Edu Seminar's Team - ΣΒΙΕ: Σεμ…

ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ Σε μια πρωτοποριακή σύμπραξη της ακαδημαϊκότητας με τον επαγγελματισμό και την ευελιξία του ιδιωτικού...

Πανεπιστήμιο Αιγαίου: ΔΩΡΕΑΝ σ…

Το Πανεπιστήμιο Αιγαίου στo πλαίσιο των Επαγγελματικών Προγραμμάτων Ενδυνάμωσης και Συμβουλευτικής, ανταποκρινόμενο στο αίτημα για...

ΕΠΙΜΟΡΦΩΤΙΚΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΠΟ Τ…

Το Αegean College διοργανώνει δύο καινοτόμα προγράμματα κατάρτισης, που απευθύνονται σε εργαζόμενους στην ψυχική υγεία...

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΣΥΜΒΟΥΛΕ…

Σας καλωσορίζουμε στο επιστημονικό συνέδριο με θέμα: "Συμβουλευτική-Coaching-Διαμεσολάβηση και Διευκόλυνση: Γεφυρώνοντας τις διάφορες για μια...

Ετήσιο Πρόγραμμα: “Επιμόρφωση …

Τα Επαγγελματικά Προγράμματα Ενδυνάμωσης και Συμβουλευτικής του Πανεπιστημίου Αιγαίου ανακοινώνουν την έναρξη της διαδικασίας υποβολής...

ΕΤΗΣΙΑ Σεμινάρια Εισαγωγής στη…

Ανοιχτά Προγράμματα Ψυχολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου Έναρξη: Νοέμβριος 2017 Δίδακτρα: 150 ευρώ Λήξη εγγραφών: 31/10 /2017 Το Πανεπιστήμιο Αιγαίου στα...

Μοναξιά

Η αρχή της κατ´ επιλογήν μοναξιάς μοιάζει με ελευθερία. Αποτινάσσεις από πάνω σου όλα όσα...

Ζωή

Καλώς ήλθατε στο ηλεκτρονικό παιχνίδι, που λέγεται Ζωή. Θα σας πείσουν με ευκολία πως έχετε ένα...

Μεσημέρι και το επισκεπτήριο τ…

Μεσημέρι και το επισκεπτήριο τελειώνει. Λαθραίοι συγγενείς πασχίζουν να παρατείνουν την παρουσία τους, περικυκλώνουν γιατρούς...

Η ανεργία είναι ένα σύνθετο κοινωνικό και οικονομικό φαινόμενο και εξελίσσεται σε τέτοιο βαθμό ώστε πολλοί μιλάνε για κίνδυνο μαζικής ανεργίας και προβλέπεται να αποτελέσει μία από τις μεγαλύτερες κοινωνικές μάστιγες του 21ου αιώνα. Οι προβλέψεις για το μέγεθος της ανεργίας είναι απαισιόδοξες από μεγάλο αριθμό ερευνητών. Ο J. Rifkin (1995) προβλέπει ότι στο μέλλον τίποτε δεν θα θυμίζει τις σημερινές συνθήκες στις αγορές εργασίας.


