη γενιά, έτσι ώστε να μιλά για σας και να λέει: «Εκείνοι πολέμησαν τον αγώνα τον καλό και το δύσκολο. Έτσι κι εμείς θα τους ξεπεράσουμε.»

Αποτάξτε τη ραστώνη, την αδράνεια, τις καφετέριες, τη φιλαυτία, την ελαφρότητα. Επιμερίστε την ευθύνη, τους καρπούς, την οδύνη, το όφλημα. Γιατί η ψυχή στα χρόνια τα δίσεκτα προεξοφλεί τις αντινομίες του αιώνιου και υποκύπτει στις ριπές του εφήμερου.

Διαπραγματευθείτε σαν έμποροι διορατικοί σθεναρά στα παζάρια της ζωής το μερτικό σας στην αξιοπρέπεια, την περηφάνεια και την αξιοσύνη...

Η γη μας είναι πλούσια και οι καρδιές πλασμένες έτσι, που να καθρεφτίζουν και στο ψυχορράγημά τους την ανάσταση.

Αρνηθείτε τη μιζέρια, την κατάθλιψη, κλείστε την τηλεόραση και συμφιλιωθείτε με τη θωπεία της πρόκλησης: Ο κόσμος τούτος μέσα από τη σύγκρουση και την αντινομία, ξαναανακαλύπτει τα στοιχεία που τον δημιούργησαν.

Βγείτε στους δρόμους, όπως έκαναν οι πρόγονοι, χαρούμενοι γιατί ο Θεός έστειλε άλλη μια δοκιμασία, για να αποδείξει πως η πατρίδα μας μπαινοβγαίνει στις αυλές του Χάρου κάθε που θέλει να εδραιώσει τη ζωή της.

 

Η κοινωνική ανάπτυξη, σε αντιδιαστολή προς την οικονομική, δίνει έμφαση στην ανθρωποκεντρική προσέγγιση. Στηρίζεται στην κοινωνική δικαιοσύνη και στη δίκαιη κατανομή των πόρων. Βασική της αρχή είναι η προσωπική ευθύνη των κοινωνικών ομάδων και πολιτών για την εξέλιξη και πρόοδό τους.

Η κοινωνική ανάπτυξη βασίζεται στην αξιοποίηση των εγγενών δυνάμεων και ικανοτήτων των ατόμων, των οικογενειών τους και της κοινότητας. Αναφέρεται στην ενεργό συμμετοχή όλων των μακρο-συστημάτων (υγεία, στέγαση, εκπαίδευση, πρόνοια, πολιτική και οικονομία) με σκοπό την καταπολέμηση της φτώχειας μέσω πολλαπλών στρατηγικών. Σέβεται και προστατεύει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την ισότητα. Προσανατολίζεται στην ενίσχυση της ποιότητας ζωής, στην αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού και στην οικοδόμηση ισορροπημένων και σταθερών κοινοτήτων που αλληλεπιδρούν αρμονικά μεταξύ τους.
Η επίτευξη κοινωνικής ανάπτυξης απαιτεί την υπέρβαση τριών βασικών εμποδίων: της φτώχειας, της ανεργίας, του κοινωνικού αποκλεισμού και της περιθωριοποίησης. Η κοινωνική ανάπτυξη μεταθέτει την προσοχή από την κατασταλτική στην προληπτική παρέμβαση με έμφαση στην εκπαίδευση. Ουσιαστικά, πρόκειται για την προσωπική ανάπτυξη που αθροιστικά εξασφαλίζει την κοινωνική πρόοδο. Για να καταστεί βιώσιμη, θα πρέπει ο σχεδιασμός της να βασίζεται σε ενέργειες των πολιτών, οι οποίες θα τη διαιωνίζουν μέσω της συμμετοχικότητας, λαμβάνοντας πάντα υπόψη τους περιβαλλοντικούς περιορισμούς και τη σαφή γνώση των αναγκών τους. Για να υπάρχει αντιστοιχία των αναπτυξιακών στόχων με τις αξίες μιας συγκεκριμένης κοινότητας, θα πρέπει τα μέλη της να συμμετέχουν στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, στους κοινωνικούς μετασχηματισμούς και στον επιμερισμό της εξουσίας. Είναι απαραίτητη η κοινωνική ενδυνάμωση, που μπορεί να επιτευχθεί μέσω της εκπαίδευσης των πολιτών και της ενίσχυσης των διαπραγματευτικών τους ικανοτήτων.
Η ικανότητα των τοπικών παραγόντων να αντιμετωπίζουν αυτόνομα τα θέματα που τους αφορούν αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την επίτευξη βιώσιμης ανάπτυξης. Μία κοινότητα που μπορεί να οργανώσει τις συλλογικές δράσεις της, να επιλύσει τις τυχόν διαφορές που παρουσιάζονται στα πλαίσιά της, να παίξει το ρόλο του διαμεσολαβητή και του ηγέτη με στόχο ένα κοινό όραμα είναι βέβαιο ότι μπορεί να αναπτυχθεί. Κύριο μέσο για το σκοπό αυτό αποτελεί η οργάνωση κοινοπραξιών και η προσαρμογή των θεσμικών δομών, οι οποίες συμβάλλουν στην κοινοτική αυτονομία και στη σύνδεση τοπικών, περιφερειακών και εθνικών αρχών.
Η αυξανόμενη κινητικότητα του κεφαλαίου, του εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού, των πληροφοριών, των αγαθών και των υπηρεσιών στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης προοιωνίζουν μία ασταθή βάση ανάπτυξης. Για το λόγο αυτό, η ανάπτυξη μίας περιοχής πρέπει να βασίζεται στους σταθερούς πόρους της: το κοινωνικό, πολιτισμικό, περιβαλλοντικό κεφάλαιο και την τοπική κοινωνία της γνώσης.
Συνεπώς, τοπική ανάπτυξη μπορεί να θεωρηθεί η διαδικασία οικονομικής ανάπτυξης και διαρθρωτικών αλλαγών, η οποία οδηγεί σε βελτίωση του επιπέδου ζωής του τοπικού πληθυσμού και έχει οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική και πολιτικο-διοικητική διάσταση. Οι δράσεις που αναπτύσσονται έχουν τέτοια μορφή, ώστε να αντιμετωπίζουν την κάθε χωρική ενότητα με διαφορετικό τρόπο, σύμφωνα με το επίπεδο ανάπτυξης της τοπικής οικονομίας, της δομής και λειτουργίας του παραγωγικού συστήματος, της αγοράς εργασίας και των χαρακτηριστικών που προσδιορίζουν την τοπική κουλτούρα.