Μεγάλη συμβολή στη διόγκωση του προβλήματος της ανεργίας έχουν οι διαρθρωτικοί παράγοντες που βιώνουν οι σύγχρονες κοινωνίες, όπως η μετάβαση προς την μεταβιομηχανική κοινωνία, η διεθνοποίηση της οικονομίας και η χρήση της νέας τεχνολογίας (Κ. Ρόντος, 1997, Κ. Ρόντος, 2004).
Ως βασική παράμετρος των διεθνών εξελίξεων θεωρείται η ταχύτατη τριτογενοποίηση της διεθνούς οικονομίας, η μετάβαση δηλαδή προς τη μεταβιομηχανική κοινωνία (P. Buigues and A. Sapir, 1993). Στα πλαίσια της μετάβασης προς την κυριαρχία των υπηρεσιών, της διεθνοποίησης αυτών και της ανάπτυξή τους ως προωθητικών κλάδων της ανάπτυξης, προβλέπονται μεγάλες διαρθρωτικές μεταβολές στην οικονομία των χωρών και πιθανώς μείωση της απασχόλησης.
Όσοι θεωρούν σημαντικό παράγοντα προσδιορισμού της περιφερειακής απασχόλησης την παγκόσμια τάση διεθνοποίησης της οικονομίας, ισχυρίζονται ότι η ανάπτυξη των εσωτερικών αγορών, η απελευθέρωση του διεθνούς εμπορίου, η συνεχής διεύρυνση των υπερεθνικών οργανισμών, κλπ., δίνουν νέους ρόλους στις περιφέρειες του κόσμου με ανεξέλεγκτες συνέπειες στην απασχόληση. Η εξέλιξη αυτή προβλέπεται να ευνοήσει μάλλον τις ήδη ανεπτυγμένες περιοχές, οι οποίες έχουν τη δυνατότητα να προσαρμόζονται ταχύτερα στις νέες συνθήκες.
Οι τεχνολογικές μεταβολές συντελούν σε δραστικές αλλαγές των παραγωγικών κλάδων που οδήγησαν ως τώρα στην ανάπτυξη. Οι επιχειρήσεις που θέλουν να ξεφύγουν από την κρίση εφαρμόζουν νέες τεχνολογίες στην παραγωγική διαδικασία και αναζητούν νέα προϊόντα και αγορές. Η διαδικασία αυτή οδηγεί σταθερά στην εγκατάλειψη παραγωγικών συντελεστών που χρησιμοποιούσαν στο παρελθόν, ως και περιοχών που ήταν εγκατεστημένες. Η πολιτική αυτή οδηγεί σταθερά σε διαδικασίες επανεγκατάστασης, δηλαδή σε εγκατάλειψη μιας περιοχής, με αποτέλεσμα να ενισχύεται η μακροχρόνια ανεργία διαρθρωτικής μορφής, από την οποία πλήττονται κυρίως οι νέοι, οι γυναίκες και όσοι μειονεκτούν εκπαιδευτικά (D. Lyon, 1994).
Επίσης φαίνεται ότι οι παραδοσιακές πολιτικές απασχόλησης τόσο σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και σε επιμέρους χώρες δεν αποδίδουν (P. Meadows, 1996). Όπως εντοπίζεται και στην ελληνική βιβλιογραφία, “η ανεργία αυξάνεται, τα εισοδήματα του κεφαλαίου διογκώνονται χωρίς να βελτιώνεται παράλληλα ούτε η παραγωγή και η απασχόληση, ούτε ακόμη λιγότερο η ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών οικονομικών συστημάτων” (Κ.Βεργόπουλος, 2006). Οι δράσεις που έχουν πραγματοποιηθεί περιορίζονται στην απλή κατάρτιση των ανέργων ή σε οποιαδήποτε άλλη μεμονωμένη ενέργεια, και δεν προσανατολίζονται προς ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα απασχόλησης. Πολλές φορές εφαρμόζονται “πυροσβεστικές” και μη ορθολογικές λύσεις για αύξηση της απασχόλησης, οι οποίες όμως, δεν λύνουν το πρόβλημα της ανεργίας, αλλά αντίθετα το συσκοτίζουν περισσότερο. Για παράδειγμα, η ελαστικοποίηση της εργασίας (συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, μερική απασχόληση, κ.ά) δεν συμβάλλει ουσιαστικά στη μείωση του προβλήματος, εφόσον μετά τη λήξη των συμβάσεων τα άτομα επανέρχονται στην κατάσταση ανεργίας και εφόσον δεν παρέχονται κίνητρα στους εργαζομένους προκειμένου να μειώσουν το ωράριό τους ή να πάρουν πρόωρη συνταξιοδότηση (F. Modigliani et al, 1998)
Επιπλέον, η ισχύουσα νομοθεσία, η οποία εξασφαλίζει μεγάλη αποζημίωση στα άτομα που απολύουν οι επιχειρήσεις, έχει συμβάλλει στη μείωση των προσλήψεων. Αν για παράδειγμα, αυξηθεί η παραγωγή κάποιας επιχείρησης και χρειάζεται περισσότερο εργατικό δυναμικό, δεν προσλαμβάνει νέους υπαλλήλους αλλά τα άτομα που ήδη απασχολούνται στην επιχείρηση εργάζονται υπερωρίες. Με αυτόν τον τρόπο οι επιχειρήσεις επιτυγχάνουν να μην αυξάνεται το εργατικό δυναμικό τους και ταυτόχρονα να μην ξοδεύουν επιπλέον πόρους για την εκπαίδευση νέων υπαλλήλων (F. Modigliani et al, 1998).
Παράλληλα, οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαθέτουν σημαντικούς πόρους σε επιδόματα ανεργίας, με αποτέλεσμα οι άνεργοι, λαμβάνοντας αυτό το επίδομα, να μην επιθυμούν να βρουν απασχόληση. Αυτή η τακτική αυξάνει τα ποσοστά της αεργίας και ταυτόχρονα αφαιρεί τη δυνατότητα από αυτές τις χώρες να επενδύσουν αυτό το χρηματικό ποσό σε επιχειρήσεις ή σε φορείς και να αυξηθούν οι θέσεις εργασίας (T. M. Davidson and J. Pottiez, 1998).
Οι θεωρίες που έχουν διατυπωθεί για την ανεργία χαρακτηρίζονται κυρίως από επαναλήψεις και ανακυκλώσεις ελαφρά τροποποιημένων παραδοχών και επιχειρημάτων. Έτσι, ένας συμβατικός ορισμός της ανεργίας θεωρεί ως άνεργο ένα άτομο που δεν εργάζεται, είναι ικανό για εργασία, επιθυμεί να εργαστεί και έχει προβεί σε ενέργειες για την ανεύρεση εργασίας, χωρίς εντούτοις να έχει καταφέρει να βρει μία θέση απασχόλησης. Συγκεκριμένα, η διαρθρωτική ανεργία οφείλεται στην αναντιστοιχία που υπάρχει ανάμεσα στις εργασιακές δεξιότητες και τα προσόντα που διαθέτουν οι άνεργοι και των απαιτήσεων των εργοδοτών για δεξιότητες και προσόντα προκειμένου να συμπληρώσουν κενές θέσεις εργασίας. Προϋπόθεση συνεπώς είναι η ύπαρξη κενών θέσεων εργασίας (Δετουσόπουλος, 2000). Η ανεργία ελλιπούς ζήτησης ή κυκλική ανεργία δημιουργείται λόγω της ελλιπούς συνολικής ζήτησης για προϊόντα, προκαλώντας έτσι μειωμένη ζήτηση για εργασία ,και επομένως ανεργία (Keynes1936). Μία άλλη μορφή ανεργίας, που πλήττει ιδιαίτερα τις βιομηχανοποιημένες περιοχές είναι η τεχνολογική ανεργία, η άμεση δηλαδή αντικατάσταση της ανθρώπινης εργασίας από μηχανές. Η ανεργία μπορεί να χαρακτηριστεί και ως ακούσια, στις περιπτώσεις στις οποίες υπάρχει μικρή αύξηση των τιμών των αγαθών που καταναλώνουν τα άτομα σε σχέση προς τον συνολικό μισθό τους και που, τόσο η συνολική προσφορά εργασίας που θα ήταν πρόθυμη να προσφερθεί στον τρέχοντα χρηματικό μισθό, όσο και η συνολική ζήτηση για εργασία σε αυτόν τον μισθό, θα είναι μεγαλύτερες από το ισχύον επίπεδο απασχόλησης (Κeynes1936). Με άλλα λόγια, ένα άτομο μπορεί να χαρακτηριστεί ως «ακούσιος άνεργος» όταν ,όντας χωρίς εργασία, θα ήταν πρόθυμο να εργαστεί με έναν μισθό χαμηλότερο από τον ισχύοντα νομοθετικά (Δεδουσόπουλος, 2000). Τέλος, μακροχρόνια άνεργοι μπορούν να χαρακτηριστούν τα άτομα τα οποία έχουν συμπληρώσει 12 ή περισσότερους μήνες ανεργίας.
Όπως είναι ήδη γνωστό πρωτοβουλίες, όπως η στήριξη των επιχειρηματικών πρωτοβουλιών ως προς την έναρξη δραστηριοτήτων μικρομεσαίων επιχειρήσεων, η ενθάρρυνση της δια βίου εκπαίδευσης, η ενίσχυση των δημοσίων κοινοπρακτικών συμβάσεων σε δραστηριότητες που ανέπτυσσε από μόνο του το δημόσιο κατά το παρελθόν, καθώς και η τόνωση της κινητικότητας των εργαζομένων, έχουν βρεθεί να οδηγούν σε μείωση των μη απασχολούμενων πολιτών τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο (Giddens, 1998). Παρόλα αυτά, σε τοπικό επίπεδο, η αποτελεσματικότητα των στρατηγικών αυτών υποσκάπτεται από την φθίνουσα αναλογία θέσεων εργασίας πλήρους και αορίστου χρόνου εργασίας.
Τα διάφορα σχήματα πολλαπλής απασχόλησης που έχουν επικρατήσει στον αστικό χώρο επικεντρώνονται κατά το μεγαλύτερο μέρος τους σε δύο μεγάλες επαγγελματικές κατηγορίες: στα ελευθέρια επιστημονικά επαγγέλματα και στους υπαλλήλους γραφείου. Σ’ αυτά τα επαγγέλματα τόσο οι δυνατότητες από την πλευρά των απασχολούμενων όσο και οι ευκαιρίες από την άποψη των θέσεων εργασίας είναι περισσότερες . Ακόμη, είναι συνηθισμένοι οι επαγγελματικοί συνδυασμοί που διαφοροποιούν απλώς την θέση εργασίας και όχι τον επαγγελματικό ρόλο, όπως είναι για παράδειγμα ο νομικός σύμβουλος μιας εταιρείας (μισθωτή απασχόληση) ο οποίος ταυτόχρονα διατηρεί και δικηγορικό γραφείο. Επίσης συχνά υπάλληλοι γραφείου απασχολούνται σε τομείς παροχής υπηρεσιών, ως οδηγοί ταξί, σερβιτόροι κτλ.
Το αντίστοιχο φαινόμενο παρατηρείται και στον αγροτικό χώρο. Οι πολλαπλές απασχολήσεις είναι συχνά πιο ευκαιριακές και εποχικές γιατί ορισμένα χαρακτηριστικά του αγροτικού χώρου, όπως η μικρή ιδιοκτησία, οι εποχικές καλλιέργειες, καθώς και η τακτική των συμβοηθούντων μελών, ευνοούν τις δεύτερες και τρίτες απασχολήσεις σε δραστηριότητες σαν τον τουρισμό, το εμπόριο, τις εργασίες παροχής υπηρεσιών και υπαλλήλων γραφείου., που κατά κανόνα αντλούνται από την τοπική αγορά εργασίας. Ειδικότερα, η απασχόληση στον τουριστικό τομέα δημιουργεί μια σύγχυση ως προς τον χαρακτηρισμό της κύριας και της δεύτερης απασχόλησης, γιατί η εποχικότητα της απασχόλησης και στους δυο αυτούς τομείς –γεωργικό και τουριστικό- καθιστά δύσκολο το διαχωρισμό της σε κύρια και δεύτερη (Κασιμάτη, 1989).
Το φαινόμενο της εποχικής ανεργίας, η οποία οφείλεται στο χαμηλότερο επίπεδο οικονομικής δραστηριότητας που μαστίζει ορισμένους κλάδους της οικονομίας συγκεκριμένες εποχές του χρόνου. Χαρακτηριστικά επαγγέλματα που εμφανίζουν εποχική ανεργία είναι τα τουριστικά επαγγέλματα, οι οικοδόμοι, οι εργάτες γης και (στην Ελλάδα) κατά την τελευταία δεκαετία οι αναπληρωτές καθηγητές της μέσης εκπαίδευσης και οι δάσκαλοι.( Snapsford και Τζαννάτος1993,).

Εργασία, Ανεργία και Κινητικότητα

Ο όρος κοινωνική κινητικότητα περιγράφει την δυνατότητα που έχουν τα άτομα ή οι ομάδες ατόμων να μετακινηθούν από ένα επίπεδο κοινωνικής θέσης ή κοινωνικής τάξης ή κοινωνικού στρώματος σε κάποιο άλλο ανώτερο, ίδιο η κατώτερο. Ο ίδιος επίσης όρος χρησιμοποιείται για να περιγράψει μετακινήσεις ατόμων ή και ομάδων από μια περιοχή ή χώρο σε μιαν άλλη ή από μια κατάσταση σε μια άλλη διαφορετική. Δηλαδή στοιχεία που σχετίζονται έντονα με τις κοινωνικές διαρθρώσεις. Συγκεκριμένα την σημασία που έχει η διάρθρωση της αγοράς εργασίας για τις τάσεις της κινητικότητας έχει μελετήσει ο Gordon(1972) ο οποίος υποστηρίζει ότι η αγορά εργασίας επιδρά με διαφορετικό τρόπο σε κάθε κοινωνική ομάδα και δημιουργεί διαχωρισμό ανάμεσα στα πρωτεύοντα και δευτερεύοντα επαγγέλματα και εργασίες. Εκείνο όμως που παρουσιάζει ενδιαφέρον είναι η αντίληψη ότι ο χαρακτήρας της επαγγελματικής κινητικότητας είναι διφυής: του ατόμου και της εργασίας. Τα άτομα που ζητούν εργασία και οι κενές θέσεις που υπάρχουν σε έναν οργανισμό έχουν κατά τον White (1970) κοινή συμπεριφορά. Επίσης ο Bowles (1972) υποστηρίζει ότι οι άνισες ευκαιρίες για εκπαίδευση, που υπάρχουν στα διάφορα κοινωνικά στρώματα, συντηρούν τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας. Οι ταξικές ανισότητες του σχολείου , που στη βάση τους είναι οικονομικές, έχουν επίδραση στις τάσεις της κινητικότητας.
Η σύγχρονη έρευνα της κινητικότητας έδειξε μεγαλύτερο ενδιαφέρον στην διερεύνηση των μετακινήσεων μέσα στην ίδια την γενιά (intergenerational mobility). Τα ατομικά χαρακτηριστικά , οι συνθήκες εργασίας καθώς επίσης και άλλοι κοινωνικοί παράγοντες μεταβάλλονται και έχουν ως συνέπεια να μεταβάλλεται και η επαγγελματική κατάσταση του ατόμου. Έτσι, οι μετακινήσεις που πραγματοποιεί το άτομο στη διάρκεια της επαγγελματικής του ζωής δεν είναι ούτε κανονικές στην επανάληψη τους ούτε σταθερές στον χρόνο (Svalastoga 1959) .
Σύμφωνα με τα παραπάνω σε αυτό το σημείο θα πρέπει να αναφέρουμε ότι την έννοια της κοινωνικής κινητικότητας συμπληρώνουν οι μορφές ή διαστάσεις που αυτή παίρνει για το άτομο και την κοινωνία.
Ανάλογα λοιπόν με την κατεύθυνση που έχει η κινητικότητα, χωρίζεται στην Κάθετη και την Οριζόντια κινητικότητα. Η κάθετη κινητικότητα χαρακτηρίζεται ως ανοδική όταν το άτομο μετακινείται από ένα χαμηλότερο επίπεδο προς ένα αντίστοιχο ψηλότερο και ως καθοδική όταν οι μετακινήσεις παρουσιάζουν αντίστροφη κατεύθυνση ενώ στην οριζόντια κινητικότητα το άτομο μετακινείται μεν αλλά δεν αλλάζει ουσιαστικά επίπεδο.
Σύμφωνα με το κριτήριο της Υφής των μετακινήσεων έχουμε την Δομική ή διαρθρωτική κινητικότητα και την Γνήσια ή ανταλλακτική κινητικότητα (Boudon, 1973) .Στην δομική κινητικότητα οι αλλαγές που έχουν επέλθει στις κοινωνικές δομές αναγκάζουν τα άτομα να συμμορφωθούν προς αυτές τις αλλαγές και γι’ αυτό μετακινούνται. Αντίθετα με την δομική κινητικότητα στη γνήσια κινητικότητα οι μετακινήσεις που πραγματοποιούνται από μια κοινωνική κατηγορία Α σε μια άλλη Β συνοδεύονται από μετακινήσεις ισοδύναμου αριθμού από την Β προς Α και επομένως δεν μεταβάλλεται η ποσοτική σχέση ανάμεσα στις διάφορες κοινωνικές κατηγορίες που παραμένουν σε γενικές γραμμές σταθερές. Αναφορικά με το κριτήριο του χρόνου η κινητικότητα διακρίνεται στην Ενδογενεακή κινητικότητα και την Διαγενεακή κινητικότητα (Coxon,1975). Ενδογενεακή κινητικότητα αφορά τις μετακινήσεις που πραγματοποιεί το άτομο σε διάφορες φάσεις τις ζωής του όπως είναι η αλλαγή επαγγελμάτων ή τομέων απασχόλησης ενώ η Διαγενεακή κινητικότητα αναφέρεται σε συγκρίσεις θέσης, τάξης, στρώματος, επαγγέλματος, επιπέδου μόρφωσης, γεωγραφικής περιοχής κ.ά ανάμεσα σε δυο ή περισσότερες γενιές. Τέλος όσον αφορά το περιεχόμενο της κινητικότητας σημειώνουμε ότι οι πιο σημαντικές μορφές είναι η Εκπαιδευτική ή επαγγελματική κινητικότητα και η Γεωγραφική κινητικότητα (Κασιμάτη, 2001).
Στην γεωγραφική κινητικότητα αντικείμενο μελέτης είναι οι μετακινήσεις του ατόμου από την αγροτική περιοχή προς τα αστικά κέντρα και αντίστροφα, από μια συνοικία προς μια άλλη , από μια πόλη η περιοχή η γεωγραφικό διαμέρισμα σε ένα άλλο και τέλος από μια χώρα σε μια άλλη.

Τι είναι τα κοινωνικά δίκτυα και πως συμμετέχουν στις λειτουργίες της αγοράς εργασίας