Ευστράτιος Παπάνης, Επίκουρος Καθηγητής Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου

Στην εποχή μας οι ραγδαίες αλλαγές στην λειτουργία των κοινωνικών οργανισμών έχουν δημιουργήσει προβλήματα στην παλιά αντίληψη η οποία ήθελε διακριτούς χωρισμούς μεταξύ του ιδιωτικού, του δημόσιου και του "τρίτου τομέα".

Η κοινωνία της πληροφορίας λειτουργεί σε ανοιχτά και προσπελάσιμα περιβάλλοντα εργασίας όπου οι τοπικοί, περιφερειακοί, εθνικοί και διεθνείς εταίροι συνεργάζονται για την ανάπτυξη νέων σχέσεων αλλά και εννοιών για την κοινωνία, τους οργανισμούς της, τις εταιρείες της και την τοπική διοίκηση των κοινοτήτων της. Η κοινωνία της πληροφορίας λειτουργεί τοπικά βρίσκοντας εφαρμογές σε οργανωτικό επίπεδο, όπου υπηρεσίες ποιότητας λειτουργούν σε περιβάλλον κοινωνικής ευθύνης απέναντι στις ανθρώπινες υπηρεσίες σε ένα δίκτυο υψηλής αξιακής αλυσίδας.

Εδώ θα αναφερθούμε σε οργανωτικά εταιρικά σχήματα τα οποία και συγκροτούν το σύστημα κοινωνικής επανένταξης ατόμων με αναπηρίες.

Ένα βασικό σημείο για τις καινοτόμες δράσεις είναι η ανάγκη συνεργασίας όλων των εταιρειών, των εκπαιδευτικών οργανισμών, των κέντρων επανένταξης και των δημόσιων ιατρο-κοινωνικών οργανισμών. Το θεμέλιο για τέτοιες δράσεις αποτελεί το εταιρικό και τοπικό καταρχήν δίκτυο, όπου επέρχεται ο συγκερασμός των διαφορετικών δεξιοτήτων των εταίρων και όχι μόνο. Κάθε εταίρος παρέχει μια διαφορετική οπτική για την λύση των προβλημάτων επανένταξης, πράγμα που βοηθά στη δυνατότητα εξεύρεσης των κατάλληλων λύσεων για ανεξάρτητη διαβίωση των ευπαθών ομάδων.

Στις εταιρικές ενώσεις των γονέων αναπήρων ατόμων, σε εκπαιδευτικούς οργανισμούς, σε δημόσιες υπηρεσίες υγείας, δηλαδή στο εταιρικό δίκτυο που αντιπροσωπεύει κάθε ειδική γνώση, έχουμε σαν ανοιχτό πεδίο, ανταλλαγής επαγγελματικής γνώσης, αλλά και ελευθέρου χρόνου, πράγμα που έρχεται να συμπληρώσει την εικόνα του κοινωνικού 'όλου'. Παράλληλα οι μορφές δικτύων διασυνδέονται με το ευρύτερο τοπικό, αλλά και περιφερειακό δίκτυο. Εδώ έχουμε ένα συσχετισμό ο οποίος δημιουργεί ευεργετικά αποτελέσματα για τον οργανισμό του κοινωνικού δικτύου, ενώ παράλληλα έχουμε δυνατότητες αποφάσεων για όλους τους συμμετέχοντες. Το πρόβλημα είναι πώς να δομηθεί μια εταιρική μορφή αλληλεγγύης, όπου με βάση τη συντεταγμένη του "σχεδιασμού για όλους" να προωθηθεί το κύριο θέμα της κοινωνικής συνοχής ως βιώσιμο στις σημερινές συνθήκες παγκοσμιοποίησης. Δεν είναι εύκολο θέμα η κοινωνική αναπαραγωγή σε περιόδους κρίσης και ολικών αλλαγών.

«Σχεδιασμός για Όλους»