Ως κοινωνικά δίκτυα μπορούν να οριστούν τα «πολυδιάστατα συστήματα επικοινωνίας και διαμόρφωσης της ανθρώπινης πρακτικής και την κοινωνικής ταυτότητας» (Χτούρης 2003). Οι Walker, MacBride, and Vachon (1977), όρισαν ως κοινωνικό δίκτυο το άθροισμα των προσωπικών επαφών μέσω των οποίων το άτομο διατηρεί την κοινωνική του ταυτότητα, λαμβάνει συναισθηματική υποστήριξη, υλική ενίσχυση και συμμετοχή στις υπηρεσίες, έχει πρόσβαση στις πληροφορίες και δημιουργεί νέες κοινωνικές επαφές. Τα κοινωνικά δίκτυα συνήθως αποτελούνται από τα μέλη της οικογένειας, τους φίλους και τους γνωστούς και περιλαμβάνουν τρεις κρίσιμες έννοιες: α) το μέγεθος ή το εύρος, το οποίο αναφέρεται στον αριθμό των ατόμων που συμμετέχουν στο δίκτυο, β) στη σύνθεση που αφορά το ποσοστό συμμετοχής στο δίκτυο μελών της ευρύτερης οικογένειας ή φίλων, γ) η συχνότητα που δηλώνει το πόσο συχνά τα μέλη ενός κοινωνικού δικτύου αλληλεπιδρούν.
Στη σύγχρονη παγκοσμιοποιημένη αγορά παρατηρείται ένα παράδοξο φαινόμενο: η επικράτηση νέων τεχνολογικών δικτύων και η διάχυση της πληροφορίας υπερβαίνει και αναιρεί τα εθνικά σύνορα, αλλά παράλληλα επαναπροσδιορίζει την τοπικότητα. Οι εγχώριες αγορές καλούνται να αποσαφηνίσουν τη σχέση τους προς τη νέα οικονομία και το διεθνές οικονομικό γίγνεσθαι και να κατασκευάσουν νέους διαύλους και δίκτυα επικοινωνίας με αυτό. «Με αυτό τον τρόπο ένας τοπικός πολιτισμός δέχεται την επίδραση των αλλαγών που συμβαίνουν σε παγκόσμιο επίπεδο, ενώ παράλληλα αλληλοδομείται με άλλους ισοδύναμους και ισομεγέθεις τοπικούς πολιτισμούς» (Χτούρης, 2003).
Ελλοχεύει ο κίνδυνος να θεωρηθεί ότι ένα δίκτυο είναι απλώς ένα παθητικό άθροισμα διόδων μεταξύ των οποίων μεταφέρονται υλικά, αγαθά, πληροφορίες και ερμηνευτικά σχήματα, όμως στην πραγματικότητα τα δίκτυα είναι κοινωνικά, οικονομικά και πολιτισμικά μορφώματα τα οποία στηρίζονται κυρίως στη συμβολική τους διάσταση, έχουν διάρκεια και διατηρούν έμμεσες μόνο σχέσεις με τα όρια του φυσικού χώρου και τα τεχνικά και διοικητικά συστήματα διασύνδεσης των διαφόρων γεωγραφικών περιοχών. « Ο φυσικός χώρος αποτελεί μόνο ένα γενικευμένο πλαίσιο αναφοράς και όχι την ουσιαστική πλατφόρμα πάνω στην οποία αναπτύσσονται τα πολιτισμικά , κοινωνικά και οικονομικά δίκτυα. Πολλές φορές είναι τα δίκτυα που μετασχηματίζουν το φυσικό χώρο και τον συμπληρώνουν με τη δική τους νοητή χωρική κατασκευή» (Χτούρης, 2003). Επομένως, δεν έχει νόημα η μελέτη των δικτύων που αναπτύσσονται σε μια συγκεκριμένη περιοχή όπως το Β. Αιγαίο, παρά μόνο μέσα από τη συνολική τους διάσταση.
Δεν πρέπει να αγνοηθεί το γεγονός ότι στη προσπάθεια μελέτης των ατομικών, επαγγελματικών και οικογενειακών δικτύων, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο άμεσος βιωματικός κόσμος των κατοίκων μιας περιοχής, οι νοητές σχέσεις τους με πρόσωπα και ομάδες, με κοινωνικούς θεσμούς και γενικότερα πολιτισμικά μορφώματα. Τέλος, δεν είναι δυνατόν να αγνοηθεί η επιρροή της τεχνολογίας, με τη δυνατότητα της να συνδέει απλούς ή σύνθετους αυτοματισμούς με κοινωνικές, οικονομικές και πολιτισμικές διαδικασίες. Η νέα μορφή κοινωνικού χώρου που δημιουργείται με την αλληλεπίδραση όλων των προαναφερθέντων παραγόντων εξαρτάται εν πολλοίς από το περιεχόμενο και τις επικοινωνιακές πρακτικές , οι οποίες καθορίζουν την διάχυση του σε πολλαπλούς χώρους και κοινωνικές ομάδες. Η στάση που θα κρατήσει η τοπική κοινωνία απέναντι στη νέα πραγματικότητα θα κρίνει την πλήρη αποδόμησή της, την αφομοίωσή της ή την ομαλή ενσωμάτωσή της στο παγκόσμιο δίκτυο.
Πολλές μεταβλητές έχουν χρησιμοποιηθεί για να μετρηθεί ο ρόλος των κοινωνικών δικτύων οι οποίες χωρίζονται στις εξής κατηγορίες:
• Οι εξεταζόμενοι καταγράφουν τον αριθμό των ατόμων στην περιοχή τους ή αλλού, στα οποία θα μπορούσαν να απευθυνθούν για να λύσουν κάποιο εργασιακό τους πρόβλημα.
• Καταγραφή των μελών της ευρύτερης οικογένειας, στα οποία θα μπορούσε να καταφύγουν για να αντιμετωπιστούν οικονομικά και επαγγελματικά θέματα.
• Καταγραφή του αριθμού των ατόμων που αντιμετώπισαν παρόμοια προβλήματα, τα οποία θα μπορούσαν να μοιραστούν τις εμπειρίες τους με τους υποψηφίους εργαζομένους.
• Καταγραφή του αριθμού των ατόμων, που έχουν επιλύσει επιτυχώς θέματα απασχόλησης, στα οποία θα μπορούσε να απευθυνθεί ο υποψήφιος εργαζόμενος.
• Μεταβλητές στάσεων, όπως αυτονομία, υπευθυνότητα, οικονομική άνεση, φιλοδοξίες και εξάρτηση.
• Δημογραφικές μεταβλητές όπως περιοχή, ηλικία, μορφωτικό επίπεδο, τόπος διαμονής κ.λ.π.
Η συναισθηματική υποστήριξη που παρέχουν τα κοινωνικά δίκτυα παίρνει τη μορφή κάλυψης απέναντι στα αρνητικά αποτελέσματα των αγχογόνων καταστάσεων (MacLanahan, Wedemeyer & Adelberg, 1981). Η υλική υποστήριξη εμπεριέχει τη βοήθεια για την εξεύρεση λύσεων σε συγκεκριμένα υλικά θέματα.
Μια σειρά εμπειρικών μελετών κατά την περίοδο 1930-2000 (30 μελέτες εν συνόλω) αποδεικνύουν τη σχέση μεταξύ κοινωνικών δικτύων και εξεύρεσης εργασίας. Τα μέσα ποσοστά των θέσεων εργασίας που βρέθηκαν μέσω κοινωνικών δικτύων κυμαίνονται μεταξύ 30%-60%. Οι παρατηρήσεις στον αγγλοσαξονικό χώρο φανερώνουν ότι οι εργαζόμενοι σε μια επιχείρηση παρέχουν ασφαλείς και ακριβείς πληροφορίες για τις δεξιότητες (επαγγελματικές και ακαδημαϊκές) των φίλων τους, συνταιριάζοντας τους κατ αυτόν τον τρόπο με θέσεις εργασίας που τους ταιριάζουν. (Bewley 1999) Ως αποτέλεσμα αυτής της ροής πληροφοριών αυξάνεται και η πιθανότητα εύρεσης κατάλληλου επαγγέλματος και αυξάνεται και η παραγωγικότητα λόγω καταλληλότητας εργαζομένων.
Ο Granovetter (1973) θεώρησε ότι είναι οι αδύναμοι δεσμοί των κοινωνικών δικτύων που εξασφαλίζουν περισσότερες ευκαιρίες απασχόλησης συγκριτικά με τους στενούς φίλου και συγγενείς, δεδομένου ότι παρέχουν μεγαλύτερη πληθώρα πληροφοριών και διαθέτουν μεγαλύτερη διασπορά και ποικιλία στις ευκαιρίες απασχόλησης. Με την άποψη αυτήν συμφωνεί και ο Mongomery (1992).
Η θεωρία της κοινωνικής απομόνωσης (Kain 1968,Wilson 1996) επιβεβαιώνει εμπειρικά ότι μεγάλο ποσοστό της διασποράς της ανεργίας μπορεί να εξηγηθεί από έλλειψη κοινωνικών και εργασιακών δικτύων. Τα άτομα που έχουν πρόσβαση σε αυτά, εξασφαλίζουν καλύτερες θέσεις εργασίας και έχουν υψηλότερο εισόδημα. Μάλιστα, στις Αφροαμερικάνικες κοινότητες στις Ηνωμένες πολιτείες παρατηρήθηκε το ακόλουθο παράδοξο φαινόμενο που εδραίωσε ακόμη περισσότερο την καταλυτική επίδραση των κοινωνικών δικτύων στο οικονομικό και κοινωνικό status ολόκληρων κοινοτήτων : κατά τις δεκαετίες αυτές έγινε μια συνταιριασμένη προσπάθεια άρσης των μειονοτικών διακρίσεων που είχε ως αποτέλεσμα την ενσωμάτωση του μαύρου πληθυσμού στην κοινωνία των Η.Π.Α. Αν και θεωρητικά αυτό θα είχε ευεργετικά αποτελέσματα, παρατηρήθηκε στα πρώτα στάδια ότι η διάλυση των κοινωνικών δικτύων των μαύρων κοινοτήτων κατέληξε σε ένα υψηλό ποσοστό ανεργίας και στην επιδείνωση των εργασιακών συνθηκών.
Ένας από τους μεγαλύτερους ερευνητές που αναφέρθηκε και παραπάνω, Montgomery (1991), κατέδειξε με εμπειρικό τρόπο ότι οι επιχειρήσεις στερούνται πληροφοριών σχετικά με την παραγωγικότητα των υπαλλήλων, δεδομένου ότι οι τεχνικές πρόσληψης (συνέντευξη, ερωτηματολόγιο, αυτοαξιολόγηση, παραδείγματα δουλείας, τεστ ικανοτήτων) δεν συσχετίζονται σε υψηλό βαθμό με την μετέπειτα πορεία του υπαλλήλου που επηρεάζονται σημαντικά από υποκειμενικούς παράγοντες. Αντιθέτως παρατηρήθηκε ότι γινόταν καταλληλότερη επιλογή υπαλλήλων εφόσον λαμβάνονταν υπόψη οι προτάσεις υπαλλήλων υψηλής παραγωγικότητας για πλήρωση των κενών θέσεων από φίλους και γνωστούς τους. Οι υπάλληλοι που τελικά προσλαμβάνονταν με τον τρόπο αυτόν απολάμβαναν υψηλότερους μισθούς. Ο Montgomery καταλήγει στο ότι ο ρόλος των δικτύων συνοψίζεται στην ευκαιρέστερη μετάδοση πληροφοριών. Με τα ευρήματα αυτά συμφωνούν και οι Calvo- Armengolo & Zenou (2002), Calvo- Armengolo & Jackson (2002).
Παρατηρούμε λοιπόν ότι η κοινωνική δικτύωση συσχετίζεται όχι μόνο με οικονομικούς και κοινωνικούς εξισορροπητικούς για την αγορά εργασίας παράγοντες, αλλά και με υψηλότερα ποσοστά εργασιακής ικανοποίησης (Granovetter 1995), χαμηλότερα ποσοστά παραιτήσεων (Datcher 1983) και υψηλότερους μισθούς (Granovetter 1995). Μάλιστα ο Ludwig (2000) και Topa (2001) παρατήρησαν ότι τα υψηλότερα ποσοστά εργασιακής ικανοποίησης σε δουλειές που επετεύχθησαν μέσω κοινωνικών δικτύων οφείλεται όχι στους υψηλότερους μισθούς αλλά στο ποιοτικότερο κοινωνικο- συναισθηματικό κλίμα που δημιουργείται σε μια επιχείρηση λόγω του γεγονότος ότι εργάζονται σε αυτό φίλοι.
Ο Brain V. Krauth (2001) θεωρεί ότι κρίσιμος παράγοντας για τα κοινωνικά δίκτυα είναι η σταθερότητα τους. Οι πιο πολλές κοινωνιολογικές θεωρίες λαμβάνουν τα κοινωνικά δίκτυα ως στατικά μορφώματα τα οποία αντιστέκονται στην αλλαγή, γεγονός που δεν επαληθεύεται από την πραγματικότητα. Αντιθέτως είναι η ευκαμψία των κοινωνικών δικτύων που εξασφαλίζει μεγαλύτερη πρόσβαση στην αγορά εργασίας.
Πολλές φορές ο ρόλος των κοινωνικών δικτύων όσον αφορά τα κοινωνικά, οικονομικά, επαγγελματικά και οικογενειακά προβλήματα των γυναικών είναι καθοριστικός, δεδομένου ότι παρέχει εναλλακτικές λύσεις σε θέματα όπως απασχόληση, οικονομική ανεξαρτησία μετά από διαζύγιο, φροντίδα παιδιών, διαχείριση άγχους, αυτοαπασχόληση και επαγγελματική συμβουλευτική.
Οι εμπειρικές έρευνες επιβεβαιώνουν ότι όσο μεγαλύτερο είναι ένα δίκτυο και όσο συχνότερη η επαφή των μελών του τόσο πιο αποτελεσματική είναι η βοήθεια που προσφέρουν κυρίως στις εργαζόμενες γυναίκες. Όσον αφορά τη σύνθεση του δικτύου βρέθηκε ότι για υλική βοήθεια τα μέλη της οικογένειας είναι τα καταλληλότερα πρόσωπα προς τα οποία καταφεύγουν οι γυναίκες με προβλήματα ανεργίας, ενώ για συναισθηματική υποστήριξη περισσότερο αποτελεσματικά είναι τα δίκτυα των φίλων.
Τα ευρήματα των περισσοτέρων εμπειρικών μελετών μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:
• Τα κοινωνικά δίκτυα μεταφέρουν σημαντικές πληροφορίες τόσο στους εργαζόμενους όσο και στις επιχειρήσεις αυξάνοντας την παραγωγικότητα.
• Η μακροπρόθεσμη απασχόληση είναι άμεση συνάρτηση του αριθμού των συνδέσμων του κοινωνικού κεφαλαίου, του ποσοστού αυτών των συνδέσμων που είναι ασθενείς και των ατομικών χαρακτηριστικών αυτών των εργαζομένων.
• Η σχέση των κοινωνικών δικτύων με την απασχόληση είναι μη γραμμική.
• Τα στενά κοινωνικά δίκτυα μπορούν να έχουν το αντίθετο αποτέλεσμα όσον αφορά την αποτελεσματικότητα τους για την εξεύρεση εργασίας, δεδομένου ότι έχουν επικαλυπτόμενες αντιλήψεις, στάσεις και πληροφορίες.
• Σε μειονεκτικότερη θέση βρίσκονται οι υποψήφιοι εργαζόμενοι που δεν έχουν κοινωνικά δίκτυα.
• Σημαντική επίδραση στην εξεύρεση εργασίας παίζει το κοινωνικό κεφάλαιο μιας περιοχής εφόσον αλληλεπιδρά με τα κοινωνικά δίκτυα. Έρευνες στο εξωτερικό έχουν δείξει ότι απλή συμμετοχή σε συλλόγους και σωματεία, αυξάνουν σημαντικά τον αριθμό των συνδέσμων των κοινωνικών δικτύων και κατά συνέπεια τις πιθανότητες απασχόλησης.