Ο κοινωνικο-τεχνικός σχεδιασμός για όλους αναφέρεται στα προϊόντα, τις υπηρεσίες και την προσφορά εργασίας σε ανθρώπους όλων των ηλικιών και δυνατοτήτων. Τέτοιοι σχεδιασμοί έχουν πλέον γίνει κεντρικό θέμα της Ευρωπαϊκής πολιτικής, λόγω δημογραφικών αλλαγών στον πληθυσμό (γήρανση), αλλαγή της παραδοσιακής πυρηνικής οικογένειας και αλλαγή στη σύνθεση της 'αγοράς', όπου στην κεφαλαιακή αγορά κυριαρχούν τα συνταξιοδοτικά ταμεία, πράγμα που δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις για περισσότερες επενδύσεις με γνώμονα την ηθική και κοινωνική ευθύνη στην λειτουργία των επιχειρήσεων και των οργανισμών γενικού συμφέροντος. Γενικότερα παρατηρείται μια τάση για αλλαγή του παραδοσιακού οικονομικού ήθους, όπου παρ' όλη την ιδιωτικοποίηση βλέπουμε να αποκτά ισχυρά ερείσματα η τάση αλληλεπίδρασης μεταξύ οικονομίας και κοινωνίας, η οποία και συν-διαχειρίζεται πλέον βασικούς τομείς της παραδοσιακής κρατικής οικονομίας. Το δημόσιο συμφέρον και οι γενικές υπηρεσίες αυτού αποτελούν ένα κύριο δημοσιονομικό θέμα στην Ε.Ε. Η διαχείριση των υπηρεσιών γενικού ενδιαφέροντος, όπως οι μεταφορές, η ενέργεια, το περιβάλλον, η υγεία, η παιδεία, ο πολιτισμός, αποτελούν αντικείμενο διακυβέρνησης και απαιτούν τον «σχεδιασμό για όλους» σε ένα πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ των περιφερειών και των κρατών μελών στην Ε.Ε. Στο πλαίσιο αυτό η παραπαιδεία, η παρά-υγεία, η άτυπη απασχόληση και ο κοινωνικός αποκλεισμός μεγάλων ομάδων του πληθυσμού από την εργασία και την απασχολησιμότητα, αποτελούν σημεία μη χρηστής διακυβέρνησης και δίνουν την βάση για τη διαφθορά, τη μαύρη αγορά εργασίας και την φτώχεια ευπαθών ομάδων πληθυσμού. Η κοινωνία της πληροφορίας επιβάλλει την ανάγκη για σχεδιασμό με κοινωνικές αλλαγές μέσω μορφών εταιρικής διακυβέρνησης και πολιτικής ενσωμάτωσης. Ένα ευρύτερα διευρυνόμενο κοινωνικό χάσμα είναι πλέον μια πραγματικότητα το οποίο πρέπει να αντιμετωπισθεί. Η παγκοσμιοποίηση δεν είναι μόνο η διεθνοποίηση στα μέσα ενημέρωσης, στις επικοινωνίες, αλλά και σε φαινόμενα όπου η ανεργειογόνος ανάπτυξη των συστημάτων της πληροφορικής επιφέρει μεγάλες επαγγελματικές "μετακινήσεις" του πληθυσμού, δοκιμάζοντας έτσι τα όρια της κοινωνικής συνοχής. Οι μετακινήσεις αυτές μπορούν να αντιμετωπισθούν με την ανάπτυξη της επαγγελματικής κατάρτισης η οποία και μπορεί, εν δυνάμει, να μεταφράσει σε δεξιότητες την επίπτωση των νέων τεχνολογιών στην αγορά εργασίας. Το ίδιο φυσικά μπορεί να γίνει και στην περίπτωση των ΑΜΕΑ. Εδώ μπορούμε να πούμε για μιά διπλή ανάπτυξη. Πρώτα οι νέες καινοτομίες των κοινωνικών συνεταιρισμών μπορούν να επιφέρουν σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης την τοπική σύμπραξη η οποια δομεί το κοινωνικό κεφάλαιο και τον κοινωνικό συνυπολογισμό, απαραίτητη προυπόθεση για την ευρύα κοινωνική "άμυνα" στην ανεξέλεγκτη παγκοσμιοποίηση (OECD, 2001), και δεύτερον σε τεχνικό επίπεδο, ο οποίο πάλι στηρίζεται στις οργανωσιακές δομές των συνεργιών που προαναφέραμε, οι νέες τεχνολογίες μπορούν να συνδράμουν στην κοινωνική ενσωμάτωση των ΑΜΕΑ με κινητικές και άλλες δυσκολίες.

Μια ανοιχτή χωρίς εμπόδια κοινωνία της πληροφορίας είναι ο πολιτικός στόχος της Ε.Ε. Παράλληλα ζητούμενο είναι η συμμετοχή των γυναικών, των νέων, των ΑΜΕΑ στην απασχόληση καθώς και η δημιουργία συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης, τα οποία θα είναι διαρκή και ανοιχτά για όλους και όλες τις ηλικίες.

Για τους αναπήρους, το ζητούμενο είναι η δημιουργία ενός περιβάλλοντος ανεξάρτητης διαβίωσης πράγμα που αποτελεί ένα συνδυασμό φυσικής, ψυχικής και κοινωνικό-διοικητικής ικανότητας σε ένα περιβάλλον με υπηρεσίες και τεχνολογία που να καλύπτει όλο τον κύκλο της ζωής τους. Το ζητούμενο είναι η ζωή σε ένα οικιακό περιβάλλον με ελεγχόμενες ελλείψεις που περιορίζουν τη συμμετοχή αλλά και με τη δυνατότητα να γίνεται χρήση των υπηρεσιών σε ισότιμη βάση από τα άτομα με αναπηρίες.

Εδώ θα πρέπει να αναφερθούμε στην έννοια « Σχέδιο για Όλους - Ολικός Σχεδιασμός » και τι ακριβώς σημαίνει αυτό. Λόγω των γενικών πληθυσμιακών τάσεων που προαναφέραμε η έννοια αυτή έγινε πλέον κύρια συντεταγμένη στη διακυβέρνηση στην Ε.Ε. (βλ. Διακήρυξη της Λισσαβόνας). Ο «Σχεδιασμός για Όλους», σαν έννοια, αποτελεί μακροχρόνια κοινωνική επένδυση, εξοικονομώντας χρόνο και χρήμα, στο σχεδιασμό των κυρίων δημοσίων χώρων προσθέτοντας ποιότητα, αλλά επιτρέποντας ένα μεγάλο μέρος των πολιτών, όπως οι ηλικιωμένοι και αυτοί με αναπηρίες, στη συμμετοχή στην καθημερινή ζωή. Ο «Σχεδιασμός για Όλους» στηρίζεται στην εργονομική αναγνώριση των αναγκών όλων των χρηστών των υπηρεσιών που προσφέρονται από την κοινωνία (παγκόσμια, περιφερειακή ή τοπική).