Ανασκόπηση ελληνικών ερευνών για κοινωνικά δίκτυα, απασχόληση και κοινωνικό κεφάλαιο.
Η μελέτη των κοινωνικών δικτύων στον Ελλαδικό χώρο έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή έχει συνδεθεί με την επαγγελματική αποκατάσταση των νέων (Ζαννή Τελιοπούλου, ΕΚΕΠ 1999), τον κοινωνικό αποκλεισμό ειδικά σε οικογένειες με μικρά παιδιά (Home-Start International 2001) και έχει εξεταστεί ως διαμεσολαβητικός άτυπος θεσμός και προνομιακός μηχανισμός για την μετάβαση στην απασχόληση.
Σε όλες τις προαναφερθείσες έρευνες η συμβολή τους κρίνεται ως καθοριστική ειδικά ως πηγή άντλησης πληροφοριών, δεδομένου ότι οι νέοι δεν έχουν διαμορφώσει μια σαφή στρατηγική σχετικά με την επαγγελματική τους αποκατάσταση. Ειδικά τα οικογενειακά δίκτυα ενδυναμώνουν τα άτομα και τους συγγενικούς δεσμούς , την άσκηση ελέγχου στα γεγονότα της ζωής και έχουν ύψιστη σημασία ως προληπτική στρατηγική για οικογένειες που ζουν σε αγχογόνα περιβάλλοντα. Τα κοινωνικά δίκτυα συσχετίζονται με την καταναλωτική ισχύ και τους πόρους, το είδος της παραγωγής, την προσβασιμότητα των κρατικών υπηρεσιών, την κοινωνική δραστηριότητα και τις υποκειμενικές αντιλήψεις κοινωνικής ενσωμάτωσης.
Όπως τονίζει η Αθανασοπούλου, το κοινωνικό κράτος, τα πολιτικά κόμματα, τα νέα κοινωνικοπολιτικά κινήματα, οι αντιλήψεις για αυτοδιαχείριση και η εντεινόμενη διαδικασία παγκοσμιοποίησης έχουν αποδυναμώσει το σύστημα κοινωνικής προστασίας στην Ελλάδα, γεγονός που αναδεικνύει το κοινωνικό κεφάλαιο και τα δίκτυα σε μείζονος σημασίας αντισταθμιστικά μορφώματα, που στηρίζουν την κοινωνική συνοχή. Επομένως τα οικογενειακά και τα ανθρώπινα δίκτυα που εμπλέκονται στις διαδραστικές σχέσεις θεσμών, οργανώσεων και εργαζομένων μπορούν να διαδραματίσουν διαμεσολαβητικό ρόλο και να φανούν ιδιαίτερα χρήσιμα για την κατανόηση της τεχνολογικής μεταβολής και της ανάπτυξης της παραγωγικότητας (Χτούρης 2003).
Ειδικότερα, σύμφωνα με την έρευνα του Πανεπιστημίου Κρήτης και της ΑΔΕΔΥ, η ανεργία αποδίδεται στην έλλειψη κοινωνικών κεφαλαίων και δικτύων, στην ανεπάρκεια του εκπαιδευτικού κεφαλαίου και κατάρτισης και αποτελεί δομικό στοιχείο της Ελληνικής οικονομίας. Η οικογένεια και το ευρύτερο συγγενικό δίκτυο, ενεργοποιείται για την εύρεση εργασίας σε συνδυασμό δίκτυα προσωπικών σχέσεων, δεδομένου ότι οι κρατικοί θεσμοί- διαμεσολαβητές (ΟΑΕΔ) καθώς και τα απρόσωπα δίκτυα πληροφόρησης (αγγελίες εφημερίδων) δεν είναι αποτελεσματικά.
Η Ελληνική οικογένεια, σύμφωνα με τις γνώσεις που διαθέτουμε από την σύγχρονη κοινωνική ιστορία της Ελλάδας αποτελεί το σημαντικότερο κοινωνικό κεφάλαιο (Coleman 1994) της ελληνικής νεολαίας. Αυτό συμβαίνει σε μεγαλύτερη έκταση και χρονική διάρκεια, από ότι παρατηρούμε συνήθως στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες. Ειδικότερα μπορούμε να τονίσουμε ότι το κοινωνικό κεφάλαιο μέσα στην οικογένεια (Coleman 1998) και ειδικότερα αυτό που παράγεται στις σχέσεις μεταξύ των παιδιών και των γονέων, καθώς και στις σχέσεις της εκτεταμένης οικογένειας, αποτελεί την κύρια βάση πάνω στην οποία το παιδί και ο νέος διαμορφώνει την κοινωνική του ταυτότητα και προσδιορίζει τις εκπαιδευτικές και επαγγελματικές τους στρατηγικές. Από τις σχέσεις της ενδοοικογενειακής συμπαράστασης και τις επιλογές της οικογένειας φαίνεται ότι καθορίζονται κυρίως οι δυνατότητες για τις σπουδές και την μακρόχρονη διαδικασία αναζήτησης του κατάλληλου επαγγέλματος.
Σε αντίθεση με την σημαντική παρουσία της οικογένειας, το εξωτερικό κοινωνικό κεφάλαιο και τα δίκτυα με την μορφή των σχέσεων με την κοινότητα και θεσμούς του δημόσιου χώρου παρουσιάζεται λίγο ανεπτυγμένο. Σε αυτό συντελεί ο χαμηλός βαθμός ανάπτυξης των κατάλληλων θεσμών στον χώρο του πολιτισμού και του εθελοντισμού.
Η δομή της σύγχρονης οικογένειας δεν φαίνεται να απειλείται σημαντικά ενώ οι μετασχηματισμοί της αφορούν κυρίως την εκτεταμένη και παραδοσιακή οικογένεια και του δεσμού της με τον τόπο καταγωγής στην παραδοσιακή αγροτική Ελλάδα.
Σίγουρα παρατηρούμε και στην Ελλάδα ένα αυξανόμενο αριθμό των διαζυγίων και σημαντικές αλλαγές στις πρακτικές της γαμηλιότητας και στον κύκλο ζωής των νοικοκυριών. Παρόλα αυτά, η γενικότερη οικονομική ανασφάλεια και η αίσθηση των κινδύνων της ανεργίας σε συνδυασμό με τους περιορισμούς των εισοδημάτων, οδηγούν την πυρηνική οικογένεια σε μια αμυντική στάση αυτοπροστασίας της και διασφάλισης των βασικών σχέσεων συμπαράστασης και αμοιβαίας προστασίας (Χτούρης 2003).
Τα οικογενειακά δίκτυα παίζουν καθοριστικό ρόλο στην περίπτωση των οικογενειακών επιχειρήσεων. Ο τύπος αυτός φέρει όλα τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από τους ισχυρούς δεσμούς των μελών, αλλά παράλληλα διακυβεύει τις ισορροπίες λόγω της διαχείρισης της διοίκησης, των ατομικών ενδιαφερόντων και των στόχων, που ενδεχομένως να διαταράξουν τις σχέσεις της οικογένειας. Τα οικογενειακά δίκτυα επηρεάζουν την διάθεση για επιχειρηματικότητα, διευκολύνουν και ελέγχουν τις αποφάσεις και παρέχουν υλική, συναισθηματική και κοινωνική στήριξη, πολλαπλασιάζοντας τις πιθανότητες επιτυχίας. Ταυτόχρονα όμως εμπλέκουν τα οικονομικά αδύναμα μέλη της οικογένειας σε ασχολίες που ενδεχομένως βρίσκονται εκτός επαγγελματικών τους φιλοδοξιών. Αυτό είναι ιδιαιτέρως αληθές για τις γυναίκες οι οποίες μερικές φορές αδυνατούν να διαμορφώσουν δική τους επαγγελματική ταυτότητα, αποφεύγοντας ωστόσο την ανεργία.
Τα οικογενειακά δίκτυα δεν μπορεί να εξετάζονται αποκομμένα από το πολιτισμικό πλαίσιο της κοινωνίας στην οποία εντάσσονται. Είναι προφανής η σύνδεση των κοινωνικών δικτύων με την κουλτούρα γενικότερα και ειδικότερα με το σύνολο των αξιών, στάσεων, αντιλήψεων, προσωπικών ερμηνειών που αντικατοπτρίζουν την επιχειρησιακή κουλτούρα.


Εξέλιξη του Εργατικού δυναμικού

Το εργατικό δυναμικό, ως ποσοστό του συνολικού πληθυσμού 14 ετών και άνω, παραμένει, μεταξύ 1988 και 2002, σταθερά σε χαμηλά επίπεδα, μεταξύ 37% και 44% περίπου. Αυτό το ποσοστό μπορεί να θεωρηθεί εξαιρετικά χαμηλό για μία Ευρωπαϊκή περιοχή, εξηγείται όμως από την μικρή συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας και από τη μεγάλη καθυστέρηση, που παρουσιάζουν οι νέοι στην είσοδό τους στον επαγγελματικό βίο. Μεταξύ του 1993 και του 1997 παρατηρούμε μεγαλύτερη πτώση αυτού του ποσοστού, δηλαδή κάτω από το 40% (Πίνακας Α8).

Πίνακας A8: Εξέλιξη εργατικού δυναμικού
Έτος Εργατικό δυναμικό ως % ποσοστό του συνολικού πληθυσμού 14 ετών και άνω Δείκτης ανεργίας
(άνεργοι στο σύνολο απασχολούμενων και ανέργων) Μη οικονομικά ενεργοί ως % ποσοστό του συνολικού πληθυσμού 14 ετών και άνω Άνεργοι ηλικίας 14-29 ως % ποσοστό του συνόλου των ανέργων
1988 43,68 5,42 56,32 64,90
1989 42,67 6,60 57,33 69,84
1990 42,31 4,70 57,69 59,08
1991 40,75 8,76 59,25 68,29
1992 43,76 5,23 56,24 56,25
1993 38,06 5,78 61,94 64,78
1994 37,00 8,00 63,00 65,50
1995 38,82 5,58 61,18 67,99
1996 40,82 7,64 59,17 56,95
1997 37,78 7,47 62,21 61,47
1998 44,18 10,95 55,81 59,45
1999 42,06 11,28 57,93 55,17
2000 39,51 7,41 60,48 51,87
2001 40,22 6,08 57,77 54,32
2002 42,80 8,77 57,20 51,80
2003 43,84 7,55 56.16 -
2004 46,00 9,31 53,00 -
Πηγή: ΕΣΥΕ

Ο δείκτης ανεργίας παρουσιάζει αυξητική τάση την περίοδο 1988-2004, αν και παρουσιάζεται μειωμένος σε σχέση με το σύνολο της χώρας. (Κ. Ρόντος, 1996)
Η χρονολογική σειρά επηρεάζεται από την αλλαγή μεθοδολογίας, που έχει δεχθεί η σχετική έρευνα Εργατικού Δυναμικού, την οποία διεξάγει η ΕΣΥΕ. Τα δεδομένα του 2004 έχουν παραχθεί με την πλέον ενδεδειγμένη μεθοδολογία, με αποτέλεσμα να θεωρούνται ιδιαίτερα έγκυρα. Ο σχετικός δείκτης για το έτος αυτό (9,31) προσεγγίζει ικανοποιητικά την κατάσταση της ανεργίας στην Περιφέρεια. Ο δείκτης του 2004 είναι χαμηλότερος αυτού της Ελλάδος κατά δύο περίπου μονάδες.
Στην επίσημα μετρήσιμη ανεργία θα πρέπει να προσθέσουμε την συγκεκαλυμμένη ανεργία, που αφορά μεγάλο τμήμα των αυτοαπασχολούμενων και των άμισθων βοηθών στις οικογενειακές επιχειρήσεις (Κ. Ρόντος, 1996).
Η ανεργία πλήττει ιδιαίτερα τις ηλικίες των νέων (14-29), που αποτελούν τα 2/3 περίπου των ανέργων στα τέλη της δεκαετίας του ’80 (Πίνακας Α8). Πρόσφατα το ποσοστό περιορίζεται στο μισό του συνόλου.
Επίσης, η σχετικά μεγάλη ηλικία του εργατικού δυναμικού είναι σημαντικό πρόβλημα της απασχόλησης στο Βόρειο Αιγαίο. Από το γράφημα 3 παρατηρείται, ότι το εργατικό δυναμικό ηλικίας άνω των 40 ετών πλειοψηφεί έναντι των υπολοίπων ηλικιακών ομάδων.
Στις ηλικίες 30-64 ετών, το ποσοστό των ανδρών που ανήκουν στο εργατικό δυναμικό είναι σχεδόν διπλάσιο από αυτό των γυναικών. Παίρνοντας υπόψη την κοινωνική δομή της Λέσβου και την παραδοσιακή δομή της οικογένειας, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε, ότι η πλειοψηφία των γυναικών άνω των 30 που δηλώνουν ότι δεν εργάζονται, ούτε επιθυμούν να εργασθούν (δηλαδή δεν ανήκουν στο εργατικό δυναμικό), δεν πρόκειται να επιστρέψει στην αγορά εργασίας. Εξαιρέσεις θα μπορούσαν να αποτελέσουν, πιθανά, δραστηριότητες της κοινωνικής οικονομίας, στις οποίες συνδυάζονται ανάγκες της οικογενειακής ζωής με την οικονομική δραστηριότητα.

Γράφημα 3: Εργατικό Δυναμικό 2002


Ωστόσο, μεταξύ του 1990 και του 2001 παρατηρούμε μια σχετική αύξηση της συμμετοχής των γυναικών στο εργατικό δυναμικό. Από 24,5 % το 1990, οι γυναίκες βελτίωσαν την συμμετοχή τους στο 27,1% του συνόλου του εργατικού δυναμικού της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου. Ωστόσο, σε σχέση με το σύνολο της χώρας, το Βόρειο Αιγαίο παρουσιάζει απόκλιση, ως προς τη συμμετοχή των γυναικών στο εργατικό δυναμικό. Το 2002, στο σύνολο της χώρας, η συμμετοχή του εργατικού δυναμικού για τους άνδρες και τις γυναίκες ήταν 67,9 και 37,6%, ενώ, στο Βόρειο Αιγαίο, οι ίδιοι δείκτες μόλις πλησιάζουν το 54,5 και το 27,1% αντίστοιχα (ΕΣΥΕ, Έρευνα Εργατικού Δυναμικού).
Το 1991 ο πρωτογενής τομέας, οι κατασκευές και οι μεταφορές αποτελούν τις δραστηριότητες της Περιφέρειας, που είναι πιο εκτεταμένες σε σύγκριση με τη χώρα, σύμφωνα με τον συντελεστή L.Q. (Πίνακας Α9)
Τα πιο πρόσφατα στοιχεία του 2001 δείχνουν, ότι η εικόνα δεν διαφοροποιείται ως προς τα παραπάνω χαρακτηριστικά. Είναι χαρακτηριστικό, ότι το 2001, σε σχέση με το 1991, η ενασχόληση με τον πρωτογενή τομέα είναι πιο εκτεταμένη, σε σύγκριση με το σύνολο της χώρας (L.Q.= 1,54 το 2001, έναντι 1,30 το 1991). Ουσιαστικά, το εύρημα αυτό οφείλεται στο γεγονός, ότι η συμμετοχή του πρωτογενή τομέα στο σύνολο της απασχόλησης της περιφέρειας παραμένει σταθερή στην δεκαετία 1991-2001, στο 22% περίπου, ενώ, στο σύνολο της χώρας, το αντίστοιχο ποσοστό μειώνεται από 17,28% το 1991 σε 14,42% το 2001(Πίνακας Α10).