Από τεχνική άποψη φαίνεται ότι υπάρχει ακόμη στην Ε.Ε. αδυναμία, συγκρότησης μιας γενικής στρατηγικής, παρά τις μεγάλες προσπάθειες, για τη συγκρότηση ενός συστήματος συμμετοχικής διακυβέρνησης. Σε τεχνικό επίπεδο βρίσκουμε καλές πρακτικές στον «Σχεδιασμό για Όλους». Μπορούμε να αναφέρουμε εδώ συγκεκριμένα την ηλεκτρονική πρόσβαση, η οποία δημιουργείται μέσω της διεθνούς πληροφοριακής βιομηχανικής τεχνολογίας. Υπάρχουν, έτσι, νέες λύσεις μέσω υπηρεσιών που στηρίζονται στο διαδίκτυο και παρέχονται σε ένα μεγάλο μέρος χρηστών, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους και άτομα με προβλήματα όρασης (βλ. http;//www-306.IBM.com/able).

Τέτοιες λύσεις για θέματα που αφορούν το δημόσιο συμφέρον μπορούν να ενισχύσουν τη δημοκρατία, η σχετική ιστοσελίδα του Σουηδικού Κοινοβουλίου έχει σχετικές πληροφορίες. (βλ. http://www.riksdagen.se).

Στον χώρο της οικονομίας των επιχειρήσεων, στις Μικρο-Μεσαίες Επιχειρήσεις, έχουμε ένα λαμπρό παράδειγμα από την Φινλανδία, το Lappset Group, μια εταιρεία κατασκευής παιδότοπων, η οποία επέλεξε το «Σχέδιο για Όλους- Ολική Ανάπτυξη», σαν στρατηγική προσέγγισης στα προϊόντα της. Η εταιρία αυτή σε πρόσφατο πρόγραμμα έρευνας και ανάπτυξης εστίασε το ενδιαφέρον της σε ένα σχέδιο τόπων για παιχνίδι όχι μόνο για τα παιδία, αλλά και για τις άλλες γενιές, όπως είναι οι γονείς, αλλά και η τρίτη ηλικία (βλ. http://www.lappset.com).

Το «Σχέδιο για Όλους - Ολικός Σχεδιασμός» από κοινωνική άποψη εκφράζεται και με την κοινωνική εταιρική ευθύνη στην οποία συμμετέχουν οι επιχειρήσεις, οι εκπαιδευτικοί οργανισμοί, τα κέντρα επανένταξης και τα δημόσια ιατρο-κοινωνικά κέντρα. Κάθε εταίρος στο δίκτυο αυτό έχει τη δική του οπτική απέναντι στα πράγματα για την επίλυση των προβλημάτων, όπως π.χ. είναι η ανεξάρτητη διαβίωση των 'εξαρτημένων' ατόμων, των ΑΜΕΑ . Άτομα οργανωμένα σε ενώσεις, όπως αυτές των συνταξιούχων, των αναπήρων, μπορούν να συνεργασθούν με εκπροσώπους από τους τομείς της εκπαίδευσης, της έρευνας, τις δημόσιες υπηρεσίες υγείας, και δημοτικές υπηρεσίες με σκοπό να βρούν συνδιασμένες λύσεις σε ολικό επίπεδο. Όλοι από το δημόσιο, τον ιδιωτικό, αλλά και το τρίτο τομέα μπορούν να διασυνδεθούν κάτω από αυτό το πρίσμα με σκοπό να πραγματοποιήσουν καινοτόμες μορφές διακυβέρνησης των τοπικών προβλημάτων (ΟECD, 2003).

Κοινωνική Οικονομία- Μερικές Δράσεις

Συνεταιρισμοί, ενώσεις, οργανώσεις κοινωνικής αλληλεγγύης, ιδρύματα είναι οι κοινωνικοοικονομικοί οργανισμοί που αναφέρονται στην 'κοινωνική οικονομία' (τρίτος τομέας) και έχουν ως κοινή αφετηρία κάποιες αρχές όπως π.χ. ο μη κερδοσκοπικός χαρακτήρας τους και η ανεξαρτησία τους από τον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα.

Ο τομέας αυτός βρίσκεται στον ευρύτερο χώρο του γενικού ενδιαφέροντος (general interest) και περιλαμβάνει το τομέα της διευρυμένης κοινωνικής αναπαραγωγής (όπως υγεία, παιδεία, πολιτισμός, περιβάλλον), δίνοντας έμφαση στην τοπική διάσταση αυτών των δράσεων. Όπως είναι γνωστό τέτοιες δράσεις απευθύνονται σε αφανείς εργασιακές δραστηριότητες, που συνήθως δεν καταγράφονται σε λογιστικά βιβλία. Αφορούν δε κατά κύριο λόγο εργασία μεταναστών, γυναικών και νέων, η οποία συνήθως δεν ασφαλίζεται, είναι άτυπη, αλλά καλύπτει γενικές ανάγκες αναπαραγωγής της καθημερινής ζωής αλλά και σημαντικούς τομείς οικονομικής δραστηριότητας, όπως είναι η οικοδομική δραστηριότητα, ο τουρισμός, οικιακή εργασία και η αγροτική οικονομία. Έαν υπολογίσουμε στην χώρα μας ότι ο πληθυσμός γηράσκει ραγδαία και ότι η χώρα μας έχει ένα ποσοστό φτώχειας 22 % για το οποίο διαθέται το 26 % του Α.Ε.Π., χωρίς σημαντική μειωσή του, μόνο 1% (στην Ε.Ε.-27 το ποσοστό είναι το 27.3 % του Α.Ε.Π. με 9.500.000 θέσεις εργασίας στον τομέα προστασίας - η το 6,5% του συνόλου της γενικής απασχόλησης - η το 7,8 % της συνολικής έμμισθης απασχόλησης) τότε μπορούμε να δούμε τις αδυναμίες του δημοσίου αλλά και του ιδιωτικού-κερδοσκοπικού τομέα στον τομέα αυτό.