Πίνακας A9: Απασχολούμενοι κατά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας 1991
ΟΜΑΔΕΣ ΚΛΑΔΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ Β.ΑΙΓΑΙΟ ΣΥΝΟΛΟ ΧΩΡΑΣ Β. ΑΙΓΑΙΟ % ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΣΥΝΟΛΟ ΧΩΡΑΣ % ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ L.Q.
Γεωργία, κτηνοτροφία, θήρα, δασοκομία, αλιεία 13493 671476 22,42 17,28 1,30
Ορυχεία, λατομεία 164 16019 0,27 0,41 0,66
Μεταποιητικές βιομηχανίες 4274 534734 7,10 13,76 0,52
Παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, φυσικού αερίου, νερού 501 33705 0,83 0,87 0,96
Κατασκευές 7064 289468 11,74 7,45 1,58
Εμπόριο, επισκευές, ξενοδοχεία, εστιατόρια 9652 662610 16,04 17,05 0,94
Μεταφορές, αποθήκευση επικοινωνίες 4986 250018 8,29 6,43 1,29
Ενδιάμεσοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί 855 74219 1,42 1,91 0,74
Λοιπές υπηρεσίες 13589 889267 22,58 22,88 0,99
¨Νέοι¨ 2644 168416 4,39 4,33 1,01
Δεν δήλωσαν κλάδο οικονομικής δραστηριότητας 2952 296225 4,91 7,62 0,64
Σύνολο 60174 3886157 100 100 1,00
ΠΗΓΗ: ΕΣΥΕ, Αποτελέσματα Απογραφής Πληθυσμού Κατοικιών, Οικονομικά Χαρακτηριστικά, 1991


Πίνακας A10: Απασχολούμενοι κατά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας 2001
ΟΜΑΔΕΣ ΚΛΑΔΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ Β.ΑΙΓΑΙΟ ΣΥΝΟΛΟ ΧΩΡΑΣ Β. ΑΙΓΑΙΟ % ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΣΥΝΟΛΟ ΧΩΡΑΣ % ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ L.Q.
Γεωργία, κτηνοτροφία, θήρα, δασοκομία, αλιεία 14.570 591.669 22,14 14,42 1,54
Ορυχεία, λατομεία 142 11.346 0,22 0,28 0,78
Μεταποιητικές βιομηχανίες 3.788 492.911 5,76 12,02 0,48
Παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, φυσικού αερίου, νερού 619 37.236 0,94 0,91 1,04
Κατασκευές 6.900 350.696 10,49 8,55 1,23
Εμπόριο, επισκευές, ξενοδοχεία, εστιατόρια 12.400 839.777 18,85 20,47 0,92
Μεταφορές, αποθήκευση επικοινωνίες 4.771 267.844 7,25 6,53 1,11
Ενδιάμεσοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί 994 105.915 1,51 2,58 0,59
Λοιπές υπηρεσίες 18.360 1.188.295 27,90 28,97 0,96
Δεν δήλωσαν κλάδο οικονομικής δραστηριότητας 3.254 216.402 4,95 5,28 0,94
Σύνολο 65.798 4.102.091 100 100 100
Πηγή: ΕΣΥΕ, Αποτελέσματα Απογραφής Πληθυσμού Κατοικιών, Οικονομικά Χαρακτηριστικά, 2001