Οι μεγάλες κοινωνικές αλλαγές και οι ανάγκες πολιτών και τοπικών κοινωνιών που δεν καλύπτονται νόμιμα από άλλες δομές, καθώς και η αντιστάθμιση των συνεπειών της ανεργίας και του κοινωνικού αποκλεισμού είχαν σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία νέων οργανισμών κοινωνικής οικονομίας.

Η αύξηση απασχόλησης σε αυτό τον τομέα οφείλεται στα εξής:

1. παραγωγή κοινωφελών αγαθών και υπηρεσιών
2. ενσωμάτωση ανέργων - ΑμεΑ, αποκλεισμένων.

Στην Ευρώπη υπάρχουν αυτή τη στιγμή περισσότερα από 300.000 συνεταριστικές επιχειρήσεις απασχολώντας περίπου 5 εκατομμύρια άτομα (Μutuality owning the solution, 1999). Kατά τον Henrik Litske από το Ευρωπαικό Ίδρυμα για την Βελτίωση των Συνθηκών Εργασιακής Ζωής στο Δουβλίνο ο τρίτος τομέας απασχολεί περί τα 9 εκατ. εργαζόμενους (Henrik Litske, 2003). Υπάρχει όμως μια μικρή λεπτομέρεια η οποία δικαιολογεί την αδύνατη μέχρι τώρα νομική βάση των Μ.Κ.Ο. στην Ενωμένη Ευρώπη. Οι Μ.Κ.Ο. δεν έχουν εκλεγμένες αρχές και γι' αυτό μέχρι στιγμής δεν έχουν ξεκάθαρη νομική βάση, όπως οι κοινωνικοί εταίροι: εργοδότες και εργαζόμενοι. (Sudbery, 2003).

Μερικές περιοχές είναι περισσότερο αναπτυγμένες στον τομέα αυτό. Η Ιταλική συνεταιριστική οικονομία είναι αναπτυγμένη αρκετά με περισσότερα από 77.000 ενεργές επιχειρήσεις. Η περιοχή της Emilia Romagna βρίσκεται στην πρωτοπορία αυτής της οικονομίας. Υπάρχουν περί τις 4.000 συνεταιριστικές επιχειρήσεις με παραγόμενα προϊόντα αξίας στα περίπου 25 δις. Ευρώ. Η αιτία της ανάπτυξης τους οφείλεται σε μια σειρά από «οδηγούς» που απουσιάζουν σε άλλες χώρες όπως είναι η Αγγλία, αλλά και η Ελλάδα μεταξύ άλλων.

Οι «οδηγοί» αυτοί είναι οι κάτωθι : Το επίσημο, συνταγματικά καθιερωμένο, νομικό και ρυθμιστικό πλαίσιο πρέπει να αναγνωρίζει την ιδιαίτερη ταυτότητα των συνεταιρισμών στο αστικό δίκαιο.

Πρέπει να υπάρχει ειδικό φορολογικό καθεστώς για τις συνεταιριστικές επιχειρήσεις και νομικό πλαίσιο για την αναδιοργάνωση των προβληματικών επιχειρήσεων σε συνεταιριστικές. Η ειδική φορολογική ρύθμιση που επιτρέπει στους συνεταιρισμούς να μην υπόκεινται σε φορολογία όσο τα κέρδη των μελών τους δεν ξεπερνούν το 60 % της προστιθέμενης αξίας.

Το θεσμικό πλάισιο πρέπει να ενθαρρύνει τον οικονομικό πλουραλισμό με την ανάδυση του τρίτου τομέα, ο οποίος και λειτουργεί συνεκτικά μεταξύ του ιδιωτικού και του δημοσίου.

Ο Νόμος του 1992 στην Ιταλία για τους συνεταιρισμούς απαιτεί από τους συνεταιρισμούς να επενδύουν το 3% του λειτουργικού τους κέρδους σε αμοιβαία ταμεία για την προώθηση των νέων συνεταιριστικών επιχειρήσεων.

Μια σημαντική προώθηση στον τομέα γίνεται με τις κοινωνικές συνεταιριστικές επιχειρήσεις, οι οποίες στην Ιταλία προωθούν και τις ιατρο-κοινωνικές υπηρεσίες σε περιοχές με περιορισμένη δικτύωση (Μutuality owning the solution, 1999).

Στην Ιταλία το 1994 υπήρχαν 2.300 κοινωνικοί. συνεταιρισμοί με 38.000 θέσεις εργασίας, ενώ το 1998 αυτοί αυξήθηκαν σε 4.800 συνεταιρισμούς με 108.000 εργαζόμενους (περίθαλψη ηλικιωμένων, φροντίδα παιδιών, βοήθεια ΑΜΕΑ). Η Γαλλία εκφράζοντας αυτήν την τάση η οποία θέλει το Κράτος αρωγό της κοινωνίας των πολιτών και μαχόμενο για τον έλεγχο της φτώχιας και του αποκλεισμού, δημοσίευσε πρόσφατα τον Νομό της 13 Φεβρουαρίου 2006 ο οποίος θεσμοθετεί τις διατάξεις της Γαλλικής Διυπουργικής Αποστολής για την Καινοτομία, τον Κοινωνικό Πειραματισμό και την Κοινωνική Οικονομία (Interministerial Delegation for Innovation, Social Experimentation and the Social Economy- DIIESES).

Το Κράτος θέλησε να θεσμοθετήσει ένα μηχανισμό υποστήριξης για τους φορείς που δραστηριοποιούνται στον κοινωνικό τομέα δράσης κατά της φτώχιας και του αποκλεισμού. Η διοίκηση της κοινωνικής βοήθειας απαιτεί τη δημιουργία κοινών προδιαγραφών στην εργασιακή διαδικασία με σκοπό την ενσωματώση των διαφορετικών συνθήκων εργασίας, αλλά και πληθυσμιακών ομάδων, ευπαθών πληθυσμών, νέων, γυναίκων, αλλά και άτομων με αναπηρίες, για καλύτερα αποτελέσματα. Η Πολιτεία πρέπει να δώσει την βοήθεια της σε πρωτοβουλίες, οι οποίες προσπαθούν να ρυθμίσουν τις αποτυχίες της αγοράς, τα προβλήματα της άτυπης κοινωνίας του περιθωρίου, της αποβιομηχανοποίησης και του περιφερειακού ανταγωνισμού.

Το παράδοξο των δημόσιων πολιτικών είναι ότι υπάρχει αντίθεση μεταξύ οικονομικής πολιτικής για την ανταγωνιστικότητα και των κοινωνικών αναγκών της κοινωνίας των πολιτών. Γι' αυτό οι νέες μορφές διακυβέρνησης έχουν μια ολιστική προσέγγιση, η οποία απαιτεί τη συμφιλίωση μεταξύ κοινωνίας και οικονομίας, που εδράζει στο πεδίο της κοινωνικής οικονομίας. Οι δημόσιες πολιτικές, λοιπόν, θα πρέπει να συνδυασθούν με δράσεις στους τομείς του εθελοντικού, του συν-εργατικού, αλλά και του τομέα των αμοιβαίων εταιρικών μορφών.

Οι τάσεις αυτές χαρακτηρίζονται από καινοτόμες δράσεις δεδομένου ότι πρέπει να δημιουργηθεί δράση μεταξύ δύο παραδοσιακά αντιθέτων δομών, όπως αυτό του δημοσίου συμφέροντος και της ιδιωτικής κερδοσκοπικής δράσης.

Η καινοτομία εδώ δεν είναι αναγκαστικά θέμα μόνο νέων τεχνικών εργαλείων και τεχνολογικών υπηρεσιών. Εδώ πρόκειται για ένα οργανωσιακό πεδίο το οποίο έχει τις δικές του μορφές παραγωγής, διανομής και κατανάλωσης μεταξύ των τοπικών εταίρων. Το πεδίο αυτό της κοινωνικής οικονομίας είναι σύνθετο δεδομένου ότι εκφράζει πληθυσμούς με διαφορετικά δημογραφικά χαρακτηριστικά, οι οποίοι και απαιτούν διαφορετικές υπηρεσίες - φροντίδα για τους μετανάστες, τους νέους, στέγη για τους άπορους, δωρεάν νομικές υπηρεσίες για τους οικονομικά αδύνατους, φροντίδα για παιδιά, φροντίδα και ενσωμάτωση για τα ΑΜΕΑ κ.α. Εδώ παρ΄ όλη την διαφορετικότητα στις δημογραφικές ομάδες και στις απαιτούμενες υπηρεσίες έχουμε τα χαρακτηριστικά μιας δομικής σταθεράς, όπου οι φορείς της κοινωνικής οικονομίας συνδεόμενες με τον τοπικό παράγοντα, δημοτικές επιχειρήσεις, κυριαρχούν στον τομέα της κοινωνικής συνοχής.

Οι κύριες μορφές όπου τέτοιες υπηρεσίες θεραπεύουν το γενικό συμφέρον είναι οι κοινωνικές επιχειρήσεις. Στην Γαλλία το Ανώτερο Συμβούλιο για την Κοινωνική Οικονομία (Conseil superieur de l' economie sociale -28/09/2006 Journal official de la Republique Francaise), αποτελεί ένα πεδίο όπου η ενότητα της κοινωνικής οικονομίας καθιερώνεται και ενδυναμώνεται μεταξύ των κοινωνικών εταίρων της κοινωνίας των πολιτών, των περιφερειακών αιρετών δομών και των δημόσιων οργανισμών. Στην Γαλλία η κοινωνική οικονομία έχει περίπου το 11% του Α.Ε.Π.. Η κοινωνική οικονομία στην Γαλλία εκπροσωπείται από το εθνικό δίκτυο των κοινωνικών επιχειρήσεων.

Στην Ισπανία επίσης, το Δεκέμβριο του 2000, υπήρχαν 17.000 ενεργοί συνεταιρισμοί οι οποίοι έδωσαν 228.000 θέσεις εργασίας και 12.000 εταιρίες οι οποίες έδωσαν δουλειά σε 84.878 εργάτες. Τα ιδρύματα και οι ενώσεις που παρέχουν υπηρεσίες αριθμούν περίπου 300.000 και δίνουν περίπου 500.000 θέσεις εργασίας πλήρους απασχόλησης. Στην Καταλονία μεταξύ του 1980 και 1999 δημιουργήθηκαν πάνω από 27.500 ενώσεις με κοινωφελή χαρακτήρα. Στην ίδια περιοχή το 15% της απασχόλησης βρίσκεται στις κοινωνικές επιχειρήσεις με τάσεις αυξανόμενες. Οι επιχειρήσεις αυτές (Νόμος 12/2001 της 9ης Ιουλίου) προσπαθούν να ενσωματώσουν μέσω της εργασίας ευπαθείς ομάδες, χαρακτηρίζονται δε μεταβατικές επιχειρήσεις, γιατί καταπολεμούν το κοινωνικό αποκλεισμό μέσω της «προστατευόμενης απασχόλησης».