Συζήτηση και Συμπεράσματα
Η ανεργία αποτελεί ένα σύνθετο κοινωνικό και οικονομικό φαινόμενο και η ερμηνεία του απαιτεί εξειδικευμένη στατιστική και ποιοτική ανάλυση. Η πολυπλοκότητα γίνεται μεγαλύτερη όταν εμπλέκεται ο χωρικός παράγοντας, καθώς οι περιοχές (χώρες, περιφέρειες, κλπ) που δεν προσαρμόζονται εύκολα, στις κάθε φορά νέες διεθνείς συνθήκες, πλήττονται περισσότερο. Η ανεργία των Χωρών- Μελών διαφοροποιείται από τη συνολική της Ευρωπαϊκής Ένωσης και παρουσιάζει διαφορετικές τάσεις εξέλιξης.
Η ανεργία κινείται σε τρία επίπεδα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μια ομάδα χωρών παρουσιάζει χαμηλή ανεργία (κυρίως Παλαιές Χώρες Βόρειας και Κεντρικής Ευρώπης αλλά και ορισμένες νέες, όπως Μάλτα, Κύπρος, Εσθονία, Σλοβενία) και μια δεύτερη κυμαίνεται στα κοινοτικά επίπεδα (Νέες χώρες, Παλιές της Νότιας Ευρώπης, οι ισχυρές χώρες της Γερμανίας και της Γαλλίας). Σε πολύ υψηλά επίπεδα κινούνται οι δύο νέες χώρες της Πολωνίας (17,5 %) και της Σλοβακίας (16,3 %) μέχρι και τον Αύγουστο του 2005. Αξίζει να τονιστεί ότι σε εφτά από τις δέκα νέες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης η ανεργία αποκλιμακώνεται σημαντικά και γρήγορα, γεγονός που δείχνει σημαντική επίδραση των κοινοτικών πολιτικών απασχόλησης.
Στις ισχυρές/ ανεπτυγμένες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ανεργία κινείται τελείως ανεξάρτητα από την κοινοτική (Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία, Σουηδία) ή η τελευταία επιδρά λίγο στο εθνικό μέγεθος (Γερμανία, Ολλανδία). Μικρή επίδραση έχει η κοινοτική ανεργία και στο μέγεθος της Πορτογαλίας και της Σλοβενίας πιθανώς για διαφορετικούς λόγους. Στις υπόλοιπες νέες χώρες, όπως και στις παλιές χώρες της Κεντρικής και Νότιας Ευρώπης, η μεταβλητότητα της ανεργίας ερμηνεύεται, κατά το μεγαλύτερο μέρος, από το κοινοτικό μέγεθος. Στην τελευταία αυτή ομάδα, έξι νέες χώρες, ανάμεσά τους η Ελλάδα, η Ισπανία, το Λουξεμβούργο, η Φινλανδία, κλπ αντιδρούν πολύ έντονα στις κοινοτικές μεταβολές. Μεγάλη συσσώρευση ανέργων σε σχέση με τα μέσα κοινοτικά επίπεδα παρουσιάζουν οι λιγότερο ισχυρές χώρες της Κεντρικής Ευρώπης (Λουξεμβούργο, Αυστρία, Βέλγιο, Ουγγαρία, Κύπρος).
Παράλληλα, παρατηρείται ότι οι οικονομίες των επιμέρους χωρών διαφοροποιούνται σε μεγάλο βαθμό μεταξύ τους. Πιθανά αίτια είναι η ικανότητα εσωτερίκευσης των θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τους πολίτες της κάθε χώρας, η διαπραγμάτευση των μισθών και τα μέτρα που λαμβάνονται κατά της ανεργίας. Από τη μία, υπάρχει η αντίληψη ότι η σταθερότητα και η σκληρή νομοθεσία, αναφορικά με τα επαγγελματικά δικαιώματα, ευνοεί τους απασχολούμενους, ενώ από την άλλη πιστεύεται ότι η πολύ σκληρή νομοθεσία και οι θεσμοί, που είναι σταθεροί, αντιστρατεύονται της ευελιξίας. Παρατηρείται, όμως, ότι οι χώρες που παρουσιάζουν υψηλότερα επίπεδα απασχόλησης δεν είναι εκείνες που έχουν καλύτερους θεσμούς, αλλά αυτές που αντιδρούν πιο εύκολα στις αλλαγές.
Οι διαφοροποιήσεις μεταξύ των χωρών στην απόδοση της οικονομίας τους και στη δυνατότητα επίδρασης στην απασχόληση προκύπτει και από τον βαθμό που αυτές έχουν πετύχει τους κεντρικούς αντικειμενικούς στόχους που έχει θέσει η Ε.Ε και τους οποίους πρέπει να υλοποιήσουν οι Χώρες- Μέλη μέχρι το έτος 2010. Οι στόχοι αυτοί είναι οι εξής: το συνολικό ποσοστό απασχόλησης πρέπει να φτάσει στο 70%, το ποσοστό των απασχολούμενων γυναικών στο 60% και η απασχόληση των εργαζομένων 55 έως 64 ετών στο 50%. Μέχρι το έτος 2005 τρεις χώρες (η Δανία, η Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο) έχουν καταφέρει να πραγματοποιήσουν και τους τρεις αυτούς στόχους.
Οι επιδώσεις των επιμέρους χωρών ως προς τους στόχους αυτούς είναι συμβατές σε σημαντικό βαθμό με την ανάλυση που προέκυψε από την παρούσα εφαρμογή. Οι χώρες που έχουν συνολική απασχόληση πάνω από 70% είναι η Δανία, η Ολλανδία, η Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο και ακολουθούν η Ισπανία, το Βέλγιο, η Ελλάδα , η Σλοβακία, η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η Ουγγαρία, η Ιταλία ,η Μάλτα και η Πολωνία με ποσοστό συνολικής απασχόλησης μεταξύ του 60% και 70%. Χαμηλότερα ποσοστά απασχόλησης, με πολύ μεγάλη απόκλιση, παρουσιάζουν η Ρουμανία και η Πολωνία. Η απασχόληση των γυναικών ανέρχεται στο 60% για τη Σουηδία, Δανία, Ολλανδία, Φινλανδία, Βρετανία, Αυστρία, Πορτογαλία και Κύπρο. Αντιθέτως, οι χώρες που έχουν ποσοστό γυναικείας απασχόλησης κάτω από 50% είναι η Βουλγαρία, η Ισπανία , η Πολωνία, η Ελλάδα, η Ιταλία και η Μάλτα, ενώ οι υπόλοιπες χώρες βρίσκονται μεταξύ του 50% και 60%. Τον τρίτο στόχο έχουν καταφέρει να υλοποιήσουν η Σουηδία, η Δανία, η Βρετανία , Εσθονία , η Πορτογαλία και η Κύπρος, ενώ υπολείπονται το Λουξεμβούργο, η Ουγγαρία, το Βέλγιο, η Πολωνία, η Σλοβακία και η Σλοβενία, οι οποίες έχουν ποσοστό απασχόλησης εργαζομένων 55 έως 64 ετών χαμηλότερο από 30%.
Πρέπει να σημειωθεί ότι υπάρχει και ένα ποσοστό απασχόλησης που οφείλεται στην παραοικονομία. Αν και η παραοικονομία προσφέρει θέσεις εργασίας, αυτές δεν μπορούν να καταγραφούν και να συνυπολογιστούν στο ποσοστό απασχόλησης, αλλά είναι εφικτό να μετρηθεί περίπου το ποσοστό της παραοικονομίας. Η χώρα, η οποία έχει την μικρότερη παραοικονομία είναι η Αυστρία, 9,8% του εθνικού ακαθαρίστου προϊόντος της, ενώ το μεγαλύτερο ποσοστό το παρουσιάζει η Ελλάδα με 28,1% και η Ιταλία με 27,9%.
Οι διαφοροποιήσεις μεταξύ των εθνικών τάσεων, ως προς την ανεργία και την απασχόληση, οδηγούν σε διαφοροποιήσεις και στις πολιτικές που θα πρέπει να εφαρμοστούν για την αντιμετώπιση των ιδιαίτερων προβλημάτων των επιμέρους Χωρών- Μελών. Ένα θέμα στο οποίο θα πρέπει να εστιάσει η ανάλυση και η πολιτική είναι οι μεταναστευτικές ροές από τις νέες χώρες , οι οποίες ενδεχομένως ενισχύουν την τάση για αύξηση της ανεργίας στις παλιές χώρες, όπως συμβαίνει στην Κεντρική Ευρώπη. Θα πρέπει να διερευνηθεί, δηλαδή, το μέγεθος της εισροής μεταναστών προς τις χώρες αυτές που πραγματοποιείται, μετά την διεύρυνση, από γειτονικές νέες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία επιδεινώνει το πρόβλημα της ανεργίας, όπως διαπιστώθηκε από την παρούσα ανάλυση. Η σημασία τέτοιων ροών μεταξύ Πολωνίας και Γερμανίας και γενικότερα στον κεντροευρωπαϊκό χώρο εντοπίζεται σε αρκετές μελέτες (S. Akkoyunlu, 2001, J. Rutkowski, 1996, S. Scarpetta, 1995)). Επιπλέον, οι πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των χωρών-μελών θα πρέπει να επικεντρωθούν στις διαδικασίες μετεγκατάστασης δραστηριοτήτων μέσα στην Ευρώπη, δηλαδή στην κινητικότητα της εργασίας και του κεφαλαίου, καθώς επίσης και στον βαθμό εισαγωγής της ελαστικοποίησης της εργασίας, η οποία μειώνει παροδικά τα ποσοστά της ανεργίας, αλλά στην ουσία ανακυκλώνει το πρόβλημα.
Ο βαθμός της επιτυχούς και ταχείας μετάβασης στην κοινωνία των υπηρεσιών και η απορρόφηση της νέας τεχνολογίας επίσης είναι σημαντικοί παράγοντες στους οποίους πρέπει να δώσουν έμφαση οι πολιτικές απασχόλησης. Ως απάντηση στον αυξανόμενο διεθνή ανταγωνισμό θα μπορούσε να είναι η ποιοτική αναβάθμιση της αγοράς εργασίας (μέσω της εκπαίδευσης και της επιμόρφωσης) και της παραγωγής. Η βελτίωση της ποιότητας των αγαθών και των υπηρεσιών στις χώρες της Ε.Ε θα μπορούσε να αποτελέσει την απάντηση στο εξαιρετικά χαμηλό κόστος παραγωγής των χωρών του τρίτου κόσμου, οι οποίες δημιουργούν μεγάλα προβλήματα στην απασχόληση των ανεπτυγμένων χωρών. Ως επιτυχές παράδειγμα αναφέρεται η τουρκική κλωστοϋφαντουργία, η οποία αντιμετωπίζει τον ανταγωνισμό από τις εισαγωγές φτηνών κινέζικων προϊόντων στρεφόμενη στην αγορά του ακριβού ενδύματος, κίνηση που αύξησε τις εξαγωγές της κατά 7,5 % στο πρώτο εννεάμηνο του 2005 (Οικονομική Επιθεώρηση, 2005)
Επιπλέον, η πολιτική θα πρέπει να προσανατολιστεί προς την κατεύθυνση ενίσχυσης των οικονομιών των Χωρών- Μελών, μέσα από μια σειρά μέτρων προσέλκυσης άμεσων ξένων επενδύσεων, όπως είναι η μείωση των φορολογικών συντελεστών, η σταθερότης της οικονομίας, η διατήρηση του νομοθετικού πλαισίου, κ. ά. Οι άμεσες ξένες επενδύσεις συμβάλλουν στην οικονομική ανάπτυξη μιας χώρας, μέσα από την επίτευξη υψηλότερων ρυθμών ανάπτυξης και την βελτίωση της ανταγωνιστικότητας αυτής ( G.M Agiomirgianakis et al, 2004,H.P. Lankes and A.J. Venables, 1996). Επίσης, τα επιτυχημένα μοντέλα της Σουηδίας και της Ιρλανδίας παραπέμπουν σε πολιτικές στηριγμένες στη διατήρηση του κοινωνικού κράτους και στην καθιέρωση της κοινωνικής ειρήνης και θα πρέπει να προσεχθούν.
Τέλος, ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στους στόχους που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, οι οποίοι αποτυπώνονται είτε σε ποσοτικούς είτε σε ποιοτικούς δείκτες. Παρουσιάζεται, όμως, μία σχετική δυσκολία στον ακριβή ορισμό των ποσοτικών και ποιοτικών δεικτών, έτσι ώστε να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα της κάθε Χώρας- Μέλους. Για παράδειγμα, αν σε μία χώρα φτωχός ορίζεται εκείνος που έχει μηνιαίο εισόδημα κάτω από 600 Ε, είναι πιθανό σε κάποια άλλη χώρα, την Πολωνία για παράδειγμα, τα άτομα με το ίδιο εισόδημα να θεωρούνται ως μεσαία τάξη ή ακόμα και εύποροι. Συνεπώς, πρέπει να διεξαχθούν περεταίρω έρευνες, οι οποίες να συνδυάζουν ποσοτικούς και ποιοτικούς δείκτες, καθώς επίσης και συγκριτικές μελέτες οι οποίες θα διερευνούν τις σχετικές έννοιες με γνώμονα τη συγκρισιμότητα των αποτελεσμάτων μεταξύ των χωρών.

Κώστας Ρόντος, Αναπληρωτής Καθηγητής Πανεπιστημίου Αιγαίου
Ευστράτιος Παπάνης, Επίκουρος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αιγαίου

Διαβάστηκε 667 φορές
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)
Μοιραστείτε αυτό το άρθρο
Top
We use cookies to improve our website. By continuing to use this website, you are giving consent to cookies being used. More details…