Στην χώρα μας το χρώμα του κοινωνικού αποκλεισμού δεν έχει διερευνηθεί επαρκώς. (Τσομπάνογλου κ.α. 2005). Βάσει δημοσιογραφικών αναφορών (Ριζοσπάστης, 3/12/2006) κάθε χρόνο 4.000 άνθρωποι στην Ελλάδα καθίστανται παραπληγικοί λόγω ατυχημάτων στην εργασία και στο οδικό δίκτυο. Οι βαριά ανάπηροι είναι περίπου 500.000, αλλά μόνο οι 130.000 παίρνουν επίδομα αναπηρίας. Η ανεργία στους ικανούς προς εργασία αναπήρους είναι στο 80 %. Εκτός εκπαίδευσης βρίσκονται 180.000 παιδιά με αναπηρίες και σοβαρές μαθησιακές δυσκολίες. Μόνο 500 παιδιά με αυτισμό από τα 30.000 πηγαίνουν σε κάποιο ειδικό κέντρο. Υπάρχουν μόλις 200 κρεβάτια σε δημόσια κέντρα αποκατάστασης από τα 2000 που απαιτούνται. Οι ανάπηροι βιώνουν τον αποκλεισμό από την εκπαίδευση, την αδυναμία προσπέλασης στους χώρους, κοινωνικής κατανάλωσης, μεταφοράς και υπηρεσιών. Η κοινωνική οικονομία στο πεδίο αυτό στην χώρα μας έχει πάρη την μορφή των Κοινωνικών Συνεταιρισμών Περιορισμένης Ευθύνης (ΚοίΣΠΕ). Οι μορφές αυτές έχουν εξαπλωθεί αλλά ακόμη δεν έχει αποτίμηση του ρόλου τους αλλά και των διασυνδέσεων τους με τους τοπικούς φορείς, τις ενώσεις τοπικού γενικού ενδιαφέροντος.

Όπως είπαμε προηγουμένως η κοινωνική οικονομία είναι ο τρίτος τομέας μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα και γιαυτό το τοπικό κράτος πρέπει να συνεργάζεται με τον τομέα της κοινωνικής οικονομίας δυναμικά για την επιτυχημένη πολιτική κοινωνικής συνοχής για όλους.

Συμπεράσματα

Ο «Σχεδιασμός για Όλους» για να γίνει υλοποιήσιμος πρέπει να αναδυθεί η κοινωνική οικονομία, της οποίας η εστία είναι τοπική, δηλαδή βρίσκεται στην κοινότητα. Στις κοινότητες ο διαχωρισμός μεταξύ του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα είναι γενικά αρνητικός και δυσδιάκριτος. Η έμφαση στην κοινωνική οικονομία και τις εταιρικές συμπράξεις στο κοινωνικό κεφάλαιο συγκροτεί την κοινωνική συνοχή δημιουργώντας συνθήκες απασχολησιμότητας σε ευπαθείς ομάδες πληθυσμού, αλλά και συνθήκες κοινωνικής αειφορίας επιτρέποντας την κοινωνική αναπαραγωγή να λειτουργεί βιώσιμα και συνεπώς ανταγωνιστικά.(βλ. Βάσκοι, Ιταλοί, Σκανδιναβοί κτλ.). Ο σχεδιασμός αποτελεί την γενική κατεύθυνση της Διακήρυξη της Λισσαβόνας, όπου η διαδικασία της κοινωνικής ενσωμάτωσης λειτουργεί μέσω της κοινωνίας της πληροφορίας. Η πολιτική για το «Σχεδιασμός για Όλους» σημασιοδοτεί την ολική ενσωμάτωση ως πολιτική βιώσιμης ανάπτυξης.

Γεώργιος Ο. Τσομπάνογλου, Πρόεδρος, Διεθνής Κοινωνιολογική Ένωση, Επιτροπή Έρευνας Κοινωνιο-τεχνική-Κοινωνιολογική Πρακτική ISA-RC26, Universitad Computense, MADRID, Spain, Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Παν/μιο Αιγαίου, Μυτιλήνη.

Βιβλιογραφία

A. Portes, (1998) "Social Capital : Its Origins and Applications in Modern Sociology, "Annual Review of Sociology, Vol. 24

CEDEFOP. (2001). Panorama. Agora XI. The Learning Region. Thessaloniki 15 & 16 March 2001

Christopherson Jon (ed) (2002). Universal Design. 17 Ways of Thinking and Teaching. Husbanken. Oslo.

European Commission. Final Report of the expert group on enterprise clusters and networks. Enterprise Directorate - General.

European Forum on Local Development and Employment. Rhodes 16 - 17 May

Granovetter, M., (1973) "The strength of weak ties," American Journal of Sociology, Vol. 78, pp.1360-1380

J.S. Coleman, (1988) "Social Capital in the creation of human capital," American Journal of Sociology, Vol. 94 (supplement) S95-S120

J.S. Coleman, (1988) "Social Capital in the creation of human capital," American Journal of Sociology, Vol. 94 (supplement) S95-S120

John Field. (2003). Social Capital, Routledge, London.

Γ. Κορρές . & Τσομπάνογλου Γ. (2005). Τεχνολογική , κοινωνική πολιτική και ανάπτυξη. Καινοτομικές δραστηριότητες και απασχόληση στην Ευρώπη. τυπωθήτω - Δαρδανός.

M. Woolcock, (2000) Using Social Capital : Getting the Social Relations Right in the Theory and Practice of Economic Development, Princeton NJ: Princeton University Press.

Maenpaa Marjo, Milekic, Slavko, Haapalainen, Riikka (2004). Collaborative Teaching and Learning Between Continents: a Case Study. Museum and The Web- Washington DC 2004 http://www.archimuse.com/iTiw2004/papers/maenpaa/maenpaa.html

Maenpaa Marjo, Toikka Tarja (2004). Vuorovaikutteisen museoinstallaation suunnittelu suomalais-amerikkalaisena verkko-oppimishankkeena. 1TK tutkijatapaaminen. 21.4. 2004

Milekic Slavko (2003). AE 530: Interactive Media / Media for Museum Communication. Syllabus http://www.uarts.edu/faculty/smilekic

OECD (1996). Social Capital: An International Comparison, (Paris: Organization for Economic Cooperation and Development)

OECD, (1996) Local Partnerships and Social Innovation: Ireland, Organization for Economic Cooperation and Development, Paris.

OECD. (1999). Decentralizing Employment Policy. New trends and challenges. The Venice Conference, Paris.

OECD. (2001). Local Partnerships for Better Governance, Paris.

OECD. (2001). The Well-Βeing of Nations. The role of human and social capital, Paris.

OECD. (2005) Local Governance and the Drivers of Growth, Paris.

Ralph Heintzman, (2001) "A Strong Foundation: Values and Ethics for the public Service of the Future", ISUMA, spring, pp. 143-148

Rejean Landry, Nabil Amara & Moktar Lamari, (2001) Social Capital, Innovation and Public Policy, ISUMA, Spring pp. 73-79

Robert Putnam, (2001) "Social Capital: Measurement and Consequences", ISUMA, Spring, pp. 41-51.

Salamon M. Lester & Helmut K. Anheier. (1994). The emerging sector. An overview. The Johns Hopkins Comparative Nonprofit Sector Project Studies. Baltimore.

Sylvain Cote, (2001) The Contribution of Human and Social Capital, pp. 29-36, ISUMA, Spring

Βorzaga C. and Defourny J. (eds.) 2001, The emergence of the social enterprise, Routledge, Aldershot.

Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας. (2002). Προοπτικές απασχόλησης στον τομέα της κοινωνικής οικονομίας, Σάκκουλας.

Επιτροπή των Περιφερειών. (14-3-2002). Γνωμοδότηση για τη σύμπραξη μεταξύ τοπικών και περιφερειακών αρχών και οργανισμών κοινωνικής οικονομίας : συμβολή στην απασχόληση, την τοπική ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή.

Ευρωπαϊκό Συνέδριο (2003). Τοπική Ανάπτυξη και Απασχόληση στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Κοινή δράση σε τοπικό επίπεδο: Περισσότερες και καλύτερες θέσεις εργασίας, καλύτερη διακυβέρνηση. Ελληνική Προεδρία, Ρόδος.

Τσομπάνογλου Γ. (2004). Κράτος, Κοινωνία των Πολιτών και Εργαξία: Προσεγγίσεις στην αρχή της Κυβερνητικότητας. Gutenber

Τσομπανογλου, Γ, Κορρές, Γ.& Γιαννοπούλου, Ι. (επιμ.) (2005) Κοινωνικός Αποκλεισμός και Πολιτικές Ενσωμάτωσης, Παπαζήσης, Αθήνα.

Internet Sources

Accesskeys and Reserved Keystroke Combinations, June 2005, http://www.wats.ca/show.php?contentid:=43

Best of Web (2006). Museum & Web -Conference 2006. http://www.archimuse.com/mw2006/best/list.html

Bud Rizer, Janie Cirlot-New, Jill Ethridge, Overview of Assistive Technology, 1999, CSUN 1999 Conference Proceedings.

Culture for All - Disabled and Culture-committee http://www.kulttuuriakaikille.fi [site read 28.8.2006]

http://www.csun.edu/cod/conf/1999/proceedings/session 1017.htm

Huomioi kaikki (2005) http://mlab.uiah.fi/huomioikaikki [site read 28.8.2006]

Jakob Nielsen, Usability 101: Introduction to Usability, AlertBox 25/08/2003 http://www.useit.com/alertbox/20030825.html

Jef Raskin, The Humane Interface: New Directions for Designing Interactive Systems, ACM press, 2000

Jenny Preece & Al., Human-Computer Interaction, Pearson, 1994

Jim Thatcher & Al., Constructing Accessible Web Sites, Glasshaus Edition, Birmingham 2002 /

John M. Slatin & Sharron Rush, Maximum Accessibility, Addison Wesley, 2003

Masataka Okabe & Kei Ito, How to make figures and presentations that are friendly to color blind people, Japanese Drosophila Research Conference2002. URL http://iflv.iam.u- tokvo.ac.ip/html/color blind/index.html

Newman Chuck, Considering the Color-Blind, New Architect 2000. URL: http://www.webtechniques.com/archives/2000/08/newman/

Nigay, L. & Coutaz, J. A design space for multimodal interfaces: concurrent processing and data fusion. InterCHI'93 ACM:New York, 1993, 172-178.

Peter-Paul Koch, JavaScript and accessibility, 2005 http://www.quirksmode.org/is/accessibilitv.html

Trenton Moss, Feature: Improving Usability for Screen Reader Users, UN/Webcredible, 19 December 2005 URL http://www.usabilitynews.com/news/aiticle2577.asp

WebAIM, Creating Accessible JavaScript, 2006 http://www.webaim.org/techniques/javascript/

Top
We use cookies to improve our website. By continuing to use this website, you are giving consent to cookies being used. More details…